Αρχική Blog Σελίδα 20

Μαύρο δελφίνι ΧΙ

Μετά τα από τα δύο περιστατικά με τον πρεζέμπορα και τα βουτυρόπαιδα, ο Βιλέν έπρεπε να μείνει ανενεργός για κάποιο χρονικό διάστημα. Σε πλήρη αφάνεια. Το να μείνει ανενεργός δεν σήμαινε μόνο περισσότερο καιρό σε απραξία αλλά  δημιούργησε και «παράπλευρα» προβλήματα. Η Αριάδνη άρχισε να τον ρωτάει τι είδος δουλειά κάνει, γιατί δεν δουλεύει αυτόν τον καιρό, αν απολύθηκε.

Ο Ρώσος ήταν στα πρόθυρα να την στείλει αδιάβαστη, αλλά το ξανασκέφτηκε πιο ψύχραιμα.

Ήταν μπερδεμένο. Δεν ήξερε αν έτρεφε αισθήματα για την όμορφη στρίπερ ή απλά πέρναγε καλά.

Η Αριάδνη δεν ενέκρινε τον Κυριάκο που ο Βιλέν παρουσίαζε αναγκαστικά ως φίλο του. Του έλεγε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτόν.

Αραίωσε και από το στριπτιζάδικο. Έβγαινε μόνο για τα απαραίτητα, φαγητό, καφέ, τσιγάρα και πράσο στο Ζεφύρι.

Αλλά και τα ραντεβού με την Άρια αραίωσαν. Βρισκόταν μία με δύο φορές την εβδομάδα. Σπάνια έβγαιναν έξω. Μόνο μέχρι το πιο κοντινό ξενοδοχείο -για τουρίστες- στου Στρέφη και πίσω στον υπόγειο τάφο του.

Την ίδια ώρα ο ταξίαρχος τηλεφωνούσε στον ναζί πληροφοριοδότη του.

«Άντι, εδώ ταξίαρχος Βερόνης Βαλσαμάκος»

Ήταν αγχωμένος και αυτό φαινόταν στην φωνή του. Βρισκόταν σε αδιέξοδο. Οι μέρες περνούσαν, τα πτώματα σωρεύονταν στο νεκροτομείο και ακόμα ήταν στο σκοτάδι. Δεν είχε απαντήσεις για το ποιός ή ποιοί ήταν οι εκτελεστές και ποιά τα κίνητρα και  κυρίως ποιός ήταν ο ηθικός αυτουργός. Ποιος διέταξε τις δολοφονίες. Αν ήταν ένας δηλαδή και δεν ήταν άσχετα μεταξύ τους χτυπήματα.

«Άντι ο Βερόνης είμαι», ξαναείπε σε μία προσπάθεια να ακουστεί οικείος.

«Ταξίαρχε σε τι οφείλω την τιμή;»

«Άσε τις γαλιφιές Άντι και πες μου αν έχεις κάτι για μένα»

«Δεν έχω ταξίαρχε, αν είχα θα σας είχα….»

Τότε ακόμα μία έκλαμψη πέρασε από το μυαλό του.

«Άκου» τον διέκοψε «με ρώτησες για μια πινακίδα. Πέντε μέρες μετά βρίσκονται δύο πιτσιρικάδες σφαγμένοι στην Κηφισιά. Ο ένας από αυτούς ήταν γιός του ιδιοκτήτη του κάμπριο. Κάτι ξέρεις και δεν μου λες….»

«Κκκκ. Ταξίαρχε δεν έχω καμία απολύτως σχέση, αν αυτό υπονοείτε» κεκέδισε ο άλλος.

«Άκου Άντι, αν δεν μου δώσεις κάτι, θα ξανανοίξω τον φάκελο για τον μαχαιρωμένο Πακιστανό στην Πλατεία Αγ. Παντελεήμονα. Η ξανθιά θα κελαηδήσει αν είναι να βγει νωρίτερα από την ψειρού».

«Δώστε μου δύο ημέρες. Μόνο δύο ημέρες»

Όταν το έκλεισαν το μυαλό του Άντι πήρε φωτιά. Η κοκό βοηθούσε.

«Ο Ιαν  μου ζήτησε  να βρω σε ποιον ανήκει η πινακίδα. Αν μου πει γιατί την ήθελε θα μπορέσω να βρω ίσως μία άκρη». Ευχαριστημένος από την σκέψη του ξεκίνησε να βρει τον Ιανό. Προτίμησε να μην τον πάρει τηλέφωνο.

Τέτοια ώρα θα ήταν στην καινούργια χαρτοπαιχτική λέσχη -την Τρίτη- που άνοιξε στην Πλατείας Βάθη. Λογικό, είχε δώσει βάρος στην νέα επιχείρηση, καθώς οι άλλες πλέον είχαν πάρει τον δρόμο τους. Μπήκε χωρίς να χτυπήσει την πόρτα με τον αέρα του αρχιμπράβου. Τον βρήκε να κάθεται στο γραφείο του στο πίσω μέρος της λέσχης. Ένα δωμάτιο, χωρίς παράθυρα, με κλιματισμό συνέχεια αναμμένο.

«Πάντα φρόντιζε να είναι καβατζωμένος ο Αλβανός, κάλυπτε τα νώτα του», σκέφτηκε ο Άντι.

Είχε ένα βαρύ δρύινο γραφείο και μία μεγάλη περιστρεφόμενη δερμάτινη καρέκλα. Δίπλα σε έναν καναπέ στο ίδιο χρώμα, ο Ρούλης μετρούσε την είσπραξη σε έναν αυτόματο καταμετρητή χαρτονομισμάτων.

«Τι έγινε Ιαν;»

«Καλά Άντι» απάντησε τυπικά.

«Πως πήγαν οι εισπράξεις;»

«Πως πήγε Ρούλη», είπε χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει.

«Πενήντα έξι χιλιάδες, μέσα σε πέντε ώρες» απάντησε το τσιράκι.

«Όχι άσχημα για νέο μαγαζί. Ώρα και δεκαχίλιαρο», κάγχασε ο Ιανός.

«Ιανέ θέλω να μιλήσουμε. Ιδιαιτέρως». Και έδειξε με το κεφάλι τον Ρούλη.

«Κάνε ένα διάλειμμα Ρούλη. Θα σε φωνάξω αν σε χρειαστώ. Και βάλε αυτά στο χρηματοκιβώτιο πριν φύγεις», του είπε και έδειξε τις δεσμίδες με τα χαρτονομίσματα.

Οι οδηγίες ήταν σαφείς. Δεν σήκωναν κουβέντα. Τα έβαλε και έμεινε για λίγο μετέωρος στην πόρτα.

«Ρούλη σπάσε» είπε με επιτακτικό ύφος ο Ιανός.

Έφυγε κλείνοντας την πόρτα πίσω του.

*

«Τι τρέχει Άντι;»

«Θυμάσαι που με έβαλες να ρωτήσω  τον δικό μου για εκείνο το αμάξι;»

«Ναι και;»

«Βρήκαν δύο πιτσιρικάδες μαχαιρωμένους. Ο ένας ήταν γιός του ιδιοκτήτη μίας εταιρείας στην οποία ανήκει το αυτοκίνητο.»

Άρχισε να εκνευρίζεται ο Ιανός.

«Που το πάς Άντι;»

«Πουθενά. Ο μπάτσος θέλει να μάθει  γιατί το ‘ψαχνα»

«Άκουσε με. Δεν το ήθελα για μένα. Έκανα μία εξυπηρέτηση».

«Σε ποιον;»

«Δεν μπορώ να σου πω.»

Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του Άντι.

«Για να λέει ο Ιανός δεν μπορεί να πει σ’ αυτόν που ήταν ο πιο έμπιστος από τους έμπιστους κάτι βρωμούσε. Κάτι σάπιο υπήρχε στο βασίλειο της  Δανιμαρκίας», είπε μέσα του.

«Φοβάσαι;»

«Άσε τις μαλακίες και μην παίρνεις αέρα, αλλιώς θα πάρεις τον πούλο.»

«Ποιός σου ζήτησε» επέμεινε ο Άντι.

Κάποιος χτύπησε δυνατά την πόρτα  και άνοιξε.

«Βρε καλώς τον…»

«Ενοχλώ;» Ρώτησε ο Βιλέν

«Όχι έλα ο Άντι έφευγε», είπε και γυρνώντας στο δεξί του χέρι είπε επιτακτικά «τελειώσαμε Άντι»

Κάθισε στον καναπέ. Στην πραγματικότητα ο ίδιος ο Βιλέν ήταν ενοχλημένος από την παρουσία του καθάρματος αρχιμπράβου και δεν είχε πρόβλημα να το δείξει.

Ο άλλος σηκώθηκε σαν δαρμένο σκυλί και με αργές κινήσεις, άνοιξε την πόρτα ρίχνοντας μια τελευταία ματιά πρώτα στον Ιανό και μετά στον Βιλέν.

Βγήκε. Τώρα έμειναν οι δυο τους.

«Με ρώτησε για την πινακίδα»

«Τι του είπες;»

«Τίποτα απολύτως. Δεν ξέρει ότι εσύ ήσουν. Αλλά ο μπάτσος τον πιέζει.»

Δεν χρειάστηκε να ακούσει κάτι άλλο. Βγήκε από την λέσχη με το κινητό στο χέρι καλώντας  τον μικρό.

«Κυριάκο σε μισή ώρα στο καφενείο»

Συναντήθηκαν στο γνωστό καφενείο στην πλατεία Εξαρχείων.

«Ο Άντι είναι χαμοκελάηδα.Πρέπει να δούμε πόσα ξέρει και πόσα έχει ξεράσει. Θέλω μέσα σε 24 ώρες να βρεις δύο γκάνια. Όχι απαραίτητα καθαρά.

«Έγινε Ρώσε, θα το τακτοποιήσω»

Ο Ρώσος είχε αρχίσει να συμπαθεί τον Κυριάκο. Ήταν αναμφισβήτητα ιδιαίτερο παιδί αλλά ήταν σπαθί.

Μία μέρα μετά συναντήθηκαν στο σπίτι του Κυριάκου στα Κάτω Πατήσια. Είχε βρει ένα Walter και μία Beretta.

«Eχουν μία γεμιστήρα το καθένα. Δεν είχα παραπάνω χρόνο για να το ψάξω.»

Ο Βιλέν χαμογέλασε επιτιμητικά.

«Οκ boy, πάμε».

Το σαπάκι RX5 τους έφερε ως την Πλατεία Κυψέλης. Στα ηχεία γκαζώνανε οι Moscow Death Brigade στο brother an sisterhood, οι αγαπημένοι του Βιλέν.

Βρήκαν τον Άντι στο καφέ πού άραζε, ένα γνωστό ναζιστομάγαζο στην Φωκίωνος Νέγρη.

Όταν τον είδαν να  βγαίνει το ακολούθησαν, όσο πιο διακριτικά γινόταν να τον ακολουθήσουν με τα πόδια. Μετά από δύο ή τρία στενά τους είχε καταλάβει.
Σταμάτησε και τους περίμενε γερμένος πάνω σε έναν τοίχο. Ο Βιλέν παρατήρησε ότι το χέρι του ήταν πίσω από την πλάτη.

Είχε βγάλει ή ήταν σε ετοιμότητα  να τραβήξει το κουμπούρι που κουβαλούσε πάντα μαζί του, ένα Zastava M57.

«Tι συμβαίνει ρε μάγκες και με πήρατε στο κατόπι»

«Ξέρεις πολύ καλά μπάσταρδε» απάντησε ο Κυριάκος και ο Βιλέν τον συγκράτησε από το μπράτσο καθώς κινήθηκε απειλητικά προς τον Άντι.

«Απλά να μιλήσουμε» είπε χαλαρά ο Ρώσος.

«Δεν έχουμε να πούμε κάτι»

«Μην είσαι σίγουρος μουνόπανο» πέταξε ο Κυριάκος και προσπάθησε να ξεφύγει από την μέγγενη που έσφιγγε το μπράτσο του.

Ο Άντι έκανε ένα βήμα πίσω τραβώντας το όπλο του. Ταυτόχρονα ο Βιλέν έβγαζε το δικό του.

Τότε ο Κυριάκος έκανε την κίνηση του. Έβγαλε την Beretta. Έσπρωξε τον Βιλέν στα πλάγια και έκανε ένα βήμα μπροστά.

Η σφαίρα του Άντι τον βρήκε στην κοιλία. Ο μικρός έκανε μία κίνηση σαν να παραπάτησε και διπλώθηκε στην μέση.

Ο Βιλέν άδειασε την γεμιστήρα του Walter στον αρχιμπράβο. Μετά σήκωσε την Beretta του Κυριάκου και την άδειασε με μίσος πάνω του. Τον άφησε  πεσμένο μπροστά σε μία βιτρίνα κοσμηματοπωλείου βουτηγμένο μέσα σε μία λίμνη αίματος.

Σήκωσε τον φίλο του και πέρασε το χέρι του πίσω από τον λαιμό και κάτω από την μασχάλη.

«Κρατήσου μικρέ. Μην μου πεθάνεις»

Αιμορραγούσε και άφηνε δυνατά μικρά βογγητά πόνου.

Έβγαλε το κινητό του.

«Ιαν χρειάζομαι βοήθεια. Ο Κουλ… Ο Κυριάκος, τον πυροβόλησε ο Αντι…»

Ο μικρός δεν βογκούσε πια τον ακούμπησε κάτω και έβαλε το δάχτυλο του στην καρωτιδική. Δεν υπήρχε σφυγμός.

«Έρχομαι….»

«Πολύ αργά. Πέθανε», είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Υπάρχουν κανόνες απεμπλοκής σε αυτή την δουλειά.
Όταν κάτι επαγγελματικά πάει σκατά, αλλά και όταν  μπλέξεις  εκτός δουλειάς.

Φεύγεις με το μικρότερο δυνατό κόστος. Αυτό Ο Βιλέν το ήξερε καλά και το τηρούσε  ίσως όχι με θρησκευτική ευλάβεια αλλά στο μέτρο του δυνατού.

Όχι όμως και η Αρια. Γύρισε με μαυρισμένο μάτι  ύστερα από καυγά με μία Τσεχα στρίπερ. Όλος ο σαματάς θα είχε  τελειώσει εκεί, αν δεν έμπλεκε ο Μένιος παίρνοντας το μέρος της Τσέχας. Αυτό εξαγρίωσε την Αριάδνη και κουβέντα στην κουβέντα δεν άργησε να γίνει το κακό. Ενα μπουκάλι ουίσκυ προσγειώθηκε από το χέρι της στο κεφάλι του ιδιοκτήτη του στριπτιζάδικου. Ένας από τους κολαούζους τον μετέφερε μισολιπόθυμο στο ΚΑΤ όπου του έκαναν δέκα ράμματα.

Μία εβδομάδα μετά έξω από το σπίτι της, η γαλανομάτα δέχθηκε  μία θρασύδειλη επίθεση.

Μόλις είχε κατέβει από το λευκό κάμπριο. Ήταν μέρα μεσημέρι, όταν ένας άγνωστος με τζόκευ γυαλιά ηλίου και γκέτα λαιμού σηκωμένη μέχρι την μύτη την πλησίασε και προσπάθησε να αδειάσει ένα μπουκάλι ακουαφόρτε ή βιτριόλι στο πρόσωπο.

Μία ενστικτώδης κίνηση της Αριας είχε σαν αποτέλεσμα να αποφευχθούν τα χειρότερα. Ωστόσο αυτό το τόσο αγέρωχο και  όμορφο κορμί σημαδεύτηκε για πάντα. Ο λαιμός και το αριστερό χέρι θα είχαν πάντα το μακάβριο «κέντημα»  του άνανδρου που διέταξε  αυτό  το χτύπημα.

Όλα αυτά τριβέλιζαν στο μυαλό του Βιλέν καθώς κατέβαινε με το σαπάκι Rx5 την Αττική οδό για το Θριάσιο νοσοκομείο.

«Ήταν πολύ τυχερή» είπε ο επιμελητής  πλαστικός χειρουργός με ένα υποχθόνιο χαμόγελο. Επρόκειτο για έναν καραφλό πενηντάρη με ξυρισμένο κεφάλι και μικρά στρόγγυλα γυαλιά που το έδιναν ένα ελαφρώς διανοουμενίστικο στυλάκι.

«Θα μπορούσε να ήταν πολύ χειρότερα αν της είχαν αδειάσει  το καυστικό υγρό στο πρόσωπο» πρόσθεσε.

«Θυμάμαι μία γυναίκα που μα είχαν φέρει με κατεστραμμένο όλο το πρόσωπο σχεδόν τυφλη. Ο εργοδότης της ήταν…»

«Μπορώ να την δω;» διέκοψε την φλυαρία του ο Βιλέν.

«Ναι βεβαίως. Είναι στο δωμάτιο 9.»

Η μικρή ήταν ξύπνια. Το βλέμμα της ήταν κενό καθώς κοίταζε απέναντι τον λευκό τοίχο. Δεν χαμογέλασε ούτε έκλαψε.

«Φύγε» του είπε «δεν θέλω να σε ξαναδώ στα μάτια μου»

«Αριάδνη…» ξεκίνησε να λέει μα το μετάνιωσε.

«Φύγε σου λέω. Επρεπε να με προστατεύσεις.» «Έπρεπε να με προστατεύσεις» επανέλαβε  και η φωνή της έσπασε με έναν λυγμό.

Ο Βιλέν δεν είπε λέξη, άνοιξε την πόρτα και βγήκε. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Ήξερε ότι η ζωή του εκτελεστή είναι μοναχική.

Μετά τον θάνατο του Κυριάκου, του μοναδικού του φίλου, που του κόστισε  και ας μην το παραδεχόταν, είχε πάρει την απόφαση πως  δεν ήθελε καμία συναισθηματική εμπλοκή.
Υπήρχε ωστόσο κάτι τελευταίο που έπρεπε να κάνει. Να σκοτώσει τον Μένιο.

Ένοπλη πάλη μετά τον Δεκέμβρη του 2008

Η Αναστασίας Τσουκαλά, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο Paris-Saclay και συγγραφέας του βιβλίου: «Ένοπλη πάλη μετά τον Δεκέμβρη του 2008. Επικοινωνιακές στρατηγικές (από)νομιμοποίησης», συνομιλεί με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Κωνσταντίνο Πουλή και το κοινό στο red n’ noir bookstore cafe bar (Δροσοπούλου 52, Κυψέλη).

Παρακολουθήστε την κουβέντα:

Απ’ τον 4ο

Πάντα ήθελα ένα σπίτι, στον 4ο όροφο.

Όσο ψηλά, κι όσο χαμηλά μου αρμόζει.

Τόσο διεκδίκησα, τόσο πρέπει να πάρω.

Δε με πειράζει.

Με κούρασαν και τα υπόγεια.

Κι ίσως στον 4ο, να ‘ρχεσαι να με βλέπεις.

Ακόμη κι αν ο πραγματικός λόγος είναι η θέα.

Προσποιήσου, πως ήρθες εμένα για να δεις.

Τόσο πολύ η μοναξιά μ’ έχει χτυπήσει.

Που όταν τα βράδια περνά το αεράκι,

 κατά μήκος του κορμιού μου, του μιλάω.

Κάνω κι έρωτα μαζί του καμιά φορά.

Να έτσι.

Να ξεγελιέμαι πως έχω παρέα.

Αν ποτέ όμως δεν έρθεις, ίσως και να μην κλάψω.

Θα ‘χω πάντα το σπίτι στον 4ο.

Και δε θα βάλω κουρτίνες.

Να μπαίνει ορμητικό το αεράκι.

Να κατεβαίνει, πάνω μου και μέσα μου, άνεμος κανονικός.

Και να στάζω ηδονή, τέρμα το κλάμα.

Μου αξίζει ένα σπίτι στον 4ο.

Κι έτσι ένα βράδυ,

άμα γουστάρω,

φόρα να πάρω και να πέσω.

Διαβάστε από την Γωγώ Λιανού:

Η επίπληξη και η εποπτεία IΙ

Το επόμενο πρωί, οι κηδεμόνες των φερόμενων ως δραστών βρέθηκαν νωρίς νωρίς μαζί με τα μπουμπούκια τους έξω από την πόρτα του γραφείου του Διευθυντή. Εκείνος κατέφτασε φουριόζος και άρχισε αμέσως την παράσταση: πρώτα κάλεσε αυστηρά τους κατηγορούμενους να πάνε στην αυλή και να περιμένουν μαζί με τους συμμαθητές τους για το κουδούνι της προσευχής. Εκείνοι κινήθηκαν προς το προαύλιο στοιχισμένοι ως ομάδα, λίγο με κρυφή περηφάνια λίγο με πρόδηλη αμηχανία. Οι τρεις ανεξακρίβωτοι συνεργοί στο έγκλημα, απέφευγαν ακόμα και να τους κοιτάξουν.  Έπειτα, ο Διευθυντής με το ίδιο ύφος, στράφηκε στους γονιούς τους. Τους κοίταξε με ένα μείγμα απαξίωσης και λύπησης και τους κάλεσε να τον ακολουθήσουν για να θαυμάσουν τα «κατορθώματα των κανακάρηδων τους». Πρώτα τους έδειξε το σπασμένο τζάμι της αίθουσας της Α’ Δημοτικού, το οποίο ήταν καλυμμένο όπως-όπως μ’ ένα διάφανο νάιλον σκέπασμα. Μετά τις βωμολοχίες, τα σκαριφήματα και τους αριθμούς στους τοίχους. Έπειτα τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν στην αίθουσα τελετών και το κυλικείο. Εκεί τα πράγματα παραλίγο να ξεφύγουν για τα καλά, αφού ο άξεστος κυλικειάρχης ήταν εκεί και τους περίμενε με άγριες διαθέσεις. «Έχετε χάρη που τα σκατά των τσογλανιών σας τα μάζεψε η καθαρίστρια. Αλλιώς θα τους τα είχα δώσει να τα φάνε». Ο Διευθυντής κατάφερε να εκτονώσει την ένταση ζητώντας τους να τον περιμένουν στο γραφείο του και απομακρύνοντας με επιτακτικές εκφράσεις και χειρονομίες τον ενάγοντα κυλικειάρχη που συνέχιζε να γαβγίζει.

Όταν μπήκε στο γραφείο του, οι γονείς των φερόμενων ως δραστών τον περίμεναν, άλλοι καθιστοί, άλλες όρθιες, όλοι και όλες όμως σιωπηλοί και προβληματισμένες. Εκείνος -μην θέλοντας να τους κρατάει σε αγωνία αλλά θέλοντας και να ξεμπερδεύει με αυτήν την ιστορία που διατάραζε τη δημοσιοϋπαλληλική ρουτίνα του- μπήκε κατευθείαν στο ψητό:      

«Κύριες και κύριοι όπως καταλαβαίνετε εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ακόμα παιδική κουτουράδα αλλά με τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων, για ζημιές που ανέρχονται σε ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό, τόσο για τη δημόσια περιουσία του σχολείου όσο και για την ιδιωτική του κυλικείου. Από χθες έχω στη διάθεση μου τη μαρτυρία ενός περιοίκου ο οποίος επιβεβαιώνει τη συμμετοχή των γιων σας σε αυτό το πλιάτσικο. Δεν σας κρύβω ότι προβληματίστηκα πάρα πολύ για το πως θα μπορούσα να χειριστώ την κατάσταση. Κανονικά θα έπρεπε να έχω ήδη ενημερώσει τον προϊστάμενο μου στην Υποδιεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, το Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων και να έχω καλέσει την αστυνομία. Αλλά δεν το έκανα. Παρά την αυτόβουλη μαρτυρία περίοικου που σας προανέφερα. Σκέφτηκα ότι κάτι τέτοιο θα εξέθετε και το σχολείο, αλλά κυρίως το μέλλον των παιδιών σας, τα οποία αν και μας βγάζουν το λάδι δεν παύουν να είναι μαθητές μου και να θέλω το καλό τους. Παραμένει βέβαια το ζήτημα της κάλυψης του κόστους των ζημιών. Ο ιδιοκτήτης του κυλικείου με ενημέρωσε ότι για τον ίδιο το κόστος ανέρχεται γύρω στα τριακόσια χιλιάρικα. Μ’ ένα γρήγορο έλεγχο που πρόλαβα και έκανα, οι ζημιές για το σχολείο, το βάψιμο, τα τζάμια και τα στρώματα πρέπει να κυμαίνονται γύρω στα εφτακόσια. Αν εσείς διατίθεστε να αναλάβετε την κάλυψη αυτού του κόστους, τότε το θέμα μπορεί να λήξει εδώ. Φυσικά τα παιδιά θα έρθουν σήμερα μαζί σας και αύριο θα τα κρατήσετε σπίτια σας. Τόσο γιατί πρέπει να τιμωρηθούν, έστω και με μια τριήμερη αποβολή όσο και για να εκτονωθεί λίγο η κατάσταση. Από χθες όλο το σχολείο δεν συζητάει άλλο».

Οι γονείς κοιτάχτηκαν, άλλοι σαστισμένοι, άλλες πελαγωμένες. Ο Διευθυντής πήγε προς την πόρτα του γραφείου, την άνοιξε και τους είπε ότι θα μπορούσαν να το συζητήσουν μεταξύ τους στο διάδρομο και να επιστρέψουν μόλις θα είναι σε θέση να του ανακοινώσουν την απάντηση τους. Αν μπορούσαν όμως να μην τον καθυστερήσουν και πολύ. Έτσι κι έγινε.

Η οριακή πλειοψηφία 3-2 της γονεϊκής ομήγυρης βρήκε την εκβιαστική διευθυντική πρόταση βατή και λογική. Κάποια παρατήρησε ότι «Διευθυντής και κυλικειάρχης πάνε να βγάλουν μίζα από τα σπασμένα», εντούτοις συνηγόρησαν ότι αυτή θα ήταν η καλύτερη λύση. Διακόσια χιλιάρικα δραχμές για τον καθένα δεν ήτανε και λίγα λεφτά, αντίθετα ήταν πολλά λεφτά. Αλλά «αν ήτανε να γλιτώσουν τα παιδιά το σκαμνί, τότε χαλάλι τους» είπε ο πιο κουβαρντάς. Εκείνος που κλωτσούσε ήτανε ο Τούρκος. Έπρεπε να βάλει το μερτικό και για τους δυο γιους του. Τουτέστιν τετρακόσια κολλαριστά. Εν τέλει συμφώνησαν να μπει ρεφενέ ότι περίσσευε για τη συμπλήρωση του μύριου. Συμφώνησαν επίσης να ζητήσουν διορία μια βδομάδα. Ο Διευθυντής όμως αποδείχθηκε ανένδοτος.

«Κοιτάξτε να δείτε εγώ σήμερα είτε πρέπει να ενημερώσω την Υποδιεύθυνση για την αντικατάσταση του κατεστραμμένου υλικού, για τα σκισμένα στρώματα, για το βάψιμο των τοίχων, είτε να μου πείτε εσείς ότι μέχρι την Παρασκευή θα μπορείτε να τα φέρετε για να πληρώσω και εγώ τους μπογιατζήδες, ο κύριος του κυλικείου τους προμηθευτές του, να παραγγείλω τα στρώματα. Καταλαβαίνετε; Δεν μπορούμε να καθυστερήσουμε. Αν έρθει ένα κλιμάκιο του υπουργείου και δει το σχολείο σε αυτό το χάλι και με ρωτήσει γιατί δεν ενημέρωσα, εγώ τι θα του πω; Κι έπειτα, το κυλικείο πότε θα ξανανοίξει; Σήμερα είναι δεύτερη μέρα κλειστό. Ο άνθρωπος κάπου πρέπει να βρει τα λεφτά για να παραγγείλει στους προμηθευτές του και να επισκευάσει τις ζημιές που έχει υποστεί το κατάστημά του. Καταλαβαίνετε;».

Είτε είχαν καταλάβει είτε όχι, το σίγουρο ήταν ότι συμφώνησαν πως μέχρι την Παρασκευή θα του έχουν πάει το μύριο. Θα έβαζαν λιτούς και δεμένους και θα τα μάζευαν. Στο δρόμο της επιστροφής, οι ανήλικοι βάνδαλοι περπατούσαν σιωπηλοί στο πλάι των θυμωμένων και αγχωμένων γονιών τους και συνεννοούνταν μεταξύ τους μονάχα με συνένοχα βλέμματα. Η σιωπή διακοπτόταν μονάχα από τα διαδικαστικά κανονίσματα για την απόδοση του ποσού και μερικές διάσπαρτες βρισιές, μερικών εξ’ αυτών προς τους γιους τους που τους είχαν φέρει -με τα καμώματα τους- σε μια τόσο δύσκολη θέση. Πριν χωρίσουν, ανανέωσαν το ραντεβού τους για το πρωί της Παρασκευής στην πύλη του σχολείου, αναλαμβάνοντας να φέρουν και το ποσό για το οποίο είχε τελικά δεσμευτεί ο καθένας τους.    

Με τα πολλά και τα λίγα, κουτσά στραβά, το μύριο συγκεντρώθηκε και αποδόθηκε σε μετρητά (όχι την Παρασκευή αλλά τη Δευτέρα, μετά από μια τηλεφωνική ανανέωση της διορίας), οι ζημιές αποκαταστάθηκαν, όχι βέβαια ολοσχερώς (πχ τα στρώματα γυμναστικής δεν αντικαταστάθηκαν αλλά επιδιορθώθηκαν), ούτε με την ταχύτητα που είχε επικαλεστεί ο Διευθυντής (τα βαψίματα τελείωσαν τουλάχιστον τρεις εβδομάδες αργότερα). Σε κάθε περίπτωση, το θέμα κάπου εκεί θα μπορούσε να θεωρηθεί λήξαν.

Αμ δε…

Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος. Οι ανήλικοι βάνδαλοι που είχαν αφήσει πίσω τους συντρίμμια στο Δημοτικό, ήσαν πλέον μαθητές της Α’ Γυμνασίου. Μέσα στο καινούριο σχολικό περιβάλλον και τις νέες παρέες τους, η συμμορία τους είχε χάσει σε σημαντικό βαθμό τη συνοχή της. Με την εφηβεία τους, ο καθένας θα έπαιρνε το δρόμο του μέσα στον κόσμο που είχε πλέον φαρδύνει απότομα και είχε βγει από τα λίγα οικοδομικά τετράγωνα της γειτονίας που είχαν μεγαλώσει μαζί. Τα ραβασάκια που έφτασαν και έπεσαν σαν κεραυνοί στα σπίτια τους οδηγούσαν και τους πέντε σε κοινό εδώλιο. Το κατηγορητήριο που αναγραφόταν στις κλητεύσεις του δικαστηρίου ανηλίκων, από το οποίο καλούνταν να δικαστούν, ήταν σαφές: «φθορά δημόσιας και ξένης περιουσίας κατά συναυτουργία».

Οι κατάρες και οι χριστοπαναγίες για την κομπίνα που τους έστησε ο «δάσκαλος» πέφτανε σαν το χαλάζι από τους γονιούς. Αντικειμενικά δεν είχαν άδικο. Μερικοί ανάμεσα τους ήταν ακόμα χρεωμένοι μέρος των μετρητών που είχαν δανειστεί για να ξοφλήσουν τα λύτρα με τα οποία θα εξαγόραζαν το κλείσιμο της υπόθεσης. Παραδόξως, η παραπομπή σε δίκη των παιδιών τούς έκανε να νιώθουν σαν θύματα μιας καλοστημένης απάτης. Ένιωθαν να τους πνίγει το άδικο.

Όταν το επόμενο πρωινό, έφτασαν σαν μαινόμενοι ταύροι στο Δημοτικό σχολείο κραδαίνοντας τις κλητεύσεις στα χέρια τους και ορμώντας στο γραφείο του Διευθυντή, εκεί βρήκαν καθισμένη στο γραφείο μια καλοβαλμένη εξηντάρα, η οποία αφού πρώτα ξεπέρασε την δυσάρεστη έκπληξη που της προκάλεσε η εισβολή, τους συστήθηκε και στη συνέχεια τους εξήγησε αμήχανα ότι εκείνη ήταν η νέα διευθύντρια, η οποία και αντικατέστησε τον συνταξιοδοτημένο πλέον προκάτοχο της. Αφού άκουσε τις αιτιάσεις τους κουνώντας στωικά το κεφάλι, δηλώνοντας (ή παριστάνοντας) την έκπληξη της με μορφασμούς αποδοκιμασίας, στο τέλος μ’ ένα μελιστάλαχτο ύφος τους γείωσε για τα καλά.

«Κοιτάξτε, αντιλαμβάνομαι απόλυτα την αγανάκτηση και την αγωνία σας. Καταρχήν να σας πω ότι από τον Σεπτέμβριο που βρίσκομαι στο σχολείο κανένας, ούτε ο ίδιος ο προκάτοχος μου αλλά ούτε και κάποιος από το διδακτικό προσωπικό δεν με ενημέρωσε για τα γεγονότα που μου αναφέρετε. Επίσης να σας ενημερώσω ότι το κυλικείο δεν είναι πλέον μισθωμένο από τον ίδιο άνθρωπο. Μπορείτε να το διαπιστώσετε και μόνοι σας. Τώρα όσον αφορά αυτή καθ’ αυτή την υπόθεση το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σας ζητήσω να επικοινωνήσετε με την προϊστάμενη αρχή, δηλαδή με την Υποδιεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Μπορώ να σας δώσω τον αριθμό τηλεφώνου και το τμήμα στο οποίο να απευθυνθείτε. Αν θέλετε μπορείτε να τους πείτε ότι επικοινωνήσατε μαζί μου και ότι εγώ σας είπα να απευθυνθείτε σε εκείνους. Επίσης, αν θέλετε μπορείτε να απευθυνθείτε άμεσα στην αστυνομία υποβάλλοντας μήνυση. Ελπίζω να καταλαβαίνετε ότι και εγώ δεν μπορώ να κάνω πολλά. Λυπάμαι πραγματικά.»

Δεν ήταν σίγουρο ούτε πόσο λυπόταν εκείνη, ούτε πόσο καταλαβαίνανε εκείνοι. Το σίγουρο είναι ότι η επαφή τους με τη δημόσια υπηρεσία στην οποία τους παρέπεμψε για να τους ξεφορτωθεί η κομψευόμενη Διευθύντρια ήταν άκρως ψυχοφθόρα και διόλου αποτελεσματική ως προς την επίτευξη του στόχου της επίσκεψης τους, τον οποίο ουσιαστικά ούτε και οι ίδιοι δεν γνώριζαν ακριβώς. Ο αργόσχολος προϊστάμενος του τμήματος της υπηρεσίας, αφού τους άκουσε μ’ ένα δηλωτικά αδιάφορο ύφος, τους επαναλάμβανε μηχανικά ότι αυτό που εκείνος θα μπορούσε να κάνει ήταν να παραλάβει μια πρωτοκολλημένη καταγγελία τους και ότι αν επιθυμούν την ποινική δίωξη του συνταξιοδοτημένου «εκπαιδευτικού λειτουργού» το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να καταθέσουν μήνυση εις βάρος του απευθυνόμενοι στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα. Μετά από λίγες μέρες η καταγγελία, υπογεγραμμένη από όλους τους γονιούς, πρωτοκολλήθηκε από την υπηρεσία του και πήρε τη σειρά της λιμνάζοντας μέσα στον αστείρευτο ωκεανό χαρτούρας που πλημμυρίζει τα κτίρια των δημόσιων υπηρεσιών.         

Οι εβδομάδες που μεσολάβησαν μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης των ανήλικων παραβατών, ήσαν πυρετικές. Η γονεϊκή ομήγυρη διχάστηκε σχετικά με το αν θα έπρεπε να υποβάλουν μήνυση εναντίον του Διευθυντή και του κυλικειάρχη, πρώην πλέον και οι δύο. Εν τέλει επικράτησε η άποψη που έλεγε να μην την κάνουν και να επικεντρωθούν στην προετοιμασία της νομικής υπεράσπισης των παιδιών τους. Η επιλογή τους αυτή είχε επηρεαστεί σε ένα βαθμό και από το επιπλέον οικονομικό κόστος που θα καλούνταν να ανταπεξέλθουν με την υποβολή της μήνυσης. Οι πιο ευέξαπτοι δεν συγκρατήθηκαν. Γνώριζαν την ταυτότητα του περίοικου ρουφιάνου, την είχαν πληροφορηθεί μετά το συμβάν από τους γιούς τους. Δεν είχαν κάνει τότε κίνηση για να δώσουν τόπο στην οργή και να λήξει το ζήτημα. Τώρα όμως, με το αίσθημα της αδικίας να τους πνίγει, πήγαν στο τζαμάδικο να ζητήσουν εξηγήσεις. Εκεί ο Λουί κυνικά τους επανέλαβε όσα είχε πει και στον κυρ Διευθυντά. Τους είπε και για τα διακόσια χιλιάρικα που είχε ζητήσει για αποζημίωση. Για λίγο δεν πιάστηκαν στα χέρια. Ο Λουί τους απείλησε με μηνύσεις και ασφαλιστικά μέτρα. Χωρίς όμως να κάνει τελικά πράξη τις απειλές του. Αυτό που τον ένοιαζε ήταν να πάρει ζεστό χρήμα στο χέρι. Και αυτό το είχε πετύχει. Τα τσογλάνια δεν παίζανε μπάλα πια στην αυλή του Δημοτικού και εκείνος είχε βρει κάπως την ησυχία του. Πριν φύγουν από το μαγαζί του, τους έριξε μια τελευταία ρουκέτα:

«Το είχα πάρει απόφαση να μην έρθω μάρτυρας στη δίκη. Με αυτή την επίσκεψη σας, με κάνατε να το ξανασκεφτώ.» 

Ο στρογγυλοπρόσωπος δικηγόρος, οικογενειακός φίλος που επιστρατεύτηκε από τους γονιούς ενός εκ των δραστών για να διαβάσει τη δικογραφία και να αναλάβει την υπεράσπιση τους, προειδοποίησε ότι «επισκέψεις σαν κι αυτές, σε μάρτυρα κατηγορίας, παραμονές της δίκης, δεν βοηθούν και πολύ στην έκβαση της υπόθεσης». Οι συμβουλές του προς τους ανήλικους κατηγορούμενους ήταν λιτές και περιεκτικές.

«Όταν σας ρωτήσουν αν παραδέχεστε την ενοχή σας εσείς θα αρνηθείτε. Αν σας ρωτήσουν που ήσασταν εκείνη την Κυριακή θα πείτε δεν θυμάστε. Αν σας ρωτήσουν αν ήσαστε καλοί μαθητές θα πείτε ναι. Καταλάβατε;»

Οι πέντε κατηγορούμενοι είχαν καταλάβει αλλά ειδικά η τελευταία συμβουλή τους είχε φανεί παράδοξη. Σε κάθε περίπτωση σκόπευαν να κινηθούν στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα, τουτέστιν να ακολουθήσουν τις συμβουλές του πρώτου (και για μερικούς ανάμεσα τους όχι και μοναδικού) συνηγόρου υπεράσπισης της ζωής τους.

(Τέλος επεισοδίου. Όλα τα επεισόδια εδώ)

Το red n’ noir προτείνει βιβλία:

Η πρώτη ληστεία Τράπεζας στην Αθήνα έγινε το 1929

Ο ταμίας κύριος Σαραβάνος είναι τίμιος και κουτός

«Ο ταμίας μου δεν είχε δώσει αφορμή να τον υποπτεύομαι. Τον θεωρούσα και εξακολουθώ να τον θεωρώ τίμιο άνθρωπο. Πολλές φορές του εμπιστεύτηκα μεγάλα χρηματικά ποσά και τα διαχειρίστηκε καλά και τίμια. Δεν φαντάζομαι να καταχραστεί το ποσό το οποίο λέει πως του πήρε ο στρατιώτης. Εάν το έκανε θα το έκανε μετά από υπόδειξη άλλου, διότι αυτός είναι πολύ κουτός», εξηγεί στους δημοσιογράφους ο διευθυντής της Κεντρικής Τράπεζας κύριος Μουστάκας.

«Δεν αποκλείεται λοιπόν ότι η ληστεία μπορεί να είναι εικονική;»

«Ξέρω κι εγώ; Όλα γίνονται σε αυτό τον κόσμο»

«Δεν είχε φανεί ποτέ ελλειμματίας ως ταμίας;»

«Όχι σοβαρά πράγματα. Μόνο προ ημερών του βρήκαμε ένα έλλειμμα από 2-3 χιλιάδες, που θα προέρχονταν μάλλον από λάθη. Για αυτό και του τα χαρίσαμε.»

«Κι εγώ τον θεωρούσα και τον θεωρώ τίμιο άνθρωπο τον Σαραβάνο. Είναι όμως και πολύ κουτός και φοβάμαι μήπως τον εξώθησε κανένας επιτήδειος σε μια τέτοια δουλειά. Αν έχει κάνει τίποτα αυτός, είμαι σίγουρος ότι θα το ομολογήσει μέχρι αύριο γιατί είναι πολύ ηλίθιος. Πάντως δεν μας τα λέει καλά τα πράγματα», σχολιάζει ο κύριος Καρυστινάκης και προσθέτει: «Εμείς πάντα υπολογίζουμε το μασκαριλίκι που έγινε σε βάρος της τράπεζας μας και όχι τις 343 χιλιάδες δραχμές που χάσαμε. Είναι τώρα να ακουστεί ότι ο ταμίας μας μέτρησε τα χρήματα με ανοιχτές τις πόρτες και ότι ένας τυχαίος άνθρωπος κατόρθωσε να γίνει κύριος εδώ μέσα με τόση ευκολία;»

Την τράπεζα αυτή την έχουν ιδρύσει ο κύριος Μουστάκας και ο κύριος Καρυστινάκης, οι οποίοι συνεργάζονται επί πολλά χρόνια. Πριν την ίδρυση της τράπεζας, διατηρούσαν τραπεζικό και χρηματιστηριακό γραφείο. Ο κύριος Μουστάκας κατάγεται από την Άνδρο. Από το ίδιο νησί κατάγεται και ο 52χρονος ταμίας Σαραβάνος, ο οποίος φαίνεται πως έπεσε θύμα ληστείας. Ο Σαραβάνος υπηρετεί πλησίον του συντοπίτη του επί τρεις δεκαετίες. Έχει τρία αγόρια που έχει βαφτίσει ο κύριος Μουστάκας, ο οποίος ιδιαιτέρως τον αγαπά και τον προστατεύει. Από την τράπεζα ο ταμίας Σαραβάνος λαμβάνει μηνιαίο μισθό 5 χιλιάδες δραχμές, εκτός των τυχερών.   

Ο ταμίας κύριος Σαραβάνος ανακρίνεται

Ο κύριος Σαραβάνος υπεβλήθη μετά τα συμβάντα σε εξέταση από τον αστυνόμο του Β’ Τμήματος Ασφαλείας Υπομοίραρχο Καλαπόδη, στον οποίον εξέθεσε τις συνθήκες υπό τις οποίες ληστεύτηκε.

Όλα συνέβησαν στις 8 Ιανουαρίου 1929, περί τη 1:30 μετά την μεσημβρία, οπότε είχε τελειώσει η εργασία των υπαλλήλων της Κεντρικής Τράπεζας της Ελλάδας επί της οδού Αριστείδου. Είχαν αναχωρήσει όλοι οι υπάλληλοι πλην του ίδιου, καθώς τακτοποιούσε το ταμείο του και ετοιμαζόταν και ο ίδιος να απέλθει.

Τη στιγμή εκείνη, από τη μισάνοιχτη θύρα της τράπεζας επί της οδού Αριστείδου, εισήλθε ένας νέος μελαμψός μετρίου αναστήματος μάλλον ισχνός με στρατιωτική ενδυμασία, ο οποίος κρατούσε στο χέρι του ένα χαρτονόμισμα των 500 δραχμών και πλησίασε την θυρίδα του ταμείου, όπου παρακάλεσε τον κύριο Σαραβάνο να του το εξαργυρώσει. Ο κύριος Σαραβάνος προθυμοποιήθηκε και εστράφη προς το χρηματοκιβώτιο που βρίσκεται απέναντι από τη θυρίδα, στρέφοντας τα νώτα του προς τον άγνωστο.

Κι αν δει κατά πρόσωπο τον δράστη θα του είναι δύσκολο να τον αναγνωρίσε,ι διότι δεν τον είδε καλά. Μόνο θυμάται ότι είναι ηλικίας 25-30 ετών, μετρίου αναστήματος και μάλλον ισχνός.

Καθώς ασχολούνταν με την αναζήτηση μικρότερων χαρτονομισμάτων για την αλλαγή του 500δραχμου, ο άγνωστος έσπευσε και εισήλθε εντός του διαμερίσματος του ταμείου από τη δεξιά θύρα, όπου γίνονται οι πληρωμές και με μια αστραπιαία κίνηση εξήγαγε από την τσέπη του τζάκετ μια χούφτα πιπέρι το οποίο έριξε στα μάτια του ταμία.

Ενώπιον της απροσδόκητης επίθεσης, ο κ. Σαραβάνος άρχισε να κραυγάζει και να καλεί σε βοήθεια, ενώ συγχρόνως υπέφερε από τους φριχτούς πόνους των οφθαλμών του.

Ο άγνωστος άρπαξε εντωμεταξύ διάφορες δέσμες χαρτονομισμάτων από το χρηματοκιβώτιο και πριν γίνει αντιληπτή η ληστεία έφυγε από την τράπεζα ανενόχλητος.

Πρόσθεσε ότι από κάποιο θόρυβο, τον οποίο άκουσε προτού εισέλθει ο άγνωστος στην τράπεζα, έχει την αντίληψη ότι τη στιγμή εκείνη σταμάτησε έξω από το κατάστημα ένα αυτοκίνητο, από το οποίο πιθανόν κατέβηκε ο δράστης. Επίσης πρόσθεσε ότι την ώρα εκείνη διήρχετο το τραμ δια της οδού Αριστείδου και ότι ο κρότος αυτού πιθανόν εμπόδισε τη φωνή του να ακουστεί από τους διαβάτες της οδού Αριστείδου μετά την ληστεία. Διότι, τονίζει, μόλις ο στρατιώτης έριξε το πιπέρι άρχισε, να φωνάζει σε βοήθεια, και εν τέλει αναγκάστηκε να βγει στην πόρτα για να ακουστεί επειδή δεν έβλεπε κανέναν να πλησιάζει.

Οι πρώτοι προστρέξαντες διαβάτες της οδού Αριστείδου εισήλθαν μαζί με τα αστυνομικά όργανα στο Κατάστημα της Κεντρικής Τράπεζας. Είδαν ότι πράγματι είχε ριφθεί στα μάτια του πιπέρι, υπολείμματα του οποίου υπήρχαν και πάνω στο τραπεζάκι του ταμείου του. Αφού τους αφηγήθηκε τα διατρέξαντα, οδηγήθηκε στο επί της οδού Αιόλου φαρμακείο Σαντράλ όπου του καθαρίστηκε το μάτι από το πιπέρι το οποίο εκτός ενός ερεθισμού ουδεμία βλάβη είχε.

Πρόκειται περί σκηνοθεσίας;    

Ατυχώς δια τον κύριο Σαραβάνο, κανένας μάρτυρας δεν βρέθηκε ο οποίος είδε εισερχόμενο ή διερχόμενο από την τράπεζα τον στρατιώτη ή άλλο ύποπτο πρόσωπο. Δια τούτο μένουν στους ενεργούντες τας ανακρίσεις φοβερές αμφιβολίες, μήπως πρόκειται περί σκηνοθετημένης πράξης. Πρώτος έριξε την ιδέα ο υποδιευθυντής Καρυστινάκης, ο οποίος εξετασθείς κατέκρινε τον κύριο Σαραβανο και τον βρήκε εντελώς αδικαιολόγητο. Εφόσον δεν είχε μεγάλη κίνηση χθες η τράπεζα, ουδόλως δικαιολογεί ο Καρυστινάκης μεσημβρινή καταμέτρηση του ταμείου εκ μέρους του Σαραβάνου, αφού τα χρήματα τα οποία βρίσκονταν στο ταμείο τα είχε παραλάβει ο ίδιος μόλις το πρωί της ίδιας μέρας και επρόκειτο να του τα επιστρέψει κατά τα ειωθότα, το βράδυ της ίδιας ημέρας, δηλαδή χθες το απόγευμα.

Ακατανόητο και δυσεξήγητο είναι το γεγονός ότι ο κύριος Σαραβάνος, αν και τίποτα σοβαρό δεν έπαθε από το πιπέρι, δεν αντιστάθηκε στην αρπαγή των 343.000 και ούτε τον καταδίωξε κατόπιν το φεύγοντας δράστη, όπου ασφαλώς θα τον έβλεπαν οι διαβάτες στην Σταδίου. Ο κύριος Καρυστινάκης βρίσκει ύποπτο και το γεγονός ότι ο κύριος Σαραβάνος είχε εκτεθειμένα πάνω στο τραπέζι τα νομίσματα των πέντε χιλιάδων δραχμών, τα οποία και μόνο αφαίρεσε ο δράστης, ως επίσης και το ότι δεν αφαιρέθηκαν άλλα χαρτονομίσματα μολονότι αυτό ήταν πολύ εύκολο δεδομένου ότι το χρηματοκιβώτιο ήταν ανοιχτό και μπροστά στα μάτια του στρατιώτη. Όλα αυτά συνδυαζόμενα και με το τυχαίο ίσως περιστατικό ότι ούτε η καθαρίστρια της τράπεζας βρέθηκε την ορισμένη ώρα στη  θέση της (κατ εξαίρεση χθες μετέβη στην 13:30 ενώ είναι υποχρεωμένη να προσέρχεται την 13:00 έχουν  ενισχύσει αρκετά την ατμόσφαιρα αμφιβολίας.

Ο ταμίας κύριος Σαραβάνος ομολογεί

Μέχρι το ξημέρωμα ο Σαραβάνος έχει χάσει το ηθικό του, αφού συναισθάνεται τη γενική κατακραυγή που υπάρχει εναντίον του. Στις τρεις τα μεσάνυχτα, ένας αξιωματικός της καταδίωξης του λέει:

«Την έχασες, Σαραβάνε, την υπόθεση. Θεοί και δαίμονες σε αποκαλύπτουν ένοχο»

«Αυτό βλέπω κι εγώ», του απάντησε ο Σαραβάνος.

Την ίδια ώρα, έχει μεταβεί, στο τμήμα για να δει τον Σαραβάνο και ο διευθυντής της τράπεζας κύριος Μουστάκας, ο οποίος εκ των προτέρων είναι βέβαιος ότι μόλις τον έβλεπε ο ταμίας θα ομολογούσε πλήρως την πράξη του. Στην αρχή ο Σαραβάνος αρνήθηκε ότι είναι ένοχος.

«Άκουσε εδώ, Μήτσο» του λέει ο Μουστάκας. «Μην επιχειρείς να κρυφτείς. Όλοι ξέρουμε ότι την σκάρωσες εσύ αυτή τη δουλειά. Πες την αλήθεια αν θες να σου φερθούμε κι εμείς με επιείκεια.»

Ο Σαραβάνος έκανε μερικές βόλτες, πρόφερε άναρθρες λέξεις και τέλος είπε:

«Μάλιστα εγώ το έκανα, σας το ομολογώ. Είχα ένα έλλειμμα και θέλησα με αυτό τον τρόπο να το δικαιολογήσω.»

Εν συνεχεία ο Σαραβάνος προέβη στις παρακάτω αποκαλύψεις, υποδεικνύοντας συγχρόνως και τους συνενόχους του.    

Οι αποκαλύψεις

«Το πρώτο έλλειμμά μου το σημείωσα παίζοντας στο χρηματιστήριο τον Μάιο του παρελθόντος έτους. Ήταν 82 χιλιάδες δραχμές, κάτι που γνώριζαν οι τότε και κατόπιν βοηθοί μου Δ. Μουστάκας και Γιάννακας, αμφότεροι υπάλληλοι της τράπεζας. Σε συνεννόηση με αυτούς, δικαιολογούσα κάθε μέρα στους προϊστάμενούς μου το ποσό αυτό, λέγοντας ότι το είχα σε χρεόγραφα εξαγοράζοντας την σιωπή τους με χρήματα. Ο πρώτος είναι ο ανιψιός του διευθυντή κύριου Μουστάκα και είχε κατά καιρούς πάρει 6 χιλιάδες δραχμές και ο δεύτερος 2 χιλιάδες. Τον προηγούμενο Σεπτέμβριο το παθητικό μου ανήλθε σε 150 χιλιάδες δραχμές και τον Δεκέμβριο σε 245. Το απόγευμα της παραμονής των Χριστουγέννων πήγα στην τράπεζα παρότι κλειστή και καταμέτρησα τις ζημιές από το χρηματιστήριο.

Από εκείνη τη μέρα, άρχισα να σκέπτομαι πώς θα συγκαλύψω το έλλειμμα αυτό. Οι πρώην βοηθοί μου, ο Μουστάκας και ο Γιάννακας (ο πρώτος είχε πλέον τοποθετηθεί ως ταμίας σε υποκατάστημα του Πειραιά και ο δεύτερος σε άλλη εργασία στην ίδια τράπεζα) έλαβαν γνώση των σχεδίων μου, τους οποίους και συμβουλεύτηκα επί των πρακτικών ζητημάτων. Επιπλέον ανακοίνωσα τις σκέψεις μου και στον φίλο και κουμπάρο μου Ν. Σ. Βουραζέρη, υπάλληλο της εφορίας, ο οποίος με συμβούλεψε να κάνω την εικονική ληστεία προς συγκάλυψη των καταχρήσεών μου.

Την απόφαση την πήρα τέσσερις μέρες πριν και από τότε έμενα κάθε μεσημέρι στο γραφείο μου, καραδοκώντας για την κατάλληλη ευκαιρία.

Εκείνη τη μέρα, ο κουμπάρος μου Βουραζέρης σε συνεννόηση με μένα μπήκε στο γραφείο, του παρέδωσα ένα πακέτο με χρήματα το οποίο με την σειρά του παρέδωσε στην γυναίκα μου και λίγα λεπτά αργότερα άρχισα να φωνάζω «βοήθεια, βοήθεια με έκλεψαν».

Διαβάστε από τις εκδόσεις red n’ noir:

Μαύρο δελφίνι Χ

Κάποιος χτυπούσε τo θυροτηλέφωνο μανιασμένα.

«Έλα ποιος;»

«Εγώ άνοιξε!»

Αναγνώρισε την φωνή του ζαβού, αναστέναξε και πίεσε το μπουτόν.

Ο Κούλης μπήκε στην ημιυπόγεια γκαρσονιέρα με ένα μπορντό σακ βουαγιάζ στα χέρια.

«Τί είναι αυτό ρε;», ρώτησε αγουροξυπνημένα και ας ήταν μια το μεσημέρι.

«Για αύριο». Ο μικρός είχε βελτιωθεί κατά πολύ. Είχε καταλάβει ότι ο Ρώσος δεν  γούσταρε πολλά λόγια, περιττά λόγια.

Ο Βιλέν πήρε το σακ βουαγιάζ και το άνοιξε. Έβγαλε μία χράπα-χρούπα Browning BPS με πριονισμένο κοντάκι και κάνη και καμιά εικοσαριά φυσίγγια. Περισσότερο έμοιαζε σαν πιστόλα του προ-προηγούμενου αιώνα.

«Αυτό είναι όλο;», ρώτησε, αν και ήξερε εκ των προτέρων την απάντηση. «Αυτό». Κάτι πήγε να πει ακόμα αλλά το ξανασκέφτηκε και σιώπησε.

Τρίτη 10:35 πμ, Πλατεία Βικτωρίας. Ο Κούλης οδήγησε την κλεμμένη Kawasaki Νinja και πάρκαρε στην κάτω πλευρά της πλατείας. Αριστοτέλους και Χέυδεν.

Έμειναν και οι δύο πάνω στην μαύρη μηχανή χωρίς να βγάλουν τα full face κράνη.

Είδαν τον Φαραώ, έναν Αιγύπτιο ναρκέμπορο, να βγαίνει από το γωνιακό μαγαζί με κινητά, που φαινομενικά ανήκε σε συμπατριώτη του, αλλά στην πραγματικότητα ήταν ιδιοκτησίας του Ιανού. Ένα από τα πολλά πλυντήρια  ξεπλύματος του μαύρου χρήματος, από την τοκογλυφία.

To παρατσούκλι Φαραώ το ‘χε κονομήσει, όχι μόνο λόγω της καταγωγής του, αλλά και επειδή η ανατομία του προσώπου του, θύμιζε Αρχαίο Αιγύπτιο βασιλιά.

Σκουρόχρωμος με μεγάλη μύτη, μακριά μαλλιά πάντα τραβηγμένα πίσω, κολλημένα λες και τον είχε γλύψει αγελάδα, τραβηγμένα σε αλογοουρά. Περίπου συνομήλικος του Βιλέν και σαφώς πιο μπασμένος.

O Βιλέν έβγαλε κάτω από την καμπαρντίνα την κομμένη browning και την όπλισε.

Πριν καταλάβει ο πρεζέμπορας τι συμβαίνει, ο Ρώσος τον πυροβόλησε. Με τα σκάγια να τον βρίσκουν στο στήθος, ο Φαραώ έφυγε με δύναμη πίσω και έσκασε πάνω στην βιτρίνα κομματιάζοντας την. Ήταν σαν να τον κλώτσησε ένα αφηνιασμένο άλογο. Άλλοι τρεις πυροβολισμοί στο μέρος της καρδιάς ολοκλήρωσαν το σκοπό τους.

Ένα ρυάκι αίμα κύλησε στο πεζοδρόμιο, έγλυψε το πεζούλι και κύλησε στο ρείθρο του δρόμου. Ο μικρός περίμενε με αναμμένη την μηχανή.

«Πάμε, πάμε», φώναξε ο Βιλέν. Ανέβηκε κι έφυγαν με σούζα. «Άσε τις μαλακίες», φώναξε ο Βιλέν μέσα από το κράνος.

«Δεν φταίω εγώ. Τ’ άλογα αφηνίασαν», δικαιολογήθηκε.

«Κοίτα που έχει και χιούμορ», σκέφτηκε ο Βιλέν, αλλά αντί γι’ αυτό είπε: «Παπαριές καμαρωτές μικρέ».


Το τελευταίο πού ήθελε ήταν να στουκάρουν και να τους δέσουν οι μπάτσοι.

«Κούλη, είσαι στον πούτσο μας λουλούδια και τριγύρω μέλισσες»

«Κυριάκο με λένε μην με λες Κούλη».

«Δεν θα κολλήσουμε εκεί. Φρόνιμα στον δρόμο μην μας πάρουν οι μπάτσοι στο κατόπι»

Άφησαν την μηχανή στου Στρέφη και την έκαψαν μαζί με τα κράνη. Είχαν φροντίσει, να τους περιμένει ένα μπιτόνι βενζίνη κρυμμένο μέσα σε ένα εγκαταλελειμμένο αμάξι. Την χραπαχρούπα την είχαν  πετάξει νωρίτερα σε έναν κάδο στο Πεδίο Άρεως.

«Σπάσε τώρα» είπε επιτακτικά ο Ρώσος.

«Δεν θέλεις να πάμε για καμιά μπίρα;»

«Όχι! Θα βρεθούμε το βράδυ στο στριπτιζάδικο».

«Και πως θα έρθω Κάτω Κηφισιά; Μού ‘χεις πάρει και το ρημάδι το αμάξι…»

«Εντάξει, θα περάσω να σε πάρω γύρω στις 10».

*

Χτύπησε το θυροτηλέφωνο, και όταν άκουσε τον ήχο έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Ο μικρός έμενε σε μία γκαρσονιέρα πρώτου ορόφου στα Κάτω Πατήσια.
Του άνοιξε με το μποξεράκι. Φαινόταν αγουροξυπνημένος.

«Θα μας γαμήσεις;» – Ο άλλος γέλασε αμήχανα.

«Γιατί δεν είσαι έτοιμος, ρεμάλι», συνέχισε στον ίδιο τόνο.

«Τώρα ετοιμαζόμουν».

Το ζαβό έβλεπε τσόντες στο Pornhub και τον έπαιζε, ήταν σαφές. Ξαφνικά μετάνιωσε που ήταν τόσο απότομος μαζί του. Μαλάκωσε.

«Άντε ετοιμάσου. Κερνάω εγώ απόψε. Πάρε όποιο κορίτσι θέλεις. Και ένα και δύο και τρία».

Ξαφνικά του βγήκε σαν να πηγαίνει βόλτα το καθυστερημένο μικρό του αδερφάκι.

«Και πλύνε τα κωλόχερα σου».

Πριν ξεκινήσουν έκαναν μία στάση στην Αχαρνών για βρώμικο.

Ο Βιλέν δεν είδε το καροτσάκι να έρχεται. Άκουσε τον μικρό να μιλάει με κάποιον. Όταν γύρισε να δει, σοκαρίστηκε από αυτό που είδε. Στο καροτσάκι καθόταν μία γυναίκα που δεν μπορούσες να πεις ούτε νέα, ούτε ιδιαίτερα όμορφη. Είχε κομμένα και τα δύο πόδια από το γόνατο.

«Ρώσε να σου γνωρίσω μία φίλη».

«Αλέξα», είπε και του έτεινε το χέρι.

Η φωνή της ήταν βαριά, μπάσα.

Ο Βιλέν το πήρε αμήχανα.

«Χαίρω πολύ. Οι φίλοι του Κυριάκου είναι και δικοί μου». Ο Κούλης φούσκωσε από περηφάνια.

«Αυτός είναι ο φίλος μου που σου έλεγα, Άλεξ».

«Ελπίζω να μην φρικάρεις και ’σύ…»

«Όχι!» είπε κοφτά και σκεφτόταν που τον έμπλεξε πάλι το ζαβό. Η άλλη κατάλαβε την αμηχανία του.

«Είμαι γυναίκα παγιδευμένη σε ανδρικό σώμα».

Δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος για να περιγράψει την ταυτότητα της.

«Και μάλλον σακάτισσα πλέον», πρόσθεσε πικρόχολα.

«Τι συνέβη;»

Του εξήγησε με λίγα λόγια. Μόλις την είχε αφήσει ένας πελάτης στην Συγγρού. Γύρισε στο πόστο της μπροστά από την Πάντειο. Τότε εμφανίστηκαν κάτι πλουσιόπαιδα, με άγριες διαθέσεις για να σπάσουν πλάκα. Να κράξουν τα «τραβέλια». Η Αλέξα δε μάσαγε και τους απάντησε. Σε χρόνο dt το πράγμα ξέφυγε. Την κυνήγησαν στα στενά πίσω από την Πάντειο. Ήταν και οι τρεις τους μεθυσμένοι και ίσως μαστουρωμένοι. Την πρόλαβαν με το αμάξι και την χτύπησαν. Έκανα όπισθεν και έφυγαν, αφήνοντας την αιμόφυρτη.

Μία άλλη τράνς την πήγε στο νοσοκομείο και μία δεύτερη πρόλαβε να γράψει τον αριθμό της πινακίδας. Ο Κυριάκος είχε βρει μέσω ενός γνωστού του, «τρέχα βρες», πώς ότι ήταν τρία κωλόπαιδα, γόνοι καλών οικογενειών των βορείων προαστίων. Ο ένας, γιός φαρμακοβιομήχανου, και οι άλλοι δύο, μεγάλων εφοπλιστών. Ο ένας έφυγε κατευθείαν μετά το περαστικό στο Ντάραμ όπου υποτίθεται έκανε σπουδές.

Ο Βιλέν άκουγε σιωπηλός. Όταν σταμάτησε να μιλάει, πέταξε το τσιγάρο και είδε την καύτρα να σκορπάει στον αέρα.

«Και γιατί μου τα λες όλα αυτά;», είπε τελικά. (Παύση)

«Μου είπε ο Κυριάκος ότι μπορείς να το ρυθμίσεις. (Κι άλλη παύση)

«Θα σε πληρώσω».

«Πόσα;»

«Χίλια ευρώ μπροστά και δύο χιλιάδες μετά».

«Πλάκα μου κάνεις; Αυτά δεν φθάνουν ούτε για ζήτω…», ξεκίνησε να λέει, αλλά το μετάνιωσε όταν είδε τα δάκρυα να αυλακώνουν το πρόσωπό της.

«Κράτησε τα λεφτά σου. Πες μου μόνο πώς θες να γίνει».

«Σκότωσε τα καθάρματα που με σακάτεψαν», είπε, ενώ τα δάκρυα είχαν κάνει μούσκεμα το πρόσωπο της. «Σκότωσε τα γαμημένα κωλόπαιδα, κάψτα ζωντανά τα καθίκια. Δε με νοιάζει αρκεί να πεθάνουν. Ακούς να πεθάνουν τα αρχίδια που  με κατάντησαν έτσι». Τα δάκρυα είχαν στεγνώσει και η φωνή της έβγαζε μία σκληράδα. Λογικό σκέφτηκε ο Βιλέν. Είχε μείνει μισός άνθρωπος.
Αυτή ήταν μία καινούργια εμπειρία για τον Βιλέν. Το πρώτο freelance συμβόλαιο.

Του έφαγε ελάχιστο καιρό τους βρει. Ο Ίαν ήξερε έναν βρώμικο μπάτσο που του έδωσε πληροφορίες για την διεύθυνση με βάση την πινακίδα της convertible Μερσεντές. Για την ακρίβεια ο μπάτσος είχε πάρε-δώσε με το δεξί του χέρι, τον Άντι. Ο Αλβανός θεώρησε σημαντικό να έχει έστω και από σπόντα μία άκρη στο μπατσομέγαρο και μάλιστα κάποιον υψηλά ιστάμενο.

Άρχισε να παρακολουθεί τους πιτσιρικάδες. Ήταν δύο φλωρούμπες από τα Β.Π. που νόμιζαν ότι με τα λεφτά και τις πλάτες του μπαμπά μπορούσαν να γαμήσουν τους πάντες και τα πάντα. Στέκι τους ήταν ένα μοδάτο μπαρ στην Κηφισιά που σύντομα ο Βιλέν εντόπισε. Όταν βγήκαν ψιλομεθυσμένοι εκείνο το βράδυ από το μπαρ, γελώντας και παραπατώντας δεν ήξεραν τι τους περίμενε.

Ο Βιλέν τους πλησίασε πριν μπουν στο αμάξι. Έβγαλε το στιλέτο από την κωλότσεπη, ενώ στο πίσω μέρος του τζιν  ̶  για παν ενδεχόμενο  ̶  είχε μαζί του το ruger. Πίεσε το κουμπί και η λεπίδα πετάχτηκε. Του έχωσε δύο μαχαιριές στην καρωτίδα. Ο πιτσιρικάς έφερε το χέρι στο λαιμό σε μία απέλπιδα προσπάθεια να σταματήσει την αιμορραγία. Πολύ αργά. Σωριάστηκε στο πεζοδρόμιο φτύνοντας αίμα.

Ο δεύτερος το έβαλε στα πόδια, αλλά ο Βιλέν τον έφτασε λαχανιαμένος. «Είμαι πολύ γέρος γι’ αυτές τις μαλακίες», σκέφτηκε, βρίζοντας που δεν καθάρισε το θέμα με το παραδοσιακό τρόπο. Τρεις σφαίρες στον καθένα.

Ακούμπησε πάνω σε ένα σταθμευμένο αμάξι προσπαθώντας να ανακτήσει την αναπνοή του. Έβγαλε το ruger και τον σημάδεψε. Ο άλλος πάγωσε. Είδε τον τρόμο στα μάτια του. Είχε παραλύσει. Είχε παραδοθεί.

«Μη! Μη! Σε παρακαλώ. Ο πατέρας μου έχει πολλά λεφτά. Θα σε πληρώσω, θα σου δώσω ό,τι θες. Μη μου κάνεις κακό. Άσε με να φύγω». Τόσο τρομαγμένος. Τόσο ευάλωτος. Το άσπρο παντελόνι είχε ένα μεγάλο λεκέ τώρα. Ήταν προφανές: Είχε κατουρηθεί από το φόβο.

«Πολύ αργά γι’ αυτό», είπε ο Βιλέν.

Η μαχαιριά στο πόδι του έκοψε την μηριαία αρτηρία. Προσπάθησε να φύγει. Έκανε μερικά βήματα και έπεσε κάτω. Εκεί πέθανε από ακατάσχετη αιμορραγία.

Κάποιο πρωί μετά από καμία βδομάδα, το βλαμμένο τού έφερε έναν φάκελο.

«Τι είναι αυτό ρε;»

«Από την Αλέξα».

Είχε μέσα 5 χιλιάδες ευρώ.

«Και πού τα βρήκε;»

«Μάζευε φράγκα για αλλαγή φύλλου στην Καζαμπλάνκα. Τώρα πια δεν της χρειάζονται».

Και πράγματι δεν της χρειάστηκαν. Μετά από λίγες ημέρες αφού εντόπισαν  τους δύο πιτσιρικάδες νεκρούς στην Κηφισιά, την βρήκαν νεκρή σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, με μία σύριγγα καρφωμένη στο χέρι και γυάλινο βλέμμα. Overdose είπαν. Τύψεις; Ίσως.

O Bιλέν στην Ρωσία το είχε ξαναδεί το σκηνικό στην πιο φριχτή μορφή του

Σχεδόν όλοι οι φίλοι του είχαν ξεπαστρευτεί από αυτό τον διάολο το  κροκοντίλ14. Τους είδε να σαπίζουν κυριολεκτικά καθώς το δέμα τους πρασίνιζε σάπιο πια από το δηλητήριο που έριχναν στις φλέβες τους. Από αυτό πέθανε η αδελφή του Λιουμμίλα. Η αγαπημένη του αδερφή πέθανε ένα εξάμηνο από την πρώτη φορά που σούταρε αυτό το χημικό απόβλητο. Αλλά και την πρώτη του κοπέλα, την πανέμορφη Τσβετάνα, την είδε να λιώνει. Το δεξί της χέρι δεν είχε πλέον σάρκα. Φαινόταν το γυμνό κόκκαλο. Όλα ξεκίνησαν με μία φουσκάλα στο μέρος που έκανε την ένεση. Η πληγή άρχισε να μεγαλώνει, το χέρι της να γίνεται γκριζοπράσινο σαν ψόφιου κροκόδειλου. Έκλαιγε όταν μεγάλωνε και τα δάχτυλα του χεριού είχαν κοπεί στην μέση. Του έλεγε πώς δεν θέλει να πεθάνει. Δυστυχώς ήταν αργά για δάκρυα και ευχολόγια. Σύντομα έχασε κι αυτήν. Όλοι οι φίλοι του έφυγαν ένας-ένας. Στα εγκαταλελειμμένα και πλέον ερειπωμένα σπίτια έξω από τη Μόσχα, οι άνθρωποι-σκιές, σα βγαλμένοι από b-movie, έσερναν τα βήματα τους σε ανούσιους κύκλους με ό,τι είχε απομείνει από αυτό που κάποτε θύμιζε ζωή. Σκέτα ζόμπι. Ο ίδιος ευτυχώς είχε φροντίσει να μείνει μακριά.

Όπως και να έχει, ο Βιλέν εκτίμησε ότι ο Κυριάκος του έδωσε τα γκαφρά χωρίς να τα κρατήσει, ή έστω χωρίς να κρατήσει ένα μέρος.

«Γίνεσαι παρανοϊκός» σκέφτηκε. «Αλλά ποτέ μην είσαι σίγουρος».

«Άντε πάμε. Απόψε κερνάω εγώ.»

(14) Δεσομορφίνη «επεξεργασμένη» με, βενζίνη, μαγειρικό λάδι, ιώδιο, διαλυτικό μπογιάς και υγρό αναπτήρα για να είναι πιο δραστική. Είναι πιο εθιστικό και θανατηφόρο κοκτέιλ και από την ηρωίνη.Το όνομα του πήρε από την υφή που παίρνει το δέρμα, το οποίο στην πραγματικότητα σαπίζει.

Τι νόημα θα ‘χει να ‘ρχεται η νύχτα;

Κι είχαν τα λουλούδια στη γλάστρα μαραθεί.

 Κι όσο μόνη κι αν ένιωθα,

δε ζήτησα απ’ τον χρόνο κανενός να μου δοθεί.

Γιατι, αν δε μπορώ να σ’αγκαλιάζω,

 τι νόημα θα ‘χει να ‘ρχεται η νύχτα;

Κι υπήρξε

-πολυ το φοβάμαι-

μια στιγμή που πέθανα

Από μυρωδιές που μ’ οδήγησαν σ’ εραστές,

που όταν ήρθε η σειρά τους, πένθησα.

Εραστές αλησμόνητοι.

Απ’ τον χρόνο ανέγγιχτοι, δίχως καμιά ρυτίδα.

Κάποτε, που πριν ακόμη τα λουλούδια μαραθούν,

ήμουν εγώ που ξεράθηκα.

Κι εντύπωση δεν έκανε σε κανέναν

ενώ κι οι ρίζες μου ακόμη, είχανε πια σαπίσει.

Κι είναι νυχτιές,

που ‘ρχονται δεκάδες,

 απ’ τα κύματα να με πάρουν,

στεριές που ένιωθα μικρή για να πατήσω.

Και τότε φοβόμουν πιο πολύ,

γιατί είχα τα πόδια μου απαρνηθεί.

«Μα τους θεούς όλης της γης,

τα πλάσματα τα μυθικά που ζουν και βασιλεύουν,

το υπόσχομαι,

ω μεγάλη Θεά Υπόσχεση εσύ,

δε θα ξαναπερπατήσω.»

 Γιατί ήθελα εκείνον να μη δω, ακόμη και τυχαία.

Κι έτσι τα πόδια μου έκοψα μια μέρα από εκείνες,

 κι είχα για πάντα πια, μόνο λουλούδια φίλους.

Μα έχουν τα λουλούδια στη γλάστρα μαραθεί.

Κι όσο μόνη κι αν νιώσω,

δε θα ζητήσω απ’ τον χρόνο κανενός να μου δοθεί.

 Γιατί, πριν ακόμη τα λουλούδια μαραθούν,

 ήμουν εγώ πρώτη που ξεράθηκα.

 Κι εντύπωση σε κανέναν δεν έκανε.

 Ένα λουλούδι, σαν όλα τ’ άλλα.

 Που πριν ακόμη γεννηθεί, έπρεπε με μιας να γκρεμιστεί.

 Για να μείνει για πάντα λουλούδι.

Η επίπληξη και η εποπτεία I

Μια παρέα ανήλικων αγοριών, τελειόφοιτων συμμαθητών του Δημοτικού, συνήθιζαν τα πρωινά της Κυριακής να σαλτάρουν τo κάγκελo του σχολείου τους για να παίξουν μπάλα στην μεγάλη τσιμεντένια αυλή του. Αυτή η παραβατική συνήθεια δεν μαρτυρούσε την εκτίμηση τους για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, την ακόρεστη δίψα τους για γνώση ή το δέσιμο τους με το συγκεκριμένο σχολικό συγκρότημα. Αντίθετα, για εκείνους τους ίδιους και αυτές καθαυτές τις ανάγκες και επιθυμίες τους ομολογούσε μια αντικειμενική αναγκαιότητα: στη γειτονιά τους, αυτός ήταν ο μοναδικός ακάλυπτος δημόσιος χώρος που τους έδινε τη δυνατότητα να ξεδιπλώσουν σε κάποια έκταση, είτε τα ποδοσφαιρικά ταλέντα τους είτε την έλλειψη τους.

Έτσι και έκαναν και εκείνο το ψυχρό πρωινό μιας χειμωνιάτικης συννεφιασμένης Κυριακής, η οποία έμελε να σημαδέψει τα παιδικά χρόνια τους. Ο ουρανός ήταν σκούρος, όμως δεν φαινόταν να το πηγαίνει για βροχή. Έτσι δεν έχασαν καιρό. Σάλταραν το κάγκελο, έστησαν δυο εστίες με δοκάρια πλασμένα από τα μπουφάν τους και άρχισαν ένα ματσάκι τέσσερις τέσσερις με μπακότερμα, στο τσιμέντο, εκεί που είχαν αποκτήσει ο καθένας τους μπόλικα γδαρσίματα στα γόνατα και τους αγκώνες, τα οποία και ως παράσημα, έφερνε ο καθένας πάνω του. Το εναρκτήριο λάκτισμα για να πάρουν τα γεγονότα απροσδόκητη τροπή δόθηκε από μια καραβολίδα που θρυμμάτισε τον υαλοπίνακα της αίθουσας της Α’ Δημοτικού, η οποία βρισκόταν στο ισόγειο του κτιρίου. Σαν να το περίμεναν από καιρό, οι ανήλικοι λεηλάτες μπούκαραν από εκεί στην αίθουσα και επιδόθηκαν στην απαλλοτρίωση μαρκαδόρων και ξυλομπογιών. Πριν εξέλθουν διά της ίδιας οδού, φρόντισαν να αφήσουν την αίθουσα αρκούντως μπαχαλεμένη. Κυριευμένοι από καταστρεπτική μανία, εκφράζοντας ίσως ασυναίσθητα -αλλά σίγουρα βίαια- την εναντίωσή τους στο εκπαιδευτικό σύστημα, οπλισμένοι με τα σύνεργα του εγκλήματος, άρχισαν να ζωγραφίζουν στους σχολικούς τοίχους βωμολοχίες, αριθμούς οπαδικών θυρών, μπόμπες, νεκροκεφαλές και διάφορα ακατάληπτα σκαριφήματα. Δεν έμειναν όμως εκεί. Σε ξέφρενη κατάσταση, άλλοι αλαλάζοντας και άλλοι γρυλίζοντας, ανέβηκαν στον πρώτο (και μοναδικό) όροφο. Εκεί, με σπασμένα τα φρένα και αφού πρώτα λέρωσαν με τους απαλλοτριωμένους μαρκαδόρους και τις ξυλομπογιές και αυτούς τους λευκούς τοίχους, έδωσαν ένα σάλτο, βρέθηκαν στο υπόστεγο της εισόδου και από εκεί, θρυμματίζοντας άλλο ένα μικρό τζάμι, μπήκαν ο ένας πίσω από τον άλλο μέσα στο πατάρι της αίθουσας τελετών. Μέσα στην αίθουσα στην οποία είχαν προλάβει να πλήξουν ανυπόφορα κατά τη διάρκεια των εθνικών εορτών. Η αίθουσα ήταν τεράστια, ψηλοτάβανη, τακτοποιημένη. Στη μια γωνία της, στέγαζε και το σχολικό κυλικείο. Σύντομα όμως θα γινόταν αγνώριστη αφού εκεί μέσα θα κορυφωνόταν η εκδήλωση των βίαιων ενστίκτων αυτών των ανήλικων βάνδαλων. Και τι δεν έκαναν. Αφού πρώτα κατέβηκαν από το πατάρι, αρχικά συνέχισαν το λέρωμα των τοίχων, έπειτα έσκισαν στρώματα γυμναστικής, χάρτινα σημαιάκια και πορτραίτα αγωνιστών του 1821 που κοσμούσαν τους γκρίζους τοίχους.

Μέχρι και μια κουράδα βρέθηκε την επόμενη μέρα, να χάσκει ξεραμένη γύρω από μια κίτρινη κηλίδα στεγνωμένων κάτουρων, με δυο βρώμικα χαρτομάντιλα να αρμενίζουν δίπλα σε ρόλο σημαίας. Επικεντρώθηκαν όμως στο κυλικείο, στο οποίο εισήλθαν σπάζοντας το μικρό τζάμι δίπλα στη ξύλινη πόρτα του. Εκεί τα έκαναν πραγματικά ρημαδιό. Σε αυτό ίσως να είχε συνηγορήσει και ο άξεστος χαρακτήρας του κυλικειάρχη που δεν έκανε ποτέ του σκόντο και ήταν πάντοτε αγενής. Αφού πρώτα έφαγαν μέχρι σκασμού όσα περισσότερα γαριδάκια, πατατάκια, φουντούνια και πακοτίνια μπορούσαν, έσπασαν την άδεια γυάλινη προθήκη για τις τυρόπιτες, τράβηξαν την πρίζα του ψυγείου με τα παγωτά (τρώγοντας ταυτόχρονα και μερικά), έσπασαν τη γυάλινη πόρτα του ψυγείου με τα αναψυκτικά (πίνοντας μερικά), ξεπάστρεψαν την ταμειακή μηχανή, την όποια και βρήκαν εντελώς άδεια από κέρματα και χαρτονομίσματα. Αφού πρώτα ικανοποίησαν τα μάλα τα βίαια ένστικτά τους, εξήλθαν ομαδικώς της αιθούσης διά της ιδίας οδού αν και με όχι την ίδια ταχύτητα και ευκολία, όντας αρκούντως φουσκωμένοι από τα ανθυγιεινά βιομηχανικά εδέσματα, με τα οποία εν τούτοις είχαν φροντίσει να παραγεμίσουν και τις τσέπες τους, τσουρνεύοντας κυρίως σοκολάτες και μπισκότα.

Πριν αποχωρήσουν από το σχολικό συγκρότημα σαλτάρoντας και πάλι το κάγκελο από το οποίο και είχαν μπουκάρει, έχοντας συνείδηση της παράνομης φύσης των πράξεων που μόλις είχαν διαπράξει, έδωσαν χαμηλοφώνως ομαδικό όρκο σιωπής, θεσπίζοντας τρόπον τινά μεταξύ τους ένα είδος omerta. Υπήρχε όμως κάτι που είχε διαφύγει της προσοχής τους και αυτό το κάτι θα ήταν εκείνο που θ’ ανέτρεπε τα σχέδια τους για την απόκρυψη της ταυτότητας τους. Αυτό το κάτι, αυτός ο κάποιος είχε ονοματεπώνυμο, αλλά είχε και παρατσούκλι: πράγματι την τελευταία διετία, οι ανήλικοι βάνδαλοι όποτε τον αντίκρυζαν τον φώναζαν περιπαικτικά Λουί Ντε Φινές, λόγω της φυσιογνωμικής ομοιότητάς του με το διάσημο Γάλλο κωμικό. Ο Λουί Ντε Φινές, δηλαδή ο κυρ-Παντελής κατοικούσε στον πρώτο όροφο του διώροφου κτίσματος που βρισκόταν αντικριστά του σχολείου και στο ισόγειο του διατηρούσε τζαμάδικο. Ο κυρ-Παντελής λοιπόν, καθόλου δεν χώνευε τους μαθητές και τις μαθήτριες του σχολείου που γειτνίαζε ασφυκτικά με το σπίτι του και το κατάστημα του και ιδιαίτερα τη συγκεκριμένη αγέλη ανήλικων, οι οποίοι τον περιέπαιζαν συστηματικά με ετούτο το φράγκικο όνομα. Λίγο η οχλαγωγία των διαλειμμάτων, λίγο το γεγονός ότι στο πρόσφατο παρελθόν δυο τρεις καραβολίδες είχαν περάσει πάνω από τα σχολικά κάγκελα θρυμματίζοντας ισάριθμες φορές τον υαλοπίνακα του καταστήματος του, λίγο η σκατοψυχία του, δεν ήθελε και πολύ ο κυρ-Παντελής για να μισήσει θανάσιμα αυτά τα τσογλάνια, όπως συστηματικά τα αποκαλούσε. Έτσι, το γεγονός ότι βρισκόταν τυχαία στο μπαλκόνι του, την ώρα που οι δράστες αποχωρούσαν εσπευσμένα από τον τόπο διάπραξης των αδικημάτων τους, διακρίνοντας ξεκάθαρα τα πρόσωπα τους (τα όποια άλλωστε γνώριζε καλά), φάνταζε στον κυρ-Παντελή ως ένα θεόσταλτο δώρο, αφού από τη βιασύνη με την οποία την κοπανούσαν ήταν σίγουρος ότι κάποια βρωμοδουλειά θα είχαν κάνει. Τώρα θα μπορούσε να εκδικηθεί για τα καλά, για όλα τα χουνέρια που είχε υποστεί συστηματικά τα τελευταία χρόνια, από αυτά τα τσογλάνια.

Έτσι το επόμενο πρωί, νωρίς νωρίς, πριν ακόμα χτυπήσει το λαομίσητο πρώτο σχολικό κουδούνι της Δευτέρας, ο Λουί είχε πιει τον καφέ του, είχε βάλει το καλό του το κοστούμι και είχε βρεθεί στο γραφείο του σχολικού Διευθυντή, ο οποίος αγουροξυπνημένος μόλις που άρχιζε να προσπαθεί να βγάλει άκρη με το αχούρι που αντίκριζε, να καταλάβει τι είχε συμβεί και να εντοπίσει τους δράστες των βανδαλισμών που είχε υποστεί το μικρό του βασίλειο. Έτσι τα λεγόμενα αυτού του ρουφιάνου, ήχησαν λυτρωτικά στα αυτιά του. Στην πραγματικότητα, ο Λουί φτάνοντας στο σχολείο, δεν ήταν ακριβώς σίγουρος για τα αδικήματα που είχαν διαπράξει τα θύματα του. Ρίχνοντας όμως μια ματιά γύρω του, βλέποντας το τζάμι της ισόγειας αίθουσας της Α’ Δημοτικού να χάσκει ακόμα σπασμένο και τον κυλικειάρχη να ωρύεται απειλώντας θεούς και δαίμονες, ήταν βέβαιος ότι τα είχαν κάνει μαντάρα. Έτσι δεν δυσκολεύτηκε να σιάξει την μαρτυρία του. Τους είχε δει πεντακάθαρα να φεύγουν αφήνοντας πίσω τους συντρίμμια, ήταν βέβαιος καθώς -τουλάχιστον τους πέντε εκ των δραστών- τους είχε διακρίνει ξεκάθαρα και έτσι κι αλλιώς τους γνώριζε καλά:

«Ήταν ο Πίθηκας, ο Λιούμος, ο Πόντικας και τα δυο Τουρκάκια. Μαζί τους ήταν και άλλα δυο τρία ακόμα τσογλάνια που δεν πρόλαβα να διακρίνω καλά. Όμως κύριε Διευθυντά, αν κάνω ένα σουλάτσο στην αυλή στο διάλειμμα, είμαι σίγουρος ότι θα τους αναγνωρίσω.»

Τα λόγια του σαν μάνα εξ’ ουρανού έπεσαν μέσα στα χέρια του προϊστάμενου δημόσιου υπάλληλου που διψούσε για ανήλικο αίμα. Αφού πρώτα τον ευχαρίστησε για τις πολύτιμες πληροφορίες, εν συνεχεία τον ρώτησε μειλίχια αν μπορεί να του επιβεβαιώσει την αντιστοιχία ανάμεσα στα παρατσούκλια που μόλις ανέφερε και τα πραγματικά ονοματεπώνυμα των δραστών. Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την ερώτηση του, ο Λουί είχε απαντήσει καταφατικά αρχίζοντας να παραθέτει αναλυτικά τα στοιχεία που του ζητήθηκαν, προσθέτοντας:

«Αν σας χρειάζεται μπορώ να σας αναφέρω και τις διευθύνσεις κατοικίας τους.»

Ο Διευθυντής -αφού πρώτα είχε φροντίσει να σημειώσει στο κατάστιχο του ποινολογίου τα ονοματεπώνυμα που του ανέφερε αυτός ο άξιος επίγονος των ντόπιων συνεργατών της κατοχικής Κομαντατούρας- φόρεσε το πιο πλατύ χαμόγελο του, τρίβοντας ευχαριστημένος τις ροδαλές και απαίδευτες παλάμες του πριν του απευθυνθεί χαμηλοφώνως:

«Δεν χρειάζεται. Είναι μαθητές μου, επομένως όπως καταλαβαίνετε έχω και τα τηλέφωνα των γονιών τους. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο με βοηθήσατε. Όσον αφορά τους υπόλοιπους δράστες, μην ανησυχείτε. Έχοντας αυτά τα πέντε ονοματεπώνυμα, πιστεύω ότι θα είναι εύκολος ο εντοπισμός τους. Εσείς δεν χρειάζεται να κάνετε κάτι άλλο. Άλλωστε ήδη έχετε κάνει πολλά για την εύρυθμη λειτουργία του σχολειού μας.»

Πριν τον αποχαιρετήσει του ζήτησε ένα τηλέφωνο επικοινωνίας έτσι ώστε να μπορεί να έρθει σε επαφή μαζί του «σε περίπτωση που κάτι τέτοιο κριθεί αναγκαίο». Ο Λουί μετά χαράς του έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου τόσο του σπιτιού όσο και του μαγαζιού του. Φήμες λένε ότι ο Διευθυντής του υποσχέθηκε ότι ανεξάρτητα από την έκβαση της εξιχνίασης της υπόθεσης θα τον ειδοποιούσε ώστε να του αναθέσει την εργολαβία αντικατάστασης των θρυμματισμένων υαλοπινάκων. Και έτσι κι έγινε.

Εκείνος όμως, αποχαλινωμένος, δεν αρκέστηκε σε αυτό, αφού -σύμφωνα πάντα με τις ίδιες φήμες- θεώρησε ότι είχε βρει την ευκαιρία να παντελονιάσει διπλά και τρίδιπλα και τα παλιότερα σπασμένα, το κόστος των οποίων είχε επωμιστεί ο ίδιος, μετά την άρνηση πληρωμής του που είχε συναντήσει -ελλείψει σύλληψης των δραστών- από τον Διευθυντή και το Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων του σχολείου. Μήνυση δεν είχε κάνει ούτε την πρώτη, ούτε τη δεύτερη άλλα ούτε και την τρίτη φορά. Το είχε όμως μετανιώσει και τώρα σαν να του ερχότανε κουτί ετούτο το συναπάντημα με την τύχη του. Έτσι πριν κλείσει την πόρτα πίσω του, γύρισε προς το «δάσκαλο» και με λίγο υψωμένη τη φωνή -νιώθοντας κάπως σαν να έχει εκείνος το πάνω χέρι σε τούτη την υπόγεια συνδιαλλαγή- του αντιγύρισε:

«Δεν αρκεί όμως αυτό κυρ Διευθυντά. Εγώ έχω βάλει από την τσέπη μου υλικά και εργασία για να φτιάξω τρεις φορές μονάχος μου τα τζάμια που είχαν σπάσει αυτά τα τσογλάνια. Τότε μου είχατε πει πως οι δράστες παραμένουν άγνωστοι και αν θέλω να πάω να καταθέσω μήνυση. Δεν το έκανα. Αλλά αυτή τη φορά, θα μου την πληρώσουν. Θέλω να μου πληρώσουν όλα τα σπασμένα. Έτσι να σφυρίξεις στους γονιούς τους. Θέλω διακόσια χιλιάρικα στο χέρι. Και να τους πεις ότι επειδή είμαι κουβαρντάς τους χρεώνω μόνο τα τζάμια και όχι την εργασία. Καλύτερα να μην με πλησιάσουν γιατί τότε θα με αναγκάσουν πραγματικά να πάω στο Τμήμα. Να τα δώκουνε σε σένα και μου τα δίνεις εσύ. Σύμφωνοι;»

Ο κυρ Διευθυντάς που όσο του μιλούσε ο σπιούνος εκείνος έκανε τους δικούς του χρηματικούς υπολογισμούς, κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του, τον ευχαρίστησε και πάλι και τον ξεπροβόδισε καλοσυνάτα.

Αμέσως μετά τη λήξη του λαοφιλούς πρώτου διαλείμματος -το οποίο και διεξήχθη με το κυλικείο «εκτάκτως κλειστό» και με το προαύλιο να βουίζει από το σούσουρο για την κυριακάτικη επιχείρηση γης μαδιάμ- οι πέντε κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν από τους δασκάλους τους στο γραφείο του Διευθυντή. Εκεί, ανάμεσα σε μερικά χαστούκια, χαρακιές στις παλάμες, απειλές, εκβιασμούς και συμβουλές, οι ανήλικοι φερόμενοι ως δράστες πιέστηκαν ασφυκτικά για την απόσπαση της ομολογίας τους και την κατάδοση των συνεργών τους. Κοιτώντας ο ένας τον άλλον στα μάτια, σφίγγοντας τις μικρές γροθιές τους και δίνοντας αθόρυβα αμοιβαίο κουράγιο μεταξύ τους, βρήκαν το σθένος να τηρήσουν τον όρκο σιωπής που είχαν ανταλλάξει. Μην έχοντας αποσπάσει το επιθημητό αποτέλεσμα, ο εκπαιδευτικός «λειτουργός» προχώρησε στις ατομικές ανακρίσεις τους. Πρώτο περιέλαβε τον Πόντικα και τελευταίο τον Πίθηκα. Πιο πολύ απ’ όλους πίεσε τα δυο Τουρκάκια. Μάταια όμως. Αν και για περίπου δυο ώρες, το γραφείο του γέμιζε με την απειλητική φωνή του που μηρύκαζε λέξεις όπως «μήνυση», «αστυνομία», «χειροπέδες», «δικαστήριο», «αναμορφωτήριο», «ποινικό μητρώο» και οι πέντε τους ήσαν και παρέμειναν τάφοι και δεν έχυσαν ούτε δάκρυ. Εν τέλει, τους έμπασε και πάλι όλους μαζί στο γραφείο του και κάλεσε το δάσκαλο τους -έναν πολλά βαρύ Αρκάδα που είχε πάντα πρόχειρο το χάρακα και εύκολες τις σφαλιάρες- αλλά και τον εξαγριωμένο κυλεικιάρχη που αφού πρώτα αποπειράθηκε να βιαιοπραγήσει εναντίον τους -ανεπιτυχώς όμως, χάρη στη συλλογική αντίσταση τους- φρόντισε να τους ενημερώσει ότι θα κινούταν νομικά κατά των ίδιων και των κηδεμόνων τους, έτσι ώστε να αποζημιωθεί για τη ζημιά που είχαν υποστεί το κατάστημα και η πραμάτεια του. Η παράσταση αυτού του έκτακτου μαθητοδικείου έκλεισε, με τον Διευθυντή να μοιράζει σε κάθε κατηγορούμενο ένα μεγαλοπρεπές σετ από σφαλιάρες, να τους ανακοινώνει την αποβολή τους και να κλείνει με μια ετυμηγορία του κλασσικού ρεπερτορίου: «…και αύριο το πρωί, με τους κηδεμόνες σας.»

Οι πέντε φερόμενοι ως δράστες έφυγαν για να εκτίσουν την ποινή τους και αφού πρώτα χασομέρησαν -μέχρι να φτάσει η ώρα τους σχολάσματος- καθισμένοι ανακούκουρδα σε μια από τις πυλωτές των παρακείμενων εργατικών πολυκατοικιών, έχοντας βγάλει από τις τσάντες τους και μασουλώντας ότι τους είχε μείνει από τα κλοπιμαία μπισκότα, ανανέωσαν τον όρκο σιωπής τους, πριν πάρει ο καθένας τους το δρόμο για το σπίτι του. Εκεί, σε τέσσερις οικιακές εστίες θα άνοιγε και από μια πολεμική επιχείρηση μέσα στα καθημερινά οικογενειακά χαρακώματα. Κάποιοι, όχι όλοι, αφού ενημέρωσαν τους γονείς τους ότι την επόμενη μέρα έπρεπε να τους συνοδεύσουν στο σχολείο κατόπιν αιτήματος του Διευθυντή, ανέλαβαν την ευθύνη της συμμετοχής τους στη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κατηγορούνταν. Τη στιγμή που το έκαναν δεν τους περνούσε καν από το μυαλό τους ότι η -κατά τ’ άλλα τίμια και γενναία- ομολογία τους ενώπιον των γονιών τους, αποτελούσε ταυτόχρονα και καταπάτηση της omerta που είχαν ορκιστεί. Όταν το αντιλήφθηκαν, τους ζήτησαν παρακαλετά να «μην το πουν σε κανέναν». Οι υπόλοιποι έτσι κι αλλιώς δεν θα προέβαιναν σε καμία περίπτωση σε μια τέτοια ανάληψη ευθύνης, φοβούμενοι εκ των προτέρων την έκταση που θα μπορούσε να λάβει η έκρηξη οργής των γονιών τους, κυρίως εκείνης των πατεράδων τους. Σε κάθε περίπτωση, σε κάποια από τα τέσσερα σπίτια πέσανε φάπες και χριστοπαναγίες ενώ το σύνολο των φερόμενων ως δραστών καθώς και κάποιοι από τους γονιούς τους (κυρίως οι μανάδες τους) πέρασαν μια ξάγρυπνη νύχτα.

Την αγρύπνια εκείνη τη νύχτα αλλά και για πολλές ακόμα θα μοιράζονταν και οι τρεις ανήλικοι συνεργοί στο έγκλημα, των οποίων η ταυτότητα είχε μείνει και θα έμενε ανεξακρίβωτη.

(Τέλος επεισοδίου. Όλα τα επεισόδια εδώ)

Το red n’ noir προτείνει βιβλία:

Έλληνες μισθοφόροι στην Αφρική

Έλληνες μισθοφόροι στην Αφρική

Η εξόρυξη και προσαρμογή της συνέντευξης έγινε από το φύλλο της εφημερίδας Ακρόπολις της 5/2/1978, απ’ το πρώτο άρθρο πολυήμερου αποκλειστικού ρεπορτάζ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, ο ανώνυμος συνεντευξιαζόμενος, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, βρέθηκε με την ιδιότητα του μισθοφόρου στην Αφρική, κοντά σε μισθοφόρους Έλληνες και ξένους. Ο ίδιος δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι μερικοί τουλάχιστον από αυτούς έπεσαν στα δίχτυα στρατιωτικών συμβούλων που στρατολογούν άτομα για να υπηρετήσουν υπό τις διαταγές τυχοδιωκτικών δολοφόνων στα βάθη της Αφρικής, όπου «η ζωή δεν κοστίζει τίποτα και ο φόνος είναι επάγγελμα».

Τέσσερις δεκαετίες μετά, κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για τη γνησιότητα  αυτής της συνέντευξης, για την ακρίβεια του συνολικού ρεπορτάζ από το οποίο εξορύχτηκε, καθώς και για την αντικειμενικότητα των όσων αναφέρει ο συνεντευξιαζόμενος, ο οποίος θέλει να κρατήσει την ανωνυμία του γιατί «αυτοί δεν αστειεύονται, κι έχουν τα μάτια τους παντού…»     

Το red n’ noir ωστόσο την επαναφέρει στο φως της δημοσιότητας. 

Πώς δέχτηκες να κατέβεις στο Ζαΐρ ως μισθοφόρος;

Είχα ανάγκη από λεφτά. Η καθημερινή ρουτίνα με διέλυε. Κι όσο κι αν σας φανεί παράξενο, εκείνο που διέλυσε τους τελευταίους δισταγμούς μου ήταν η αφίσα που δημοσίευσε ένα αμερικάνικο περιοδικό που μου έδειξαν.

Ποιο περιοδικό;

Λέγεται «Μισθοφόρος» και κυκλοφορεί τέσσερις φορές το χρόνο. Κάποτε το είδα και στα περίπτερα στο Σύνταγμα. Η αφίσα έδειχνε έναν γεροδεμένο στρατιώτη με κασκέτο, μαύρα γυαλιά και αυτόματο στα χέρια, δίπλα στην επιγραφή «γίνε άντρας μεταξύ ανδρών».

Υπάρχουν άλλοι Έλληνες μισθοφόροι που παίρνανε μέρος σε επιχειρήσεις στη Αφρική;

Είδα δεκάδες Έλληνες που υπηρετούσαν ως μισθοφόροι.

Υπήρχαν δηλαδή άνθρωποι ή οργανωμένα γραφεία που στρατολογούν μισθοφόρους στην Αθήνα;

Αναμφισβήτητα.

Ξέρετε την ονομασία κανενός γραφείου που στρατολογεί μισθοφόρους;

Το Ντονλίν εδρεύει στο Νασβίλ στις ΗΠΑ και έχει παρακλάδι στη Αθήνα.

Ποιος το διευθύνει και ποιοι στρατολογούν;

Ο Άλιν Ντίχαμ το διευθύνει. Ο Χόα συγκεντρώνει τους νεόφερτους μισθοφόρους στη Νότια Αφρική. Έχει υπό τις διαταγές του πάνω από δώδεκα Έλληνες. Ο Μπομπ Ντενάρ είναι Γάλλος υπολοχαγός με δράση στην Ινδοκίνα. Πολέμησε στον Ντιεν Μπιεν Φου, στρατολόγησε άντρες από τη Ροδεσία και την Ευρώπη και έχει στις διαταγές του κάπου δέκα Έλληνες. Ο Ζαν Σκραμ είναι Βέλγος άποικος και στρατολογεί νέους κυρίως από το Βέλγιο, την Ιταλία και την Ελλάδα. Ο Ζίνγκφιρ Μίλε είναι παλιός αξιωματούχος των Ες-Ες και έγινε γνωστός στο πολύ κοινό από τη σφαγή σαράντα εφτά καλογραιών στο Στάνλεϋβιλ.

Τι μισθούς παίρνει κάποιος που κατατάσσεται στο μισθοφορικό στρατό;

Ο κατώτερος μισθός είναι σαράντα πέντε χιλιάδες δραχμές. Ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες παίρνεις αν τραυματιστείς, κι αν σκοτωθείς η γυναίκα σου παίρνει δύο εκατομμύρια. Οι λογαριασμοί κατατίθενται στην Ελβετία. Όταν τελειώσει μια επιχείρηση, γυρίζεις πίσω. Τα διάφορα κέντρα έχουν τη διεύθυνσή σου και στην επόμενη δουλειά σε ξανακαλούν.

Το μεγαλύτερο κέντρο νεοσύλλεκτων μισθοφόρων βρίσκεται στις Βρυξέλες, και στη Βρετάνη λειτουργεί το μεγαλύτερο στρατόπεδο εκπαίδευσης. Οι μισθοφόροι μπορεί να φτάσουν μέχρι το βαθμό του υπολοχαγού. Χαρακτηριστικά, σας λέω ότι στο Ζαΐρ υπάρχουν αυτή τη στιγμή πάνω από εξήντα ‘Ελληνες μισθοφόροι.

Τι άλλο ξέρεις για τους μισθοφόρους;

Πολεμούν εκ του ασφαλούς. Δεν πάνε δηλαδή σε κανονικούς πολέμους. Δεν πήγαν στην  Αλγερία ούτε στο Βιετνάμ. Υπάρχουν μερικά περίεργα περιστατικά, κωμικά θα μπορούσε να τα πει κανείς.

Δηλαδή;     

Όταν οι δυνάμεις του ΟΗΕ είχαν επέμβει στην Κατάνγκα, η μοναδική περιοχή που κρατούσαν τα Ηνωμένα Έθνη ήταν η βάση της Κομίνα.  Οι μισθοφόροι μαζί με τους στρατιώτες της Κατάνγκα πολεμούσαν κατά των ανδρών του ΟΗΕ, που τα είχαν βρει σκούρα· ήταν έτοιμοι να παραδοθούν. Ο Σουηδός συνταγματάρχης το είχε πάρει απόφαση. Δεν υπήρχε διέξοδος. Και τότε η σωτηρία ήρθε ανέλπιστα. Μόλις έφτασε το μεσημέρι, οι μαύροι παράτησαν τα όπλα τους για να φάνε. Έτσι οι δυνάμεις του ΟΗΕ βρήκαν την ευκαιρία για αιφνιδιασμό και κατόρθωσαν να διαφύγουν από την παγίδα. Θυμάμαι ότι οι μισθοφόροι είχαν τρία δικά τους αεροπλάνα τύπου Καμπέρα. Όταν ήθελαν να βομβαρδίσουν, ειδοποιούσαν τους στρατιώτες των Ηνωμένων Εθνών: «Φύγετε από τη μέση, να σκοτώσουμε μόνο τους μαύρους». Και έτσι γινόταν. Συνήθως μάλιστα οι καλύτεροι πιλότοι ήταν Κουβανοί, αντίπαλοι του Φιντέλ Κάστρο.

Είναι αλήθεια ότι πολυεθνικές εταιρείες χρησιμοποιούσαν μισθοφόρους;

Βεβαίως. Οι μεγαλύτερες από αυτές είναι η Ζεκομίν, η Μίμπα, η Ζεομίν και η Τζένεραλ Μότορ. Όλες αυτές οι εταιρείες στρατολογούν μισθοφόρους.

Πού αλλού υπάρχουν Έλληνες μισθοφόροι;

Εκεί όπου γίνονται πόλεμοι με αντάρτικο. Στη Νότια Αφρική, το Νότιο Σουδάν, τη Ροδεσία, τη Μανφουλίρα και την Αγκόλα.

Σκέφτηκες ποτέ να εγκαταλείψεις;

Μετά τις εκπαιδευτικές επιχειρήσεις, οι Γερμανοί τραγουδούσαν «Deutschland-Deutschland uber alles» και «SS marschiert». Πίστευα ότι δεν μπορούσαν να με συγκινήσουν κάτι τέτοια πράγματα. Κι όμως άρχισα να θυμώνω. Μάταιο. Τώρα πια δεν μπορούσα να κάνω πίσω. Από το στρατό του Ζίνγκφιρ Μίλε δεν γλιτώνει κανείς.

Είμαστε λίγοι μισθοφόροι στην Αθήνα και μας ξέρουν καλά. Διατηρούν ειδικούς καταλόγους και μητρώα για όλους. Τον τελευταίο καιρό, ενδιαφέρονται να στείλουν ανθρώπους στο Ζαΐρ. Καταλαβαίνετε ότι αν διαρρεύσουν στοιχεία, θα ψάξουν ανάμεσά μας να μας βρουν οι υπεύθυνοι.

Τι γίνεται αν κάποιος θέλει να εγκαταλείψει;

Ο μοναδικός μισθοφόρος που διέφυγε ήταν ο Χρήστος από τη Ρόδο. Στην αρχή υπέγραψε με πολλή χαρά το χαρτί της στρατολόγησης που του έδωσαν. Τον γνώρισα στο Κονγκό. Όταν άρχισε όμως η εκπαίδευση, ο Χρήστος πανικοβλήθηκε. Ήταν τόσο σκληρές οι συνθήκες που πολλοί πέθαναν. Έτσι, χωρίς να δείξει τίποτα ή να πει το παραμικρό σε κανέναν, σχεδίασε την απόδρασή του. Και άλλοι κατά καιρούς προσπάθησαν να φύγουν αλλά χωρίς επιτυχία. Όταν τους έπιασαν τους σκότωσαν, αφού προηγουμένως τους έκαναν μεσαιωνικά βασανιστήρια. Ο Χρήστος είχε την τύχη και κατόρθωσε να ξεφύγει. Τον είδα τυχαία λίγο καιρό μετά στη Ρόδο. Ήταν τρομοκρατημένος και απέφευγε να μιλάει για την περιπέτειά του. «Φοβάμαι μήπως με βρουν», μου είπε.

Ο Βασίλης ήταν μηχανικός στην Αφρική. Ένα βράδυ γύριζε μεθυσμένος από ένα μπαρ στην περιοχή Κίντου. Καθώς διέσχιζε μια γέφυρα παραπάτησε, έπεσε στο ποτάμι και τον κατασπάραξαν οι κροκόδειλοι. Οι «εγκέφαλοι» έστειλαν στη γυναίκα του το μερίδιό του. Ήταν εκατό εκατομμύρια. Σε αυτή την περιοχή Κίντου, οι ιθαγενείς έσφαξαν κάτι Ιταλούς αεροπόρους και πούλησαν το κρέας τους στην αγορά. Ο νόμος της ζούγκλας βλέπεις…

Το red n’ noir προτείνει:

Μαύρο δελφίνι ΙΧ

Ο ταξίαρχος Βερόνης Βαλσαμάκος ήταν πολύ ενοχλημένος εκείνο το πρωινό Δευτέρας, ίσως και εκνευρισμένος.

Η συνάντηση στο γραφείο του υπουργού νωρίτερα δεν είχε πάει καθόλου καλά.

Ο υπουργός, κατσάδιασε τον ίδιο και δύο ανωτέρους του, έναν στρατηγό και έναν υποστράτηγο της Ελληνικής αστυνομίας, για τις δολοφονίες-συμβόλαια θανάτου όπως όλα έδειχναν από επαγγελματία δολοφόνο- του  τελευταίου διαστήματος.

-Είσαστε άχρηστοι. Αν δεν μπορείτε να κάνετε σωστά την δουλειά σας να πάτε σπίτια σας και να αναλάβουν άλλοι πιο άξιοι. Περιμένω μέχρι το τέλος του μήνα απτά αποτελέσματα ή τις παραιτήσεις στο γραφείο μου. Δεν φθάνει που έχω τους  αναρχοάπλυτους να καίνε την Αθήνα, έχω και αυτούς τους φονιάδες. Και ‘σεις ανίκανοι δεν μπορείτε να τους συλλάβετε. Να τους στείλετε πακέτο στον εισαγγελέα.

Τον άκουγαν με κατεβασμένο το κεφάλι. Και τι να πούνε δηλαδή. Ήταν ο πολιτικός τους προϊστάμενος, γνωστός για τις ακροδεξιές του πεποιθήσεις, πρόσφατα υπουργοποιημένος, προσωπική επιλογή του ίδιου του πρωθυπουργού. Τέλος. Δεν μιλάς εκεί δεν δικαιολογείσαι, δεν αρχίζεις τα μα και μου. Κατεβάζεις το κεφάλι και κρατάς ραμμένο το γαμημένο στόμα σου αν δεν θέλεις να πέσουν κεφάλια. Το δικό σου κεφάλι.

-Αυτό μου έλειψε, σκέφθηκε ο ταξίαρχος. Τριάντα χρόνια ευδόκιμης υπηρεσίας, τριάντα χρόνια αποτελεσματικής θητείας, να πάνε στράφι για έναν καρεκλοκένταυρο.

Η αλήθεια βέβαια ήταν λίγο διαφορετική. Έφτασε μέχρι εδώ σέρνοντας και γλύφοντας.

Στο υπόγειο πάρκινγκ της αστυνομικής διεύθυνσης Αττικής, μπήκε με το προσωπικό του αυτοκίνητο. Ένα τζιπ BMW Χ5 αγορασμένο προνομιακά, λόγω υπηρεσίας, από τα κατασχεθέντα του ΟΔΥΥ. Στην είσοδο χαιρέτισε το σκοπό και αφού πάρκαρε κατευθύνθηκε στο ασανσέρ για να ανέβει στον 11ο όροφο.

Η γραμματέας του μία πολιτική υπάλληλος της αστυνομίας, τον περίμενε στην θέση της, ένα μικρό γραφείο στον προθάλαμο, έξω από το δικό του.

«Κάλεσε όλους από το ανθρωποκτονιών, σε μισή ώρα  συνάντηση στην αίθουσα συσκέψεων. Δεν θα δεχτώ να λείπει κανένας», είπε με επιτακτικό ύφος.

«Μάλιστα κύριε ταξίαρχε.»

Η γραμματέας είχε σηκώσει ήδη το ακουστικό και σχημάτιζε το πρώτο τηλέφωνο. Ο Βερόνης, όπως το αποκαλούσε όταν ήταν οι δυο τους, ήταν φουρτουνιασμένος. Και τέτοιες στιγμές πάντα τις  χειριζόταν διακριτικά και μάλλον τυπικά.

Έκλεισε την πόρτα με δύναμη και κάθισε στο γραφείο του. Έβγαλε από το κρυφό μπαρ ένα μπουκάλι Cardhu 12άρι και ένα ουισκοπότηρο. Το γέμισε μέχρι την μέση και το ήπιε μονορούφι.

Όταν μπήκε 30 λεπτά αργότερα στην αίθουσα, ήταν ήδη όλοι εκεί.

Ο Βερόνης ξεκίνησε χωρίς περιστροφές, καθισμένος  σε κάτι σαν έδρανο για τις συνεντεύξεις τύπου.

«Δεν με νοιάζει τι θα κάνετε. Κόψτε το κεφάλι σας, αλλιώς θα κόψει ο υπουργός τα κεφάλια όλων μας.»

Αυτό κι αν ήταν ψέμα και το ήξερε. Καθώς μόνο το δικό του κεφάλι κινδύνευε να πέσει από τους ώμους. Εκείνος κινδύνευε να καρατομηθεί και γι’ αυτό έπρεπε να τους τρομάξει. Ο Ταξίαρχος συνήθιζε να  χρησιμοποιεί προηγμένες τακτικές  ανάκρισης με εσκεμμένα ψέματα όταν ήθελε να χειραγωγήσει κάποιον.

«Ενεργοποιήστε όλες διαθέσιμες πηγές. Από τον πιο μεγάλο πληροφοριοδότη, μέχρι τον πιο τελειωμένο. Κινητοποιήστε κάθε συνάδελφο απο κάθε υπηρεσία. Μέχρι και  τον τελευταίο τροχονόμο. Ψάξτε. Θέλω αποτελέσματα. Βρείτε αυτόν ή αυτούς τους πούστηδες που έχουν αιματοκυλίσει την Αθήνα.

Αλλά και εδώ δεν έλεγε  όλη την αλήθεια. Ο Ηλίας Μπράτσος ο dj, ήταν ο καλύτερος έμμισθος χαφιές του, και τώρα ήταν νεκρός.

Ο Βερόνης Βαλσαμάκος, τον είχε πιάσει πριν καμιά δεκαριά χρόνια για λαθρεμπόριο όπλων. Ρουφιάνεψε όλους όσους είχαν εμπλακεί και έτσι ο ταξίαρχος είχε διαλύσει το κύκλωμα, δρέποντας δάφνες λαμπρές.

«Ερωτήσεις!»

«Μέχρι πότε έχουμε dead line;»

«Χθές!» αναστέναξε και είπε με δήθεν πατρικό ύφος: «Σε δεκαπέντε μέρες βαριά, πρέπει να έχουμε καθαρίσει την κόπρο του Αυγείου.»

«Τι μπάτζετ έχουμε;»

«Τα γνωστά μυστικά κονδύλια για τους εντός μισθολογίου. Για τους υπόλοιπους πιέζουμε με ότι παρανομία είναι χωμένος ο καθένας.»

Ακούστηκε ένας ψίθυρος από κάτω.

«Ό,τι έχετε να ρωτήσετε, ρωτήστε δυνατά, όχι μεταξύ σας. Μπάτσος είμαι όχι παιδονόμος, είπε ο ταξίαρχος απαξιωτικά.»

«Αφεντικό, πιστεύεις ότι έχουν σχέση  μεταξύ τους οι δολοφονίες;» ρώτησε ο Μαυράκης.

«Είναι ένας ο εκτελεστής ή πολλοί;» ρώτησε ο Παρασχίδης.

«Αυτή είναι δική σας δουλειά κύριοι να το βρείτε. Τελειώσαμε εδώ.»

Από το παράθυρο του γραφείου του κοίταγε απέναντι την ιδιωτική κλινική. Κόσμος μπαινόβγαινε.

«Γαμώτο, γαμώτο, πρέπει να βρω καινούργιο σπιούνο και οι καλοί σπανίζουν».

Αποφάσισε να κάνει μία βόλτα στο κέντρο  σε κάποια στέκια. Έβγαλε την στολή και κλείδωσε το υπηρεσιακό όπλο στο ντουλάπι, παίρνοντας ένα βρώμικο Smith and Wesson M&P,καβατζωμένο από κάποια επιχείρηση. Κλείδωσε και βγήκε.

Στο υπόγειο βρήκε τον Σπήλιο. Έναν 70αρη πολιτικό υπάλληλο στα πρόθυρα της σύνταξης.

«Έχουμε κανένα αμάξι καινούργιο διαθέσιμο;»                                                

«Ένα κλεμμένο σμαρτάκι, τα κλειδιά είναι πάνω. Φέρνω τα χαρτιά για τζίφρα. Υπέγραψε τα χαρτιά μέσα από το παράθυρο. Σε λίγο κατέβαινε την Λ. Αλεξάνδρας. Έκανε μία μεγάλη βόλτα. Εξάρχεια, Ομόνοια, Βικτώρια, Αγ. Παντελεήμονα. Τζίφος! Όλα τα στόματα ήταν ερμητικά κλειστά. Είχε την φήμη σκληρού μπάτσου. Δεν ξεχώριζε μικρούς και  μεγάλους κακοποιούς. Ήταν αδυσώπητος. Ακόμα και με τους φτωχοδιάβολους όπως του έλεγε ο φίλος του ο Τάκης ο δημοσιογράφος του αστυνομικού ρεπορτάζ. Ακόμα και αυτούς τους θεωρούσε  εν’ δυνάμει επικίνδυνους εγκληματίες.

Γύρω στις 5:00 το απόγευμα γύρισε στο γραφείο. Η γραμματέας του είχε σχολάσει. Κρίμα γιατί θα ήθελε να τον χαλαρώσει λίγο απο την ένταση. Δεν ήταν ιδιαίτερα εμφανίσιμη, αλλά κατείχε καλά την τέχνη της Κλεοπάτρας στην πεολειχία.

Με το ξεχασμένο ποτήρι, ξέχειλο τώρα με ουίσκι, άρχισε να κάνει κάποια τηλεφωνήματα. Τζίφος και πάλι. Και τότε μία λάμψη πέρασε από το μυαλό του.

Ο Μπράτσος του είχε μιλήσει για έναν φίλο του μπράβο που ήθελε πως και πως να μπει στο κουρμπέτι σαν έμμισθος πληροφοριοδότης.

Δεν θα το έλεγες και κολεγιόπαιδο τον Άντι. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ανδρέας Μαργιολάκης με πλούσιο βιογραφικό στο έγκλημα, όπως τον πληροφορούσαν τα αρχεία της υπηρεσίας στον υπολογιστή. Κάτοικος Ζωνιανών Ρεθύμνης. Κατηγορήθηκε για φυτείες χασίς και όπλα. Ένας μπάρμπας του τοπικός πολιτευτής τον βοήθησε να ξελασπώσει. Στην Αθήνα όταν ήρθε ήταν στην βάση της εγκληματικής αλυσίδας, πλην όμως πολύ φιλόδοξος. Άκουσε κάποια χρονάκια από τον δικαστή για προστασία σε νυχτερινά μαγαζιά. Κατηγορήθηκε για την δολοφονία ενός Πακιστανού μετανάστη αλλά συνέλαβαν μετά από υπόδειξη του έναν έφηβο με τον οποίο ήταν στην ίδια ακροδεξιά οργάνωση. Μέχρι που τον πήρε στην δούλεψη του ένας Αλβανός τοκογλύφος γνωστός στην πιάτσα σαν Ιανός.

«Έλα Άντι. Εδώ Βερόνης Βαλσαμάκος, που σε βρίσκω;». Σε μισή ώρα στην γνωστή καφετέρια στην Πλατεία Αργεντινής. Το έκλεισε πριν ο άλλος πάρει ανάσα….

Στην πραγματικότητα ήταν κωλάδικο, στο οποίο σύχναζαν άτομα  του σιναφιού του. Αν και ήξεραν ότι  υπάρχει κονσομασιόν έκανα τα στραβά μάτια, με το αζημίωτο εννοείται, συν τα κερασμένα κορίτσια και ποτά. Στο μαγαζί έσκαγε όλη η καλή κοινωνία. Στελέχη επιχειρήσεων με κοχίμπα και μοντεκρίστο. Χρυσά αγόρια με παραφουσκωμένα πορτοφόλια, με πρόσχημα κάποιο εταιρικό γεύμα, να ξεδίνουν με τις πανέμορφες υπάρξεις στο πίσω δωμάτιο ή σε κάποιο κοντινό ξενοδοχείο, αμφιβόλου ποιότητας. Έτρωγες σε πλεύριζαν οι γκόμενες και αν ήσουν  γενναιόδωρος πέρναγες καλά. Στο μαγαζί έσκαγαν από πράκτορες της μυστικής υπηρεσίας πληροφοριών μέχρι βαθμοφόροι της αστυνομίας αλλά και απλοί αστυνομικοί και χαφιέδες. Όλοι σε κατάσταση αναμονής, μια ανάσα από τα Εξάρχεια….

Το Smith and Wesson μπήκε στο ντουλάπι και το υπηρεσιακό όπλο με την θήκη  στην ζώνη πήρε την θέση του κάτω από το ψαροκόκαλο σακάκι. Η κίνηση στην Λ.Αλεξάνδρας είχε σπάσει. Σε δέκα λεπτά θα ήταν στο προορισμό του.

Ο Άντι φαινόταν να δυσανασχετεί. Με το χακί φλάι τζάκετ και το τεράστιο τατουάζ με τον κέλτικο σταυρό στο σβέρκο τον έκανε να νοιώθει σαν την μύγα μεσ’ το γάλα. Ίσως είχε τραβήξει και καμιά ψιλή κόκα. Όταν είδε τον Βερόνη να μπαίνει σηκώθηκε. Όχι από σεβασμό, αλλά μάλλον από νευρικότητα.

«Τι με κουβάλησες εδώ μέσα σε όλα αυτά τα κυρίζια. Πάμε κάπου αλλού…»

«Παλουκώσου και άκουσε με καλά. Ο Ηλίας ψόφησε και ψάχνω αντικαταστάτη. Μπορείς η να βρω άλλον;»

Τα μάτια του γυάλιζαν. Σίγουρα είχε τραβήξει κόκα.

«Και εγώ τι θα κερδίσω; Γιατί νααααα εμπιστευτώ έναν αστυνομικό.»

Ο Ταξίαρχος Βερόνης Βαλσαμάκος είχε πάει διαβασμένος.

«Άκου μικρέ, αν μου δίνεις χρήσιμες πληροφορίες θα έχεις ένα εξτραδάκι σε αυτά που σου δίνει ο Αλβανός. Επιπλέον θα μπορείς να σφαλιαρώνεις τους άλλους, χωρίς να κινδυνεύεις να ξαναβρεθείς στην μπουζού. Δεν θα δεχτώ όμως σε καμία των περιπτώσεων ακρότητες. Τι λες;»

«Άσε με να το σκεφτώ και θα σου απαντήσω.»

«Τώρα θα απαντήσεις. Έχω κάτι μεγάλο που τρέχει. Θέλω απάντηση όχι τώρα. Χθες.»

«Θέλω μια-δυο μέρες περιθώριο να…»

 Ο ταξίαρχος πήρε το πατρικό ύφος:

«Αντρίκο, ξέρεις πόσοι περιμένουν  να πάρουν την δουλειά. Άσε τις μαλακίες και απάντησε τώρα. Άλλο ένα από τα  εσκεμμένα ψεύδη για να μανιπουλάρει τον απέναντι του, κανείς δεν περίμενε και ο Βερόνης ήταν σε απόγνωση.

«Εντάξει κύριε ταξίαρχε  τι θες να μάθεις;»

*

Την ίδια ώρα ένα απρόοπτο γεγονός  θα άλλαζε την ρότα των σχεδίων του Βιλέν. Οι μπελάδες τον ακολουθούσαν σαν να είχε το μαλακομαγνήτη.

Ένας καυγάς τους ανάγκασε να φύγουν άρον-άρον για την κοντινή Ανάφη.

Εκείνο το βράδυ η Άρια επέμενε να πάνε σε ένα μοδάτο κλάμπ. Ο Βιλέν προτιμούσε τρία συγκεκριμένα και πήγαιναν κάθε βράδυ. Ένα ροκάδικο, ένα με τζαζ και ένα με κλασσική. Για να μην της χαλάσει το χατίρι πήγανε.

Ένας μεθυσμένος τουρίστας την έπεσε άτσαλα στην Αρια. Ο Βιλέν δεν ήθελε να δώσει συνέχεια μιας και ήταν διακοπές. Όσο πιο χαλαρά μπορούσε τον απώθησε, στρίβοντας το χέρι πίσω από την πλάτη και δίνοντας του μία μικρή σμπρωξιά. Έχασε την ισορροπία του και βρέθηκε στο πάτωμα. Εκεί χάθηκε η μπάλα. Ο μεθυσμένος αφηνίασε. Έσπασε ένα μπουκάλι και απειλούσε να τον ξεκοιλιάσει. Με το ποτήρι μαλτ που είχε στο χέρι του ο Βιλέν του κατέβασε την μούρη. Μικρά γυαλιά μπήκαν στον κρόταφο και το μάγουλο  του άλλου, αλλά και στο χέρι του Βιλέν. Παντού αίματα. Οι μπράβοι ειδοποιημένοι με την ενδοεπικοινωνία επιχείρησαν να βγάλουν τον Ρώσο σηκωτό. Πριν το πετάξουν έξω κλοτσηδόν πρόλαβε να φύγει  τραβώντας την Άρια από το χέρι. Στο ξενοδοχείο του έβγαλε τα γυαλιά και έδεσε το  χέρι με μία πετσέτα. Μάζεψαν τα πράγματα τους και κατέβηκαν στο παλιό λιμάνι. Είχαν ακούσει από κάποιο ντόπιο σε μία ταβέρνα να προτείνει σε τουρίστες βόλτα στο  ηφαίστειο με  καίκι. Για καλή τους τύχη ο καπετάν-Γιακουμής κοιμόταν μέσα στο ψαροκάικο. Ακόμα και αν το θέμα έπαιρνε διαστάσεις οι μπάτσοι δεν θα έβρισκαν τίποτα. Στο ξενοδοχείο είχαν χρησιμοποιήσει ένα από τα πλαστά διαβατήρια του Ζένια και μία πλαστή ταυτότητα για την μικρή από τον Ιαν. Ας έψαχναν οι μπάτσοι όσο ήθελαν για τον Σουηδό Sven Jenssen και την Ελληνίδα σύντροφο του Φωτεινή Κουμαριανού. Διαβατήριο και ταυτότητα κατέληξαν στον πάτο της θάλασσας.

«Πάμε γι’ άλλα είπε ο Βιλέν χαμογελώντας στην Αριάδνη.»

Οι μέρες στην Ανάφη πέρασαν χωρίς άλλα απρόοπτα. Μέρες ηλιόλουστες στην παραλία του Ρούκουνα για μπάνιο γυμνοί και μετά για φαγητό στην ταβέρνα της παπαδιάς. Ήταν τυχεροί που βρήκαν μία τρύπα στο Κλεισίδι για δωμάτιο. Όπως είχαν έρθει τα πράγματα δεν είχαν και ιδιαίτερες αξιώσεις.

Ο Βιλέν  γνώριζε καλά όμως πως αυτές οι μέρες ήταν δανεικές.

Όταν όλη η ζωή σου κινείται στο σκοτάδι, η καρδιά σου είναι παγωμένη και η  ψυχή σου είναι ήδη νεκρή, δεν αρκεί να μπει μία αχτίδα ήλιου από μία χαραμάδα για να σε ζεστάνει.

(Τέλος επεισοδίου. Όλα τα επεισόδια εδώ)

Το red n’ noir προτείνει βιβλία:

Ένοπλη πάλη μετά τον Δεκέμβρη του 2008

Οι Εκδόσεις Τόπος και το red n’ noir σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου της Αναστασίας Τσουκαλά: «Ένοπλη πάλη μετά τον Δεκέμβρη του 2008. Επικοινωνιακές στρατηγικές (από)νομιμοποίησης».

Η συγγραφέας του βιβλίου συνομιλεί με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Κωνσταντίνο Πουλή και το κοινό.Την Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020, ώρα 19:00 στο #rednnoir_bookstore_cafe_bar (Δροσοπούλου 52, Κυψέλη).

*Καθώς υπάρχει περιορισμός συμμετοχής 30 ατόμων, η εκδήλωση θα μεταδοθεί και μέσω Facebook Live

*Για προκρατήσεις μπορείτε να στείλετε μήνυμα στην σελίδα ή email στις διευθύνσεις [email protected] και [email protected]

Η τιμωρία

Πόσο κακομεταχειρίστηκα αυτό το σώμα, το δικό μου σώμα!

Και σαν τιμωρία τελική,

στο πλάι σου κοιμήθηκα νύχτες μετρημένες.

Έχω ραγίσματα.

Έχει ρωγμές το σώμα μου.

Και βγαίνουν από μέσα, οι κραυγές που έπνιγα,

κάθε που έκανες να φύγεις.

Και το σώμα, το δικό μου σώμα, ρημαγμένος τόπος.

Ελπίζει άλλοι άνθρωποι, να μη το περπατήσουν.

Διαβάστε από την Γωγώ Λιανού:

Μαύρο δελφίνι VIΙI

Πλήρωσε τα δύο γερόντια  στην είσοδο  και κατέβηκε τα σκαλιά στο υπόγειο κλαμπ στην πλατεία Βικτωρίας. Έφτασε στα ρουθούνια του η μυρωδιά από υγρασία και κάπνα. Στα ηχεία μόλις τελείωνε το i can’t live in a living room.

Πήρε το  Jack από την γκοθ μπαργούμαν, που τον σέρβιρε αγέλαστη και ψυχρή, πεθαμένη από καιρό. Το μαγαζί είχε ελάχιστα τραπέζια-γεμάτα έτσι και αλλιώς-οπότε αρκέστηκε σε ένα πεζούλι. Ακούμπησε το ποτήρι καταγής και άναψε τσιγάρο. Ο dj έδινε ρέστα στην κονσόλα και τα πικ. Έβαλε αρχικά το shot by both sides και στα καπάκια το damaged goods. Κρίμα που θα πέθαινε απόψε. Ο Βιλέν τον ζύγιζε με τα μάτια. Ήταν πανύψηλος, του έριχνε τουλάχιστον δύο κεφάλια και φαινόταν μποντέος. Είχε αλογοουρά και φορούσε μαύρο σακάκι με μαύρο πουκάμισο και μαύρο γιλέκο. Έμοιαζε περισσότερο με κοράκι -σκέφτηκε- παρά με dj.Ο Βιλέν παρατήρησε ένα-ένα μεγάλο χρυσό δαχτυλίδι. Αργότερα θα ανακάλυπτε πως είχε χαραγμένο στο πάνω μέρος το wolfangel.12 

Πήρε άλλο ένα μπέρμπον και άλλαξε θέση για να τον κόβει καλύτερα. Κάθε τόσο χάζευε για να μην δώσει στόχο τον κόσμο που χόρευε αυτάρεσκα και ιδρωμένα πάνω στην πίστα. Έκανε μία ανασκόπηση των όσων γνώριζε. Ήταν πενηντάρης, πρώην σκίνχεντ, παλιότερα οργανωμένος σε  κάποια ναζιστική οργάνωση. Είχε τραβήγματα με τους μπάτσους για εμπόριο όπλων χωρίς ωστόσο να δικαστεί, γι’ αυτό και είχε ακουστεί ότι είχε γίνει ρουφ.

Είχε κάνει το λάθος να στείλει έναν 18χρονο αναρχικό στο νοσοκομείο. Ο πιτσιρικάς έτρωγε με καλαμάκι. Τον είχε σαπίσει στο ξύλο σε ένα μπαρ στην Καλλιδρομίου γιατί τον στραβοκοίταξε. Τον έσπασε ρε φίλε για πλάκα. Ο μικρός έμενε στην  ίδια πολυκατοικία με τον Βιλέν σε ένα διαμέρισμα στον τρίτο όροφο. Λέγανε ένα γεια και ο  Ρώσος συμπαθούσε αυτόν τον μικρό. Έδειχνε ανυπόταχτος, σκέτο αγρίμι που δεν γούσταρε αφεντικά, όπως και εκείνος.

Περίμενε υπομονετικά όλο το βράδυ πίνοντας και καπνίζοντας. Τώρα έπαιζε το temple of love. Γύρω στις έξι το  πρωί ο κόσμος άρχισε να σπάει. Βγήκε έξω και κάθισε στο αμάξι. Είχε ήδη να αρχίσει  χαράζει, όταν ο dj βγήκε από το κλάμπ. Έβαλε μπροστά όταν τον είδε να μπαίνει σε ένα MX5. Τον ακολούθησε μέχρι του Παπάγου. Τον είδε να  παρκάρει μπροστά σε μια μονοκατοικία. Πήρε το Ruger απο το ντουλαπάκι και το έχωσε στην μπότα. Με το άλλο έπιασε έναν λοστό και τον κράτησε από την ίσια πλευρά η οποία τελείωνε σε μία διχάλα-προκοβγάλτη. Άνοιξε την πόρτα και τον πλησίασε. Ο τύπος ήταν γομάρι, οπότε για να είναι σίγουρος προτίμησε να τον αιφνιδιάσει. Τον χτύπησε χωρίς κουβέντα και στα δύο γόνατα με χειρουργική ακρίβεια και ένοιωσε τον ήχο από τα κόκαλα που σπάνε. Έσκουζε σαν γουρούνι που το σφάζουνε και στα μάτια του έτρεχαν δάκρυα από τον πόνο.

«Γιατί ρε φίλε», κλαψούρισε. «Γιατί το κάνεις αυτό; Με ξέρεις;»

Ο Βιλέν δεν απάντησε. Του έχωσε δύο ακόμα χτυπήματα  στο στήθος και τον είδε ξερνάει αίμα από το στόμα, μάλλον τα  σπασμένα κόκαλα είχαν τρυπήσει τα πνευμόνια.

Ήταν πια κάτω και ανίσχυρος να αντιδράει  όταν του έδωσε το τελικό χτύπημα. Μες την ησυχία άκουσε το κρανίο να γίνεται κομμάτια. Το αριστερό μάτι είχε πεταχτεί όπως ένα  κουκούτσι από ώριμο βερίκοκο και κείτονταν στην άσφαλτο κοιτώντας τον με απορία. Τώρα ήταν ακίνητος στην άσφαλτο και το αίμα είχε κάνει μία μεγάλη κηλίδα που μεγάλωνε. Έβγαλε το  χρυσό δαχτυλίδι, το περιεργάστηκε για δευτερόλεπτα και το έβαλε στην τσέπη. Δεν είχε αμφιβολία. Ήταν ένας ρούνος που είχε δει όταν να χρησιμοποιούν Ρώσοι νεοναζί.  Μόλις σηκώθηκε  τον έφτυσε κρατώντας τον λοστό να στάζει αίμα.

«Με λάθος άνθρωπο τα έβαλες μουνόπανο».

Ξεφορτώθηκε  το λοστάρι σε ένα κάδο καθώς γύριζε σπίτι. Το πρόσωπο του ήταν πιτσιλισμένο με αίμα. Πλύθηκε και έτσι πέταξε τα ρούχα μέσα σε  μία μαύρη σακούλα σκουπιδιών.

Την επόμενη μέρα πήγε στο Γενικό Κρατικό. Ο μικρός κοιμόταν και ήταν μόνος στο δωμάτιο. Άνοιξε το χέρι του, έβαλε  μέσα το χρυσό δαχτυλίδι και το έκλεισε.

«Ένα μικρό δώρο μικρέ. Δεν θα σου ξανακάνει κακό, δεν θα ξανακάνει κακό σε κανέναν».

*

Τις μέρες που ακολούθησαν απέφευγε να κατεβαίνει στο καφενείο της Πλατείας. Μπάτσοι και φασίστες έκαναν κάθε μέρα ντου τραμπουκίζοντας και χτυπώντας κόσμο. Είχαν στηθεί οδοφράγματα και μεγάλες φωτιές καίγανε στην πλατεία και  γύρω  από τον κόσμο που πάσχιζε να αντιμετωπίσει επέλαση των όρκ. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από τα δακρυγόνα και τον καπνό των φλεγόμενων  πλαστικών κάδων. Ο Βιλέν, όχι άδικα, το συνέδεσε με τον θάνατο του νεοναζί dj και το γεγονός ότι ήταν σπιούνος των μπάτσων. Εκείνες τις μέρες απέφευγε με την Άρια να κατεβαίνουν και προτιμούσαν το καφενεδάκι της Δεξαμενής ή το μπαρ στην Χάριτος. Έτσι και εκείνο το βράδυ βρέθηκε με την Αριάδνη στο γνωστό  μπαράκι στην Χάριτος. Από εκείνη την νύχτα, έξω από του μπουζουξίδικο με τον κωλόγερο είχαν κολλήσει.

«Θυμάσαι την ημέρα που ακούστηκε εκείνο το κλακ και κολλήσαμε;» θα του πει αργότερα με ένα μισό παιδικό, μισό γυναικείο χαμόγελο. Ήταν υπέροχη. Τα μαλλιά είχαν μακρύνει μέχρι τους ώμους. Τα τεράστια γαλανά μάτια της του έστελναν ένα ζωηρό φώς μέσα από τις μακριές βλεφαρίδες. Φορούσε ένα στρέτς μαύρο φόρεμα που έκρυβε ελάχιστα από τα τατουάζ που ήταν ζωγραφισμένα στο όμορφο κορμί της. Το μαγαζί ήταν τόσο γεμάτο, κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλο, αλλά για τον Βιλέν δεν ήταν παρά μόνο το σκηνικό και οι θαμώνες οι κομπάρσοι. Βρήκαν μία γωνιά δίπλα σε ένα μικρό πάσο και στριμώχθηκαν όρθιοι με τα ποτά στο χέρι. Μιλάγανε ακατάπαυστα σχεδόν ουρλιάζονταςγια να ακουστούν μέσα στην ηλεκτρισμένη από την μουσική ατμόσφαιρα. Κάποιες στιγμές σταμάταγαν και αγκαλιαζόταν. Αλλά και όταν δεν  μιλούσαν, υπήρχε αυτό που είχε αποκαλέσει η Αριάδνη, η συντροφικότητα της σιωπής και τους κρατούσε ακόμα και σιωπηλούς δεμένους, σχεδόν πιασμένους μέσα σε ένα ανεπαίσθητο δίχτυ.

«Είναι η καλύτερη εποχή της ζωής μου», θέλησε να  της  πει, αλλά το αόρατο χέρι του φόβου τον τράβηξε πίσω.

«Μην δένεσαι», συμβούλευσε τον εαυτό του. «Είσαι επαγγελματίας και δεν χρειάζεται να σέρνεις κι’ άλλο άτομο στην πλάτη σου.»

Ήταν δεύτερη φορά μετά την Μόσχα που είχε κόψει την ζα. Ίσως ήταν και η τελευταία.

Το λευκό Α3 κάμπριο της  Άριας ρόλαρε χαλαρά στην Εθνική οδό με ανοιχτή την κουκούλα και τον Βιλέν στο τιμόνι. Στα ηχεία ακουγόταν αρχικά το du hast για να δώσει την θέση του στο ich will και αυτό με την σειρά του στο keine lust. Δεν  είπαν λέξη σε όλη την διαδρομή, βυθισμένοι και οι δύο στην παραζάλη της στιγμής, στην επιθυμία τα κορμιά τους να γίνουν ένα.

Έφτασαν στο ξενοδοχείο και μπήκαν στο παρκινγκ  που είχε στην πίσω μεριά για να μπαίνουν  τα παράνομα ζευγαράκια, από την δεύτερη πόρτα που οδηγούσε μετά από μερικά σκαλιά κατευθείαν στην ρεσεψιόν μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα, ασφαλή και βυθισμένα στην γλυκιά αίσθηση του απαγορευμένου ,στην γοητεία της συνενοχής….

Ο Βιλέν ντρεπόταν  να την πάει στην υπόγεια τρώγλη, την ποντικότρυπα όπως την έλεγε. Αλλά ούτε και στο δικό της μπορούσαν να πάνε  γιατί είχε έναν πεντάχρονο γιό από κάποιο ρεμάλι που εξαφανίστηκε όταν έμαθε ότι σύντομα θα γεννούσε  το παιδί τους.

Παρήγγειλε δύο-Jack κόλα στην ρεσεψιόν και πήρε το κλειδί. Μπήκαν στο ασανσέρ όταν άκουσαν  τρεχαλητό από τακούνια. Η Άρια κράτησε την πόρτα. Μπήκε μία όμορφη Σλάβα που μάλλον πήγαινε σε κάποιο δωμάτιο, ραντεβού με γκόμενο ή με πελάτη τι σημασία είχε. Κοίταξε πρώτα αυτόν και μετά την κοπέλα με τα τατουάζ. Χαμογέλασε λίγο, με ένα χαμόγελο που έκρυβε ντροπή και φθόνο μαζί.

Κατέβηκαν στον πρώτο όροφο. Κοίταξε το κλειδί –κάρτα και σιγουρεύτηκε για τον αριθμό, δωμάτιο 108. Μπήκε πρώτος και έβαλε το  κλειδί στην υποδοχή. Αυτόματα άναψε ο κρυφός φωτισμός.

«Πάω να κάνω ένα ντούζ, μην φύγεις», του είπε παιχνιδιάρικη διάθεση η Αριάδνη και του χάρισε ένα φωτεινό χαμόγελο, με τα κάτασπρα δόντια να κάνουν κοντράστ στο σταρένιο δέρμα του προσώπου.

«Πήγαινε baby να πάω και εγώ».

Άφησε το φουστάνι να πέσει στο πάτωμα και έμεινε με το στρινγκ. Έριξε μία ματιά πάνω από τον ώμο της στον Βιλέν να σιγουρευτεί ότι την παρακολουθεί την στιγμή που εκείνος άναβε ένα τσιγάρο. Την παρακολουθούσε χαμογελώντας να μπαίνει στο μπάνιο.

«Πω ρε πούστη μου. Σαν παντρεμένοι ακουγόμαστε», σκέφτηκε.

Εκείνο το βράδυ στο σκυλομάγαζο, έμειναν ως το πρωί. Πήγαν σε ένα κοντινό ξενοδοχείο στην Βικτώρια. Ήταν τόσο μεθυσμένοι που τους πήρε σχεδόν αμέσως ο ύπνος αγκαλιά και έμειναν μόνο σε λίγα προκαταρκτικά.

Ξύπνησαν το μεσημέρι και έκαναν έρωτα πριν χωρίσουν.

«Αυτή η γυναίκα, αυτή η γυναίκα, αυτό το κορίτσι, αυτό το κορίτσι μου έχει πάρει το μυαλό», σκέφτηκε.

Άκουσε τον χτύπο στην πόρτα. Πήρε τα δύο jack-κόλα και ακούμπησε ένα χαρτονόμισμα πάνω στον δίσκο σερβιρίσματος.

«Κράτα τα ρέστα».

Σχεδόν κάθε βράδυ ο Βιλέν την επισκεπτόταν στο στριπτιτζάδικο που δούλευε.

Η Άρια ήταν η πιο μικρή σε ηλικία από τις άλλες κοπέλες στο στριπτιζάδικο και η μόνη Ελληνίδα. Όλα τα  άλλα κορίτσια ήταν από πρώην ανατολικό μπλοκ, κυρίως Ουκρανές, Μολδαβές και Ρωσίδες, ενώ δεν έλειπαν και οι Τσέχες και οι Σέρβες.

Ήταν η μόνη που δεν είχε δεχθεί να πάει με πελάτες στο dark room, παρά τις πιέσεις του ιδιοκτήτη-ενός κακομούτσουνου Έλληνα- του Μένιου.

Το είχαν συζητήσει πολλές φορές με την Αριάδνη και ο Ρώσος ήταν  έτοιμος να τον πείσει με το γνωστό επιχείρημα της κάνης ενός όπλου. Δεν χρειάστηκε.

Κάποιο βράδυ καθόταν  με την Άρια σε ένα τραπεζάκι μετά το νούμερο της. Πήρε τον αναπτήρα και τον άναψε. Ο  υπάλληλος, ένας από τους υπεύθυνους για τους πριβέ χορούς τσακίστηκε να πάει κοντά τους

«Χορό;» ρώτησε.

«Ναι με το αφεντικό σου. Ειδοποίησε τον ότι θέλω να τον δω.»

Ο κουμανταδόρος του στριπτιτζάδικου εξαφανίστηκε σε μία πόρτα στο βάθος. Δίπλα στην αίθουσα με τα τρία dark room. Εμφανίστηκε μετά από τρία λεπτά και φουριόζος κατευθύνθηκε στο τραπέζι τους.

«Να έρθεις εσύ μέσα», είπε το αφεντικό.

Ο Βιλέν χαμογέλασε στην μικρή και τον ακολούθησε. Έδειχνε σαν τρομαγμένο πουλί. Η ανησυχία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της.

Ο Μένιος καθόταν πίσω από ένα μοντέρνο γυάλινο γραφείο σε μία περιστρεφόμενη καρέκλα με βαριά μεταλλική στρόγγυλη βάση. Από κάτω είχε μία καφέ συρταριέρα, σίγουρα με κάποιο σιδερικό μέσα κρυμμένο.

Είχε φάτσα νυφίτσας, σίγουρα επικίνδυνος άνθρωπος της νύχτας για να διαχειρίζεται μαγαζί τέτοιου είδους.

«Τι θέλεις ρε μόρτη;» είπε αφού πρώτα τον σκάναρε για περίπου ένα λεπτό.

«Ήρθα για την μικρή, την Ηλέκτρα, όπως την λέτε στο μαγαζί.»

Πάντα το ίδιο παραμύθι ξεφούρνιζε στους πελάτες: Η Ηλέκτρα από την Αλεξανδρούπολη παιδί ενός μέθυσου και μίας πόρνης είχε έρθει 16 χρονών στην Αθήνα για δουλειά, για ένα καλύτερο μέλλον, αλλά έμπλεξε με κακές παρέες και δούλεψε στην νύχτα όχι από επιλογή, από ανάγκη. Καλό το παραμύθι αλλά δεν έχει δράκο.

«Και τι θες από μένα ρε μόρτη;»

«Άκουσα πως την πιέζεις να γαμιέται εκεί δίπλα», και έδειξε την  μεσοτοιχία  μεταξύ του γραφείου και των τριών δωματίων με λάμπα φθορίου «αλλά δεν γουστάρει τέτοιες παπαριές.»

«Και εσύ τί είσαι να πούμε; Ο νταβατζής της ή ο γαμιάς της;»

Γαμώ το βρομόστομα του. Ο Βιλέν άρχισε να χάνει την υπομονή του.

«Άκουσε», είπε τελικά, «μπορούμε να το λύσουμε πολιτισμένα, αναίμακτα, δεν θα ματώσει ούτε ρουθούνι.»

«Αλλιώς»

«Αλλιώς καλύτερα  να μεταναστεύσεις σε άλλη χώρα. Γιατί όπου και να πας θα σε βρώ. Θα σου ξεριζώσω την καρδιά και θα στην βάλω στον κώλο.»

Ο Μένιος έδειχνε να τον ζυγίζει.

«Εντάξει ρε μάγκα, μόνο pole dancing»

«Ούτε πριβέ χορούς, ούτε κονσομασιόν ούτε τίποτα άλλο περίεργο»

«Τίποτα άλλο, αλλά θα πρέπει κάπως να ρεφάρουμε κάπως από την χασούρα που θα έχω από την μικρή.»

«Πως δηλαδή;»

«Να αν μου κάνεις μία χάρη, θα είμαστε πάτσι.»

*

Το «συμβόλαιο» ήταν μία συμμορία χαρλεάδων οι οποίοι αυτοαποκαλούνταν hell’s commando. Είχαν σπάσει δύο φορές το μαγαζί του Μένιου, γιατί δεν τους πλήρωνε για προστασία. Τώρα είχε έρθει η σειρά τους να πληρώσουν. Έφτασε  έξω από το μαγαζί που άραζαν. Πάρκαρε λίγο μακρύτερα και φόρεσε ένα μαύρο τζόκεϊ και χοντρά μαύρα  γυαλιά. Μέτρησε δέκα τσόπερ. Άνοιξε το πορτμπαγκάζ και έβγαλε δύο Beretta M9 και τις έχωσε στο πίσω μέρος του τζιν με τις λαβές να κοιτούν δεξιά και αριστερα. Με ένα scorpion-evo στο ένα χέρι και ένα μπιτόνι στο άλλο σταμάτησε μπροστά στις καλογυαλισμένες μηχανές και τις περιέλουσε. Το σπίρτο που πέταξε έκανε τις Harley Davidson να λαμπαδιάσουν. Όταν έσκασαν τα ντεπόζιτα έγινε κόλαση, οι τσοπεράδες βγήκαν έξω σαστισμένοι. Ο Βιλέν τους γάζωσε με το scorpion, μέχρι να τελειώσουν οι σφαίρες. Μέχρι να  πέσει και ο τελευταίος, το  scorpion ξερνούσε μολύβι. Τα αμάνικα τζιν με τα δεκάδες ραφτά είχαν μουλιάσει στο αίμα.

Ο Ρώσος πέταξε το Scorpion και μπήκε μέσα με τις δύο μπερέτα στα χέρια και αποτελείωσε όσους είχαν απομείνει πριν προλάβουν να τραβήξουν τα όπλα τους.

 Ο μπάρμαν με το αμάνικο τζιν και τα αμέτρητα τατουάζ έβαλε το χέρι κάτω από την μπάρα. Τον είχε προειδοποιήσει ο Μένιος ότι έχει ένα κομμένο δίκαννο στερεωμένο σε ειδικές πιάστρες. Ο Βιλέν έκανε δύο βήματα μπροστά και πυροβόλησε τρείς φορές, ανοίγοντας του ισάριθμες κουμπότρυπες. Η μπαργούμαν είχε μείνει αποσβολωμένη, να καθαρίζει ένα ποτήρι με μία πετσέτα. Δύο κοπέλες έτρεξαν προς το πίσω μέρος στριγγλίζοντας. Ο Βιλέν έκανε δύο βήματα πίσω και βγήκε. Ένας άνδρας με αμάνικο τζιν γιλέκο και τα διακριτικά της συμμορίας, εμφανίστηκε από το πουθενά με ένα υποπολυβόλο Uzi στα χέρια. Η σφαίρα μπήκε από το μάτι, κλονίστηκε και μετά σωριάστηκε.

Μάζεψε το scorpion και το μπιτόνι, οδήγησε το αμάξι σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο στην Κάτω Κηφισιά και το έκαψε μαζί με τα  όπλα.

«Λουτρό αίματος», «Μακελειό. Ποιοί και πόσοι ήταν οι άγνωστοι μακελλάρηδες», «Σφαγείο με θύματα μηχανόβιους συμμορίτες», «Οι κομάντος που επέστρεψαν στην κόλαση». Αυτοί ήταν μόνο μερικοί από τους πηχυαίους τίτλους των πρωτοσέλιδων των ταμπλόϊντ.

Όμως του Βιλέν δεν του καιγόταν, όχι καρφί, ούτε καρφίτσα. Ποτέ ένα κάθαρμα12 δεν δίνει δεκάρα αν θα ψοφήσουν άλλα καθάρματα. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν η μικρή. Η Αριάδνη. Είπαν να κάνουν ένα μικρό διάλειμμα, να αφήσουν πίσω όλη την μαυρίλα της ζωής τους, όλο αυτόν τον ζόφο που σαν μαύρο πέπλο τους είχε σκεπάσει και να φύγουν για Σαντορίνη. Ωστόσο και οι δύο το ήξεραν καλά. Πως όλες αυτές τις μαλακίες τις άφηναν πίσω μονάχα προσωρινά. Γιατί όταν βουλιάζεις στην κόλαση δεν υπάρχει γυρισμός. Είναι  μονόδρομος. Και η διαδρομή γίνεται πάντα με εισιτήριο χωρίς επιστροφή.

(12) Bολφάνγκελ, αγκίστρι του λύκου ή λυκοπαγίδα, ρούνος που χρησιμοποιήθηκε σαν σύμβολο της χιτλερικής παραστρατιωτικής οργάνωσης werewolf και το χρησιμοποιούν μέχρι σήμερα νεοναζιστικές οργανώσεις.

(13) Βιλέν λογοπαίγνιο με το villain που σημαίνει κάθαρμα, αχρείος, τομάρι.

(Τέλος επεισοδίου. Όλα τα επεισόδια εδώ)

Το red n’ noir προτείνει βιβλία:

Προάγγελος Θανάτου

Κι αν δε καταφέρω, τα βλέφαρα μου ν’ ανοίξω, να δω την άλλη μέρα,

κι αν η σκιά αυτή, που τα βράδια ξαπλώνει στο παράθυρο μου,

με πάρει μαζί της,

πες ότι αγάπησα.

Πες ότι ήμουν ικανή.

Ότι τσάμπα μου είχε βγει όνομα.

Ότι ήταν όλα ένα γινάτι.

Κι αν ακόμη,

η σκιά δεν ξεροσταλιάζει για ‘μένα,

και με τυφλώσει το πρωί το φως του ηλίου,

θα κατεβώ μονή μου, εκεί που οι αδύναμοι πηγαίνουν.

Καβάλα σε χάπια μωβ και λευκά και πολύχρωμα.

Πες ότι δεν αγάπησα.

Ότι δεν ήμουν ικανή.

Ότι καλά έκανε τ’ όνομα και μου βγήκε.

Να τους το κάνεις πιο εύκολο να με μισήσουν.

Και πες τους, ότι ο θάνατος μύριζε πιο όμορφα απ’ τη ζωή.

Ότι είδα, αχρείους, να γλύφουν ακόμη και το πιάτο τους,

ενώ αρνιόντουσαν να δώσουν μια δεκάρα.

Πες τους μια δεκάρα, κι αυτοί αρνιόντουσαν, κι εγώ πως να τ’ αντέξω!

Κι αν όμως αντέξω τους αχρείους,

τον πόλεμο

τον σκοτωμό

τα σύνορα σε ανθρώπους, λέξεις, συναισθήματα,

αν, παρόλα αυτά αντέξω,

τον γεμιστήρα θα φροντίσω,

να ‘ναι έτοιμη η κάννη σε ‘σένα να την στρέψω,

που μπόρεσες και μ’ άφησες με όλα αυτά να ζήσω.

Και θα τους πω ότι δεν ήξερες.

Δεν γνώριζες αγάπη τι θα πει.

Και θα τους πείσω, και θα πω ‘’ελαφρύ το χώμα που σας σκεπάζει’’.

Όμως ξέρω,

σχεδόν σιγουρά πια,

ότι η σκιά ήρθε εμένα για να πάρει.

Γιατί σας λέω αγαπούσα, φωνάζω, αγαπούσα.

Έχει την τάση ο άνθρωπος, την υπενθύμιση ζωής να τη σκοτώνει.

Διαβάστε από την Γωγώ Λιανού:

Λήσταρχοι! Ψιλή κουβέντα με τους Βασίλη Χειλά και Παναγιώτη Τσαούση

Τίποτα ρομαντικό δεν υπάρχει στο φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας, τουλάχιστον κατά τον ελληνικό Μεσοπόλεμο. Τίποτα «κοινωνικό» δεν βρίσκω στη σύγκρουση μεταξύ της παραδοσιακής εξουσίας της ελληνικής υπαίθρου με την κεντρική εξουσία του ελληνικού κράτους, το οποίο δεν την ξεπερνάει σε αγριότητα και σκληρότητα. Τίποτα δίκαιο δεν υπάρχει στους άγραφους νόμους των ληστοκρατούμενων ελληνικών βουνών. Το «μπέσα» είναι μονάχα μια διακήρυξη της μη θεσμοθετημένης εξουσίας, που, όπως κάθε κανόνας, προστατεύει τον ισχυρό. Αυτόν δηλαδή που έχει τη δύναμη να τον παρακάμψει και να τον επιβάλλει στον αδύναμο.

Το φαινόμενο της ληστείας στην ελληνική ύπαιθρο έχει τα χαρακτηριστικά της μαφίας, και αν κάποιος εντοπίζει κοινωνικά χαρακτηριστικά στο φαινόμενο αυτό, είναι αντίστοιχα, στο ίδιο μέτρο και στον ίδιο βαθμό, με αυτά που θα έπρεπε να εντοπίσει και στη μαφία.

Τα βουνά της Ηπείρου και της Θεσσαλίας είναι γεμάτα από καθίκια που περνάνε στην πλευρά του νόμου με την πρώτη ευκαιρία που θα τους δοθεί. Γεμάτη καθάρματα που κόβουν με την πιο μεγάλη ευκολία κεφάλια συντρόφων τους για να ζητιανέψουν έπειτα την αμνηστία. Γεμάτη αμοραλιστές που καταδιώκουν μαζί με τα αποσπάσματα πρώην συντρόφους τους για να διατηρήσουν τη δύναμή τους. Τους λήσταρχους των ελληνικών βουνών δεν θα τους άντεχε ως αντιήρωες ούτε το πιο φθηνό αμερικάνικο γουέστερν.   

Μπορεί το φαινόμενο της ληστείας να μην έχει τίποτα το ρομαντικό, όμως υπάρχει κάτι που έχει άξια να κρατήσουμε. Είναι ο πυρήνας της λογοτεχνικής (ή παραλογοτεχνικής) της αναπαράστασης. Οι ληστές των ελληνικών βουνών και η δράση τους αποτέλεσαν επί δεκαετίες, ή και αιώνες, την πρώτη ύλη μιας πολύ δημοφιλούς και πρώιμης εκδοχής του crime fiction.

Χρειάστηκε όχι μόνο η παρακμή του είδους (συνέπεια της παρακμής του φαινομένου) αλλά και η απαγόρευση του ληστρικού μυθιστορήματος από τον Μεταξά, για να μονοπωλήσει ο ήρωας-αστυνομικός το ελληνικό crime fiction, ανατρέποντας το μοντέλο και φέρνοντας στο προσκήνιο τη μορφή ενός πρωταγωνιστή που επιβάλλει τον νόμο και την τάξη.    

Μέχρι τότε, ο αναγνώστης λαϊκής λογοτεχνίας ταυτιζόταν με τον παράνομο και τον κυνηγημένο. Κανένας συγγραφέας ληστρικού μυθιστορήματος δεν τόλμησε να ξεφύγει από αυτό το μοτίβο. Μπορεί ο ληστής ποτέ να μην κέρδιζε στο τέλος και η επαναφορά της ισορροπίας να προϋπέθετε την εκτέλεση ή τον αποκεφαλισμό του, αλλά ήταν αυτός ο  πρωταγωνιστής, πάντα δίκαιος και πάντα θύμα μιας αμείλικτης και άδικης εξουσίας.  

Δεν υπάρχει καμιά νοσταλγία λοιπόν. Η γοητεία της αναβίωσης του ληστρικού μυθιστορήματος βρίσκεται στα εργαλεία που παρέχει για την απόδραση από το αποπνικτικό μοντέλο μιας κυρίαρχης crime fiction λογοτεχνίας, που τοποθετεί τον ήρωα-αστυνομικό στο επίκεντρο.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδοχή σύγχρονης αναβίωσης αυτού του μοντέλου είναι οι Λήσταρχοι. Ένα κόμιξ που ισορροπεί ανάμεσα στην ελληνική βαλκανική παράδοση του ληστρικού και το αμερικανικό γουέστερν, δίνοντας το αποτέλεσμα ενός βαλκανικού σπαγγέτι γουέστερν.

Πριν λίγες ημέρες, και μετά από δύο χρόνια συνεχειών, κυκλοφόρησε το πέμπτο και τελευταίο τεύχος του πρώτου κύκλου των Λήσταρχων. Με αυτή την αφορμή, κάναμε μια ψιλή κουβέντα με τους δημιουργούς Βασίλη Χειλά (σενάριο) και Παναγιώτη Τσαούση (σχέδιο), τα πορίσματα της οποίας παραθέτω σε έξι μπούλετ.

H ιδέα για ένα ληστρικό κόμιξ

Βασίλης Χειλάς: Στην αρχή θέλαμε να κάνουμε ένα αυθεντικό γουέστερν, η δράση δηλαδή να εκτυλίσσεται στο Φαρ Ουέστ. Το σχέδιο αυτό, για ανεξάρτητους από εμάς λόγους, ναυάγησε, οπότε σκέφτηκα ότι θα ήταν εξίσου συναρπαστικό να ασχοληθούμε με τους Έλληνες  ληστές, που διόλου δεν υστερούσαν σε αγριότητα  και θράσος από τους συνάδελφούς τους Αμερικάνους! Οι πηγές στις οποίες ανατρέξαμε το μαρτυρούν περίτρανα.   

Παναγιώτης Τσαούσης: Η αρχική ιδέα ήταν του Βασίλη, από ό,τι θυμάμαι είχε έναν προβληματισμό για ένα κόμιξ τύπου γουέστερν, και τότε του ήρθε η έμπνευση να το τοποθετήσει στην ελληνική ύπαιθρο, κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο και ειδικά με τον τρόπο αφήγησης που το είχε σκεφτεί… Μου το πρότεινε, το σκέφτηκα, και όταν διάβασα το σενάριο, το ένστικτό μου είπε ότι έχουμε κάτι καλό εδώ…

H πρώτη ύλη

Β.Χ.: Σκαλίσαμε οτιδήποτε μπορέσαμε να βρούμε, από τη σχετική βιβλιογραφία ασφαλώς, από παλιές εκπομπές που είχαν ασχοληθεί με το φαινόμενο, ακόμη και από δημοτικά τραγούδια που εξιστορούσαν το βίο, τις κακοτυχίες και τα κατορθώματα των ληστών. Ανατρέξαμε σε αποκόμματα εφημερίδων ώστε να εισπνεύσουμε τον αέρα της εποχής, να αφουγκραστούμε τη γλώσσα τους, επίσημη και μη, ήρθαμε ακόμη σε επαφή με ανθρώπους που είχαν ακούσει ιστορίες από πρόσωπα κοντινά σε ληστές, ώστε να κατανοήσουμε τα κίνητρα πίσω από τις πράξεις τους. Το κομμάτι αυτό ανήκει περισσότερο στον σεναριογράφο. Ο καλλιτέχνης ασχολήθηκε περισσότερο με το φωτογραφικό υλικό που έχει διασωθεί, προσπαθώντας να είναι όσο το δυνατόν πιο πιστός στις ενδυμασίες, τον οπλισμό και τα τοπία όπου εκτυλίσσεται η δράση. Συχνότατα ανταλλάσσαμε πληροφορίες όταν βλέπαμε ότι είχαμε ανακαλύψει κάτι που αφορούσε κυρίως τον τομέα του άλλου, οπότε η έρευνά μας εξελίχτηκε σε κάτι πολύ γόνιμο.       

Π.Τ.: Οι ιστορίες μας βασίζονται σε αληθινά γεγονότα, σε ρεαλιστικά στοιχεία των βιογραφιών των πιο θρυλικών λήσταρχων, σε βιβλία  αλλά και ακούσματα μαρτυριών (από βίντεο ηλικιωμένων που έχουν κυκλοφορήσει), που αγγίζουν το μύθο. Σε τέτοιες ιστορίες η αλήθεια με τη μυθοπλασία αναμειγνύονται και είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις την απόλυτα αντικειμενική αλήθεια, γι’ αυτό και η ιστορία δίνεται από διάφορους αφηγητές μέσα στο κόμιξ. Για να δούμε όσες περισσότερες οπτικές γωνίες του ληστρικού φαινομένου  μπορούμε.

Ο σεναριογράφος έχει να ερευνήσει ιστορικά στοιχεία, την πολιτική της εποχής, την κοινωνική δομή, τον τρόπο διεξαγωγής των μαχών, την τεχνολογία, την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων διάφορων τάξεων και επαγγελμάτων που αφορούν την ιστορία.  Γενικότερα, όλα τα στοιχεία της εποχής. Ο σχεδιαστής έχει την ευθύνη να τα αποδώσει όλα αυτά με σχετικά αληθοφανή τρόπο. Οπότε, στην ουσία, πρέπει να μελετήσει και αυτός τα πάντα για να μπει στο κλίμα, άλλα κυρίως ό,τι απεικονίζεται: όπλα, βοηθητικά αντικείμενα, άλογα, ρουχισμός, στολές χωροφυλάκων, αρχιτεκτονική, φόντα της εποχής από φωτογραφίες, αυτοκίνητα, τρένα κ.ά.

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η σύγκριση με την πολύ γνωστή από το σινεμά εποχή της ποτοαπαγόρευσης και τους γκάνγκστερ με τα υποπολυβόλα, τα κουστούμια και τα γρήγορα αυτοκίνητα, σε αντίθεση με τους ντόπιους  βουνίσιους ληστές, καβαλάρηδες με τα τουφέκια και τα όπλα, που στην ουσία είναι φτιαγμένα για πολεμικό μέτωπο και όχι για την πόλη…

Πραγματικότητα και μυθοπλασία

Β.Χ: Οι ήρωές μας είναι ουσιαστικά αμαλγάματα αληθινών ληστών της εποχής, αλλά και παλαιότερων εποχών. Στον Πένγκο, για παράδειγμα, αρκετοί αναγνώστες διέκριναν  τη μορφή του Γκαντάρα και δεν είχαν και πολύ άδικο. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για αληθινά πρόσωπα, όμως θέλαμε να είμαστε ελεύθεροι από τις δεσμεύσεις που εμπεριέχει μια όποια  βιογραφία, ώστε να χειριστούμε τους ήρωές μας με περισσότερη άνεση. Το ιστορικό πλαίσιο βεβαίως είναι απολύτως αληθινό και, κατ’ εξαίρεση, εμφανίζουμε τον υπουργό Τουρκοβασίλη με το σωστό όνομα, με διαφορετικά όμως χαρακτηριστικά για να μην χαλάει την πιάτσα! Τέτοιο όνομα όμως δε μπορείς να το αλλάξεις!   

Π.Τ.: Θέλαμε να μείνουμε πιστοί στο βαθμό που να είναι αληθοφανείς οι ιστορίες μας και στο βαθμό που ο αναγνώστης μπορεί να νιώσει ότι μπαίνει στη συγκεκριμένη εποχή. Τα όπλα είναι συγκεκριμένα μοντέλα που ήταν σε κυκλοφορία τότε, όπως και τα διάφορα τεχνολογικά αντικείμενα, ακόμη και το αυτοκίνητο Σιτροέν που παρελαύνει σε κάποια σκηνή της ιστορίας. Οι χαρακτήρες μας είναι μείγμα πραγματικών ληστών με προσθήκες φανταστικών στοιχείων, που θα μπορούσαν όμως να είναι αληθινά με βάση την έρευνά μας. Τα ονόματα είναι προϊόν φαντασίας, όμως ό,τι έζησαν θα μπορούσε να είναι εντελώς πραγματικό!

Διακίνηση στα περίπτερα

Π.Τ.: Η επιμονή για τα περίπτερα ξεκίνησε επειδή υπάρχει η ανάγκη το κόμιξ να είναι ένα προϊόν βιώσιμο οικονομικά, ώστε να μπορούν να ασχολούνται καλλιτέχνες με αυτό και να το κάνουν με μια αρκετά καλή ποιότητα. Το μικρό τιράζ οδηγεί το κόμιξ σε ένα χόμπι, που θα μπορούν να ασχολούνται όσοι έχουν εισοδήματα από κάτι άλλο. Η χώρα μας έχει μικρό πληθυσμό και πάντα ένα μικρό ποσοστό του ασχολείται με κάτι αρκετά πιο εξειδικευμένο. Το έντυπο άλλα και άλλοι τομείς της τέχνης, όπως η μουσική βιομηχανία, η ζωγραφική και άλλα, έχουν υποστεί μεγάλες απώλειες λόγω της τεχνολογικής προόδου και των σύγχρονων διαδικτυακών αγαθών, όμως θεωρούμε ότι το κόμιξ, για να υπάρξει, θα πρέπει να διανέμεται έτσι όπως ξεκίνησε, να είναι για όλους και να έχει πρόσβαση και κόσμος που δεν είναι σκληροπυρηνικός οπαδός των κόμιξ! Γιατί οι σκληροπυρηνικοί οπαδοί, οι συλλέκτες, οι ρομαντικοί νοσταλγοί δεν είναι αρκετοί ώστε να το κάνουν μια βιώσιμη οικονομικά τέχνη, με δημιουργούς που το παράγουν με ένα αξιοπρεπές αντίκρισμα! Το κόμιξ είναι μία τέχνη που συνδυάζει πολλές τέχνες μέσα του και θέλει αφοσίωση και αποκλειστικότητα, θέλει πολλές θυσίες να το δημιουργήσεις, όμως οι περισσότεροι αγνοούν την ύπαρξή του και νομίζει ότι είναι κάτι γελοίο και παιδικό. Είναι τρομερό ότι σε κάποια φεστιβάλ κάποιοι ήθελαν να πάρουν το τεύχος για το ανήλικο παιδί τους. Αυτούς  τους ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τι είναι τους θέλουμε για αναγνώστες . Γι’ αυτό και τολμήσαμε αυτή τη δοκιμή, γιατί ίσως έτσι να μπορέσουν να το δουν, να το δοκιμάσουν και να το αγαπήσουν κι αυτοί.

Β.Χ.: Ό,τι είπε ο Παναγιώτης συν μια δόση νοσταλγίας εδώ. Εγώ, ως ο γηραιότερος των τριών μας, πρόλαβα τις μεγάλες δόξες του περιπτέρου, ουσιαστικά έμαθα τα κόμιξ από το περίπτερο. Πραγματικά θλίβομαι όταν πάω διακοπές σε ένα νησί και δεν μπορώ να βρω ένα κόμιξ πουθενά, να το πάρω να το διαβάσω στην παραλία. Πιστεύω ότι η θεματική ενηλικίωση των κόμιξ παγκοσμίως, που γεννήθηκε από την ανάγκη των δημιουργών να βγουν από το περιθώριο και να αναγνωριστούν ως ίσοι απέναντι σε «κανονικούς» συγγραφείς και ζωγράφους, και η είσοδός τους στα βιβλιοπωλεία σταδιακά τα συρρίκνωσε σε ένα καλτ στάτους. Η προσβασιμότητα μειώνεται, η πηγή των αναγνωστών ‒δηλαδή οι μπόμπιρες  που δε μπορούν να τα βρουν‒ στερεύει, το είδος σιγά-σιγά πεθαίνει. Υπάρχουν, φυσικά, σοβαρά προβλήματα στη διακίνηση, όμως αν επιστρέψουμε έστω και σταδιακά στο περίπτερο, μπορούμε να σώσουμε την παρτίδα.

Αμερικάνικο γουέστερν vs ελληνικό ληστρικό του Μεσοπολέμου

Β.Χ.: Η βασική αρχική επιρροή εντοπίζεται κυρίως στην οπτική του Πέκινπα και του Λεόνε. Πρόκειται για δύο δημιουργούς που δεν μπορείς να αγνοήσεις όταν κάνεις ένα τέτοιου είδους κόμιξ. Όμως ήταν τόση η έκθεσή μας στα ληστρικά αναγνώσματα και το άρωμα της εποχής, που πιστεύω πως το τελικό αποτέλεσμα δεν θυμίζει καθόλου τις προθέσεις. Πρόκειται για έναν τόσο μοναδικό χωροχρόνο, που σε απορροφάει, σε κάνει δικό του και αναπόφευκτα το έργο καταλήγει ατόφιο παιδί της ελληνικής εκδοχής…   

 Π.Τ.: Θέλω να πιστεύω ότι ο τρόπος που το δημιουργήσαμε δεν μοιάζει ιδιαίτερα με άλλες σειρές  γουέστερν· το αμερικάνικο έχει περισσότερη δράση και λιγότερο συναίσθημα, εμείς έχουμε δώσει περισσότερη έμφαση στην ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων από ό,τι στο πιστολίδι. Είναι ένα βαθιά κοινωνικό κόμιξ, με ψυχολογικό παιχνίδι που δείχνει πως μπορούν να δικαιολογηθούν οι πιο φρικτές και αποτρόπαιες πράξεις, το πώς η βία γεννά βία και ο πόνος πόνο. Άλλα και το πώς πράγματα που σήμερα μας φαίνονται απίστευτα, παράδοξα και κατακριτέα, αν νιώσουμε έστω και λίγο ότι ζούμε σε αυτή την εποχή και με αυτές τις προσλαμβάνουσες και βγούμε έξω από το κουτί μας, θα δούμε ότι δεν είναι τόσο μακριά από μας. Ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί ανάλογα με τις συνθήκες και το σύστημα αξιών μιας εποχής.

Επόμενος ληστρικός κύκλος

Π.Τ.: Αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε να απαντήσουμε ακόμη με σαφήνεια, θα εξαρτηθεί από το μέγεθος της επιτυχίας της σειράς, την αποδοχή, το χρόνο και τις υποχρεώσεις μας, και κατά πόσο καινούριες εργασίες θα τραβήξουν ή όχι την προσοχή μας από αυτό το σύμπαν. Αν η σειρά δείξει ότι είναι όντως ένα διαχρονικό και πετυχημένο έργο και το κοινό είναι διψασμένο για τη συνέχεια, τότε ίσως μπούμε στον πειρασμό να δείξουμε κι άλλα πράγματα για την ενδιαφέρουσα αυτή εποχή!

Β.Χ.: Η αποδοχή της σειράς είναι τόσο μεγάλη για τα ελληνικά δεδομένα και οι πιέσεις από φανατικούς αναγνώστες να μην διακοπεί η σειρά τόσο έντονες, που ενδεχομένως να μπούμε στον πειρασμό, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, να τη συνεχίσουμε. Όμως είναι κάτι, που όπως είπε κι ο Παναγιώτης, θα εξαρτηθεί κι από άλλους παράγοντες. Το μόνο βέβαιο είναι ότι γουστάρουμε πολύ να το κάνουμε, οι ιστορίες που έχουμε ακόμη να πούμε είναι πολλές και συναρπαστικές, και η ζωή είναι μικρή! Οπότε, όλα παίζονται!

Info:

Τους Λήσταρχους μπορείτε να τους βρείτε στο φυσικό μας χώρο: red n’ noir bookstore cafe bar (Δροσοπούλου 52, Κυψέλη) και στο ηλεκτρονικό μας βιβλιοπωλείο:

Μαύρο δελφίνι VIΙ

Το καλοκαίρι στην Μόσχα ήταν ιδιαίτερα ζεστό. Το θερμόμετρο είχε κολλήσει στους 35 βαθμούς και έκανε τους Μοσχοβίτες να κυκλοφορούν τρελαμένοι στην πόλη.

Το επόμενο ραντεβού με τον Ζένια ήταν στον πύργο Ουνστακίνο9

Πήρε το τρόλεϊ 37 και έφτασε σχεδόν  την ίδια ώρα με τον Ζένια. Του έδωσε οδηγίες για τον μυστικό μπάτσο που επρόκειτο να φάει.

«Καθάρισε τον και βγάλε από την μέση όποιον είναι μαζί του. Καθάρισε τους όλους. Όπως φεύγεις θα συναντήσεις δεξιά τον Γιούρι. Θα σου δώσει ότι χρειάζεσαι.»

Έφυγε από την οδό Academica Koroleva. Μόλις έστριψε είδε τον σωματώδη Τσετσένο να τον περιμένει ακουμπισμένος σε ένα μαύρο Μοscvich.Του έδωσε έναν μεγάλο κίτρινο φάκελο από αυτούς με τις φολίδες στο εσωτερικό.

Όταν το άνοιξε ο Βιλέν βρήκε ένα  Macarov με δύο γεμιστήρες, έναν σιγαστήρα και μία φωτογραφία. Εδειχνε έναν κουστουμαρισμένο ασπρομάλλη, με βαρύ κασμιρένιο παλτό και πίσω δύο ακόμα άνδρες, μάλλον η προσωπική του φρουρά. Σε ένα χαρτί ήταν γραμμένο Κrasnaya Ploshchad10,Tετάρτη 10:45 πμ.
Ο Βιλέν ήταν στην Κόκκινη Πλατεία από τις 9:30 ακουμπισμένος σε ένα  υπερυψωμένο πεζούλι.

Είχε πάρει την κόκκινη γραμμή του μετρό και κατέβηκε στην στάση Okhotny. Περπάτησε  πέντε λεπτά και έφθασε στην πλατεία.

Έκανε δύο τρείς βόλτες να ξεπιαστεί και ξαναγύρισε στο ίδιο σημείο απ΄όπου, μπορούσε με το βλέμμα του να σκανάρει όλη την πλατεία.

Ο κόσμος περνούσε  με χαλαρή διάθεση χωρίς  να του δίνει σημασία καθώς είχε την εικόνα ενός loser. Φορούσε μαύρη τριπαλόφσκι Adidas φόρμα και μαύρα αθλητικά. Είχε στερεωμένο το Macarov στο μπροστινό μέρος της φόρμας και στην τσέπη  τους δύο εφεδρικούς γεμιστήρες. Κρατούσε στο χέρι ένα άδειο μπουκάλι μπύρα και κάπνιζε σαν  βιομηχανικό φουγάρο. Η αναμονή έκανε τα νεύρα του να παίξουν. Έβγαλε από την τσέπη το κινητό 10:44. Τότε είδε  τον ασπρομάλλη να έρχεται.

«Καλώς τα πουλάκια μου», μονολόγησε και ξεκίνησε με αργά βήματα να πηγαίνει προς το μέρος τους.

Ο τύπος φορούσε  ένα γκρι καλοραμμένο κουστούμι, λευκό πουκάμισο και κόκκινη γραβάτα. Δύο βήματα από πίσω του οι δύο μπόντιγκαρντ έκοβαν νευρικά.

Κίνηση δεξιά-αριστερά. Ο Βιλέν πέρασε δίπλα τους χωρίς να τους κοιτάξει. Ήταν σαφές ότι δεν τον πρόσεξαν καν. Τον υποτίμησαν γιατί είχε εικόνα αλήτη.

Τους προσπέρασε. Έκανε δύο βήματα, γύρισε και τράβηξε το Macarov. Δεν ήταν το στυλ του να σκοτώνει πισώπλατα.

«Εϊ, μαλάκες!» φώναξε

Οι δύο σωματοφύλακες γύρισαν με την απορία ζωγραφισμένη στα πρόσωπα τους.

«Τι στον πού…», πήγε να πει ο ένας από αυτούς αλλά δεν πρόλαβε. Τους φύτεψε από δύο σφαίρες στο κεφάλι. Άκουσε τον μεταλλικό ήχο από τους κάλυκες που γκέλαραν πάνω στις τσιμεντένιες πλάκες.

Πλησίασε τον ασπρομάλλη που προσπαθούσε  να βγάλει το όπλο από την θήκη. Τον πυροβόλησε τρεις φορές. Δύο στην καρδιά και μία ανάμεσα στα μάτια. Δύο ακόμα  σωματοφυλάκες βλέποντας το σκηνικό θανάτου έτρεξαν προς το μέρος του τραβώντας τα όπλα του.

Ο Βιλέν με ήρεμες κινήσεις άλλαξε γεμιστήρα και  χωρίς να οπλίσει τέντωσε το χέρι του. Πυροβόλησε τρείς φορές τον καθένα. Δεν πρόλαβαν να βγάλουν άχνα. Τους είδε να κόβουν ταχύτητα και να σωριάζονται σαν σακιά.

Ακούστηκε μία γυναίκα να ουρλιάζει.

Όλη η φάση κράτησε το πολύ 30 δευτερόλεπτα. Αφού βεβαιώθηκε ότι δεν τον ακολουθεί κάποιος άλλος από τους φρουρούς ή μπάτσος, βγήκε στην λεωφόρο Ulitsa ll’inka και μπερδεύτηκε μέσα στον κόσμο που έκανε αμέριμνος την βόλτα του. Άκουσε από μακριά σειρήνες από περιπολικά. Έστριψε αριστερά στην λεωφόρο Rybnyy και μπήκε στο πρώτο σταθμό μετρό που βρήκε. Προηγουμένως είχε φροντίσει να σουτάρει το  Macarov, τις γεμιστήρες και τον σιγαστήρα σε έναν υπόνομο.   

Την  επόμενη ημέρα  εφημερίδες, κανάλια και ραδιοσταθμοί λύσσαξαν για το γεγονός. Όσο και αν ήθελαν να το συγκαλύψουν, ένα πενταπλό φονικό μέρα μεσημέρι δεν ήτα εύκολο να αποσιωπηθεί. Τα σενάρια έδιναν και έπαιρναν. Από αντίπαλες μυστικές υπηρεσίες μέχρι  αυτονομιστές και εγχώριες  νεοναζιστικές παρακρατικές οργανώσεις. Καμιά κουβέντα για ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Ήταν  καθίκι υπεράνω υποψίας.

«Που διάολο με έμπλεξες;» ρώτησε τον Ζένια.

«Χαλάρωσε, θα ηρεμήσουν τα πράγματα και μετά θα φύγεις.»

«Τι μαλακίες μου κοπανάς, να πάω που;»

«Αθήνα. Πρώτη θέση με Aeroflot.»   

«Με στέλνεις να κάνω τουρισμό;» είπε σαρκαστικά, αλλά καταβάθος το ήξερε θα έφευγε ή θα τον έβγαζε από την μέση.  

«Φεύγει απόψε ένας δικός μου Ελληνοπόντιος. Πάει Ελλάδα  σαν ομογενής. Μόνο που μέσα στην οικοσυσκευή του θα έχει 100 κιλά Αφγάνι. Α’Α’ ποιότητα χασίσι.»

«Και εγώ τι θα κάνω; την νταντά;»

«Ναι, θα φροντίζεις να το σπρώξει με ασφάλεια σε μία περιοχή που λέγεται Εξάρχεια. Θα φροντίσεις να είναι ασφαλής.»

Του έδωσε το εισιτήριο με ένα διαβατήριο με ψεύτικα στοιχεία και έναν φάκελο.

«Τι είναι αυτό;»

«5000 ευρώ για τα πρώτα σου έξοδα.»                  

*

Ελμπρούς11, το ψηλότερο βουνό της Ρωσίας. Έφτασε στο Μιλνεράλνιγε Βόντι με το τραίνο και αποκεί ένας ντόπιος τον πήρε με ένα σαραβαλιασμένο Volga.
Η σακαράκα τον άφησε σε μία παράγκα στους πρόποδες του βουνού και εξαφανίστηκε στον φιδωτό δρόμο. Η παράγκα ήταν σκέτο ερείπιο, στην ουσία μία ξύλινη καλύβα καλυμμένη με πισόχαρτα, κομμάτια πλάκες αμιάντου για οροφή και σανιδωμένα παντζούρια. Αυτή την περίοδο δεν είχε καθόλου κόσμο. Ήταν ένα ήσυχο μέρος δίπλα στην δασωτή πλαγιά, χωρίς τους ενοχλητικούς  ορειβάτες του χειμώνα. Πήρε το κλειδί μέσα από μία άδεια γλάστρα και ελευθέρωσε το λουκέτο από τους δύο κρίκους. Άφησε το σακ βουαγιάζ πάνω στο σκονισμένο τραπέζι. Η καλύβα ήταν ένα λιτό δωμάτιο όλο κι’ όλο. Ένα τραπέζι, δύο καρέκλες, ένα κρεβάτι και  ένα σκαμπό αντί για τραπέζι δίπλα του. Ολα έδειχναν σαβούρα, παράταιρα μεταξύ τους. Υπήρχε επίσης ένα τζάκι πρόσφατα καθαρισμένο με δύο λάμπες θυέλλης και μία μπάμπουσκα στο  πέτρινο ράφι στο πάνω μέρος του.

Άνοιξε το μοναδικό ντουλάπι. Ήταν γεμάτο κονσέρβες, πακέτα κοτολέτες και τρία μπουκάλια Στόλι.

«Μπορεί να πεθάνω από βαρεμάρα, αλλά τουλάχιστον δεν θα πεθάνω από πείνα, σκέφτηκε.»

Έβγαλε από το σακ βουαγιάζ ένα Tocarev 7,62 και ένα μαχαίρι επιβίωσης. Καβάτζωσε το μαχαίρι σε μία εσοχή κάτω από το τραπέζι, το πιστόλι κάτω από το μαξιλάρι και το πεντοχίλιαρο πίσω από τις κονσέρβες. Είχε δεi το διάστημα που θα κρυβόταν σαν μία ευκαιρία να κάνει off. Είχε πάρει  μαζί του φάρμακα για τα στερητικά, αποφασισμένος να σταματήσει έστω προσωρινά.


Η χαρμάνα ήταν έντονη και την  νύχτα κατέβαινε  η παγωμένη πνοή του βουνού, κάνοντας την  ζωή του Βιλέν πιο δύσκολη. Από την επόμενη μέρα άρχισε να μαζεύει  κούτσουρα, κλαδιά και ξερά φύλλα για προσάναμμα. Άναβε το τζάκι σχεδόν κάθε βράδυ και το έβρισκε εξαιρετική παρέα όπως καθόταν μπροστά του με την μάλλινη κουβέρτα ριγμένη στους ώμους και ένα χοντρό κλαδί να ανακατεύει την φωτιά. Αυτή ήταν  η αγαπημένη ενασχόληση του στο Μαύρο Δελφίνι. Με ένα μέτρο χιόνι να βγαίνει  μόνο με φανελάκι, αυτά  με τιράντα και να κόβει ξύλα με το μοναδικό τσεκούρι που διέθετε η φυλακή για ευνόητους λόγους. Ο χειμώνας ήταν βαρύς  και η ξυλόσομπα έπρεπε να καίει φούλ, μέχρι που πυράκτωνε το μέταλλο της.

Τις μέρες που ακολούθησαν άρχισε να κάνει πεζοπορία  μέσα στο πυκνό δάσος με τα κωνοφόρα δένδρα με τα σκιερά μονοπάτια, πάντα με το Tocarev στο πίσω μέρος του τζιν και το μαχαίρι δεμένο  με την θήκη στην κνήμη εκεί που τέλειωναν τα Doc Martens άρβυλα.

Κάθε φορά έκανε όλο και πιo μακρινές βόλτες, νοιώθοντας κάθε μέρα και πιο δυνατός. Σε μία απ’ αυτές ανέβηκε κάτι απόκρημνες ανηφόρες και βρήκε μία πηγή. Όταν σε κάποια άλλη εξόρμηση στο Ελμπρούς βρήκε έναν πανάρχαιο οικισμό σε ένα οροπέδιο κρυμμένο σε μια τεραστία συστάδα βράχων με ιερογλυφικά  χαραγμένα πάνω τους, έμεινε εκστασιασμένος να το κοιτάει για ώρες.

Ακριβώς στους δύο μήνες  εμφανίστηκε το Moscvich με οδηγό τον Γιούρι.

«Έτοιμος Ταβάριτς;», τον ρώτησε.

«Σαν από καιρό», απάντησε.

Αυτές ήταν και οι μόνες κουβέντες που ανταλλάξανε.

Το ίδιο βράδυ μπήκε σε ένα αεροπλάνο με ένα airbus 330 της Aeroflot για Αθήνα.

O Γιούρι του έδωσε έναν σφραγισμένο φάκελο.

«Άνοιξε τον όταν φτάσεις.»

Ο Βιλέν τον  έχωσε στην εσωτερική του πέτσινου. Τον άνοιξε όταν το airbus είχε απογειωθεί και πετούσε ήδη πάνω από τα σύννεφα. Μέσα  βρήκε ένα κλειδί, ένα κινητό, ένα δεύτερο πλαστό διαβατήριο και ένα σημείωμα με μία διεύθυνση.
Δεν πρόλαβε  να πάρει το σακ βουαγιάζ από τον ιμάντα αποσκευών όταν χτύπησε τον κινητό του.

«Ο Ρώσος;»

«Ναι ποιος;»

«Κυριάκος. Σου έχει μιλήσει ο Ζένιας.»

«Μόλις έφθασα. Τι θες;»

«Πρέπει να βρεθούμε.»

«Που;»

«Θα περάσω από το σπίτι σου σε καμιά ώρα.»

«Μόλις έφτασα ρε σου λέω. Τι είναι τόσο επείγον;»

«Είναι κάποιος που θέλει να σε γνωρίσει.»

«Οκ τα λέμε σε μία ώρα.»

Ο Βιλέν προσπαθούσε να συνηθίσει την υπόγα όταν χτύπησε το κινητό του.

«Άνοιξε μου, είμαι απ’ έξω.»

Ήταν γύρω στα 20φύγε αδύνατος και νευρώδης, ψηλός με κοντοκουρεμένα μαλλιά.

«Κυριάκος», είπε και του έτεινε το χέρι αλλά ο Ρώσος δεν ανταποκρίθηκε.

«Βιλέν.»

«Το πακέτο έφυγε, καθάρισα με αυτό», είπε και του πέταξε ένα αλουμινόχαρτο. «Αυτό είναι ότι έμεινε. Το κράτησα για σένα.»

Ο Βιλέν άνοιξε το αλουμινόχαρτο είχε καμιά δεκαριά γραμμάρια αφγάνι Α’-Α’ ποιότητα. Το τύλιξε και του το πέταξε πίσω το λαδωμένο από το μαύρο αλουμινόχαρτο.

«Λάθος πληροφορίες έχεις μικρέ.»

«Ο Ζένιας μου είπε…»

«Δεν ξέρω τι σου είπε ο Ζένια μικρέ, ακόμα δεν ήρθα και μου έχεις γίνει τσιμπούρι. Τι ήταν αυτό που ήταν τόσο επείγον.»

«Εεεε, να ξέρεις, τώρα που δεν έχεις δουλειά σκέφτηκα…»

«Σκέφτεσαι κιόλας;»

Ο μικρός κώλωσε. Τον βλέμμα του έμοιαζε μικρού παιδιού που το μάλωσαν. Έβγαλε από την τσέπη του ένα  22άρι Ruger και το ακούμπησε στο τραπέζι. Και ένα πλαστικό σακουλάκι με μία άσπρη σκόνη. Ήταν σαφές ότι είχε παίξει τα ρέστα του.

«Τι στο διάολο; Ο Αϊ Βασίλης είσαι;»

«Φίλοι;» τον ρώτησε επιζητώντας την αποδοχή.

«Εντάξει, φίλοι ρε μαλακιστήρι, φίλοι να πούμε.»

Και κάπως έτσι γνώρισε τον Ιανό. Το βράδυ εκείνο τον συνάντησε σε μία χαρτοπαιχτική λέσχη. Πήγε και τον πήρε ο μικρός με ένα σαπάκι που κάποτε ήταν RX5.

«Περίμενε», του είπε ο Κυριάκος.

Πλησίασε σε δύο άτομα που καθόταν στο βάθος σε ένα άδειο τραπέζι με πράσινη τσόχα, το μοναδικό που δεν είχε χαρτόμουτρα. Πάνω στην τσόχα υπήρχαν δύο ουισκοπότηρα.

Έσκυψε και του είπε κάτι στο αυτί και ο πιο μεγάλης ηλικίας άνδρας κάτι απάντησε. Ο μικρός πήγε προς το μέρος του.

«Πήγαινε», του είπε, χαμηλόφωνα σαν να δήλωνε υποταγή.

Όταν έφτασε ο Ιανός σηκώθηκε και τον πλησίασε. Ήταν ένας εξηντάρης Αλβανός που  έφερνε περισσότερο σε μπίζνεμαν παρά σε άνθρωπο της νύχτας. Κρατούσε ένα μεγάλο Κοχίμπα στο αριστερό χέρι και  με το άλλο αντάλλαξαν χειραψία.

«Είσαι ο μάγκας ο Ρώσος; Χαίρω πολύ ρε μάγκα. Έχω μάθει τα πάντα για σένα από τον Κούλη ρε μόρτη.»

Ο Βιλέν τον έκοβε όπως είχε μάθει να κάνει σε όλη του την ζωή.

«Θα είναι μεγάλη τιμή να δουλέψεις μαζί μου. Μακριά από την πατρίδα σου είσαι τώρα και δεν έχεις δουλειά, δεν έχεις αφεντικό…»

«Τα σκυλιά έχουν αφεντικό. Όχι εγώ.»

«Μπράβο ρε είσαι ζόρικος. Μ’ αρέσει που είσαι μάγκας. Και αν είσαι ξύπνιος θα δώσουμε τα χέρια και συνεχίζουμε μαζί ρε μάγκα. Αλλιώς φεύγεις και το ξεχνάμε.»

«Εντάξει ρε. Να συνεργαστούμε, αλλά να θυμάσαι ότι δεν θέλω αφεντικά και νταβατζήδες πάνω στο κεφάλι μου.»

-No Problemo απάντησε ο Ιανός.

Η συμφωνία σφραγίστηκε με ένα μπουκάλι Chivas Regal Roayal από την προσωπική κάβα  του Αλβανού.

(9) Πύργος τηλεόρασης και ραδιοφώνου με ύψος 540 μέτρα, πήρε το όνομα από την περιοχή της Μόσχας. Σχεδιάστηκε από τον Νοικολάι Νικίτιν για τα 50 χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση.

(10) Κόκκινη Πλατεία-κεντρική πλατεία της Μόσχας, από την λέξη Κrasnay το οποίο σημαίνει  κόκκινο ή όμορφο και όχι με το κόκκινο του κομμουνιστικού καθεστώτος, όπως λανθασμένα πιστεύεται.

(11) Στην πραγματικότητα δεν είναι  βουνό αλλά ανενεργό ηφαίστειο ,γνωστό και σαν δικέφαλο βουνό ανήκει στην οροσειρά του Καυκάσου. Σύμφωνα με την μυθολογία, στο Ελμπρούς ο Δίας είχε αλυσοδέσει τον Προμηθέα.

(Τέλος επεισοδίου. Όλα τα επεισόδια εδώ)

Το red n’ noir προτείνει βιβλία:

Η ληστεία της Πέτρας – Επίλογος

Κεφάλαιο 30 (5 Μαρτίου 1930)

«Κύριε διευθυντά, δεν είμαστε κορίτσια να φοβόμαστε. Καταλαβαίνουμε. Ήλθε η ώρα να πάμε περίπατο στον άλλον κόσμο. Τι μας το κρύβεις;»

Ο κύριος Καμβύσας, με τη συνηθισμένη του ηπιότητα, προσπάθησε να διασκεδάσει την υπόνοια του Γιάννη Ρέντζου.

«Εσείς πάντοτε απομονωμένοι είστε. Βλέπετε, σας φοβούνται όλοι πως θέλετε να δραπετεύσετε.»

«Καλά εμείς οι δυο, τους άλλους τρεις γατί τους απομονώσατε;»

«Γιατί πήγαν και είπαν μερικοί στον εισαγγελέα ότι σχεδίαζαν να φύγουν.»

Ο Γιάννης Ρέντζος δείχνει εκείνη τη στιγμή ότι πιστεύει τις διαβεβαιώσεις του διευθυντή, ενώ ο Θύμιος του απαντάει:

«Παρηγοριές…»

Συγχρόνως, οι τρεις από τους αυτουργούς της ληστείας της Πέτρας, Κωνσταντίνος Καψάλης, Ευάγγελος Κόκκαλης και Φίλιππος Διαμαντής, καθώς δεν τους δόθηκαν για ανάγνωση οι εφημερίδες που πριν λίγες μέρες έγραφαν για την απόρριψη της αίτησης χάριτος και ούτε οι συνήγοροι τούς είχαν στείλει σχετική επιστολή, νομίζουν πως η δικογραφία βρίσκεται ακόμα στο προεδρικό μέγαρο. Ο Διαμαντής λοιπόν δίνει διάφορες εξηγήσεις στους ομότυχούς του.

«Μας απομόνωσαν επειδή είναι αποκριές. Μήπως πιει κανένας μας κρασί και γίνουν παρατράγουδα.»

«Και γιατί δεν απομόνωσαν και τους άλλους», παρατηρεί ο Κόκκαλης, που αντιλαμβάνεται περισσότερο την τραγικότητα της θέσης τους.

«Γιατί οι άλλοι δεν έχουν βαριά ποινή σαν κι εμάς.»

Τη στιχομυθία αυτή ακούει ένας δεσμοφύλακας, ο οποίος σπεύδει να τους καθησυχάσει περισσότερο.

«Δεν είναι τίποτα. Λαμβάνονται τα μέτρα αυτά, γιατί είπαν πως θέλετε να το σκάσετε.»

Ο Καψάλης, σιωπηλός μέχρι εκείνη τη στιγμή, λέει αναστενάζοντας:

«Εμείς να φύγουμε; Να μη μας σκοτώσουν θέλουμε και εδώ μέσα ζούμε και εκατό χρόνια».

Έτσι πέρασε ένα ολόκληρο επταήμερο μέσα στην αμφιβολία και την αλληλοπαρηγοριά.     Μόνο οι Ρεντζαίοι φαίνεται να αντιλαμβάνονται σε ποια κατάσταση βρίσκονται. Σιωπηλοί και μένοντας ξαπλωμένοι στο βάθος του κελιού τους καπνίζουν. Κάποια αμυδρή ελπίδα τούς είχε μείνει στα βάθη της ψυχής τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι ρωτάνε συνεχώς τους δεσμοφύλακες.

«Μήπως έχουμε κανένα γράμμα από την Αθήνα;»

«Όχι!»

«Από τα Γιάννενα;»

«Ούτε.»

«Τότε βάλτου ρίγανη.»

Το τελευταίο βράδυ, οι υπόνοιές τους ενισχύονται. Η φρουρά των φυλακών πυκνώνει και οι δεσμοφύλακες ερευνούνε επιμελώς τα κελιά τους. Ο Γιάννης, απευθυνόμενος στον Θύμιο, λέει:

«Δεν σου τα έλεγα; Τελειώσανε τα ψέματα. Έτσι δεν είναι κύριε Καμβύσα;»

«Μια πληροφορία είχαμε ότι κρύβατε όπλα, η οποία, μπράβο σας, αποδείχτηκε ανακριβής!»

Ο Γιάννης μειδιάζει.

«Από εδώ και πέρα, μπράβο μας θα λες…»

Οι άλλοι μελλοθάνατοι αποθαρρύνονται και αυτοί, ιδίως όταν αντιλαμβάνονται ότι ο κύριος Καμβύσας δεν αναχωρεί για την οικία του αλλά παραμένει στο γραφείο του.     

*

Η εκτέλεση πρέπει να γίνει με τη μεγαλύτερη δυνατή μυστικότητα και ο αντιεισαγγελέας κύριος Γρανίτσας έχει λάβει όλα τα μέτρα προς αποφυγή κοσμοσυρροής. Αυτές είναι οι εντολές που του δοθήκαν τηλεγραφικώς από την Αθήνα, μήπως τυχόν επαληθευτούν οι διαδόσεις για απόπειρα απελευθέρωσης των Ρεντζαίων από ληστοτρόφους. 

Γύρω στις τέσσερις το πρωί, και ενώ σκοτάδι βαθύ επικρατεί ακόμα στο νησί, φτάνουν οι εντεταλμένοι για την εκτέλεση. Ο διοικητής της χωροφυλακής Κέρκυρας και άλλοι ανώτεροι αξιωματικοί του σώματος. Μεταξύ αυτών, και ο αστυνομικός διευθυντής κύριος Καλυβίτης, ο οποίος, κατόπιν συνεννόησης με τον κύριο εισαγγελέα, έχει τοποθετήσει κατά αραιά διαστήματα στις οδούς που πρόκειται να διέλθει η πομπή ομάδες ένοπλων αστυφυλάκων, που έχουν καταλάβει τις θέσεις τους από την πέμπτη πρωινή.

Στις 4:30 είναι συγκεντρωμένοι όλοι οι αρμόδιοι. Περίπου πενήντα στρατιώτες έχουν επίσης στρατοπεδεύσει έξω από τις φυλακές, με πλήρη τα όπλα τους. Οι μελλοθάνατοι αντιλαμβάνονται τον προκληθέντα θόρυβο και ο Γιάννης Ρέντζος ζητάει να δει τον διευθυντή κύριο Καμβύσα.

«Να μας στείλετε πνευματικό να εξομολογηθούμε.»

«Έχουμε ελπίδες ακόμα», του απαντάει.

«Άσε τα αστεία. Εμείς δεν δειλιάζουμε καθόλου. Στείλε μας και χαρτί να κάνω ένα γράμμα στη δόλια μου τη μάνα.»

Πράγματι, μετά από λίγο ο ιερέας των φυλακών μεταβαίνει αλληλοδιαδόχως στα κελιά των πέντε μελλοθάνατων και τους κοινωνεί. Εν τάχει και χωρίς περιττές διατυπώσεις. Οι Ρεντζαίοι επιμένουν ακόμα και στην τελευταία τους εξομολόγηση ότι είναι αθώοι για το έγκλημα της Πέτρας και ότι μόνο εκ των υστέρων το εκμεταλλεύτηκαν. Οι άλλοι τρεις καταριούνται τους Ρεντζαίους και τον Λάμπρο Στάθη που τους πήραν στο λαιμό τους.

Στις 6.15 όλη η θλιβερή αυτή διαδικασία έχει τελειώσει. Οι κατάδικοι έχουν γράψει τις επιστολές τους προς τους οικείους τους με τις τελευταίες τους θελήσεις. Οι περισσότεροι ξορκίζουν τους δικούς τους να κυνηγήσουν τη ληστεία, διότι εξαιτίας της πηγαίνουν και αυτοί χαμένοι.

Ο Γιάννης Ρέντζος γράφει επίσης και ένα γράμμα προς τη σύζυγό του, θυγατέρα του περίφημου Κολοβού. Την παρακαλεί να αναστήσει το παιδί του καλά και καταριέται τον πατέρα της διότι τον κατηγόρησε αδίκως στη δίκη.

Στις έξι το πρωί, οι αξιωματικοί της χωροφυλακής μπαίνουν στα κελιά τους και τους διατάσσουν να τους ακολουθήσουν. Τα δυο αδέλφια βγαίνοντας από τα κελιά τους, κάνουν το σταυρό τους. Πάντα κάνανε το σταυρό τους στον Θεό να τους βοηθήσει πριν αποφασίσουνε μια ληστεία. Και δεν έχουνε παράπονο. Οι δουλειές τους έβγαιναν καλά πέρα ως πέρα. Πα’ να πει πως τους βοηθούσε και πως συμφωνούσε. Πολλές φορές πήγαιναν στις εκκλησίες, καλούσανε τους παπάδες, λειτουργιόντουσαν και αφήνανε μερτικό από τις ληστείες στους αγίους. Αφήνανε πέντε χιλιάδες, δέκα ή και είκοσι πολλές φορές. Αυτό ίσως παίξει κάποιο ρόλο στην γνώμη που θα σχηματίσει ο Θεός τώρα.

Στην κεντρική πύλη των φυλακών, συναντιούνται με την τριανδρία των ομότυχών τους. Ο Θύμιος, απευθυνόμενος προς τον Κόκκαλη, λέει:

«Τα πληρώνουμε για σας».

«Εσείς μας πήρατε στο λαιμό σας και θέλετε και τα ρέστα!»

Ωθούνται από τους συνοδούς τους που τους χωρίζουν. Έξω τους περιμένουν δυο αυτοκίνητα πολυτελείας, των οποίων οι οδηγοί όταν ειδοποιήθηκαν δεν γνώριζαν ακριβώς περί τίνος πρόκειται. Οι Ρεντζαίοι μπαίνουν στο πρώτο αυτοκίνητο, ακολουθούμενοι από δέκα χωροφύλακες, και στο δεύτερο μπαίνουν οι άλλοι τρεις. Δεν επιτρέπεται περαιτέρω συνομιλία και στις 6:30 η συνοδεία ξεκινάει. Η απόσταση μέχρι το παλιό φρούριο Κέρκυρας δεν είναι μεγάλη και σε δέκα λεπτά η θλιβερή πομπή έχει φτάσει. Αρκετός κόσμος έχει συρρεύσει, ανάμεσά τους και πολλοί μαθητευόμενοι αστυνομικοί από την κοντινή αστυνομική σχολή. Το μεγαλύτερο πλήθος όμως έχει συρρεύσει περιμένοντας να χαζέψει το θέαμα στο σημείο που μερικούς μήνες πριν είχε εκτελεστεί ο Καλαφάτης. Το πάθημά του θα το πληροφορηθεί αρκετές ώρες αργότερα.

Πλησιάζει ήδη εφτά το πρωί, όταν οι Ρεντζαίοι και οι τρεις συνεργοί τους βρίσκονται περικυκλωμένοι από πυκνούς στίχους χωροφυλάκων, στρατιωτών και αστυνομικών. Δύσκολα αποκρύπτουν την ταραχή τους. Το βλέμμα του Θύμιου είναι αγριωπό, παρότι χαμογελά διαρκώς. Ο Γιάννης Ρέντζος δεν μιλάει σε κανέναν, αφιερωμένος δήθεν στο τραγούδι του. Όταν μετά από λίγα λεπτά, με την ανατολή του ηλίου, προκειμένου να εκπληρωθεί ο όρος της ποινικής δικονομίας, στρατιώτες και χωροφύλακες παρουσιάζουν όπλα, οι λήσταρχοι γελούν.

«Έχουμε και τέτοια», ψιθυρίζει ο Γιάννης Ρέντζος.

Μόλις τελειώσει η ανάγνωση, ο εισαγγελέας κύριος Γιαννόπουλος ρωτά τους μελλοθάνατους αν έχουν να πουν τίποτα.

Όλοι σχεδόν εκφράζουν το παράπονο ότι η ποινή τους είναι βαρύτατη. Ο Γιάννης Ρέντζος λέει:

«Μας δικάσατε για τα προηγούμενα εγκλήματα. Όχι για την Πέτρα».

Ο Θύμιος σπρώχνει ελαφρά τον αδελφό του και λέει:

«Έτσι είναι Γιάννη. Καλά μας δίκασαν. Το είχαμε παρακάνει. Είχαμε κάνει τόσα εγκλήματα».

Κατόπιν, οι μελλοθάνατοι ζητούν από τους παρισταμένους να τους συγχωρήσουν και τέλος τοποθετούνται σε απόσταση δέκα μέτρων από το έτοιμο ήδη εκτελεστικό απόσπασμα. Τούτο έχει συγκροτηθεί από στρατιώτες και χωροφύλακες. Είναι τριάντα τον αριθμόν. Οι αποτελούντες τούτο έχουν διαταχτεί να σκοπεύσουν ανά έξι τον απέναντί τους κατάδικο. Οι μελλοθάνατοι τοποθετούνται με την ακόλουθη σειρά: Θύμιος Ρέντζος πρώτος δεξιά, δίπλα του ο Γιάννης, κατόπιν ο Κόκκαλης και κατά συνέχεια ο Καψάλης και ο Διαμαντής.

Ο Θύμιος μισοκλείνει τα μάτια του όταν βλέπει τους άνδρες του αποσπάσματος να γονατίζουν με τις κάννες στραμμένες εναντίον του. Λέει:

«Χτυπάτε, παιδιά, απ’ την κοιλιά και πάνω!»

Ο Γιάννης Ρέντζος έχει γίνει κατακίτρινος. Το κάτω χείλος του τρέμει ελαφρώς. Ο επικεφαλής του αποσπάσματος διατάσσει:

«Επί σκοπόν!»

Ένας συρτός ομαδικός θόρυβος και οι άνδρες σκοπεύουν. Ο Γιάννης μόλις κρατιέται στα πόδια του. Ο Διαμαντής κοιτάζει ψηλά. Ο Καψάλης νομίζει κανείς ότι από στιγμή σε στιγμή θα πέσει. Με ολάνοιχτα τα μάτια και μειδιάζοντας, κοιτάζει το απόσπασμα ο Κόκκαλης.

«Παιδιά, μη μου βγάλετε το μάτι γιατί εί…», φωνάζει τη  τελευταία στιγμή. Δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει. Ποτέ δεν θα μάθουμε το λόγο που ήθελε να προστατέψει ειδικά αυτό το σημείο. Τον προλαβαίνει η φωνή του επικεφαλής του αποσπάσματος.

«Πυρ!» 

Μια τρομακτική ομοβροντία, λόγω του αριθμού των όπλων, ακούγεται, και πυκνός καπνός αναδύεται. Οι σφαίρες σφυρίζουν και οι πέντε κατάδικοι πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον. Ένας σωρός πτωμάτων έχει σχηματιστεί κάτω και για τη χαριστική βολή δυο αξιωματικοί αναγκάζονται να αραιώσουν τα πτώματα. Ο Γιάννης Ρέντζος έχει πέσει άπνους από την πρώτη στιγμή. Ο Θύμιος σπαρταράει ακόμα. Ο Κόκκαλης έχει μείνει με το χαμόγελο. Ο Διαμαντής έχει πέσει με το κεφάλι στο χώμα σαν να το δαγκώνει. Ο Καψάλης έχει υποστεί διάρρηξη της κοιλιάς του και το πουκάμισό του είναι κατακόκκινο. Πέντε αλλεπάλληλοι κρότοι ακούγονται ακόμη. Είναι οι χαριστικές βολές. Λίμνη ολόκληρη το αίμα γύρω από τα πέντε πτώματα. Μέσα στον ερυθρό αυτό κύκλο, στις 7:30 το πρωί, θα κλείσει ο κύκλος της αιματοβαμμένης τους ζωής.  

Τα πτώματα του Γιάννη και του Θύμιου παραδίδονται την επόμενη μέρα στη μητέρα τους. Τα αντικρίζει με ψυχραιμία.

«Δικαίως έπαθαν ό,τι έπαθαν, διότι πολλά είχαν κάνει», λένε κάποιοι ότι είπε.

ΤΕΛΟΣ

Διαβάστε επίσης:

Ράγισμα

Κάνω πια, πως δε μιλώ για ‘σένα.

Και τα ‘χω καταφέρει.

Όλους τους ξεγελάω κι όλοι ξεγελιούνται.

Αρκεί να φοράς ένα χαμόγελο πριν βγεις απ’ το σπίτι.

Ακόμη κι εσύ, που καλύτερα απ’ όλους με ξέρεις, εσύ!

Κάνω πια, πως δε μιλώ για ‘σένα.

Κι αλήθεια, σπάνια, τ’ όνομά σου όταν αναφέρω, ραγίζω.

Λίγο.

Καθώς κόσμος πεθαίνει, διψάει, πεινάει.

Παιδιά σε κρατητήρια, καθίκια με στολή που τόσο τους σιχαίνομαι.

Κι εσύ ξέρεις, καλύτερα απ’ όλους με ξέρεις.

Κι έτσι ανάμεσα στη μεγάλη μου θλίψη, τίποτα δεν είσαι.

Ένα ράγισμα.

Λίγο.

Άσχημος κόσμος, γεννά άσχημους ανθρώπους.

Κι έτσι είπα: «Μαμά φοβάμαι. Βάλε πάλι μέσα σου».

Μα η μαμά, δεν το κάνει.

Κάπως έτσι έμαθα να τους ξεγελάω όλους.

Κι όλοι ξεγελιούνται.

Αρκεί ένα χαμόγελο.

Κενό χαμόγελο.

Μα δεν το βλέπουν;

Κι εσύ, που καλύτερα απ’ όλους με ξέρεις εσύ!

Ένα ακόμη ράγισμα.

Πόσα ραγίσματα αντέχει μια ψυχή, μέχρι να σπάσει;

Διαβάστε από την Γωγώ Λιανού:

Περάσαμε λίγη ώρα στο εγκληματολογικό μουσείο του 1930

Το περίφημο «τμήμα καταδίωξης», με τα μπουντρούμια και τα ιεροεξεταστικά βασανιστήρια των πολυάριθμων τροφίμων του, ανήκει πια στην προπολεμική ιστορία. Είμαστε ήδη στον Μάρτιο του 1930 και αυτά είναι πράγματα μιας περασμένης εποχής. Εξελίχθηκε, άλλαξε μορφή, υπόσταση ακόμα. Πλέον δεν λέγεται «καταδίωξη» αλλά «τμήμα γενικής ασφάλειας».    

Στη θέση των σιδηρόφρακτων μπουντρουμιών, υψώνεται τώρα στην οδό Σατωβριάνδου ένα ολόκληρο μέγαρο με πλήθος διαμερισμάτων και διαδρόμων. Αγριωποί αστυνομικοί με εμφάνιση διαρρηκτών δεν υπάρχουν πια. Τους αντικατέστησαν δανδήδες με ξυρισμένα πρόσωπα και άψογα κοστούμια.

Στο πίσω μέρος του αστυνομικού μεγάρου

Αν περάσει κανείς τα πρώτα γραφεία και τους γεμάτους κόσμο διαδρόμους, θα φτάσει στο διαμέρισμα στο βάθος, όπου θα βρει κάτι το εξαιρετικά μοντέρνο, το πραγματικά ευρωπαϊκό. Είναι το εσχάτως ιδρυθέν εγκληματολογικό μουσείο της Αστυνομίας.

Ένα διαμέρισμα στο πίσω μέρος του μεγάρου, πλακόστρωτο και απαστράπτον από καθαριότητα.  Και μέσα, ανάγλυφη, όλη η μεσοπολεμική Ελλάδα του εγκλήματος.

Αρχαιοκάπηλοι, παραχαράκτες, διαρρήκτες και η οικογένεια Χριστοφιλέα

Στην κορυφή μια ξύλινης πυραμίδας χωρισμένης σε οριζόντια διαμερίσματα, η κεφαλή της Θεάς Υγείας, που άλλοτε είχε κλαπεί από αρχαιοκάπηλους από το μουσείο της Τεγέας και βρέθηκε από την Αστυνομία σε χωριό της Κορίνθου. Τα τέσσερα οριζόντια διαμερίσματα της πυραμίδας φιλοξενούν το καθένα κι από μία ρουλέτα. Όλες αυτές οι ρουλέτες κατασχέθηκαν από αστυνομικά όργανα σε σπίτια καθωσπρέπει, που είχαν μετατραπεί σε αυτοσχέδια καζίνο για να μαδιούνται οι αφελείς.  

Τη δεξιά γωνία του μουσείου καταλαμβάνουν τα λεπτεπίλεπτα μηχανήματα και το χειροκίνητο ταχυπιεστήριο της εταιρείας των κυρίων Βουτάκη και Ροβέρτου, με το οποίο κατασκευάζονταν οι αιγυπτιακές λίρες και τα παραχαραγμένα ελληνικά πεντακοσάρικα στην ιστορική έπαυλη του Φαλήρου. Η πολύκροτη αυτή υπόθεση ανήκει βέβαια στην ιστορία, τα πολύπλοκα όμως μηχανήματα διασώζονται, για να θυμίζουν τους μεταβατικούς σταθμούς που πέρασε η ελληνική εγκληματικότητα.

Παραπλεύρως, μια γυάλινη βιτρίνα, όμοια με εκείνες που φιλοξενούν τις πολύτιμες αρχαιότητες στα αρχαιολογικά μουσεία. Μέσα, όλων των ειδών τα διαρρηκτικά εργαλεία. Μικρά και εξόχου τέχνης.

Μαζί με αυτά η πανοπλία της συμμορίας Χριστοφιλέα. Από όλα, ξεχωρίζουν οι τρεις κόκκινες μάσκες των συμμοριτών και το φονικό πιστόλι της λησταρχίνας. Η μάσκα της Κούλας πολυτελέστατη, κόκκινη με χρυσά στίγματα και χρυσά γρόσια γύρω-γύρω.

Η τρίτη βιτρίνα γεμάτη με περίεργα εργαλεία και άπειρα ελληνικά χαρτόσημα. Είναι η συμμορία των παραχαρακτών των ελληνικών χαρτόσημων και τα έργα της. Αίσθηση εξαιρετική κάνει η ιδανική τελειότητα της απομίμησης. Κανένα  μάτι, έστω και του πλέον ειδικού, δεν μπορεί να διακρίνει τα πλαστά από τα γνήσια. Και απορεί κανείς πώς αποκαλύφθηκε η πλαστότητά τους.

Στον τοίχο, η φωτογραφία ενός μεγάλου σιδερένιου χρηματοκιβώτιου με μια χάσκουσα κυκλική τρύπα στη μια πλευρά.  Στην κορυφή του χρηματοκιβώτιου, μια πομπώδης επιγραφή: «Εργοστάσιον άκαυστων και αδιάρρηκτων χρηματοκιβωτίων».

Το έγκλημα στο Κολονιάλ και ο ληστής των σοφέρ

Δίπλα στη φωτογραφία αυτή, μια άλλη, εξαιρετικά περίεργη, που θυμίζει αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι η σκηνοθεσία ενός πλαστού εγκλήματος που είχε γίνει μέσα στο ξενοδοχείο «Κολονιάλ». Ο θυρωρός του ξενοδοχείου ρήμαξε το χρηματοκιβώτιο, κατόπιν έκοψε τα τηλεφωνικά σύρματα, ανέτρεψε τα πάντα μέσα στο διαμέρισμα, έκοψε λίγο το δάκτυλο του, ράντισε με μερικές σταγόνες αίματος το δάπεδο και κατόπιν εξαφανίστηκε. Τα πράματα στην αρχή έδειχναν ότι άγνωστη συμμορία δολοφόνων μπήκε στο ξενοδοχείο, δολοφόνησε τον θυρωρό, διέρρηξε το χρηματοκιβώτιο, πήρε το περιεχόμενό του, συμπεριέλαβε το πτώμα του θυρωρού στη λεία και εξαφανίστηκε. Ο αστυνόμος Κουτσομάρης στην αρχή ξαφνιάστηκε. Νόμισε αστραπιαία πως βρέθηκε στο Σικάγο. Τίποτα από αλλά αυτά όμως. Ο υπάλληλος βρέθηκε μετά από λίγες ώρες, χαίροντας άκρας υγείας, μαζί με όλα τα κλοπιμαία.

Τρίτη φωτογραφία στη σειρά με γιγαντιαία καβαλιστικά σημεία, ακατάληπτα για τον επισκέπτη. Είναι ο μίτος της Αριάδνης, χάρη στον οποίον ανακαλύφθηκε ο ληστής των σοφέρ. Το ένα και μόνο δακτυλικό αποτύπωμα του Τσιβλάκου, του περίφημου ληστή των τριάντα αυτοκινήτων, αποτυπωμένο σε μεγέθυνση σε ποικίλες μορφές. Χάρη σε αυτό, ανακαλύφθηκε ο ρηξικέλευθος ληστής, που έδωσε για αρκετούς μήνες αμερικάνικη χροιά στις μεσοπολεμικές στήλες των αστυνομικών ρεπορτάζ.

Οι κρυπτογραφικοί κώδικες των μπολσεβίκων

Η τέταρτη βιτρίνα φιλοξενεί τους κρυπτογραφικούς κώδικες των μπολσεβίκων. Είναι γραμμένοι με γραφομηχανή επάνω σε κομμάτια κρεπ ντεσίν, σε μέγεθος χαρτιού. Ράβονται στις φόδρες των σακακιών για να μην ανακαλύπτονται. Δίπλα, φύλλα με κρυπτογραφικά αλφάβητα διαφόρων κατηγοριών. Άλλο αλφάβητο για το Ηράκλειο, άλλο για την Καβάλα, άλλο για το Αγρίνιο. Κάθε πόλη έχει το δικό της κρυπτογραφικό αλφάβητο που επικοινωνεί με το κέντρο.

Στην άλλη πλευρά του τοίχου, άλλες φωτογραφίες περίεργες, καινούριου τύπου διαρρηκτικών εργαλείων και διαφόρων διάσημων εγκληματιών.

Και μια φωτογραφία κυριολεκτικά ανατριχιαστική. Είναι η φωτογραφία του εγκλήματος του Ευαγγελισμού, που τόσο συντάραξε την αθηναϊκή κοινωνία. Δράσης ο Πέρσης Λαζάροφ και θύμα η άτυχη οικονόμος του ιδρύματος.

Κρύπτες ναρκωτικών

Στην κορυφή μιας βιτρίνας, ένας ολόλευκος βαλσαμωμένος γλάρος. Ανακαλύφθηκε σε κάποιο αριστοκρατικό καταγώγιο. Έπαιζε μέσα στο σαλόνι το ρόλο διακοσμητικού πουλιού ανωτέρου υπόνοιας. Εντούτοις, ήταν παραγεμισμένος με σωληνάρια ναρκωτικών. Έκπληξη αλήθεια κάνει η εξεζητημένη επινοητικότητα των ραφιναρισμένων κακοποιών. Το καταστροφικό τους εμπόρευμα το αποθηκεύουν στις πλέον απίθανους αποθήκες. Ένας άδειος τενεκές πετρελαίου χρησιμοποιούμενος για μεταφορά νερού είναι αποθήκη ναρκωτικών άριστη. Το ξύλο του τενεκέ είναι ανεσκαμμένο και αν πιεστεί ένα κουμπάκι ανοίγει και αποκαλύπτεται μια αρκετά μεγάλης διαστάσεων κρύπτη. Τα ίδιο συμβαίνει με μια αθώα ξυλουργική πλάνη.  

Η τελευταία πλευρά του τοίχου είναι κατειλημμένη από τις αναμνηστικές φωτογραφίες των τελευταίων φοιτητικών ταραχών.

Μια γρήγορη ματιά στο σύνολο και το μυαλό του παλιού Αθηναίου αμέσως θα ανατρέξει στο παρελθόν, στο απλό εγκληματικό παρελθόν της παλιάς πρωτεύουσας. Τότε, που τα πράγματα ήταν απλά. Πορτοφολάδες, μανιταριτζήδες, διαρρήκτες. Τίποτα άλλο. Το 1930 όμως το έγκλημα έχει γίνει επιστήμη μεγάλη και πολύπλοκη. Δεν μπορεί ο καθένας να είναι ούτε αστυνομικός ούτε εγκληματίας. Για να είναι, για να μπορεί να είναι, πρέπει να έχει μυαλό σπουδαίο και επινοητικότητα εφευρέτη. Αλλιώς, είναι αδύνατον να σταθεί έστω και λίγο καιρό στην επιφάνεια…  

Το red n’ noir προτείνει:

 

Μαύρο δελφίνι VI

Έστριψε δεξιά στην Βουλγαροκτόνου  κατηφόρισε  την Ζ. Πηγής και  στην συνέχεια έστριψε δεξιά στην Αραχώβης. Ήταν μία από τις πολλές διαδρομές που ακολουθούσε  με τα πόδια για να αποφύγει τους μπάτσους στην Καλλιδρομίου και τα μηχανάκια με τους κάγκουρες της ομάδας δέλτα.

Έκανε ψοφόκρυο και η πλατεία Εξαρχείων είχε ελάχιστο κόσμο, να καπνίζει μπάφους γύρω από μικρές φωτιές σε παρέες των τριών-τεσσάρων ατόμων. Τον πλησίασε ένα άτομο με εμφάνιση άστεγου. Ήταν βρώμικος  και ρακένδυτος, με κλαψιάρικη φωνή. Έχω άκρη για ζα, μπάφο, σίσα, κοκ…

«Κοπάνα την», τον έκοψε.

«Αν δεν θες κάτι μην ξαναπεράσεις από εδώ», είπε με κουτσαβάκικο ύφος.

Ο Βιλέν ένοιωσε να τσιτώνει. Του έδωσε  μία σπρωξιά και τον ξάπλωσε φαρδύ- πλατύ κάτω. Καθώς ξεμάκρυνε τον άκουσε να βρίζει.

«Μαλάκα, γαμιόλη, γύρνα πίσω αν είσαι άντρας να λογαριαστούμε.»

Μπήκε στο καφενείο. Είχε μόνο δύο παρέες. Ο Ιανός καθόταν παράμερα δίπλα στην τζαμαρία, καπνίζοντας Κάμελ σκέτα με ουίσκι σε νεροπότηρο μπροστά του.

«Καλώς τον. Όλα καλά;»

«Θα μου πεις τι στο διάολο συμβαίνει;»

«Τίποτα. Όλα είναι υπό έλεγχο.»

«Που εξαφανίστηκες»

«Ήμουν στο Ελμπασάν, αρρώστησε η μάνα μου.»

«Έμαθες τι έγινε;»

«Λες για τον πρεζέμπορα; Ναι το έμαθα. Να ‘γιάσουν τα  χέρια  αυτού που το έκανε. Αλλά δεν είχα εγώ σχέση.»

Ο Βιλέν δεν  έδειχνε να τον πιστεύει αλλά δεν επέμεινε.

Η επόμενη δουλειά που του ανάθεσε ο Ιανός ήταν ευκολάκι. Να τρίξει τα δόντια σε έναν ντόπιο σωματέμπορο που κρατούσε φυλακισμένα ανήλικα κορίτσια  σε διαμερίσματα  στην Βικτώρια για να τα εκδίδει. Του έδειξε μία φωτογραφία στο κινητό του.

«Θα τον βρεις Φυλής 86. Περνάει γύρω στα μεσάνυχτα από τα μπουρδέλα να μαζέψει την είσπραξη. Δώσ’ του ένα μήνυμα από μένα.»

«Τι να λέει το μήνυμα;»

«Ότι δεν θα υπάρξει δεύτερη προειδοποίηση, κατάλαβες;»

Ο Βιλέν κατάλαβε. Όπως κατάλαβε και ο καργίολης που κρατούσε γονατιστό από το φούτερ. Ήταν μέσα στα αίματα και του έλειπαν δύο μπροστινά δόντια..

«Κατάλαβες; Την επόμενη φορά δεν θα σου χαλάσω  μόνο την μόστρα.»

Κάτι πήγε να πει αλλά πνίγηκε στο αίμα.

«Τέλος οι μπίζνες στην γειτονιά. Τον πούλο!»

Του έβαλε την κουκούλα από το φούτερ και του έριξε μερικά ακόμα κλωτσίδια στα πλευρά. Όταν έφυγε ο άλλος σερνόταν στον δρόμο σαν  βρωμερό σκουλήκι βογκώντας.

Γύρισε σπίτι, για να διαπιστώσει ότι τα ρούχα του ήταν μέσα στα αίματα. Έκανε ένα μπόγο τα ματωμένα ρούχα και τα πέταξε σε έναν κάδο τρία τετράγωνα πιο κάτω.

*

Οι επόμενες μέρες κύλησαν αδιάφορα, με πιόματα και βόλτες στα σκυλάδικα της Αχαρνών. Πέρασε την πόρτα από ένα τέτοιο μαγαζί  γύρω στις 12, με το ζαβό τον Κυριάκο ντυμένο σαν κλαρινογαμπρό. Άφησε την καμπαρντίνα του στην γκαρνταρόμπα και η μικρή του έδωσε ένα καρτελάκι. Η τραγουδιάρα έλεγε κάποιο  καμένο καψουροτράγουδο. Το πρόγραμμα της μπουζουκερί είχε αρχίσει. Το μαγαζί ήταν τελειωμένο: Κακοφωτισμένο, βρώμικο και με άθλια ηχητικά. Δεν γούσταρε τέτοια μαγαζιά αλλά το παρακαλούσε το ζαβό να κάνουν να πάνε του δείξει πως γλεντάνε στην πατρίδα του.

«Σε όλα τα μαγαζιά έχω τραπέζι με μπουκάλι, ακόμα και αν είναι πήχτρα», κόμπασε ο Κούλης. Πράγματι  τους περίμενε τραπέζι  με μπουκάλι πέρδικα και τα ποτήρια γυρισμένα ανάποδα πάνω σε χαρτοπετσέτες.

Η τραγουδιάρα εξαφανίστηκε σε αυτό που ο Βιλέν υπέθεσε ότι είναι η κουίντα. Άναψαν τα φώτα και οι μουσικοί άρχισαν να παίζουν έναν αδιάφορο σκοπό. Εμφανίστηκαν οι χορεύτριες, όλες πάνω από 40  με σκισμένα  καλτσόν να κάνουν χορευτικές φιγούρες. Όταν μία από αυτές επιχείρησε να κάνει μία πιρουέτα, η φθαρμένη κόκκινη γόβα προσγειώθηκε στο μπροστινό τραπέζι, αλλά δεν γέλασε κανένας από τους θαμώνες. Οι χορεύτριες εξαφανίστηκαν στα παρασκήνια, μαζί με την άτυχη καλλιτέχνιδα που προηγουμένως είχε μαζέψει την γόβα. Σαπίλα σκέφτηκε ο Βιλέν και δεν είχε άδικο. Το μαγαζί ήταν άθλιο. Μία δυνατή υπόκρουση της ορχήστρας και καπνοί στην πίστα, έδωσαν το σήμα ότι βγαίνει η φίρμα του σκυλάδικου. Ήταν 60άρης με μελιτζανί λαμέ σταυροκουμπωτό κοστούμι μαύρο πουκάμισο, ανοιχτό να φαίνεται η χοντρή χρυσή αλυσίδα και μαύρα γυαλιά ηλίου τύπου Ωνάση.

Στο μπροστινό τραπέζι, ήταν μία μεγάλη παρέα από την οποία ξεχώριζε μία πανέμορφη παρουσία. Ήταν 20-22 χρονών ψηλή, μελαχρινή με κοντά καρέ μαλλιά και μάλλον πράσινα ή γαλάζια μάτια. Δίπλα της καθόταν ένας αρκετά μεγαλύτερος άνδρας, μπορεί και 60 χρονών που προσπαθούσε να την παλαμαριάσει. Η πιτσιρίκα αντιστεκόταν, ενώ με γκριμάτσες προσπαθούσε να δείξει ότι δεν γουστάρει. Άλλο ένα βαρετό βράδυ, άλλο ένα ξενύχτι δίχως σκοπό σκέφτηκε βαριεστημένα ο Βιλέν. Και ενώ ήταν έτοιμος να την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια τότε συνέβη.

Ο 60αρης έβγαλε ένα μεγάλο κουτί από κόσμημα και το άνοιξε μπροστά της. Ξαφνικά η μικρή άλλαξε. Τον αγκάλιασε με ένα πλονζόν, όπως θα έκανε μόνο ένας επαγγελματίας τερματοφύλακας και άρχισε να τον φιλάει.

«Ορίστε κυρίες και κύριοι κορίτσι για σπίτι», είπε ο τραγουδιάρης διακόπτοντας το τραγούδι. Μόνο από πίσω ακουγόταν να βαράνε τα όργανα σε κάτι που θύμιζε αμανέ.

«Και ο κύριος έχει τον τρόπο του», συνέχισε ο τραγουδιάρης. «Κόρη σας είναι κύριε;»

Κανείς δεν γέλασε, μόνο ο Κούλης έδειχνε να το απολαμβάνει. Δυσαρεστημένος ο άνδρας έπιασε την κοπέλα από το χέρι και προσπάθησε να το τραβήξει προς την έξοδο. Εκείνη κάτι του έλεγε και έδειχνε τσαντισμένη σαν να μην θέλει να τον ακολουθήσει. Ο τραγουδιάρης συνέχισε να τραγουδάει σαν να μην τρέχει κάστανο.

«Μείνε εδώ», είπε στο βλαμμένο. «Εγώ φεύγω.»

Βγήκε φορώντας την καμπαρντίνα. Ο πορνόγερος προσπαθούσε να την βάλει με την βία σε μία μερσεντές. Ο Βιλέν τον γράπωσε από τον γιακά.

«Αρκετά.»

«Τι ανακατεύεσαι ρε μαλάκα, ξέρεις ποιός είμαι εγώ;»

Ο Βιλέν δεν απάντησε. Μόνο του έχωσε μία κλωτσιά στο  πίσω  χιαστό και τον γονάτισε. Έσκυψε και έβγαλε το Ρούγκερ από την μπότα και του το κόλλησε στην μούρη.

«Αν σε ξαναδώ εδώ, είσαι νεκρός.»

Ο άλλος σηκώθηκε κάνοντας μία γκριμάτσα πόνου μπήκε στο αμάξι και έφυγε σπινάροντας.

«Και τώρα;» ρώτησε  η γαλανομάτα.

«Τώρα μπορείς να φύγεις ή να μπούμε μέσα και να συνεχίσουμε.»

Και μπήκαν.

(Τέλος επεισοδίου. Όλα τα επεισόδια εδώ)

Το red n’ noir προτείνει βιβλία: