Αρχική Blog Σελίδα 21

Η ληστεία της Πέτρας ΧIV

Κεφάλαιο 28 (25 Ιουνίου 1926 – άνοιξη 1927)

Όταν ο Θύμιος Ρέντζος ήταν στο Διοικητήριο των Ιωαννίνων κατάλαβε ότι ο στρατηγός Μάρκου, ο Διαλλέτης, ο Γάσπαρης και ο επίτροπος Λεοντώνιος, υπό την πίεση της κοινής γνώμης, είχαν παύσει να θεωρούν αυτόν και τον αδελφό του ανεύθυνους του εγκλήματος στην Πέτρα, έφυγε, δίνοντας την υπόσχεση ότι θα επιστρέψει σε λίγο με τον αδελφό του Γιάννη Ρέντζο, προκειμένου να αντικρούσουν τις επίσημες καταθέσεις και τις εναντίον τους φήμες.

Όμως ο Θύμιος Ρέντζος είπε αυτά μόνο για να ξεφύγει και αφού έφυγε δεν είχε στο μυαλό του να ξαναγυρίσει και να πιαστεί στη φάκα. Πήγε σπίτι του που τον περίμενε ο αδελφός του. Αυτός ήταν περισσότερο πληροφορημένος, μολονότι δεν μετέβη στο Διοικητήριο. Λίγη ώρα πριν είχε συναντήσει έναν αξιωματικό και από αφέλεια ή για να παράσχει εκδούλευση του είπε:

«Πώς δεν σας έπιασαν ακόμα;»

«Μα γιατί να μας πιάσουν;»

«Έτσι έμαθα πως λένε.»

Ο Γιάννης γέλασε εκείνη τη  στιγμή και έτρεξε στο σπίτι του. Όταν ο Θύμιος έφτασε μετά από λίγο τα είχε όλα έτοιμα για τη φυγή τους. 

«Δρόμο χωρίς άλλη κουβέντα!», είπε στο Θύμιο μόλις τον είδε. Μας πιάνουν.

«Το ξέρεις; Έτοιμος είσαι;»

Παρέστεκε εκεί η μητέρα τους και η γυναίκα του Γιάννη. Συνηθισμένες από τέτοιες περιπέτειες δεν έδειχναν και πολλή συγκίνηση. Η μητέρα τους μόνο σιγόκλαιγε και έτρεμε.

«Τι θα γίνουμε; Άλλα βάσανα!»

«Σώπα!», της φωνάζει ο Γιάννης. Ας είναι καλά οι πατριώτες μας που θέλουν να μας βγάλουν το μάτι.

Όταν η νύχτα έπεσε πυκνή στα Γιάννενα από το σπίτι των Ρεντζαίων βγήκαν δυο γέροι με μακριά γενειάδα. Περπατώντας γοργά τράβηξαν από τον δημόσιο δρόμο προς την αγροσυνοικία του Εμίν-Αγά, λίγο κάτω από το Μπιζάνι. Εκεί έμειναν σε μια σκηνή επί πολλές μέρες.

Λίγο πιο κάτω γίνονταν ο περίφημος «Θρήνος του Λούρου» και πληθυσμοί ολόκληροι δέρνονταν και ζεματίζονταν με λάδι από τα όργανα της τάξης, για να μαρτυρήσουν ποιοι έκαναν τη ληστεία της Πέτρας.

Όταν οι διώκτες αντιλήφθηκαν τη φυγή τους, κινητοποίησαν τάγματα ολόκληρα προς τη ελληνο-αλβανική μεθόριο και τα Ζαγόρια με τη σκέψη ότι οι λήσταρχοι θα έφευγαν προς την Αλβανία ή θα φιλοξενούνταν σε κάποιο χωριό του Ζαγοριού που είχαν πολλούς συγγενείς, ξεχνώντας πως είχαν φίλους και στη μικρή ηπειρωτική γωνίτσα.

Έτσι, οι λήσταρχοι έμειναν στου Εμίν Αγά μήνα ολόκληρο. Εκεί δεχτήκανε σειρά πρακτόρων τους, οι οποίοι, ερχόμενοι σε επαφή με τα όργανα της αρχής, ήταν εν γνώση των κινήσεων τους και τους μετέδιδαν κάθε λεπτομέρεια.

Αλλά ο «Κλοιός του Μακρυγιάννη» και ο «Θρήνος του Λούρου» ανέβαινε προς το Εμίν Αγά. Από σπίτι σε σπίτι ο περίφημος αξιωματικός της χωροφυλακής Μακρυγιάννης έψαχνε, ανέκρινε και έδερνε αλύπητα τους δήθεν πάντα αγνοούντες. Η μέρα που θα έφτανε και στη στάνη που φιλοξενούσε τους Ρεντζαίους πλησίαζε. Οι φίλοι τους καθώς και ο τσέλιγκας που είχε δώσει την κρυψώνα ανησύχησαν. Έπρεπε να φύγουν αλλά πὠς; Τα πόστα είχαν τώρα πιαστεί και κανείς δεν μπορούσε να περάσει.

Όμως οι Ρεντζαίοι είχαν πεποίθηση στον αστερισμό τους και δεν ήταν δυνατό να υποχωρήσουν. Στη στάνη που κρύβονται συγκροτείται μια νύχτα συμβούλιο όλων των πρακτόρων και των κορυφών του ληστρικού επιτελείου. Από μερικούς προτείνεται να κατέβουν από τον ποταμό Λούρο στη Φιλιππιάδα και από εκεί να γίνει επιβίβαση στην Πρέβεζα και με ατμόπλοιο να φτάσουν στον Πειραιά, αλλά η ιδέα απορρίπτεται.

Κατά μήκος του Λούρου τα αποσπάσματα σχεδόν σκάβουν τον τόπο για τον εντοπισμό τους και κουνούπι δεν είναι δυνατό να περάσει. Το ξύλο που πέφτει αλύπητα είχε ανοίξει τα στόματα όλων και βγάζουν στη φόρα  ό,τι ξέρουν ή ό,τι μάθαιναν.

Το κρέμασμα των μπιστικών του μοναστηριού του Προφήτη Ηλία και η παράλυση των ποδιών του ιδιόκτητη του πανδοχείου απέναντι από τον τόπο του εγκλήματος της Πέτρας, έχουν βάλει σε πανικό όλους τους νομάδες και κανείς δεν τολμάει να φανεί καν ότι έχει σχέση με τους ληστές και προπάντων με τους Ρεντζαίους. Το ληστοροτροφικό δίκτυο έχει σβήσει.

Τίθεται, λοιπόν, σε εφαρμογή το εξής θρασύτατο σχέδιο. Φεύγουν δυο άνθρωποι των Ρεντζαίων και άγνωστο πώς και τι έκαναν, επιστρέφουν τα ξημερώματα με τέσσερα αμπέχονα χωροφυλάκων. Τα φορούν. Φοράει επίσης ένας τους και έναν μανδύα με καθαρά πάνω τους τα τρία γαλόνια του βαθμού του νωματάρχη. Και πριν ο ήλιος φέξει, ένα τέλειο απόσπασμα χωροφυλάκων με επικεφαλής ένα κομψό νωματάρχη βγαίνει στον δημόσιο δρόμο. Ο Γιάννης και ο Θύμιος είναι απλοί χωροφύλακες. Έχουν ξυρίσει τα μουστάκια τους το αρειμάνιο ύφος τους τώρα έχει μεταβληθεί σε ύφος άπειρων νεοσύλλεκτων.

Το απόσπασμα όχι μια φορά, αλλά επανειλημμένως, συναντιέται με άλλα αποσπάσματα, αλλά η σύγχυση είναι τέτοια από την πληθώρα των αποσπασμάτων που κυκλοφορούν, ώστε κανείς δεν υποψιάζεται τίποτα. Το απόσπασμα περνάει μέσα από την πλατεία Ιωαννίνων και κάτω από το Διοικητήριο, έξω από το οποίο εκείνη τη στιγμή ο διοικητής της 8ης Μεραρχίας ανταλλάσει ζωηρές φράσεις με τον κύριο Γάσπαρη.     

*

Ένα χρόνο πέρασαν οι Ρεντζαίοι στην Ήπειρο μέχρι να φύγουν στο εξωτερικό περιφερόμενοι από χωριό σε χωριό, πότε μεταμφιεσμένοι σε χωροφύλακες, πότε ως γέροντες έμποροι και νομάδες και παραπάνω από μια φορές επισκέφτηκαν τα Γιάννενα.

Την ίδια περίοδο πάνω από χίλιοι άνθρωποι κρατήθηκαν, φυλακίσθηκαν, εξορίστηκαν σε νησιά και βρέθηκαν υπό επιτήρηση, προκειμένου να κοπεί ο συνδετικός κρίκος της ληστοτροφίας και να αποκαλυφθεί επιτέλους που βρίσκονται οι Ρεντζαίοι. Χαμένος χρόνος. Τα κρατητήρια Ιωαννίνων, Φιλιππιάδας και Πρέβεζας πληρούνταν ασφυκτικά, τα ατμόπλοια φεύγουν κατάφορτα από νομάδες και χωρικούς απελαυνόμενους, το ξύλο εξακολουθεί αλύπητο στους Ζαγοριανούς, χωρίς αποτέλεσμα. Άλλος τους υπολογίζει στην Πρεμετή, άλλος έξω από την Παραμυθιά, άλλος μέσα στα Γιάννενα. Οι αποσπασματάρχες τρέχουν, φουσκώνουν, ξεφουσκώνουν, δεν αφήνουν πέτρα πάνω στην πέτρα, οι καταθέσεις συσσωρεύονται κατά εκατοντάδες και οι πληροφορίες βρίσκουν η μια πάνω στην άλλη. Έπειτα από μερικούς μήνες αρχίζει η κόπωση, τα μέτρα χαλαρώνουν και έξι μήνες μετά σταματούν τελείως.

Τα κεφάλια τους επικηρύσσονται για ένα εκατομμύριο και τετρακόσιες χιλιάδες. Φοβούνται την προδοσία ακόμα και από φίλους, διαδίδουν ότι έχουν φύγει στο εξωτερικό όμως κάθονται κρυμμένοι μισό χρόνο ακόμα. Λημεριάζουνε από βουνό σε βουνό και ενεργούνε, ώστε να φύγουνε προς Αλβανία.  

Η άνοιξη πλησιάζει και οι πλαγιές είναι ακόμα γεμάτες χιόνια. Όσα αποσπάσματα έχουν ξεμείνει στα βουνά χουζουρεύουν μέσα στις στάνες, στις οποίες έρχονται συνήθως οι βοσκοί να διαπραγματευτούν δουλειά για τις θερινές βοσκές. Τα περισσότερα αποσπάσματα είναι προς την Φιλιππιάδα που είναι οι χειμερινές βοσκές. Έτσι ο δρόμος προς την Αλβανία είναι σχεδόν ελεύθερος. Ο μόνος κίνδυνος είναι τα φυλάκια αλλά οι στρατιώτες κοιτάζουν μην καταπατηθούν τα σύνορα και όχι ποιος περνάει.

Οι δυο Ρεντζαίοι είναι ντυμένοι βλάχικα και έτσι που δεν ανθούν τα μουστάκια τους δίνουν εντύπωση νεοσύλλεκτων γιδοβοσκών. Έχουν μαζί τους τέσσερα πρόβατα και φτάνουν νύχτα στο «στένωμα» της Κακαβιάς, όπου τα δυο φυλάκια, το ελληνικό και το αλβανικό βλέπουν το ένα το άλλο σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μέτρων.

Μένουν εκεί με πολλή προφύλαξη και όταν κατά τα μεσάνυχτα το σκοτάδι έχει πέσει βαθύ, χτυπούν τα δυο πρόβατα προς το μέρος του ελληνικού φυλακίου και τα άλλα δύο προς το μέρος του Αλβανικού. Τα ζώα φεύγουν τρεχάτα προς τις αντίθετες διευθύνσεις και οι σκοποί, ακούγοντας ποδοβολητά, αρχίζουν τους πυροβολισμούς κατ’ αλλήλων. Ακολουθεί σύγχυση και έπειτα εξηγήσεις για την αιτία των πυροβολισμών και στο τέλος-τέλος για την προέλευση των προβάτων και για το ποιο φυλάκιο θα τα κρατήσει. 

Μέσα στην σύγχυση, που σκόπιμα προκάλεσαν οι Ρεντζαίοι, πηδούν από έναν βράχο είκοσι μέτρα κάτω από το μέρος που ο αλβανός και ο έλληνας διοικητής του φυλακίου τσακώνονταν για τα πρόβατα.

Αθέατοι κατόπιν με τα πασουμάκια τους στα χέρια τρέχουν προς το εσωτερικό της Αλβανίας, ώσπου απομακρύνονται σε απόσταση από τα φυλάκια. Τρέχουν μια ώρα δρόμο και μόλις φτάνουν σε κάποιο γνώριμο τους καταφύγιο πέφτουν για ύπνο.

Το πρωί φρεσκότατοι και ήσυχοι, έχοντας ξεφύγει από τον εφιάλτη της ελληνικής χωροφυλακής μπερδεύονται μέσα στους Αλβανούς, που κατά εκατοντάδες γυρίζουν τις παραμονές της άνοιξης να πιάσουν δουλειά στους βοσκότοπους. Είναι πια πάλι ξένοιαστοι.           

Κεφάλαιο 29 (Κυριακή 13 Ιουνίου 1926)

Η χρηματαποστολή αναχωρεί δυο βδομάδες αργότερα από το αρχικό πλάνο. Τις πληροφορίες για την ημερομηνία, την ώρα,  Η συμμορία είχε συγκεντρωθεί από το βράδυ κάπου κοντά στο Μοναστήρι του Παπα-Γιάννη. Τα όπλα τους τα είχε κρύψει από πιο πριν εκεί ένας Τσέλιγκας. Ο Διαμαντής έχει κρατήσει τον αριθμό και τα χαρακτηριστικά του αυτοκινήτου που νοικιάστηκε προκειμένου να μεταφέρει τα χρήματα και τους συνοδούς του. Δουλειά του είναι να το αναγνωρίσει όσο οι άλλοι θα περίμεναν για να το ληστέψουν. Είναι αποφασισμένοι να σηκώσουν τα δεκαπέντε εκατομμύρια που μεταφέρει η Τράπεζα στην Αθήνα μέσω Πρεβέζης.

Η ομάδα αποτελείτε από έξι. Τον Μερεμέτη, τον Διαμαντή, τον Λάμπρο Στάθη, τον Καψάλη, τον Κόκκαλη και τον Ανδρέα Κώτση. Στο κόλπο είναι και άλλοι δύο. Ο υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας Νικόλαος Σταμάτης καθώς και ο κλητήρας Καλλίγερος που είναι ένας από τους συνοδούς της χρηματαποστολής.

Μόλις ο ουρανός αρχίζει να ροδίζει καταλαμβάνουν τις θέσεις τους. Πιάνουν πόστα σε τέσσερεις μεριές για να μην τους φύγει κανείς. Έχουν κόψει ένα μεγάλο δένδρο και περιμένουν να το ρίξουν για να φράξει τον δρόμο όταν έρθει η ώρα. Ο Διαμαντής που ξέρει τ’ αμάξι θα δώσει το σινιάλο.

Οι ώρες περνάνε και το αυτοκίνητο δεν φαίνεται. Κάποτε ακούγετε ένας κρότος μηχανής. Αρπάζουν αμέσως τα όπλα και περιμένουν. Ο Διαμαντής όμως δεν δίνει σινιάλο. Το αυτοκίνητο είναι άλλο. Μια ώρα μετά επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό.

Γύρω στις οκτώ το πρωί, το αυτοκίνητο ξεπροβάλει στη καμπή που υπάρχει μεταξύ του 27ου και 28ου χιλιομέτρου της οδού Ιωαννίνων-Πρεβέζης. Ο Διαμαντής δίνει το σήμα και οι υπόλοιποι γεμίζουν τα ντουφέκια και περιμένοντας το πρόσταγμα. Ο Μερεμέτης πετάει το δένδρο και φράζει τον δρόμο. Οι άλλοι ταμπουρώνονται πίσω από πέτρες για να μην τους πάρει καμιά σφαίρα στην συμπλοκή που θα ακολουθήσει.

Είναι οχτώ το πρωί και το αυτοκίνητο που μεταφέρει χρηματοδέματα του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Πρέβεζας προς την Αθήνα έρχεται με μεγάλη ταχύτητα. Ο οδηγός βλέπει τον φραγμένο δρόμο. Τινάζεται όρθιος. Μια ομοβροντία πυροβολισμών από την μπροστινή, την πίσω και την αριστερή μεριά από έξι ένοπλους ταράζει την απόλυτη ησυχία προκαλώντας σύγχυση στους επιβάτες.

Το μακελειό αρχίζει. Οι επιβάτες του αυτοκινήτου όπως είναι στριμωγμένοι μετατρέπονται σε έναν ενιαίο στόχο για τα ντουφέκια που αδειάζουν πάνω τους ακατάπαυστα. Με τους πρώτους πυροβολισμούς σκοτώνονται οι περισσότεροι όμως ο οδηγός δεν χάνει την ψυχραιμία του. Κάνει αμέσως όπισθεν. Συγχρόνως, ένας χωροφύλακας ανταποδίδει τα πυρά πετυχαίνοντας ξώφαλτσα τον Κώτση στο πόδι.

Η χρηματαποστολή δεν προλαβαίνει να κάνει πάνω από πέντε μέτρα πίσω. Μια καινούρια ομοβροντία αφήνει άπνουν τον οδηγό. Έχει δεχθεί πολλές σφαίρες στο κεφάλι και το στήθος. Το αυτοκίνητο ακυβέρνητο πια, πέφτει σε παρακείμενη χαράδρα. 

Πέντε ληστές με στρατιωτική ενδυμασία προχωρούν με προτεταμένα τα όπλα πυροβολώντας διαρκώς. Άπαντες, εκτός από τον χωροφύλακα, τον Λαζαρίδη και τον έμπορο Παπαγεωργίου φονεύονται επί τόπου. Φονεύεται μέχρι και ο κλητήρας Καλλίγερος που ήταν στο κόλπο για να μην μείνουν μάρτυρες.

Το πρόσωπο του Λαζαρίδη έχει τόσο κοκκινίσει από το χυμένο αίμα των φονευμένων, ενώ είναι καταπλακωμένος από τα πτώματα, που οι ληστές θεωρούν και τον ίδιο νεκρό. Να ένας τρόπος να σωθεί η ζωή σου.

Ο αρχηγός των ληστών απευθύνεται στον έμπορο Παπαγεωργίου.

«Έχει άλλα ρε;»

«Όχι καπετάνιο», απαντάει ο Παπαγεωργίου

«Πρόσεξε, μωρέ, μη με κοροϊδεύεις».

«Όχι, καπετάνιο μου, λέω αλήθεια».

«Τότε πέθανε και ’συ να ησυχάσω», λέει ο αρχηγός και αδειάζει το περίστροφο κατά του Παπαγεωργίου.

«Μην αφήστε κανέναν ζωντανό, διατάσσει. Σκοτώστε τους όλους γιατί χαθήκαμε!» Ο Παπαγεωργίου παρά τους πυροβολισμούς δείχνει ακόμα σημάδια ζωής και ένα ληστής υπακούοντας τις εντολές του κόβει τον λαιμό με χατζάρα.

Τελικός απολογισμός τρεις χωροφύλακες, ο ταμίας Καλλίγερος και δυο κλητήρες απλώς νεκροί, ενώ επιπλέον νεκρός αλλά και χωρίς κεφάλι είναι ο έμπορος Παπαγεωργίου. Γλιτώνουν μονάχα δύο. Ο Λαζαρίδης που έκανε τον πεθαμένο και ένας χωροφύλακας που κρύφτηκε σε κάτι θάμνους.

Ο Κόκκαλης βλέπει ότι κανείς από τους επιβάτες δεν σαλεύει. Τρέχει προς τ’ αυτοκίνητο. Οι άλλοι έχουν τα όπλα έτοιμα για κάθε ενδεχόμενο. Ο Κόκκαλης προχωράει με προφύλαξη για την περίπτωση που κάποιος χωροφύλακας ζει ακόμα. Όλοι του φαίνονται νεκροί. Δίνει σύνθημα στους άλλους. Τα δεκαπέντε εκατομμύρια είναι τοποθετημένα σε δεσμίδες των εφτακοσίων πενήντα χιλιάδων μέσα σε δερμάτινες τσάντες, τοποθετημένα κάτω από το πυκνό κάθισμα. Για να τα πάρουν σηκώνουν τους πεθαμένους και γεμίζουν με το αίμα τους τα χέρια τους.

(Το επόμενο Σάββατο το τελευταίο επεισόδιο: Να μη μας σκοτώσουν θέλουμε και εδώ μέσα ζούμε και εκατό χρόνια)

Θες;

Λέει ο μύθος, πως απ’ το πιθάρι βγήκαν όλα τα δεινά, μα η ελπίδα έμεινε. Για να δείξει στον άνθρωπο ότι τίποτα δεν τελείωσε ακόμη. Έχω πεισθεί πως η ελπίδα, είναι το πιο οδυνηρό βασανιστήριο που πλήττει εμένα κι εσένα και όλους. Η ελπίδα, δεν είναι τίποτα παραπάνω από ψεύτικες υποσχέσεις. Που δεν τηρούνται. Δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια λανθασμένη οπτική της έκβασης των πραγμάτων. Μια, σιχαμένα, στολισμένη φράση: «όλα θα πάνε καλά’». Όμως σ’ αυτόν τον κόσμο-συνήθως-τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Και το τέλος δεν είναι αίσιο. Κι ελπίδα μοιάζει πια, μια χαζή δικαιολογία για ν’ αποφύγουμε, ίσως, τις συνέπειες των πράξεών μας. Των «σ’ αγαπώ» μας, των «δε σ’ αγαπώ» μας. Ίσως μια ενδεχόμενη θλίψη. Αλλά η θλίψη, είναι δέκα φορές πιο μεγάλη όταν κρατάς για το τέλος της ιστορίας την ελπίδα. Στο τέλος, ο θάνατος, είναι πάντα θάνατος. Η εκμετάλλευση, πάντα εκμετάλλευση. Κι η ζωή, πάντα ζωή είναι στο τέλος. Λέω να πάψουμε να κρύβουμε τη ζωή, κάτω απ’ τη λέξη «ελπίδα». Θες;

Μάης 1936: Ψιλή κουβέντα με τον Aspalax

O «Μάης του 1936» είναι κόμιξ σε κείμενο και σχέδιο του Aspalax, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις μας (red n’ noir editions) τον Απρίλη του 2020, εν μέσω lock down. Η ιστορία βασίζεται στη γνωστή φωτογραφία της μητέρας του Τάσου Τούση, που  θρηνεί πάνω από το νεκρό σώμα του γιου της, του πρώτου νεκρού από τη μεγάλη απεργία της Θεσσαλονίκης τον Μάη του 1936. Δίπλα σε αυτή τη μητέρα, μέσα στο κάδρο της φωτογραφίας, στέκεται ένα νεαρό αγόρι, μάρτυρας του γεγονότος στο οποίο ο δημιουργός αποδίδει κεντρικό ρόλο στην ιστορία, αναθέτοντάς του να αφηγηθεί την ιστορία μέσα από τα μάτια του.

Για την αρχική ιδέα του κόμιξ, για την πρώτη ύλη που χρησιμοποίησε, για την περίοδο του Μεσοπολέμου, για τις αυοτεκδόσεις, για το πώς προέκυψε το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Aspalax αλλά και για υψηλοτέρα ερωτήματα, όπως οι σπουδαίες αποφάσεις τις ζωής, μιλήσαμε με τον δημιουργό και όλες οι απορίες μας λύθηκαν σε λιγότερες από χίλιες λέξεις!

Θυμάσαι κάτι σε σχέση με το πότε είδες πρώτη φορά τη φωτογραφία του νεκρού Τάσου Τούση;

Την έχω δει πολλές φορές τη φωτογραφία, από το Πανεπιστήμιο ακόμη στο μάθημα της ποίησης για τον Ρίτσο. Φυσικά, το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση στη φωτογραφία ήταν η μάνα που είχε πέσει πάνω από το πτώμα του Τάσου και αμέσως μετά το μάτι μου έπεσε στον μικρό στην άκρη της φωτογραφίας, που δεν είχε σχέση με το θέμα αλλά και είχε, γιατί ενσωμάτωνε την απόγνωση του κόσμου γύρω από το πτώμα. Και αυτός ο μικρός φαινόταν χαμένος, ανήμπορος να αντιδράσει, μουδιασμένος, αλλά ήταν εκεί. Είναι μια παραπομπή αυτή η φιγούρα σε όλο τον κόσμο που είχε βγει στους δρόμους εκείνη τη μέρα.

Από πού άντλησες τις ιστορικές πληροφορίες και το οπτικό υλικό;

Τις ιστορικές πληροφορίες τις πήρα από διάφορες σελίδες στο ίντερνετ που σχετίζονται με το εργατικό κίνημα στον ελληνικό χώρο αλλά και από το βιβλίο του Αβραάμ Μπεναρόγια «Ελπίδες και Πλάνες». Βασικά, από αυτό το βιβλίο ξεκίνησα, και μετά με τις αναφορές που είχε αυτό έκανα και μια μικρή έρευνα στο ίντερνετ. Βρήκα πολλές πληροφορίες και γεγονότα που φυσικά δεν μπορούσα να τα ενσωματώσω όλα μέσα στο κόμιξ.

Το οπτικό υλικό και πάλι το μάζεψα από το ίντερνετ αλλά και από την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Μέρες του ΄36». Εκεί αναπαριστώνται τα γεγονότα και βρήκα πολύ υλικό και οπτικές αναφορές για να μπορέσω να σχεδιάσω. Βρήκα κάποιες φωτογραφίες επίσης από εφημερίδες της εποχής που κυκλοφορούν στο ίντερνετ αλλά και από το βρετανικό ψηφιακό αρχείο British Pathé για τη Σαλονίκη και την εποχή.

Η προσωπική ιστορία του αφηγητή σου (του νεαρού αγοριού της φωτογραφίας) είναι εντελώς φανταστική ή βασίζεται σε κατατεθειμένες εμπειρίες πραγματικού προσώπου ή προσώπων;

Πήρα τη φιγούρα αυτού του μικρού και πάνω σε αυτόν έχτισα τον βασικό αφηγητή/ήρωα του κόμιξ. Αφηγείται ο ίδιος στο κόμιξ, αλλά αυτά που αφηγείται δεν είναι προσωπικές μαρτυρίες του ίδιου ή ενός προσώπου. Συγχωνεύει όλες τις πληροφορίες και τις μαρτυρίες που συνέλεξα από τη μικρή έρευνα που έκανα για τα γεγονότα. Μετέτρεψα αυτές τις πληροφορίες σε φωνή του ήρωα.

Σε ενδιαφέρει γενικότερα η περίοδος του Μεσοπολέμου ή ήταν μόνο το συγκεκριμένα γεγονότα;

Η περίοδος ναι, με ενδιαφέρει, γιατί είναι μια μεταβατική και σκοτεινή περίοδος. Έχουν γίνει πολλές μεταβάσεις σε πολιτικό, καλλιτεχνικό και κοινωνικό επίπεδο εκείνο το χρονικό διάστημα, που πολλές φορές δεν τις αναζητάμε εκεί ή τουλάχιστον εγώ δεν τις εντόπιζα. Είναι λίγο σκοτεινή, περίεργη περίοδος, πράγμα λογικό εξάλλου, αν δεις τη χρονογραμμή της ιστορίας, τα γεγονότα δηλαδή που προηγήθηκαν και ακολούθησαν. Τώρα ψάχνω λίγο και τη λογοτεχνική παραγωγή της περιόδου και φτιάχνω ένα κόμιξ για τους σκοτεινούς ποιητές και την κοινωνική τους ζωή σε καφενεία, στέκια κλπ και την αντιμετώπιση που είχαν από την κοινωνία ή την εξουσία της εποχής.

Πόσες και ποιες δουλειές έχεις εκδώσει; Προτιμάς τις αυτοεκδόσεις; Είναι οι αυτοεκδόσεις μια λύση ανάγκης ή επιλογή; Ποια τα υπέρ και ποια τα κατά.

Δεν έχω εκδώσει σε εκδότη τίποτα εκτός από τον «Μάη του ’36» σε εσάς, στις εκδόσεις red n’ noir. Όλα τα υπόλοιπα κόμιξ που κάνω τα τυπώνω μόνος μου και τα πάω σε φεστιβάλ εδώ στην Αθήνα και κυρίως στη Ρώμη που γουστάρω και τις αυτοεκδόσεις τους. Ξέρω φυσικά ότι με τα κόμιξ δεν μπορείς να βγάλεις φράγκα και ξέρω επίσης ότι εδώ οι γνωστοί εκδοτικοί οίκοι είναι κλίκες, οπότε δεν αξίζει. Μικροί εκδοτικοί οίκοι που έχουν ανοιχτό μυαλό και γνώση στο κόμικ και δεν κοιτάνε μόνο τα φράγκα, σίγουρα είναι καλό να στηριχτούν. Οι αυτοεκδόσεις σίγουρα είναι μια λύση για τον δημιουργό που θέλει να δώσει αυτά που κάνει στο κοινό. Όσο περισσότερες αυτοεκδόσεις τόσο καλύτερα.

Οι αυτοεκδόσεις μπορεί να γίνουν με πολύ λίγα κόστη και να βγουν προς τα έξω πολύ εύκολα. Μπορούν επίσης να γίνουν και με την ίδια ποιότητα ενός εκδοτικού οίκου για παράδειγμα (αν και πολλοί εκδοτικοί παράγουν πολύ πιο χαμηλή ποιότητα σε περιεχόμενο και φόρμα). Τα υλικά υπάρχουν, οι μηχανές παραγωγής υπάρχουν, οπότε οποιοσδήποτε μπορεί να την ψάξει και να αυτοεκδώσει. Επίσης μεγάλη σημασία έχει, πιστεύω, συλλογικότητες να πάρουν στα χέρια τους μέσα παραγωγής, πρέσες, μεταξοτυπίες, χαρτιά, πρίντερς κλπ και να εκδίδουν συλλογικά και αυτόνομα. Υπό αυτή την άποψη, οι αυτοεκδόσεις είναι επιλογή πολιτική και καλλιτεχνική, καθώς θα είναι μια παραγωγή από τα κάτω και οριζόντια.

Γιατί Aspalax; Πώς προέκυψε;

Λοιπόν ασπάλαξ ή ασπάλακας τελοσπάντων είναι το όνομα ενός μικρού τρωκτικού, κάτι σαν τυφλοπόντικας ή αρουραίος, που ζει υποχθόνια. Τη λέξη αυτή την ψάρεψα όταν διάβαζα τον Ν.Γ. Πεντζίκη και έκανα και τη μεταπτυχιακή μου σ’ αυτόν. Σε κάποια φάση, ο ίδιος περιέγραψε τον τρόπο που γράφει, πώς δομεί το λόγο του και πώς αντιμετωπίζει και τον κόσμο γύρω του και μέσα του βέβαια.

Όπως ο ίδιος είχε πει: «Πολύ σωστά ένας φίλος είπε […..] ότι η δουλειά μου είναι δουλειά ασπάλακος. Εργαζόμενος υπογείως και τυφλά, σε όλη την έκταση των εμπειριών που καλλιεργώ, δεν ενδιαφέρομαι για το άμεσα αντιληπτό και χρήσιμο αποτέλεσμα αλλά για μια χαρτογράφηση του αγρού από την ανάποδη, με την πλήρη και ακριβή αναγραφή των σημείων που πιάνουν οι ρίζες ή σχηματίζονται διαβάσεις και κοιλότητες».

Τελικά πότε παίρνονται οι μεγάλες αποφάσεις της ζωής;

Όταν διαβάζεις τις ετικέτες με τα συστατικά των απορρυπαντικών στην τουαλέτα σου.

***

Διαβάστε το κόμικς:

Μαύρο δελφίνι V

Το χιλιοτρακαρισμένο Mazda RX5 κατέβαινε με ιλιγγιώδη ταχύτητα την Συγγρού. Στα ηχεία έπαιζε στην διαπασών το Ich will.

Τίποτα δεν αποσπούσε την προσοχή του Βιλέν στο τιμόνι και η μουσική τον κρατούσε σε εγρήγορση.

Ο Κυριάκος έβγαλε μία καρτέλα χάπια.

«Oxycontin», του είπε συνωμοτικά και του ‘κλείσε το μάτι. «Πολύ καλό πράγμα.»

Κούμπωσαν από τρία χάπια μαζί με τις μπύρες που είχαν πάρει νωρίτερα από το ψιλικατζίδικο στην πλατεία. Βγήκαν στην παραλιακή γκαζωμένοι, με τις λαμαρίνες να τρίζουν. Ο Βιλέν έμενε σιωπηλός. Ήθελε να είναι απόλυτα προσηλωμένος σε αυτό που πήγαιναν να κάνουν.

Τι ήξερε; Ένα μεγάλο μοδάτο κλαμπ της παραλιακής, τέτοια ώρα σίγουρα τίγκα στον κόσμο. Το αφεντικό του μαγαζιού χρώσταγε στον δικό του  λεφτά από ένα «δάνειο». Ένας μπράβος μαζί του που ήταν βαρίδι για τον Βιλέν, καθώς του άρεσε να δουλεύει μόνος του.

«Άκουσε», είπε λίγο πριν φθάσουν στο κλαμπ. «Μπαίνω και βγαίνω μόνος, μόλις τελειώσω την δουλειά.»

«Μα», αντιγύρισε ο άλλος.

«Δεν έχει μα και ξεμά», είπε με ήρεμη φωνή. «Μέσα στο μαγαζί θα έχει  ανθρώπους του μαλάκα που πάμε να φάμε, συν μερικές χιλιάδες πελατάκια. Πρέπει να διαφυλάξεις την έξοδο και την διαφυγή μας.»

Ήθελε να του πει: «σε θεωρώ κρετίνο και δεν σε θέλω στα πόδια μου για να μην τα σκατώσεις», αλλά δεν είχε νόημα.

«Άκου», ξαναείπε με μελιστάλαχτη φωνή, καθώς τα κουμπιά είχαν αρχίσει να τον πιάνουν. «Μπαίνω, καθαρίζω, φεύγουμε. Μπαίνω, καθαρίζω, φεύγουμε. Μπαίνω, καθαρίζω, φεύγουμε…»

Ο άλλος τον κοίταγε με μισόκλειστα μάτια από την μαστούρα.

«Είσαι στην είσοδο, αφήνεις το αμάξι κοντά. Αν πάει να με εμποδίσει κανείς του την μπουμπουνίζεις, βγαίνω και την κοπανάμε από ‘δώ. Κατάλαβες;»

Ο Κούλης ένευσε καταφατικά.

Ο Βιλέν τον κοίταξε, αλλά απέφευγε την ματιά του.

«Όταν σου μιλάω θα με κοιτάς στα μάτια.»

«Εεε, είπαμε εντάξει ρε Ρώσε, θα γίνει το σχέδιο όπως θες», είπε και προσπάθησε το γλαρωμένο βλέμμα του να συναντήσει αυτό του Βιλέν.

Το μαγαζί ήταν ασφυκτικά γεμάτο, η πόρτα χαλαρή και οι παρκαδόροι ήταν πηγμένοι καθώς σκοτωνόταν να εξυπηρετήσουν τα αμάξια που έφθαναν, οπότε  δεν θα είχε πρόβλημα ο μικρός, να παρκάρει κοντά στην πόρτα.

Ο Βιλέν διέσχισε το μαγαζί, στην ουσία μία μεγάλη πίστα όπου όλοι χόρευαν και τις  πέντε μεγάλες μπάρες περιμετρικά και προχώρησε στο βάθος. Ένα μπιλιάρδο στόλιζε τον χώρο. Δεν υπήρχε ψυχή. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Ούτε γορίλας στην πόρτα ούτε κανείς. Μπήκε μέσα και είδε τον ιδιοκτήτη καθισμένο στο γραφείο του με ένα μπουκάλι 12αρι Ηibiki και ένα μισογεμάτο ουισκοπότηρο.

Δίπλα είχε ένα Glock 35 gen.

«Hρθες;» του είπε με ένα κουρασμένο χαμόγελο «σε περίμενα».

Ο Βιλέν έβγαλε το Τοκάρεφ και βίδωσε τον σιγαστήρα.

«Σαν σκοτεινός άγγελος.»

«Δεν χρειάζεται, μάγκα μου, τζάμπα κόπος.»

Σήκωσε το Glock και το έχωσε στο στόμα του. Ο Βιλέν άκουσε τον πυροβολισμό, ενώ από πίσω ακουγόταν ο απόηχος της μουσικής, κάποια τελευταία χορευτική επιτυχία. Ο τοίχος είχε γεμίσει αίματα και κάποια κομμάτια από αυτό που κάποτε  ήταν το μυαλό. Πήρε μια βαθειά ανάσα, έβγαλε τον σιγαστήρα  και βγήκε. Έκλεισε την πόρτα απαλά σαν να κοιμόταν και να μην θέλει να τον ξυπνήσει.

Στον δρόμο δεν μίλαγαν. Και τι να πούν; Αυτό το σκηνικό δεν το είχε ξαναδεί. Στα ηχεία ακουγόταν το fuck the police:

«Ο φόνος αποκαλείται, παρεξήγηση, μπάτσε είσαι μπάσταρδος δεν χωράει άλλη εξήγηση.»

Άφησε το βλαμμένο στην πλατεία Βικτωρίας και ανηφόρισε για Νεάπολη. Πάρκαρε στην Βατατζή και κατέβηκε  στο διαμέρισμα του, μία ημιυπόγεια γκαρσονιέρα. Είχε το πλεονέκτημα να είναι δίπλα στο ασανσέρ υπηρεσίας, το μόνο που ανέβαζε στην ταράτσα. Από εκεί μπορούσε να κόβει κίνηση στην  Ιπποκράτους ή να την κοπανίσει από ταράτσα σε ταράτσα αν τον στριμώχνανε οι μπάτσοι.

Του άρεσε η περιοχή. Ήταν κέντρο απόκεντρο, μία ήσυχη γειτονιά κοντά στα Εξάρχεια, αλλά μακριά από τα μπάχαλα.

Καβάτζωσε το Τοκάρεφ και τον σιγαστήρα και έπεσε ντυμένος στο κρεβάτι. Σε μισή ώρα έπρεπε να είναι στην πλατεία. Τον ξύπνησε η φασαρία από τον δρόμο. Η Ιπποκράτους ήταν μποτιλιαρισμένη όπως πάντα.

Ανακάθισε στο κρεβάτι, ήταν δέκα το πρωί.

«Σκατά, με πήρε ο ύπνος», μονολόγησε.

Κούμπωσε  δύο χάπια που είχε καβατζώσει  από τον μικρό, με χθεσινό καφέ σε πλαστικό ποτήρι. Κατέβηκε στο γνωστό καφενείο στην πλατεία, αλλά ο Ιαν δεν ήταν εκεί.

«Είδες τον δικό μου;» ρώτησε τον καφετζή.

«Ήταν εδώ, έφυγε πριν καμία ώρα.»

Πήρε φρέσκο καφέ σε πλαστικό κύπελλο και βγήκε. Κατηφόρισε την Στουρνάρη μέχρι την Μάρνη και κατευθύνθηκε προς την πλατεία Βικτωρίας. Πήγε σε δύο χαρτοπαιχτικές που είχε ο Αλβανός, αλλά δεν ήταν πουθενά.

«Γαμημένε Ιανέ που είσαι;» γρύλισε.

Μεσημέριαζε όταν γύρισε  σπίτι. Πήρε το 22αρι Ruger το έχωσε στην μπότα και μπήκε στο αμάξι. Έφτασε στο Ζεφύρι μετά από περίπου μία ώρα. Μπήκε στον χωματόδρομο   με τις λακκούβες και βγήκε σε έναν μαχαλά από παράγκες. Ένας Ρομά λιαζόταν σε έναν χιλιοτρυπημένο καναπέ, με  ένα τεραστίων διαστάσεων κασετόφωνο δίπλα του να  παίζει  τέντα, σκυλοτράγουδα.

«Πάλι εδώ μπάλαμο;» Είπε χαμογελώντας

Μπήκε στην παράγκα, χωρίς να απαντήσει. Η Γιασεμή, μία ακαθορίστου ηλικίας όμορφη Τσιγγάνα του ζύγισε στην ηλεκτρονική ζυγαριά, ένα πεντάγραμμο και της έδωσε 200 ευρώ. Τράβηξε μία μυτιά και ένοιωσε την μύτη του να μουδιάζει.
Έβαλε τα Ray-ban και βγήκε. Το κασετόφωνο έπαιζε  τώρα άλλο  τραγούδι και ξυπόλητα παιδιά χόρευαν και έτρεχαν στον χωμάτινο δρόμο με  τα λασπόνερα και την αλάνα.

«Να μας ξανάρθεις άρχοντα», του είπε  ο τύπος με το κασετόφωνο

«Σίγουρα», αποκρίθηκε ο Βιλέν.

Το απόγευμα πήγε στο ίδιο καφενείο της πλατείας. Ο Ιαν δεν ήταν και πάλι έκει. Τον πήρε στο κινητό και ήταν κλειστό. Κατηφόρισε στις δύο λέσχες βρήκε τον Άντι, το δεξί χέρι του Ιαν, να καπνίζει έξω σε μία από αυτές, τον πήρε αγκαλιά και τον τράβηξε μέσα. Ένοιωσε το Colt με την θήκη, περασμένη στην ζώνη κάτω από το σακάκι.

«Τι είναι αυτό ρε;»

«Τίποτα μην ανησυχείς, έγιναν πολλά που δεν ξέρεις.»

«Όπως;»

«Άσε θα στα πει ο Ιανός καλύτερα.»

Ο Άντι ήταν ένας 35χρονος χτιστός με πολλά ένσημα στην νύχτα. Είχε βγάλει ήδη μία θητεία φυλακή για προστασία και εκβιασμούς. Ο Βιλέν δεν γούσταρε πολλά  μαζί του. Ήταν κωλόπαιδο, νεοναζί, οργανωμένος χουλιγκάνος, ένα απόβρασμα. Είχε ακουστεί ότι είχε σφάξει έναν Πακιστανό στον Αγ. Παντελεήμονα, ωστόσο ποτέ δεν μαθεύτηκε αν ήταν αλήθεια η παραμύθι. Είχε έναν μεγάλο κέλτικο σταυρό στον σβέρκο μην αφήνοντας καμιά αμφιβολία ότι είναι ένα μπάσταρδο του Χίτλερ.

«Οκ, θα τα ξαναπούμε», είπε χαμογελώντας.

Δεν θα είχε κανέναν ενδοιασμό να του τινάξει τα μυαλά στον αέρα.

Πέρασε μία εβδομάδα και ο Ιαν ήταν ακόμα άφαντος. Χτύπησε το κινητό αλλά ήταν το βλαμμένο.

«Έλα τι έγινε;»

«Όλα καλά!»

«Δεν έμαθες τι έγινε;»

«Όχι, τι;»

«Φάγανε έναν Πακιστανό ντίλερ στην Βικτώρια.»

«Α! Έτσι», είπε δήθεν αδιάφορα, ο Βιλέν

«Μίλησες με τον Ιαν;»

«Όχι είναι εξαφανισμένος, μάλλον φοβάται σκέφτηκε, αλλά δεν το είπε στον  μικρό καθώς δεν το εμπιστευόταν.

Ο Αλβανός  δεν γούσταρε μαλακίες στην περιοχή του. Δεν ήθελε ναρκωτικά πουτάνες και εμπόριο όπλων. Προτιμούσε λιγότερο επικίνδυνες δραστηριότητες όπως ο τζόγος  και η τοκογλυφία. Εκτός από τις δύο λέσχες, είχε και δύο τρία ανταλλακτήρια χρημάτων όπου ξέπλενε το χρήμα.

Το ερώτημα ήταν γιατί είχε εξαφανιστεί. Είχε σχέση με αυτόν που καθάρισε τον έμπορα;

(Τέλος επεισοδίου. Όλα τα επεισόδια εδώ)

Το red n’ noir προτείνει βιβλία:

Η ληστεία της Πέτρας ΧIII

Κεφάλαιο 25 (31 Οκτωβρίου 1928)

Για την πιο αιματηρή ληστεία στα χρονικά της Ηπείρου, τη ληστεία της Πέτρας, μεραρχίες κινητοποιήθηκαν επί δυο χρόνια, όλα τα χωριά του Λούρου έκλαψαν από ξύλο και δαρμό, ανώτεροι δικαστικοί, στρατιωτικοί και αστυνομικοί πήραν τα βουνά και του λόγγους για να βρουν τους Ρεντζαίους, αλλά στάθηκε αδύνατο. Δυο ετών εργασία και κινητοποιήσεις και τρεξίματα και ανακρίσεις δεν κατόρθωσαν να τους ανακαλύψουν. Όμως οι διαβόητοι λήσταρχοι έπεσαν τελικά στα χέρια του κυρίου Καλυβίτη, μόλις ένα χρόνο από τη στιγμή που ανέλαβε προσωπικά την έρευνα για τον εντοπισμό και τη σύλληψή τους.

Ως εκ τούτου, ο διευθυντής της αστυνομίας πόλης κύριος Καλυβίτης δεν έχει χρόνο να ασχοληθεί με την έρευνα της μυστηριώδους αυτοκτονίας που συνέβη την προηγούμενη μέρα μέσα στο ναό του Αγίου Κωνσταντίνου στην Ομόνοια. Ένας πενηντάρης κύριος τίναξε τα μυαλά του στον αέρα μέσα στην εκκλησία. Στα σημειώματα που βρέθηκαν πάνω του, μεταξύ άλλων, παρήγγειλε να τον θάψουν με τις πιτζάμες και τις κάλτσες του.     

Ο κύριος Καλυβίτης ενδεχομένως να αγνοεί αυτό το περιστατικό, καθώς όταν συνέβη βρισκόταν στο τρένο επιστρέφοντας από τη Βάρνα. Στις 10.30 το εξπρές έφτασε στην Αθήνα και ο κύριος Καλυβίτης έπρεπε αμέσως να παρουσιαστεί στον υπουργό Εσωτερικών κύριο Ξαβιτσιάνο, στον οποίον και ανέφερε τα σχετικά με τη σύλληψη των Ρεντζαίων. Δεν παρέλειψε να τον ενημερώσει για τις ενέργειες που κατέβαλε, προκειμένου οι συλληφθέντες να εκδοθούν στην Ελλάδα εντός των επόμενων ημερών. Μέσα στη συμφωνία με τη βουλγαρική κυβέρνηση, είναι η ανταλλαγή τους με δυο Βούλγαρους κρατούμενους των ελληνικών φυλακών.  

Η δεύτερη κίνηση που κάνει ο κύριος Καλυβίτης είναι να καλέσει στο γραφείο του ορισμένους δημοσιογράφους, ώστε να τους αφηγηθεί τα κατορθώματά του. Αφού καλωσορίζει σε αυτήν την άτυπη πρες κόνφερανς τους αστυνομικούς συντάκτες από μερικές αθηναϊκές εφημερίδες της επιλογής του, ο καλοστεκούμενος διευθυντής αστυνομίας πόλης, φορέας επίσης ενός περιποιημένου μουστακιού το οποίο διατηρεί κοντοκουρεμένο κάτω από την κομψή του μύτη, ξεκινάει την αφήγησή του.

Οι πληροφορίες που συγκεντρώσανε έλεγαν ότι τα δυο αδέρφια είχαν εγκαταλείψει την Ήπειρο τον περασμένο Μάρτιο. Ως τότε έμεναν κρυμμένοι κάπου γύρω από τα Ιωάννινα, και από εκεί αναχώρησαν για την Αλβανία, από όπου προμηθεύτηκαν πλαστά διαβατήρια που εξέδωσαν με ψευδώνυμα, και έτσι πέρασαν στην Ιταλία. Από εκεί αναχώρησαν για τη Ρουμανία σιδηροδρομικώς μέσω Σερβίας.

Ασφαλώς, η αστυνομία διαθέτει δίκτυο πληροφοριών. Επιπλέον, εφαρμόστηκε πλήρες σχέδιο. Αρχικά, εγκαταστήσαμε ιδιαίτερο γραφείο πληροφοριών στο Κιλκίς, υπό του αρχιφύλακα Καβρικοσαίου. Στο Κιλκίς παρέμενε ο πεθερός τους, Βασίλης Κολοβός, και επιπλέον οι δυο λήσταρχοι έχουν στην περιοχή περιουσία. Εκεί παρακολουθούνταν η αλληλογραφία των λήσταρχων με τον Κολοβό και άλλους συγγενείς τους, μέσω μυστικού αστυνομικού, που είχε διοριστεί ως ταχυδρομικός διανομέας. Από τις επιστολές των Ρεντζαίων, ο κύριος Καβρικοσαίος πληροφορούνταν για όλες τις κινήσεις τους και ενημέρωνε την Αθήνα τηλεγραφικώς.      

Για τις κινήσεις τους όσο και για την εξέλιξη της έρευνας, ενημερωνόταν με τη σειρά του το υπουργείο Εσωτερικών, ενώ συγχρόνως το πολιτικό γραφείο του υπουργείου Εξωτερικών διεξήγαγε συνεννοήσεις με την ελληνική πρεσβεία Βουκουρεστίου, η οποία λάμβανε πληροφορίες μέσω εμπιστευτικών εγγράφων. Λίγες μέρες πριν, το υπουργείο λαμβάνει ενημέρωση από την ελληνική πρεσβεία Βουκουρεστίου ότι τα άτομα που θεωρούνται ως Ρεντζαίοι έχουν αναχωρήσει για τη Βάρνα της Βουλγαρίας.

Την Παρασκευή 19 Οκτωβρίου του 1928, αναχωρούν από την Αθήνα με τον αστυνόμο Κουτσουμάρη και τον γλωσσομαθή αστυφύλακα Βροχίδη. Εφοδιάζονται με διαβατήρια και ξεκινάνε σιδηροδρομικώς για το κυνήγι των Ρεντζαίων στη Βουλγαρία. Κάνουν μια στάση στη Θεσσαλονίκη, όπου συναντάνε τον υπαστυνόμο κύριο Λαμπρινόπουλο. Συνεννοούνται να μεταβούν στη Βάρνα μέσω της γραμμής Δεδέαγατς‒Θράκη, ενώ οι υπόλοιποι θα πάρουν τη γραμμή Γευγελή‒Σερβία‒Βουλγαρία. Τελική συνάντηση ορίζεται η Βάρνα.

Τη Δευτέρα 21 Οκτωβρίου, βρίσκονται ήδη στη Σόφια, όπου επικοινωνούνε μέσω της πρεσβείας με τις βουλγαρικές αρχές. Ο Βούλγαρος πρέσβης της Αθήνας τούς έχει εφοδιάσει με μια θερμή συστατική επιστολή προς τον διευθυντή της αστυνομίας Σόφιας, και έτσι ο κύριος Καραγκιόζοφ τίθεται αμέσως στη διάθεσή τους. Με τη σειρά του, τους εφοδιάζει κι αυτός με συστατικές επιστολές προς τον διευθυντή της αστυνομίας Βάρνας, και ξεκινάνε την ίδια μέρα για τον τελικό σταθμό της αποστολής τους.

Τόσο στον αστυνομικό διευθυντή Σόφιας όσο και στον αντίστοιχο της Βάρνας έχουνε πει ότι αναζητούν δυο τρομερούς κακοποιούς, αλλά δεν έχουνε πει τα ονόματα των Ρεντζαίων. Ελάχιστοι Βούλγαροι αστυνομικοί μόνο γνωρίζουν την ταυτότητά τους. Στους υπόλοιπους συστήνονται ως τυρέμποροι. Και τα διαβατήρια τους άλλωστε γράφουν πως είναι έμποροι, ταξιδεύοντες για εμπορικούς λόγους.

Το ταξίδι από τη Σόφια μέχρι τη Βάρνα διαρκεί δεκαέξι περίπου ώρες, και κάπου στις τρεις το απόγευμα της Τρίτης φτάνουν επιτέλους στον προορισμό τους. Αμέσως παρουσιάζονται στον Μεντικάροφ ‒διευθυντή αστυνομίας Βάρνας‒, ο οποίος τους υποδέχεται με εγκαρδιότητα και προθυμία. Αναλαμβάνει μάλιστα ο ίδιος προσωπικά να συνεργαστεί μαζί τους, προκειμένου να μην κινητοποιηθεί άλλος αξιωματικός. Με αυτόν τον τρόπο τους προστατεύει από τη διαρροή πληροφοριών. Τους ενημερώνει επίσης για τους παραμένοντες ξένους στην περιφέρειά του και αρχίζει να συλλέγει τις πληροφορίες που τους χρειάζονται.

Παράλληλα, αρχίζουν να ενεργούνε. Η πρώτη και σπουδαιότερη εργασία τους είναι να διαδώσουνε την ιδιότητά τους ως τυρέμποροι, καθώς η πόλη είναι μικρή, το ελληνικό στοιχείο πολυπληθές και η άφιξη οποιουδήποτε Έλληνα γίνεται αμέσως γνωστή.

Αρχικά βαδίζουνε στα τυφλά. Οι πληροφορίες από τη Ρουμανία είναι μάλλον αόριστες. Όνομα Ρεντζαίων δεν φαίνεται πουθενά και είναι άγνωστο με ποια ψευδώνυμα κυκλοφορούν. Ακόμα και το αν βρίσκονται πράγματι στη Βάρνα δεν είναι βέβαιο. Μόνο δυο παλιές τους φωτογραφίες υπάρχουν και είναι πιθανόν να μην θυμίζουν πια σε τίποτα τα αναζητούμενα πρόσωπα.

Οι συναντήσεις των Ελλήνων αστυνομικών με τους Βούλγαρους συναδέλφους τους γίνονται τη νύχτα χωρίς να τις αντιλαμβάνεται κανείς. Κατά τα άλλα, οι πολίτες της Βάρνας, Έλληνες και Βούλγαροι, πεισμένοι ότι πρόκειται για μεγαλέμπορους τυριού, σπεύδουν να τους προσφέρουν δείγματα για να δοκιμάσουν.

Μετά από δυο μέρες άκαρπων ερευνών, την Πέμπτη, ο Βούλγαρος συνάδελφός τους ειδοποιεί ότι έχουν έρθει από τη Ρουμανία δυο Αλβανοί έμποροι σιτηρών, οι οποίοι διαμένουν στην πανσιόν της Ελληνίδας χήρας, κυρίας Ασθενίδου. Ο προξενικός υπάλληλος κύριος Σταύρου συγχρόνως τους ανακοινώνει ότι, πριν δυο μήνες, δυο αρβανίτες έμποροι ήρθαν στη Βάρνα και παραμένουν, κάνοντας εμπόριο δημητριακών καρπών. Αμέσως αρχίζει η παρακολούθηση των δυο υπόπτων. Ο κύριος Σταύρου τούς δείχνει το κατάστημά τους και πιάνουν πόστο απ’ έξω, αναμένοντες τους Ρεντζαίους. Μετά από πάροδο λίγης ώρας, κατορθώνουν να τους διακρίνουνε. Με μια πρώτη ματιά, οι υποψίες τους για την ταυτότητά τους ενισχύονται. Όμως δεν βρίσκονται ενώπιον δύο, αλλά ενώπιον τριών ατόμων. Δυο δήθεν Αλβανών και ενός Έλληνα, που έχουν ανοίξει επιχείρηση εμπορίας σιτηρών και οσπρίων και κανείς δεν μπορούσε να τους υποψιαστεί. Τα τρία πρόσωπα έχουν δώσει τίτλο στην επιχείρηση «Αθανάσιος Τσίκος και Σία». Έχουν επίσης προβεί στην αγορά επτά βαγονιών σιτηρών και αρκετής ποσότητας φασολιών.       

Χωρίς να χάσουν ούτε λεπτό, σπεύδουν στη διεύθυνση της αστυνομίας και ανακοινώνουν την ανακάλυψή τους. Τους προτείνουνε να καλέσουν τους υπόπτους στην αστυνομία, με πρόσχημα τη θεώρηση των διαβατηρίων τους. Ο κύριος Μεδνικάροφ δέχεται και στέλνει τρεις αστυφύλακες και τον κλητήρα του προξενείου να τους ειδοποιήσουν σχετικά. Δεν περνάει πολλή ώρα και οι τρεις κληθέντες βρίσκονται έξω από το γραφείο. Η συνεννόηση είναι ότι οι Έλληνες αστυνομικοί θα παριστάνουν τους Βούλγαρους, που βρίσκονται εκεί τυχαία. Αν εξακριβώσουνε ότι είναι οι Ρεντζαίοι, θα ειδοποιήσουνε με ένα νεύμα. Ο διευθυντής της βουλγαρικής αστυνομίας μένει απολύτως σύμφωνος και διατάζει να εισαχθούν οι προσαχθέντες.  

Οι δυο αστυφύλακες μπαίνουν στο γραφείο συνοδεύοντας ένα  άτομο, το οποίο, όπως ανέφεραν, βρισκόταν στο σπίτι των άλλων δύο εκείνη την ώρα.

«Ποιο είναι το όνομα σου;» τον ρωτάει ο Μεδνικάροφ.

«Ματσάγκος λέγομαι και κατάγομαι από τα Ιωάννινα», εξηγεί ο προσαχθέντας και συμπληρώνει ότι έχει εμπορικό γραφείο στον Πειραιά.

«Και τι δουλειά είχες στο σπίτι των δυο Αλβανών;» τον ξαναρωτάει ο Βούλγαρος αστυνομικός

«Τυχαία», λέει, «τους γνώρισα στη Βάρνα».

Ο Μεδνικάροφ διατάσσει να αποχωρήσει φυλασσόμενος και να εισαχθεί ο δεύτερος. Δεν περνάνε δυο λεπτά, και οι αστυφύλακες φέρνουν τον δεύτερο. Οι τρεις Έλληνες αστυνομικοί κάθονται στον καναπέ του γραφείου, παριστάνοντας τους άσχετους. Ο Γιάννης Ρέντζος μπαίνει ατάραχος, καθώς δεν έχει καταλάβει ακόμα την παγίδα. Πλησιάζει τον διευθυντή και του δηλώνει ότι ονομάζεται Αθανάσιος Ντίκος, ότι κατάγεται από την Αλβανία και ότι ήρθε στη Βουλγαρία να εμπορευτεί δημητριακά, πράγμα που θα κάνει με κάποιον Γ. Διαμαντίδη.

Ο Μεδνικάροφ, χωρίς να πει λέξη, διατάσσει να τον κρατήσουν και αυτόν και να εισάγουν τον τρίτο. Ο τρίτος είναι ο Θύμιος, ο οποίος μόλις μπαίνει υψώνει το ανάστημά του.

«Αυτός είναι», ψιθυρίζει ο Λαμπρινόπουλος στον Καλυβίτη, ενώ ο Κουτσουμάρης ετοιμάζεται για παν ενδεχόμενο.

Ο Θύμιος πλησιάζει το γραφείο και δηλώνει την ψεύτικη ταυτότητά του. Είναι πια η στιγμή. Ο Καλυβίτης κάνει το συμφωνημένο νεύμα στον Μεδνικάροφ και ο Βούλγαρος χτυπάει αμέσως ένα κουδούνι και παραγγέλνει το δέσιμο των τριών.

«Σταμάτα τα ψέματα», λέει αυστηρά ο Κουτσουμάρης με φλεγματικό ύφος.

«Εσύ είσαι ο Τσίτος;» συμπληρώνει ειρωνικά ο Καλυβίτης.

Ο Θύμιος σφίγγει τα χείλη του και ο Γιάννης κάνει ένα βήμα πίσω. Τα μάτια του πέφτουν στο ανοιχτό παράθυρο. Μπορεί από εκεί να φύγει, πηδώντας κάτω προς το κενό. Το ύψος όμως είναι μεγάλο και θα σπάσει τα πλευρά του. Κάνει ένα νευρικό βήμα πίσω και μια κίνηση να στραφεί προς το παράθυρο. Είναι φανερό πως ζητάει μια ευκαιρία να ξεφύγει. Η φόρα που παίρνει να στρέψει το σώμα του και να πεταχτεί προς το παράθυρο χτυπάει στη μέση. Ένα ξαφνικό σφίξιμο του καρπού του δεξιού του χεριού από την παγερή παλάμη του Κουτσουμάρη τον καθηλώνει ακίνητο στη θέση του. Ο Γιάννης τα έχει χαμένα. Στο πρόσωπό του έχει χυθεί θανάσιμη ωχρότητα και σχεδόν τρέμει. Για παν ενδεχόμενο, ο Καλυβίτης τον πιάνει σφιχτά από τον ώμο. Και σε λίγο, ενώ ο Μενδικάροφ γελάει ικανοποιημένος, ο υπαστυνόμος Λαμπρινόπουλος και ο αστυφύλαξ Βροχίδης τούς περνάνε χειροπέδες. Είναι μια διαδικασία που δεν διαρκεί παραπάνω από το γοργό πέρασμα ενός λεπτού της ώρας. Αυτοί οι φοβεροί λήσταρχοι της Ηπείρου, οι Καίσαρες του Μπιζανίου, των Ζαγοριών και της Αλβανίας, άοπλα αρνάκια τώρα, σαν πρωτόπειροι κλεφτοκοτάδες, έχουν αφεθεί να σιδηροδεθούν χωρίς καμία αντίσταση. 

 «Τελείωσαν τα ψέματα Ρέντζο», τους λέει ο Κουτσουμάρης, «εμπρός ομολογήστε!»

Ο Θύμιος σπάει πρώτος και παραδέχεται αμέσως την ταυτότητά του. Ομολογεί στις βουλγαρικές αρχές μια σειρά ληστειών και φόνων που διαπράξανε στην Ήπειρο μετά τα γεγονότα της Πέτρας, και για τις οποίες οι αρχές δεν γνωρίζανε τίποτα μέχρι τώρα. Ωστόσο, τη συμμετοχή τους στη ληστεία της Πέτρας εξακολουθεί να την αρνείται πεισματικά. Ο Γιάννης σπάει υπό το βάρος της ομολογίας του αδελφού του. Αρνείται και αυτός οποιαδήποτε συμμετοχή στη ληστεία της Πέτρας.  

Όσο για τον Ματσάγκα, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Και οι τρεις Έλληνες αστυνομικοί τον γνωρίζουνε ως συνεργάτη των Ρεντζαίων, ενώ από τις θεωρήσεις του διαβατηρίου προκύπτει ότι ταξίδευε μαζί τους όλον αυτό τον καιρό.        

Κεφάλαιο 26 (Οκτώβρης 1924)

Οι αρχές και πολλά επίλεκτα μέλη της κοινωνίας των Ιωαννίνων λαμβάνουν πολυτελέστατα προσκλητήρια δια των οποίων αναγγέλλονται οι γάμοι «του κυρίου Ιωάννη Ρέντζου μετά της δεσποινίδος Χαρίκλειας Κολοβού».

Οι γάμοι έγιναν στο νεοαγορασθέν μέγαρο του Κολοβού, με ηγεμονική επισημότητα. Ποτέ ξανά τα Ιωάννινα δεν είδαν τόσο εκλεκτή συγκέντρωση σε γαμήλια τελετή. Τα δώρα, τα οποία εστάλησαν στους νεόνυμφους και μεταξύ των οποίων υπήρχαν ογδόντα τούρτες και άλλες τόσες ανθοδέσμες, γέμισαν δύο κεντρικά δωμάτια του μεγάρου. Τα περισσότερα δώρα προέρχονται από αξιωματικούς και ανακριτικούς υπαλλήλους. Τιμητική θέση ανάμεσά τους κατείχε η πολυτελέστατη ανθοδέσμη ανώτατου στρατιωτικού.

Μετά την τελετή του γάμου, αποχωρούν οι περισσότεροι από τους καλεσμένους και παραμένουν μόνο οι συγγενείς, οι στενοί φίλοι και οι κατά καιρούς πράκτορες και συνεργάτες των Ρεντζαίων. Όλη τη νύχτα, οι γείτονες ακούνε τις φωνές και τα κλέφτικα τραγούδια των διασκεδαζόντων πρώην ληστών. Αρκετοί περίεργοι παρακολουθούν από την πλατεία έξω από το μέγαρο του Κολοβού την πρωτοφανή για τα Ιωάννινα κίνηση.

Δυο μερόνυχτα διαρκούν τα γλέντια για τον πανηγυρισμό του Γιάννη Ρέντζου. Εκατοντάδες χιλιάδες δραχμές δαπανήθηκαν σε φαγητά, ποτά και αυτοκίνητα, με τα οποία οι φίλοι του αμνηστευμένου λήσταρχου περιφέρονταν επιδεικτικώς στους δρόμος των Ιωαννίνων.

Ο γάμος αυτός είναι η αφορμή να αντιληφθούν οι Ρεντζαίοι τη δύναμή τους. Τα δώρα και οι εκδηλώσεις συμπάθειας από μέρους των αρχών αποτελούν την καλύτερη ένδειξη της επίσημης προστασίας την οποία απολαμβάνουν.       

*

1925

Ο Γιάννης Ρέντζος παίρνει μέρος σε μια δημοπρασία, όπου διατίθεται για εκμετάλλευση ένα μεγάλο λιβάδι. Αυτό που γνωρίζει είναι πως η παρουσία του εκεί αρκεί, ώστε η διαδικασία να θεωρηθεί τυπική. Στο τέλος, αυτός θα είναι ο τελευταίος πλειοδότης. Με κατάπληξη όμως παρατηρεί πως κάποιος μικροκτηνοτρόφος παρακολουθεί τη διαδικασία χωρίς να εκδηλώνει καμία προθυμία να υποχωρήσει. Προσφέρει μεγαλύτερες τιμές και επιμένει με κάθε μέσο να εξασφαλίσει υπέρ αυτού την κατοχύρωση. Ούτε τα αυστηρά βλέμματα ούτε οι απειλές του Γιάννη Ρέντζου υπερίσχυσαν.

Ο Γιάννης τον καλεί έξω με την πρόφαση ότι θέλει να του μιλήσει ιδιαιτέρως. Ο κτηνοτρόφος δεν πρόλαβε να αμυνθεί, ενώ ο Γιάννης συνεχίζει ανενόχλητος το έργο του μέχρι που αφήνει αναίσθητο τον χωρικό. Επιστρέφει στη δημοπρασία και χτυπάει την τιμή που θέλει.

Ο κτηνοτρόφος σε κακή κατάσταση φτάνει σπίτι του. Μετά από μια νύχτα εκπνέει. Ο ιατρός εκδίδει το σχετικό πιστοποιητικό. Αιτία θανάτου: πνευμονία.    

(Το επόμενο Σάββατο στο red n’ noir: Αθέατοι κατόπιν με τα πασουμάκια τους στα χέρια τρέχουν προς το εσωτερικό της Αλβανίας | Το μακελειό αρχίζει.)

Διαβάστε επίσης:

Χαρούμενη αυτοχειρία

Είχε ζητήσει άδεια απ’ τη δουλειά γι’ αυτή τη μέρα.

Κι έτσι, όταν ξύπνησε το πρωί, οι κινήσεις του ήταν πιο μαλακές.

Έκανε  λείες όλες τις γωνίες.

Εκείνο το πρωί, άγγιζε.

Δεν έπιανε.

Ύστερα φόρεσε τ’ αγαπημένα του ρούχα.

Όχι τίποτα σπουδαίο.

Ένα φθαρμένο τζιν

-που μαζί του είχε περάσει όλες τις όμορφες στιγμές που ένας άνθρωπος σαν κι αυτόν, ήταν ικανός να ζήσει-

και μια μάλλινη μπλούζα με χρώματα θαμπά.

Τ’ αγαπημένα του ρούχα.

Δεκάρα δεν έδινε, κι ας ήταν μισοφαγωμένα.

Θαρρείς πως ήξερε,

πρώτος απ’ όλους αυτός,

ότι κάθε τι φθαρμένο στον κόσμο τούτο αξίζει πολύ παραπάνω.

Έπειτα, κατηφόρισε χαρούμενος προς το πάρκο.

Πάντα στο αδειανό πάρκο.

Στο παλιό, στο φθαρμένο.

Κι έτσι, ήρεμα πάλι, τύλιξε γύρω απ’ το λαιμό του την τριχιά.

Καμία κίνηση.

Καμιά προσπάθεια ή μετάνοια.

Το άλλο πρωί που δεν πήγε στη δουλειά, τον γύρεψαν.

Όταν τον βρήκαν, λυπήθηκαν πολύ.

Τον αγαπούσαν τώρα που ήταν νεκρός.

Το συνηθίζουν ξέρεις, οι άνθρωποι.

Κι αυτός, μια μάζα κρέατος κι οστών, να κρέμεται εκεί.

Με το πιο λαμπερό χαμόγελο.

Με τα φθαρμένα ρούχα, και το χαμόγελο.

Δεν υπήρχε πια, τίποτε άλλο για να θάψουν από εκείνον.

Διαβάστε επίσης από την Γωγώ Λιανού:

Κινητά τηλέφωνα και ίντερνετ στις ελληνικές φυλακές

Είναι κάπως παράξενο. Όποτε ανοίγει στη δημόσια σφαίρα η συζήτηση για τα κινητά τηλέφωνα και το ίντερνετ στη φυλακή, αυτό γίνεται με αφορμή κάποια απόδραση ή κάποια παράνομη πράξη που αποδίδεται σε κρατούμενους. Τα κινητά τηλέφωνα αποτελούν βασικό και αναπόσπαστο κομμάτι της επικοινωνίας στις σύγχρονες κοινωνίες εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες, ωστόσο όταν η ύπαρξή τους εντοπίζεται εντός κάποιου κελιού ελληνικής φυλακής, παρουσιάζεται από τα μίντια περίπου σαν ειδεχθές έγκλημα. Το κάπως ενδιαφέρον σημείο είναι ότι ενώ έκπληκτοι πάντα δημοσιογράφοι περιγράφουν, κάθε φορά, την ανεύρεση κινητών στις φυλακές, σαν γεγονός ολότελα εξωπραγματικό, την ίδια στιγμή πρόκειται για κάτι τόσο δεδομένο, ώστε στην Wikipedia να υπάρχει σχετικό λήμμα ήδη από το 2014…

Όταν ανοίγει η δημόσια συζήτηση για τις φυλακές στην Ελλάδα, συνήθως γίνεται μόνο για να προβληθεί η πολιτική ατζέντα που εξυπηρετεί την βιομηχανία της καταστολής, και ως εκ τούτου να προωθηθεί η εφαρμογή ενός ακραία τιμωρητικού μοντέλου. Αναπτύσσεται έτσι μια ρητορεία που συνήθως έχει ως φόντο περιπτώσεις που μέσω κάποιου κινητού έχει διαπραχθεί κάποιο αδίκημα, σαν να μην μπορούσε να συμβεί το ίδιο από κάποιο καρτοτηλέφωνο. Τα κινητά στη φυλακή με αυτόν τον τρόπο αποκτούν μια δαιμονοποιημένη διάσταση.

Το μόνο σίγουρο στην πράξη είναι ότι η απαγόρευση των κινητών και του ίντερνετ συντηρούν μια ανθηρή μαύρη οικονομία, η οποία ‒καλύπτοντας τα κενά του επίσημου κράτους και των αδιέξοδων πολιτικών του‒ εξασφαλίζει το πολύτιμο για τους κρατούμενους  παράθυρο στον έξω κόσμο. Προκύπτει εύλογα το ερώτημα γιατί να συμβαίνει αυτό. Ποιον εξυπηρετεί πραγματικά να είναι τα κινητά απαγορευμένα; Τι μπορεί να συμβεί αν γίνουν νόμιμα; Πόσο κοστίζουν στη μαύρη αγορά της φυλακής; Ποιοι έχουν τον έλεγχο αυτής της μαύρης αγοράς;

Ο Π. Δ., πρώην κρατούμενος των ελληνικών φυλακών που στα πέντε χρόνια που διήρκησε η κράτησή του έχει μεταχθεί σε τέσσερις διαφορετικές φυλακές, εξηγεί στο red n’ noir:

«Την τελευταία περίοδο, παρόλο που συνέχεια ακούμε για διάφορα προβλήματα σε σχέση με τις ελληνικές φυλακές, δεν βλέπουμε καμία ανακοίνωση ή απάντηση από το αρμόδιο υπουργείο. Τηρούν για τα πάντα σιγή ιχθύος.  Αντιθέτως,  στη Γενική Γραμματεία Αντιεγκληματικής Πολιτικής, αρέσκονται να βγάζουν συνέχεια δελτία τύπου που έχουν να κάνουν με κινητά τηλέφωνα που βρέθηκαν σε έρευνα σε κάποια φυλακή.

Υπάρχει ένα κομμάτι του κόσμου που δεν έχει καμία σχέση με τις φυλακές και πιστεύει ότι στη φυλακή τα κινητά είναι νόμιμα, και ένα άλλο κομμάτι που πιστεύει ότι τα κινητά είναι μόνο για να κάνει κάποιος παράνομες δραστηριότητες. Και οι δύο περιπτώσεις κάνουν εξίσου λάθος.

Αυτό που κρατάει σε μια επαφή τον κρατούμενο με τους δικούς του ανθρώπους είναι το τηλέφωνο και τα επισκεπτήρια. Σε όσο πιο απομακρυσμένη φυλακή βρίσκεται κάποιος από την πόλη κατοικίας της οικογένειάς του, τόσο πιο πολύ έχει την ανάγκη ενός κινητού τηλεφώνου.

Όταν είσαι κρατούμενος 200 ή 500 χιλιόμετρα από το σπίτι της οικογένειάς σου (κάτι το οποίο ισχύει για τη συντριπτική πλειοψηφία των κρατουμένων), σημαίνει αυτομάτως ότι θα έχεις και πολύ αραιά επισκεπτήρια. Το τηλέφωνό είναι η μόνη επαφή για βδομάδες ή και μήνες.

Η επικοινωνία από τα καρτοτηλέφωνα της φυλακής είναι δύσκολη και ασύμφορη οικονομικά. Έχεις δικαίωμα να αγοράσεις μέχρι τέσσερις τηλεκάρτες των 10 ευρώ ανά βδομάδα από την καντίνα της φυλακής (αν είσαι από τους «προνομιούχους» και έχεις χρήματα στο λογαριασμό σου) και μπορεί να μην σου φτάνει ο χρόνος για να μιλήσεις με συγγενείς και φίλους σου. Να σημειώσω ότι οι περισσότερες κλήσεις γίνονται αναγκαστικά σε κινητά, και μια τηλεκάρτα των 10 ευρώ τελειώνει περίπου σε 30 λεπτά ομιλίας, ενώ για σταθερά τηλέφωνα και δεδομένου ότι η χρέωση στο 90% των περιπτώσεων είναι υπεραστική μπορεί να διαρκέσει περίπου μία ώρα. Ο κρατούμενος για να εξασφαλίσει ένα ελάχιστο επικοινωνίας με την οικογένειά του πρέπει να επωμιστεί ένα τεράστιο οικονομικό κόστος. Αν θεωρήσουμε ως δεδομένες και ειλικρινείς τις διακηρύξεις του Σωφρονιστικού Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες σκοπός της φυλάκισης δεν είναι η καταστροφή του κρατούμενου (οικονομική, κοινωνική, οικογενειακή) αλλά αντιθέτως η πολιτεία βοηθάει και τον στηρίζει για τη μελλοντική του επανένταξη, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε έναν παραλογισμό χωρίς προηγούμενο…   

Πέραν του τεράστιου κόστους, η διαδικασία  τού να παίρνεις από τα καρτοτηλέφωνα δεν είναι και ό,τι καλύτερο. Περιμένεις σε σειρά και πρέπει να τελειώσεις γρήγορα, γιατί περιμένουν πίσω σου και άλλοι, που σε ακούνε (ο κάθε κρατούμενος μπορεί να ακούσει τις οικογενειακές σου και προσωπικές συνομιλίες) και βιάζονται να μιλήσουν και οι ίδιοι. Άσε που όπως μιλάς έχεις να αντιμετωπίσεις και κατσαρίδες που περπατάνε πάνω στο τηλέφωνο.

Στα καταστήματα κράτησης που δεν υπάρχουν αρκετά κινητά υπάρχει μεγάλη ουρά στα καρτοτηλέφωνα και είναι η πιο συχνή αιτία για φασαρία μεταξύ των κρατουμένων. Είναι χαρακτηριστικό ότι παλιότερα, στον Κορυδαλλό ή τον Αυλώνα, που ήταν λιγότερα τα κινητά, κάθε χρόνο την περίοδο των γιορτών γινόταν μια μεγάλη συμπλοκή που είχε ως αιτία τη σειρά στα καρτοτηλέφωνα. Τώρα, λόγω των περισσότερων κινητών, δεν βλέπεις καβγάδες για αυτόν το λόγο.

Σήμερα, ιδίως με τα κινητά που διαθέτουν ίντερνετ, σου δίνεται η δυνατότητα η επικοινωνία να είναι πιο «αληθινή». Ένας κρατούμενος, με αυτόν τον παράτυπο τρόπο, μπορεί να βλέπει καθημερινά τα παιδιά του και τη σύζυγό του. Εγώ, με αυτόν τον τρόπο, μπόρεσα να κρατήσω ζωντανή την επαφή με το τριών ετών παιδί μου. Είναι σαν να έχεις ένα παράθυρο μέσα στο σπίτι σου. Βλέπεις πώς είναι το σπίτι σου. Βλέπεις ολόκληρη την οικογένειά σου. Πώς μεγαλώνει το παιδί σου. Ανά πάσα στιγμή, μπορείς να δεχτείς μια φωτογραφία των δικών σου ανθρώπων από κάποια ιδιαίτερη στιγμή τους. Και αυτό από μόνο του σε κάνει να πάρεις το ρίσκο να έχεις κινητό παρόλο που απαγορεύεται. Δεν μπορεί να σε αποτρέψει καμία πειθαρχική ποινή.

Την περίοδο που βρισκόμουν σε κάποια πτέρυγα που δεν υπήρχε κινητό τηλέφωνο και επικοινωνούσα μόνο από τα καρτοτηλέφωνα της φυλακής, το παιδί μου όταν ερχόταν στο επισκεπτήριο ήταν θυμωμένο μαζί μου, λόγω της απουσίας μου.

Το να βρεις κινητό μέσα στη φυλακή δεν είναι δύσκολο, αρκεί να έχεις τα χρήματα. Όπως το οτιδήποτε είναι παράνομο.

Το κόστος για ένα κινητό αλλάζει σε κάθε φυλακή. Στον Κορυδαλλό οι τιμές είναι πολύ πιο χαμηλές από άλλες φυλακές. Το πληρώνεις τρεις φορές πάνω από ό,τι έξω. Σε άλλα καταστήματα κράτησης, φτάνει και τα 1500 ευρώ, μπορεί και παραπάνω. Σε κάθε φυλακή πληρώνεις το «βαπόρι», δηλαδή τον σωφρονιστικό υπάλληλο που θα το περάσει. Αυτό είναι το μεγαλύτερο κόστος. Μετά είναι το κέρδος του κάθε ενδιάμεσου που μεσολαβεί για να φτάσει σε σένα. Η πληρωμή γίνεται είτε με μετρητά, είτε με τηλεκάρτες, είτε με χρήματα που βάζει κάποιος δικός σου σε λογαριασμό άλλου.

Η απαγόρευση των κινητών τούς μόνους που συμφέρει είναι τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και όσους κρατούμενους κάνουν νταλαβέρια μέσα στη φυλακή. Εάν γινόταν νόμιμα, θα πληττόταν αυτόματως ένας κλάδος της παραοικονομίας της φυλακής. Όλοι οι κρατούμενοι θα επικοινωνούσαν με τον έξω κόσμο πιο οικονομικά, και με μεγαλύτερη διάρκεια ομιλίας, και με δυνατότητα βιντεοκλήσης. Ειδικά όσοι έχουν μακριά τις οικογένειες. Υπάρχουν περιπτώσεις, όπως πολλοί αλλοδαποί, που έχουν τους δικούς τους ανθρώπους στο εξωτερικό και δεν μπορούν να έρθουν στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να μην κάνουν καθόλου επισκεπτήρια. Η δήθεν ηλεκτρονική επικοινωνία μέσω σκάιπ, που εξαγγέλθηκε πριν από περίπου δύο χρόνια από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με τις οικογένειες όσων κρατουμένων δεν έχουν καθόλου επισκεπτήρια δεν έγινε ποτέ. Απλώς ανακοινώθηκε, σε ένα επικοινωνιακό τρικ της τότε διοίκησης του υπουργείου Δικαιοσύνης.»

Το Δίκτυο Αλληλεγγύης Κρατούμενων επίσης τάσσεται χωρίς υπεκφυγές υπέρ της νομιμοποίησης κινητών τηλεφώνων και μέλος του εξηγεί τα σχετικά ζητήματα στο red n’ noir:

«Το κόστος επικοινωνίας μέσω των καρτοτηλεφώνων είναι δυσβάσταχτο, ειδικά για τους αλλοδαπούς κρατούμενους, που αποτελούν και την πλειοψηφία του πληθυσμού στις ελληνικές φυλακές.

Ενδεικτικό της υπερκοστολόγησης των τηλεφωνικών κλήσεων αλλά και της σημασίας που έχει για τον κάθε κρατούμενο η επικοινωνία με την οικογένειά του είναι το γεγονός ότι οι τηλεκάρτες αποτελούν το άτυπο νόμισμα της φυλακής, δεδομένου ότι τα χρήματα απαγορεύονται. Οι τηλεκάρτες είναι το μέσο με το οποίο κάνουν τις διάφορες αναγκαίες μικροσυναλλαγές τους οι κρατούμενοι. 

Η σημασία που έχει για την κοινωνική επανένταξη ενός κρατούμενου η επικοινωνία με το οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον είναι αυτονόητη και γι’ αυτό άλλωστε προβλέπεται από τον ίδιο τον Σωφρονιστικό Κώδικα. Την ίδια στιγμή όμως, καθώς ο Σωφρονιστικός Κώδικας είναι απαρχαιωμένος, δεν προβλέπει τα σύγχρονα μέσα για να γίνεται αυτή η επικοινωνία.

Αυτή τη στιγμή, τους μόνους που συμφέρει η απαγόρευση των κινητών είναι τα διάφορα κυκλώματα σωφρονιστικών υπαλλήλων, που σε αγαστή συνεργασία με «εξουσιοδοτημένους» από τους ίδιους κρατούμενους θησαυρίζουν από τη λαθραία διακίνησή τους…

Οι υποστηρικτές της απαγόρευσης κινητών φέρνουν ως δικαιολογία ότι εάν υπάρχουν νόμιμα κινητά μέσα στις φυλακές κάποιοι κρατούμενοι ίσως συνεχίσουν την παραβατική τους δραστηριότητα από το κελί τους. Πρόκειται για μια γελοία δικαιολογία, καθώς αν γίνουν νόμιμα θα μπορούν να είναι δηλωμένα και να ελέγχονται.

Δεν είναι δυνατόν να ζούμε σε μια εποχή που οι άνθρωποι επικοινωνούν μεταξύ τους κατά βάση μέσω διαδικτυακών κοινωνικών δικτύων και βιντεοκλήσεων, και την ίδια στιγμή να αποκλείεται από αυτή τη μορφή επικοινωνίας η μόνη κοινωνική ομάδα που το έχει πραγματικά ανάγκη!»

Τελικά πολλοί μπορεί να είναι οι λόγοι της απαγόρευσης των κινητών και του ίντερνετ στις ελληνικές φυλακές. Μπορεί να είναι ότι έτσι συντηρείται ένα τεράστιο κύκλωμα μαύρης αγοράς που εξυπηρετεί συμφέροντα της σωφρονιστικής υπηρεσίας. Μπορεί να είναι το γεγονός ότι προσφέρει ορατότητα στους κρατούμενους, επιτρέποντας στην κοινωνία να έχει πρόσβαση σε ντοκουμέντα (φωτογραφίες ή βίντεο) που περιγράφουν την αθλιότητα των συνθηκών κράτησης, που σε κάποιες περιπτώσεις υπήρξε καταλυτικός παράγοντας για μια έστω και προσωρινή βελτίωση των συνθηκών κράτησης. Μπορεί να είναι ένας τρόπος να κρατιέται ο πληθυσμός της φυλακής υπό έλεγχο με διαμεσολαβητή τη μαύρη οικονομία. Όποιος και να είναι ο λόγος, δεν παύει να είναι μια παράλογη απαγόρευση. Μια απαγόρευση τόσο παράλογη, σαν να απαγορεύονται τα καρτοτηλέφωνα τη δεκαετία του 1990 ή οι επιστολές το 1930.

Προτάσεις σχετικών βιβλίων:

Μαύρο δελφίνι ΙV

Έκανε βρωμόκρυο  στην Μόσχα και οι δρόμοι ήταν άδειοι. Μόνο μία παρέα μεθυσμένων στρατιωτών πέρασε δίπλα του, τραγουδώντας το Καλίνκα6.

Το χιόνι αντανακλούσε τα φώτα της πόλης φωτίζοντας τους σκοτεινούς όγκους των σκοτεινών κτισμάτων. Κοίταξε ψηλά και  είδε τις νιφάδες να στροβιλίζονται σαν δερβίσηδες στον εκστατικό χορό τους. Σήκωσε τον γιακά από το χοντρό αμπέχονο και προχώρησε στο σκοτάδι βλαστημώντας. Ένοιωσε να τρέμει από την χαρμάνα, κοντοστάθηκε και άναψε ένα τσιγάρο. Αντί να τον χαλαρώσει όμως τον τσίτωσε και με βία κρατήθηκε  να μην ξεράσει από την μπόχα του τσιγάρου. Κοντοστάθηκε έτοιμος  να πάρει τον δρόμο για το πανάθλιο δωμάτιο του με τους φθαρμένους σοβάδες να χάσκουν σαν στόματα. Εκεί είχε όλα τα απαραίτητα για να ξανανιώσει καλά. Το φάρμακο του και τα σύνεργα. Πέταξε το τσιγάρο και προχώρησε. Έβαλε το χέρι στην εσωτερική τσέπη και έβγαλε ένα πλακέ μπουκάλι βότκα τυλιγμένο σε μία σελίδα από την Πράβντα7. Η κολωφυλλάδα μόνο για περιτύλιγμα έκανε σκέφτηκε. Άδειασε το άχρωμο υγρό μονορούφι και ένοιωσε την φτηνιάρικη βότκα να καίει διαδοχικά, τις φωνητικές χορδές, τον οισοφάγο και το στήθος του. Ενοιωσε το περιεχόμενο του στομαχιού του να γυρίζει, έτοιμο να εκτοξεύσει ρουκέτα. Πήρε μια βαθειά ανάσα  και πέταξε το άδειο μπουκάλι προς το πεζοδρόμιο αλλά και εκείνο χτύπησε στο ρείθρο του δρόμου και έσπασε. Άκουσε κάποιον να βρίζει στο σκοτάδι και επιτάχυνε το βήμα του. Το αλκοόλ είχε ήδη κάνει την δουλεία του και ένοιωσε τα νεύρα του να χαλαρώνουν.

Στο μαγαζί ο Ζένια έδειχνε ικανοποιημένος, όταν τον συνάντησε μερικές ημέρες αργότερα -για το ξεκάρφωμα όπως του είπε- στο κωλόμπαρο με πουτάνες, που είχε.

Όχι απλά κονσομασιόν, αλλά βίζιτες. Ανάγκαζε τα κορίτσια να φεύγουν στο τέλος της βραδιάς με πελάτη. Ο ίδιος-εννοείται- έβαζε το μεγαλύτερο μερτικό στην τσέπη. Στο πίσω μέρος είχε έναν βρωμερό χώρο, μια ποντικότρυπα που αποκαλούσε γραφείο. Εκεί τον συνάντησε με το νέο πρωτοπαλίκαρο του έναν Τσετσένο πρώην αρσιβαρίστα με ξυρισμένο κεφάλι και την υπόλοιπη κουστωδία, από μπράβους και τσιράκια.

Ο Ζένια, έχωσε τα δάχτυλα σου σε δύο ποτήρια και τα έφερε μπροστά στον Βιλέν και ένα μπουκάλι Στόλι και γέμισε τα ποτήρια.

«Από την καλή, όχι μαλακίες, δεν είμαστε πιτσιρικάδα να πίνουμε φθηνιάρικες.» 

«Όχι μαλακίες, επανέλαβε ο Βιλέν αναλογιζόμενος τι σκατά ήταν η βότκα που είχε ρίξει μέσα του στον δρόμο.»

«Πως τους πετσόκοψες έτσι ρε μαλάκα; Πως τους γάμησες έτσι; Στα δύο τον έκοψες τον πούστη τον Ιβάν αγόρι μου. Δεν θα τον γνωρίζει ούτε η μάνα του! Μέσα στο ίδιο τους το μαγαζί τους ξεφτίλισες ρε μαλάκα. Ούτε που κατάλαβαν από που τους ήρθε ρε μάγκα. Τούρμπο ήσουν! Τούρμπο ρε μαλάκα.
Μόλις τελείωσε το λογύδριο, ο Βιλέν έκανε αριστερά δεξιά το κεφάλι κάνοντας να ακουστεί ο ανατριχιαστικός ήχος από τα άλατα που σπάνε, πριν μιλήσει.

«Εντάξει την δουλειά μου έκανα.»

«Ποια δουλειά σου ρε μαλάκα, φάγανε χώμα σου λέω. Τους γάμησες και δεν πήρε χαμπάρι κανείς ρε μαλάκα. Κανένας πούστης. Και εγώ αμφέβαλα για ‘σένα.»

«Έκανα αυτό που πληρώνομαι να κάνω.»

«Βλέπετε; Είναι σκληρός καργιόλης», είπε ο Ζένια απευθυνόμενος σε όλους χτυπώντας του φιλικά την πλάτη.

Η αλήθεια είναι πως ο Βιλέν δεν έδινε δεκάρα για αυτόν τον σκατιάρη, ούτε κανέναν άλλον από δαύτους. Δεν τους μισούσε, παρά μόνο τους περιφρονούσε, τους θεωρούσε υπάνθρωπους, χειρότερους και από ζώα.

Όταν ήταν στο μαύρο δελφίνι μαζί με τα ψυχάκια και τους κατά συρροήν δολοφόνους, για να επιβιώσει είχε μάθει να διαβάζει αυτόν που είχε απέναντι του.
Ούτε τον Βασίλι στο Μαύρο Δελφίνι μισούσε. Δεν ήταν απλά παρά ένας στόχος. Το γεγονός, ότι  γούσταρε τα μικρά παιδιά, τα οποία στην συνέχεια τεμάχιζε και έτρωγε, έκανε την δουλειά ακόμα πιο εύκολη, αν και ο Βιλέν δεν είχε τέτοια διλήμματα.

Πλησίασε τον Λιθουανό με ήρεμο βήμα. Μόλις έφθασε δίπλα του σταμάτησε για ένα λεπτό, όσο χρειαζόταν δηλαδή για να καταλάβει ότι κάποιος είναι δίπλα του σε απόσταση αναπνοής. Τον κοίταξε στα μάτια. Δεν έδειχνε φόβο ή έκπληξη, παρά μόνο είχε  ένα ψιλοειρωνικό υπομειδίαμα σαν  να το περίμενε. Του έχωσε  τρεις μαχαιριές με το αυτοσχέδιο μαχαίρι. Άνοιξε το βήμα του και μπλέχτηκε με τους άλλους κρατούμενους. Οι φύλακες  ανά δύο μίλαγαν και κάπνιζαν αμέριμνοι και δεν πήραν χαμπάρι. Πλησίασε έναν κρατούμενο και του έδωσε το ματωμένο μυτερό σίδερο. Άλλαξε χέρια μέχρι που εξαφανίστηκε κάπου μέσα στην φυλακή.

Οι φύλακες  κατάλαβαν ότι ο Λιθουανός ήταν νεκρός όταν  μία λίμνη από σκούρο υγρό είχε σχηματιστεί δίπλα του. Τους άκουσε να βρίζουν χυδαία, μέχρι ο συναγερμός να αρχίσει να ουρλιάζει μανιασμένα, καλύπτοντας τις φωνές τους.

Ο «Πατερούλης» έκανε κουμάντο στην φυλακή και κινούσε τα νήματα στο Μαύρο Δελφίνι. Ήταν ένας σκληρός τύπος, καταδικασμένος για κατά συρροήν δολοφονίες  και κανιβαλισμό. Το παρατσούκλι του είχε κολλήσει από  ένα μεγάλο τατουάζ με τον Στάλιν στο στήθος του8.Το χαμόγελο του σου πάγωνε το αίμα περισσότερο και από τις παγωμένες στέπες της Σιβηρίας. Όμως ο Βιλέν δεν μάσαγε. Ζωντανός ή νεκρός ποια η διαφορά κλεισμένος μέσα σε αυτό το κάτεργο, σκεφτότανε ίδιος  πάντα ένοιωθε ότι  γεννήθηκε  νεκρός και ότι τώρα ήταν θαμμένος ζωντανός.

Μετά από δύο μέρες πήγε στο κελί του Πατερούλη για την πληρωμή.

«Τι θες;» τον ρώτησε ο άλλος

«Τι δίνεις;»

«Μία κούτα τσιγάρα.»

«Μόνο;»

«Και δύο τατουάζ»

«Έγινε.»

«Ο Ντμίτρι θα το  θα το κανονίσει, έτσι δεν είναι Ντμίτρι;» είπε γυρνώντας σε έναν κοντοστούπη με ένα φανελάκι για να φαίνονται τα τατουάζ.

«Έτσι», είπε χαμηλόφωνα με κατεβασμένα τα μάτια.

Δίπλα ήταν ένας νεότερος άνδρας γυμνός από την μέση και πάνω. Χαμηλά είχε χτυπημένα με μελάνι δύο μάτια, ένα σε κάθε πλευρά της λεκάνης, τατουάζ που δήλωνε  ότι  πάει με άνδρες. Ήταν γνωστό άλλωστε ότι είναι  το γιουσουφάκι του Πατερούλη.

Ο Βιλέν βγήκε ανακουφισμένος απο το κελί.Αυτός ο άνθρωπος του έφερνε τρόμο.

«Τι σκέφτεσαι;»

Ο Βιλέν ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του.

«Τι σκέφτεσαι;» τον ξαναρώτησε ο Ζένια, επαναφέροντας τον στην πραγματικότητα.

«Τίποτα, γεια μας», είπε και αποτελείωσε την βότκα στο ποτήρι του.

Σηκώθηκε να φύγει αλλά ο άλλος τον πίεσε ελαφρά στους  ώμους κρατώντας τον καθισμένο. Ο Βιλέν ένοιωσε δυσαρέσκεια αλλά δεν το έδειξε. Θεωρούσε ότι κανένας  δεν  είχε δικαίωμα πάνω του.

«Κάτσε ρε μαλάκα, κάτσε που πας;»

Έβγαλε ένα αλουμινόχαρτο με καφέ σκόνη  και του το  έδωσε.

Ο Βιλέν ένοιωσε ένα τρέμουλο μέσα του.

«Δικό σου», είπε ο Ζένια, τυλίγοντας ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα των 1000 ρουβλίων.

Ο Βιλέν έκανε δυο μακριές γραμμές πάνω στο βρώμικο τραπέζι. Ρούφηξε την μία και έδωσε το χαρτονόμισμα στον Ζένια για να τραβήξει την δεύτερη γραμμή.

«Είσαι αδερφός», του είπε ο Ζένια ρουφώντας την μύτη του.

«Ποτέ μην το ξεχάσεις αυτό.»

Άνοιξε την πόρτα φώναξε κάποια ονόματα  και τρία κορίτσια πλησίασαν, αλλά ο Βιλέν δεν έδωσε σημασία βυθισμένος στην χαύνωση της σκόνης.

«Είσαι καλά;»

Άνοιξε τα μάτια και είδε τον Ζένια να χαμογελά.

«Καλά.»

Το μαγαζί είχε αδειάσει. Ο μπάρμαν  έβαζε τις τελευταίες  καρέκλες αναποδογυρισμένες πάνω στα τραπέζια.

«Πρέπει να μιλήσουμε. Έχω κάτι για σένα.

«Τι πράμα;»

«Ένα επίσημο κάθαρμα που μπλέκει τα πόδια του στις δουλειές μου.»

«Πότε;»

«Σύντομα, λείπει ταξίδι με την υπηρεσία…»

«Εντάξει θα μου πεις…»

«Είναι  μπάτσος. Υψηλόβαθμο στέλεχος της μυστικής αστυνομίας. Έχεις πρόβλημα με αυτό;» είπε σαρκαστικά.

«Είπα εντάξει.»

(Τέλος επεισοδίου. Όλα τα επεισόδια εδώ)

(6) Ελληνικά: Χιονάτη. Δημοφιλέστατο Ρωσικό λαϊκό τραγούδι του 1860 σε στίχους και μελωδία του Ρώσου συνθέτη Ιβάν Πέτροβιτς Λαριοώνοφ

(7) Ελληνικά: Η αλήθεια. Εφημερίδα, επίσημο όργανο του ΚΚΣΕ (Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης)

(8) Πολλοί φυλακισμένοι έκαναν τατουάζ με τον Λένιν ή τον Στάλιν  αν και λούμπεν, για να είναι σίγουροι ότι  δεν θα τους πυροβολήσουν οι φύλακες.

Το red n’ noir προτείνει βιβλία:

Η ληστεία της Πέτρας ΧII

Κεφάλαιο 23 (13 Νοεμβρίου 1928)

Η Βάρνα είναι μια πόλη του Βουλγαρικού Βασιλείου δέκα χιλιάδων σπιτιών, που ατενίζουν τον Εύξεινο Πόντο. Μια λουτρόπολη, όπου τριάντα χιλιάδες εραστές της θάλασσας συρρέουν το καλοκαίρι για να λουστούν, να αναπαυτούν και να αναπνεύσουν.

Είναι ξημερώματα. Αργά-αργά αρχίζει να απλώνεται το φως της ημέρας, ενώ από τους διάφανους περουζέδες της αυγής διαγράφεται η σκιερή σιλουέτα της πόλης. Ο ουρανός είναι φορτωμένος με πηχτά μολυβένια σύννεφα, που καμιά ακτίνα ηλίου δεν μπορεί να τα ξεσχίσει. Ένα διαπεραστικό παγερό βοριαδάκι κάνει τους αραιούς πρωινούς περιπατητές να τουρτουρίζουν, τη Μαύρη Θάλασσα να μανιάζει και τα κύματά της να σπάζουν με ορμή στην ακτή.

Ένα μέτριο εξωτερικά κτίριο είναι το κατάστημα της Διεύθυνσης της Αστυνομίας Βάρνας. Στο ισόγειό του, στο βάθος ενός μάλλον στενού διαδρόμου που κάμπτεται αριστερά, βρίσκεται μια θύρα επενδυμένη με σιδερένια ελάσματα. Είναι η θύρα του κρατητηρίου.

Κλειδιά, κλειδαριές, τριγμοί και η θύρα ανοίγει. Ένας χώρος με την αμφίβολη καθαριότητα των κρατητηρίων και ένα παράθυρο οπλισμένο με σιδερένιες κιγκλίδες. Δέκα άνθρωποι κρατούνται εκεί. Αυτουργοί ασήμαντων πταισμάτων, άλλοτε περιφέρονται στα ελάχιστα τετραγωνικά στα οποία είναι περιορισμένοι και άλλοτε προσκολλώνται στο σιδηρόφρακτο παράθυρο, αναμένοντας να παρέλθουν οι λίγες ώρες της παροδικής κράτησής τους. Πάντα όμως στρέφονται προς τη θύρα, όταν εκείνη ανοίγει.

Δυο κρατούμενοι, ίσως λόγω του παραστήματός τους, ίσως λόγω του βαρύ θρύλου που τους περιβάλλει, ίσως λόγω των εξαιρετικών γι’ αυτούς μέτρων ή για τον τρόπο που είναι δεμένοι, κυριαρχούν στον ολιγάριθμο κόσμο του κρατητηρίου. Φέρουν πέδες στα χέρια και τα πόδια. Στα δυο αυτά σημεία είναι προσαρμοσμένη η άκρη βαριάς αλυσίδας, ενώ από την άλλη άκρη της περισσεύει μια μακριά ουρά, η οποία σύρεται στο δάπεδο. Οι πέδες αχρηστεύουν τα άκρα και η αλυσίδα προσθέτει το βάρος της κρατώντας τους καθηλωμένους, ενώ ένας βαρύς κρότος πληροί το κρατητήριο σε κάθε τους κίνηση.

Ο ένας είναι με ανάστημα χαμηλό, τετράγωνο ογκώδη κορμό, στιβαρούς βραχίονες, τράχηλο χονδρό, κεφαλή που τείνει ‒λίγο κύπτουσα‒ προς τα εμπρός. Μέτωπο στενό, κόμη άτακτη, γένια και μουστάκι πυκνά και άτακτα, τρίχες δασείς και ακανθώδεις. Καθώς η φροντίδα εγκαταλείφτηκε εδώ και μερικές ημέρες, η άτακτος τριχοφυΐα κατέστησε περισσότερο άξεστη τη χονδροειδή μορφή του. Τριακονταετής περίπου, αλλά υπό την ανθρώπινη αγριότητα της μορφής του και την ατημελησία η νεότητα εξαφανίζεται. Συνοφρυωμένος πάντοτε, ενίοτε βλοσυρός, κοιτάζει με βλέμμα ζώου άγριου. Είναι ο Ευθύμιος Ρέντζος. Ο Γιάννης, ψηλότερος, με κανονικότερο σώμα και ξυρισμένα γένια, έχει λιγότερο βάναυσο την παράσταση. Είναι μεγαλύτερος σε ηλικία.

Ακόμα και για να γευματίσουνε λαμβάνονται ειδικά μέτρα. Λύνονται τα χέρια του ενός και τρώει υπό ειδική φρούρηση. Επαναφέρονται κατόπιν τα δεσμά και μετά λύνονται τα χέρια του άλλου και δίνεται σε αυτόν η τροφή. Μερικές δέσμες άχυρων απλώνονται στο πάτωμα αντί για στρώματα.             

Κεφάλαιο 24 (Σεπτέμβρης 1924)

Ήταν που ο λήσταρχος Τσόγκος και οι τρεις σύντροφοί του έμπαιναν εμπόδιο στις δουλειές τους, έπεσε στη μέση και ο νόμος του Πάγκαλου για την καταπολέμηση της ληστείας, που όριζε ότι αν ληστής καταθέσει στη χωροφυλακή το κεφάλι άλλου επικηρυγμένου ληστή, τότε αμνηστεύεται. Έπρεπε, πώς να γίνει, και οι Ρεντζαίοι να κοιτάξουν το συμφέρον τους και να τους ξεμπερδέψουν. Τους αφήσανε να πιστεύουν εκείνο το βράδυ πως κοιμούνται σε μια στάνη και ζύγωσαν κοντά. Οι Ρεντζαίοι έχουν πιάσει δυο ταμπούρια και τους βλέπουν να πλησιάζουν. Ο Γιάννης τούς φωνάζει:

«Γιατί βρε μας κυνηγάτε;»

Ο Τσόγκος, χωρίς να χάσει χρόνο, φωνάζει:

«Πυρ!»

Αλλά ώσπου να ρίξουν αυτοί, οι Ρεντζαίοι μαζί με τον Κολοβό και έναν τέταρτο σύντροφό τους πυροβολούνε ακατάπαυστα. Ξαπλώθηκαν σε τρία δευτερόλεπτα κατάχαμα, πλημμύρα από αίματα. Ένας από δαύτους πρόλαβε να ρίξει μια τουφεκιά, αλλά ένα βόλι του Γιάννη τον βρήκε κατάστηθα και τον έριξε μονοκόμματο μπρούμυτα. Ένας άλλος πέφτοντας προσπάθησε να γονατίσει και να ρίξει κι αυτός μια τουφεκιά, αλλά το βόλι που τον είχε βρει του έσκισε τα σωθικά και από τον πόνο δεν τα κατάφερε. Ξαπλώθηκε ανάσκελα, σπαρταρώντας στη γης. Για να μην βασανίζεται άλλο και ορμώμενος από καθαρά ανθρωπιστικά κίνητρα, ο τέταρτος σύντροφός τους του ρίχνει δυο τουφεκιές στο στήθος και ξεψυχάει.

Όταν η συμπλοκή τελειώνει, τα νεύρα των δυο αδελφών είναι λίγο πειραγμένα. Η πράξη που έκαναν τους κακοφαίνεται τόσο, που αδυνατούν να κόψουν τα κεφάλια των συναδέλφων τους. Καθώς όμως αυτή είναι η προϋπόθεση για να τα παραδώσουν στα Γιάννενα και να πάρουν αμνηστία, τη δουλειά αναλαμβάνει ο Κολοβός παρέα με τον τέταρτο σύντροφό τους. Βγάζουν τα μαχαίρια και χραπ-χρουπ κόβουν τα κεφάλια από τους λαιμούς τους. Μπήζει ο Κολοβός το μαχαίρι μέσα στο λαρύγγι, το σπρώχνει και το σπρώχνει, και στρίβει με δύναμη έξω. Χούουου! Χύνονται τα αίματα έξω. Είναι ανάγκη να χυθούν έξω τα αίματα, γιατί αν αδειάσουν τα αίματα δεν μυρίζει το σκοτωμένο κρέας.

Για να μην μυρίσει το ανθρώπινο κεφάλι, από την άλλη, υπάρχει άλλο πρωτόκολλο. Το πηγαίνεις σε τρεχούμενο νερό και το βουτάς μέσα. Μέσα για μέσα. Κατόπιν το βγάζεις έξω με δύναμη. Τότε από όλες τις μεριές τρέχει νερό. Από τα ρουθούνια επάνω, από το στόμα στη μέση και από κάτω από το κομμένο λαρύγγι. Τέσσερις βρύσες έχει ένα κομμένο ανθρώπινο κεφάλι.

Τα κεφάλια, πλυμένα πια και νοικοκυρεμένα, τα φορτώνεται ο Κολοβός σε έναν ντορβά και δρόμο για τα Γιάννενα. Στα Γιάννενα δεν μπήκαν κατευθείαν. Τα κανόνισε πρώτα καλά-καλά ο Κολοβός. Πάει στον ανώτερο διοικητή της Χωροφυλακής και του δείχνει τον ματωμένο ντορβά. Ο διοικητής πετάγεται από τη θέση του όρθιος.

«Τι έχεις αυτού, μωρέ;» φωνάζει.

«Τέσσερα κεφάλια.»

Ο ανώτερος μπήγει τις φωνές.

«Τρέχτε μέσα, τρέχτε μέσα.»

Μπαίνουν οι υπασπιστές του και όλο το προσωπικό του, και εκεί ο Κολοβός τούς διηγείται ότι αυτός, ενώ περπατούσε απ’ έξω από την Ποδογύρα, συναντήθηκε με τους Ρεντζαίους. Στην αρχή, λέει, φοβήθηκε και το έβαλε στις τρεχάλες. Ο ανώτερος τον διακόπτει και του παρατηρεί ότι αυτά είναι λόγια της καραβάνας και ότι αυτός γνωρίζει καλά ότι έχει σχέσεις με τους Ρεντζαίους. Ο Κολοβός διαμαρτύρεται πως αυτά ήταν ψέματα και ύστερα λέει πως τα κεφάλια αυτά τα είχαν δώσει αυτοί οι αιμοβόροι για να πάρουν αμνηστία. Ο ανώτερος ικανοποιείται από την είδηση και τον ρωτάει πού βρίσκονται αυτοί οι άνθρωποι τώρα και να κατέβουν κάτω να πάρουν την αμνηστία τους.         

Ο Κολοβός εξηγεί στον διοικητή ότι οι Ρεντζαίοι είναι σύμφωνοι να κατέβουν το άλλο βράδυ από το Εμίν Αγά, δηλαδή κάτω από το Μπιζάνι. Ο κύριος διοικητής πετάει από τη χαρά του γιατί γλίτωσε κι από αυτό το νταραβέρι. Βιάστηκε μάλιστα να τηλεγραφήσει το πράγμα στον Πάγκαλο.

Τρείς με τέσσερις μέρες έμειναν οι Ρεντζαίοι έξω στου Εμίν Αγά. Ήρθε και ένας δικαστικός εκεί που έκανε τον γκιουλέκα και ήθελε να κάνει θεωρίες για το πώς έπρεπε να φερθούνε στους αξιωματικούς που θα τους παραλάμβαναν και πως δεν έπρεπε να γίνουν ληστές.

«Μωρέ άντε, παιδάκι μου, από δω», του λέει ο Γιάννης. «Ποιος σε ρωτάει εσένα. Άντε στο διάολο. Ή στάσου καλά και άσε τις εξυπνάδες ή ξαναγυρίζουμε στα βουνά και σε παίρνουμε μαζί μας και θα τραβήξεις των παθών σου τον τάραχο!»

Τότε έδωσε στον Γιάννη ένα χαρτί να υπογράψουνε. Τον έβαλε και το διάβασε. Έλεγε πως παραδίνονται και ζητούν τα δικαιώματά τους να αμνηστευτούν, σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο. Το υπέγραψαν και τους είπε να τον ακολουθήσουν.

«Άντε, παιδί μου, από εδώ», του ξαναλέει ο Γιάννης. «Δεν ακολουθούμε πριν γίνει κατιτίς άλλο».

«Τι άλλο;»

«Μμμ, κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Θα υπογραφεί πρώτα το χαρτί στη ’φημερίδα της κυβέρνησης κι απέ θα κατεβούμε κάτω.»

Τότε αυτός ο σαφρακιασμένος έφυγε με κάτι μούτρα τόσα κάτω.  

Τρεις και μισή μέρες μείνανε έξω από του Εμίν Αγά στη στάνη ενός φίλου τους. Ο Κολοβός πήγαινε και ερχόταν, πότε βλέποντας τους διοικητές και τα αποσπάσματα και πότε τους Ρεντζαίους. Οι Ρεντζαίοι όμως δεν εννοούν να το κουνήσουν από εκεί, πριν έρθει το διάταγμα της αμνηστίας τυπωμένο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μια μέρα έρχεται ο Κολοβός λαχανιασμένος και χαρούμενος.

«Σώθηκαν… Σώθηκαν τα ψέματα! Ήρθε! Ήρθε!»

Ρίχτηκε στην αγκαλιά τους, τους φίλησε και τους τράβηξε κατά κάτω.

«Πάμε, πάμε!»

Ο Γιάννης τότε λυπήθηκε. Λυπήθηκε τόσο, που άρχισε τα δάκρυα. Στεκόταν και κοιτούσε τα  ψηλά βουνά, τις ραχούλες τους και τα κρύα νερά που άφηνε. Το επάγγελμα, οποιοδήποτε επάγγελμα, πάντα το αγαπάει ο άνθρωπος και λυπάται όταν το αφήνει. Έτσι και τα αδέλφια έφυγαν σαν κλαμένοι και με αναστεναγμούς.

Φύγανε από τη στάνη, τράβηξαν καμιά πεντακοσαριά μέτρα αλάργα από αυτήν, κι ύστερα φάνηκαν στη ραχούλα. Κάτω από αυτήν, τους περίμενε ένα σωρό κόσμος. Στρατιωτικοί, χωροφυλάκοι, βλάχοι, τσοπαναραίοι. Μόλις έφτασαν στην κορυφή και τους αγνάντεψαν, ακούστηκε ένα σούσουρο και έτρεχαν όλοι πάνω τους. Τρέξανε κι αυτοί πίσω και κρυφτήκαν.

«Τρέχα», λέει ο Γιάννης του Κολοβού «να δεις τι θέλουν που κάνουν σαν τρελοί. Και πρόσεξε! Τ’ άρματά μας δεν τ’ αφήνουμε, παρά μόνο όταν φτάσουμε σπίτια μας».

Έτσι χρειάστηκε να περάσει άλλη μια ώρα ώσπου να γίνει συνεννόηση και να πάρουν νέα διαταγή από το αρχηγείο για να επιτρέψουν ό,τι ζητάνε. Μετά από μια ώρα, κατέβηκαν με όλα τους τα άρματα, και εκεί, ενώ όλοι τούς χαιρετούσαν, μπήκαν σε ένα αυτοκίνητο μαζί με δυο αξιωματικούς και τον Κολοβό. Συνάντησαν πολύ κόσμο που ήθελε να τους δει και να τους χαιρετήσει.            

(Το επόμενο Σάββατο στο red n’ noir: Στα σημειώματα που βρέθηκαν πάνω του, μεταξύ άλλων, παρήγγειλε να τον θάψουν με τις πιτζάμες και τις κάλτσες του / Τα δώρα και οι εκδηλώσεις συμπάθειας από μέρους των αρχών αποτελούν την καλύτερη ένδειξη της επίσημης προστασίας την οποία απολαμβάνουν)

Άτιτλο

Είμαστε όλοι κτήνη.

Κρεβάτια σε παρακμιακό ξενοδοχείο, γεμάτα σπέρματα.

Γεμάτα αίματα,

από κορίτσια ή αγόρια που έχασαν την παρθενιά τους εδώ.

Το «εδώ» καμιά φορά,

έχει γεύση κόκκινου ημίγλυκου κρασιού στα χείλη του.

Είμαι κτήνος.

Όσα δε πρόλαβες να πεις και να νιώσεις.

Πες μου ποια πραγματικότητα σε βολεύει,

και θα ‘ρθω να σε βρω.

Είμαι ο ήχος της φλέβας που σπάει.

Κι η φλέβα σπάει απ’ την υπερβολική δόση αξόδευτης αγάπης.

Κτήνη.

Επιρρεπείς στις καταχρήσεις.

Κι αυτή τη νύχτα,

που πριν φιλήσουμε τον επόμενο,

πείθουμε ο ένας τον άλλον πως ποτέ δεν υπήρξες.

Εσύ, γιατί αυτό σε συμφέρει.

Κι εγώ, γιατί αυτό σε συμφέρει.

Αυτή τη νύχτα.

Μόνοι όλοι.

Λίγοι .

Κορίτσια ή αγόρια,

χάνουμε την παρθενιά μας για δεύτερη φορά,

για τρίτη φορά.

Και λέμε «καλέ μου, πόσο τη δίνεις αυτή την αγάπη»;

Και τρυπάμε τη φλέβα ξανά και ξανά.

Είμαστε όλοι κτήνη.

Αυτή τη νύχτα του καλοκαιριού,

με τον έναν ή τον άλλο τρόπο,

γινόμαστε όλοι κτήνη.

Δημήτρης Μελέτης: Η άγνωστη ιστορία ενός αναρχικού ιλλεγκαλιστή στην Αθήνα του 1980

Πρέπει να ήταν κάπου στις αρχές του 2018, όταν ξεκίνησα να αναζητώ στοιχεία εφημερίδων και μαρτυρίες προσώπων, προκειμένου να συντάξω ένα μικρό αφιέρωμα  ‒για λογαριασμό του ελληνικoύ VICE τότε‒ σε σχέση με τη ζωή, αλλά κυρίως με τον κάπως μυστηριώδη θάνατο του Θεόδωρου Βερνάδου (ή αλλιώς του «ληστή με τις γλαδιόλες»), ο οποίος βρέθηκε κρεμασμένος στο κελί του στις φυλακές Κορυδαλλού, στις 10 Ιουλίου του 1984.

Η σύντομη αυτή έρευνά μου στάθηκε αφορμή για να γνωρίσω τον Δημήτρη Μελέτη. Ο Δημήτρης Μελέτης είχε καταδικαστεί τη δεκαετία του 1980 για τη ληστεία της Εθνικής Τράπεζας στην Αγίου Μελετίου και για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία μιας και η δουλειά φαίνεται πως στράβωσε για τα καλά. Ως κρατούμενος συμμετείχε σε δυναμικούς αγώνες και εξεγέρσεις, στις οποίες πρωτοστάτησε τα δεκατρία χρόνια που έμεινε έγκλειστος, μέχρι να αποφυλακιστεί με προεδρική χάρη τον Δεκέμβριο του 1994.

Μετά από τηλεφώνημα του Γιάννη, με τον οποίο διατηρούσε επαφή λόγω της συνέντευξης που του είχε παραχωρήσει για το ντοκιμαντέρ  «Οι βροχοποιοί», μας κάλεσε στο σπίτι του (μια απομονωμένη μονοκατοικία στους Αγίους Θεοδώρους), όπου τον επισκεφτήκαμε με τον Γιάννη, καθώς και με κλιμάκιο του red n’ noir (τον Πολύκαρπο και την Εβίνα).

Μας περίμενε με  ένα πλούσιο στρωμένο τραπέζι, παρότι ο ίδιος δεν μπορούσε να φάει παραπάνω από μερικές μικρές μπουκιές. Δεν κάθισε στο τραπέζι, αλλά παρέμεινε σε ημιξαπλωμένη στάση σε έναν μικρό καναπέ δίπλα μας. Είχε ήδη από το τηλέφωνο προειδοποιήσει τον Γιάννη ότι πεθαίνει από καρκίνο στο συκώτι και πράγματι ήταν ένας άνθρωπος φανερά καταβεβλημένος από την ασθένειά του. Δυο κοντινοί του άνθρωποι δεν σταμάτησαν σε όλη τη διάρκεια της επίσκεψής μας να τον φροντίζουν, παράλληλα με τις διευθετήσεις του τραπεζώματός μας.

Η φωνή του έβγαινε συρτή, καταβάλλοντας προσπάθεια που έδειχνε να τον εξαντλεί, ωστόσο δεν σταμάτησε να μας μιλάει και να απαντάει στις ερωτήσεις μας. Μια φωνή, που όσο κι αν δυσκολευόταν να βγει, δεν μπορούσε να κρύψει μια πηγαία ευγένεια, ενώ η εκφορά του λόγου αποκάλυπτε έναν καλλιεργημένο άνθρωπο, εξοικειωμένο με τα πολιτικά πράγματα και την κινηματική επικαιρότητα, έστω και ως αντανάκλαση από την καθεστωτική ειδησεογραφία.

Φυσικά, δεν μας μίλησε μόνο για τον Βερνάρδο, ο οποίος κατά τη δική του μαρτυρία πέθανε μετά από εικονική απόπειρα αυτοκτονίας (κάτι το οποίο είχε επαναλάβει κάποιες φορές με στόχο να μεταφερθεί στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού, από όπου η απόδραση θα ήταν πιο εύκολη), κατά την οποία ο συγκρατούμενος, ο οποίος είχε επιφορτιστεί να ειδοποιήσει τη σωφρονιστική υπηρεσία, τον άφησε τελικά κρεμασμένο μέχρι να ξεψυχήσει.   

Μιλήσαμε για την κατάσταση των ελληνικών φυλακών τη δεκαετία του 1980 και το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990, τις εξεγέρσεις, αλλά και  για την υπόθεσή του.

«Ισόβια και εικοσιπέντε για ληστεία και συνέργεια σε ανθρωποκτονία. Πατησίων και Αγίου Μελετίου. Εθνική τράπεζα εκεί γωνιακή. Εμένα σπίτι με πιάσανε. Αλλά είχαν πάρει έναν κι από ό,τι φαίνεται τα είπε όλα. Συμβαίνουν κι αυτά. Αυτός που σκοτώθηκε; Ένας περίεργος τύπος της ασφάλειας του ΟΤΕ. Ακριβώς απέναντι ήταν τα γραφεία του ΟΤΕ. Και καθόταν με τον διευθυντή εκεί και βάζει το χέρι μέσα από το μπουφάν αριστερά. Αυτός δικαιολογήθηκε ότι έχει καρδιά και ο άλλος του έριξε με 45άρι. Και είναι αυτός που πιάσανε και τα είπε όλα. Και είναι αυτός που έφυγε με 18μηνο, και έφυγε Βραζιλία, και είναι ακόμα εκεί.   

6 Μαρτίου του 1981, προφυλακίστηκα. Τα πρώτα πέντε χρόνια στη Κέρκυρα. Άλλα πέντε χρόνια στην Πάτρα, έξι μήνες στη Λάρισα και πάλι πίσω Κέρκυρα. 2 Δεκεμβρίου του 1994, αποφυλακίστηκα με προεδρική χάρη. Από ό,τι κατάλαβα, δεν θέλανε ούτε αυτοί να με βλέπουνε, δεν με θέλανε στα πόδια τους γιατί τους έκανα πολλά, τους σκάλιζα συνέχεια και δεν με ήθελε καμία φυλακή· για αυτό και με έστελναν στην Κέρκυρα. Τι να έκανα, τον καλό κρατούμενο; Και στο τέλος αποφάσισαν: πετάχτε τον έξω…» 

Στο αρχείο τύπου της Βουλής

Αρκετούς μήνες μετά από εκείνη τη συνάντηση και ενώ περιηγούμουν στις εφημερίδες του αρχείου τύπου της Βουλής, εντόπισα τυχαία στη στήλη του δικαστικού ρεπορτάζ της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, στα φύλλα της 3ης, 4ης και 5ης  Φλεβάρη του 1983, τους τίτλους «Ληστεία στο όνομα της επανάστασης» και «Γεννηθήκαμε αναρχικοί, λένε οι ληστές». Καθώς ο τίτλος μου τράβηξε την προσοχή, κατέβηκα στο υπότιτλο: «Στο εδώλιο οι τρεις ληστές της Εθνικής Αγίου Μελετίου». Το ρεπορτάζ από την πρώτη μέρα της δίκης έγραφε:

Είκοσι μήνες μετά τη ληστεία του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στην Αγίου Μελετίου, που είχε σαν αποτέλεσμα να χάσει την ζωή του και ένας υπάλληλος του ΟΤΕ, οι τρεις δράστες κάθονται στο σκαμνί. Είναι οι Δημήτρης Μελέτης, 31 χρόνων ηθοποιός, Γρηγόρης Δασκαλόπουλος, 23 χρονών ξυλουργός, και Γ. Φ. Παππάς, 24 χρονών εργάτης, οι οποίοι στις 3 Μαρτίου του 1981 πήραν από την Εθνική 280.000 δραχμές και σκότωσαν ‒ο Δασκαλόπουλος‒ τον Αθ. Κολιγλιάτη.

Από τους τρεις ληστές, στο ειδώλιο κάθονται οι δύο. Ο Γρ. Δασκαλόπουλος νοσηλεύεται σύμφωνα με πιστοποιητικό του νοσοκομείου μετά από εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας, αλλά δικάζεται σαν να είναι παρών.

Και οι τρεις έχουν συμπληρώσει το ανώτατο όριο προφυλάκισης 18 μήνες με αποτέλεσμα να είναι ελεύθεροι οι Γ. Παππάς και Γρ. Δασκαλόπουλος. Ο Μελέτης κρατείται για να εκτίσει άλλη ποινή.

Η ώρα ήταν δύο παρά δέκα το μεσημέρι, όταν οι δύο από τους ληστές με τα πιστόλια στα χέρια εισέβαλαν στην τράπεζα, ενώ ο ένας φώναζε:« Εν ονόματι της λαϊκής επανάστασης, ακίνητοι, γίνεται ληστεία, να μην τραβήξει κάνεις το συναγερμό, πέστε όλοι κάτω».

Ο Μελέτης, που είχε σκεπάσει το πρόσωπό του με ένα κόκκινο πανί, κατευθύνθηκε στο ταμείο. Πλησίασε τον ταμία Ν. Ψηλό από πίσω, του πέταξε ένα σακ βουαγιάζ και του είπε: «Βάλε όσα χρήματα έχεις». Ο ταμίας τού γέμισε την τσάντα με 280.000 δραχμές και του την έδωσε. Στο μεταξύ, ο δεύτερος ληστής Γ. Δασκαλόπουλος, που με το όπλο στο χέρι πρόσεχε τους πελάτες και τους υπαλλήλους της τράπεζας, πυροβόλησε τον Αθ. Κολιγλιάτη επειδή τον νόμισε για αστυνομικό.

Μετά από αυτό, πήραν την τσάντα και έφυγαν τρέχοντας. Μπήκαν σε πολυκατοικία όπου τους περίμενε ο τρίτος της παρέας Γ. Παππάς. Όπως είχαν από πριν συμφωνήσει, του έδωσαν την τσάντα με τα χρήματα και τα όπλα και ο Παππάς τα μετέφερε στους Αγίους Θεοδώρους.

Λίγο αργότερα, ο Δασκαλόπουλος βγήκε από την πολυκατοικία, αλλά τον αναγνώρισαν οι αναστατωμένοι από τη ληστεία ιδιώτες, τον κυνήγησαν και τελικά τον έπιασε ο Γ. Τζεβελάκος, που έχει κατάστημα στη Φωκίωνος Νέγρη. Μια ώρα μετά, πιάστηκε από τους αστυνομικούς και ο Μελέτης. Την επόμενη μέρα, πιάστηκε και ο Παππάς στους Αγίους Θεοδώρους, όπου και βρεθήκαν οι 280.000 δραχμές καθώς και ένα περίστροφο και ένα 45άρι.

Η μοιραία σφαίρα που έριξε ο Δασκαλόπουλος με το 45άρι στον Κολιγλιάτη τού προκάλεσε ρήξη πνεύμονα, σπλήνας, στομαχιού και συκωτιού και τρεις μήνες αργότερα, στις 17 Ιουνίου του 1981, πέθανε. Το θύμα ήταν υπάλληλος του ΟΤΕ και είχε μπει στην τράπεζα για συναλλαγή του, πέντε λεπτά πριν από τη ληστεία που του στοίχισε τη ζωή.

Χτες στο δικαστήριο κατέθεσαν αυτόπτες μάρτυρες της ληστείας σαν μάρτυρες κατηγορίας.

Ο Ρ. Δ. Σκορδύλης, τότε υποδιευθυντής του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας, είπε: «Οι δύο ληστές συμπεριφέρθηκαν με τρόπο σκληρό και απάνθρωπο. Ήθελαν να δημιουργήσουν κλίμα τρομοκρατίας. Αρκετοί λιποθύμησαν. Το θύμα φώναξε: “Η καρδιά μου η καρδιά μου, πεθαίνω, μη με σκοτώσετε”, και έβαλε το χέρι του στην καρδιά. Τότε ο Μελέτης του φώναξε: “Να πεθάνεις, λες ψέματα, είσαι αστυνομικός”. Εκείνη τη στιγμή ο Δασκαλόπουλος τον πυροβόλησε».

Ο προϊστάμενος του λογιστηρίου της Τράπεζας Β. Γ. Σταμπολίτης κατέθεσε: «Τον Καλιγλιάτη τον πυροβόλησαν εν ψυχρώ. Το συμπεραίνω από το σχέδιο που είχαν –ληστεία, δημιουργία κλίματος τρομοκρατίας, παράκαμψη οποιουδήποτε εμποδίου. Ο Δασκαλόπουλος τον πέρασε για αστυνομικό. Νόμιζε ότι κάτι θα έβγαζε το χέρι στην καρδιά του το θύμα. Ο Μελέτης φεύγοντας είπε στον τραυματισμένο: “Λες ψέματα είσαι αστυνομικός”».

Ο εισαγγελέας κ. Χατζής ρώτησε τον μάρτυρα, αν γνώριζαν οι κατηγορούμενοι ότι ολόκληρη η τράπεζα δεν εφρουρείτο. Ο μάρτυρας κ. Σταμπολίτης απάντησε ότι, κατά τη γνώμη του, αν κατά την εξέταση του χώρου που έκαναν πριν μπουν έβλεπαν αστυνομικούς με στολή, θα ματαίωναν ή τουλάχιστον θα ανέβαλαν την επιχείρηση.

Τέλος, ο τότε ταμίας της Τράπεζας Ν. Ψηλός είπε: «Ο Μελέτης ήρθε από πίσω μου και με την απειλή του όπλου του με διέταξε να του δώσω όσα χρήματα είχα. Του έβαλα σε μια τσάντα 280.000 δραχμές. Μετά τράβηξα το συναγερμό χωρίς να με δει, και τότε άκουσα τον πυροβολισμό. Την ώρα που έφευγαν οι δυο ληστές, ο Δασκαλόπουλος έσκυψε και πήρε τον κάλυκα».

Η δίκη θα συνεχιστεί την επόμενη μέρα με τις απολογίες των κατηγορούμενων.

Η απολογία του Δημήτρη Μελέτη

Πρώτος απολογήθηκε ο Δ. Κ. Μελέτης, που κατηγορείται για ληστεία, απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία και παράνομη οπλοφορία. Την απολογία του ξεκίνησε με μια δήλωση: «Κατ’ αρχάς δεν απολογούμαι, απλώς κάνω χρήση του χρόνου της απολογίας μου. Θέλω να σας μιλήσω για τη ζωή μου, να τη μάθετε και εσείς. Οι γονείς μου είναι αριστεροί. Γεννήθηκα αναρχικός, αλλά μόλις στα 26 χρόνια μου συνειδητοποίησα ότι δεν έχω άλλη λύση παρά τον αναρχισμό. Είμαι αντικρατιστής. Σεις, κύριοι δικαστές, λέτε ότι λήστεψα την τράπεζα, εγώ έκανα μια πράξη πολιτικής διαμαρτυρίας. Τη χαρακτηρίζω σαν απαλλοτρίωση, κατάσχεση υπέρ του λαού. Η τράπεζα αντιπροσωπεύει το κεφάλαιο. Δεν θα έκανα ποτέ μια ληστεία για να πάρω χρήματα και να κάνω αυτό που λένε μεγάλη ζωή. Είμαι 30 χρονών και ποτέ πριν δεν έχω απασχολήσει την αστυνομία. Δεν είναι δυνατόν ξαφνικά να έγινα ληστής. Η ληστεία, που όπως λέτε έκανα, δεν ήταν τυχαία. Ήταν δεμένη με την πολιτική κατάσταση της εποχής. Θέλω να σας πείσω ότι δεν την έκανα  για τα χρήματα.

Δεν φοβάμαι ότι θα καταδικαστώ σαν εγκληματίας, αλλά δεν είμαι εγκληματίας. Αν ήξερα από την αρχή ότι η πράξη μας αυτή θα στοίχιζε τη ζωή ενός ανθρώπου, σίγουρα δεν θα την έκανα. Στις φυλακές Κέρκυρας που συνάντησα τον Δασκαλόπουλο τον ρώτησα “Βρε Γρηγόρη, πες μου, γιατί πυροβόλησες;” και εκείνος έβαλε τα κλάματα.

Πέρα από τους συγγενείς του σκοτωμένου, έχω υποφέρει και εγώ για αυτόν το θάνατο. Είχαμε μαζί με τον Δασκαλόπουλο προσυμφωνήσει ότι δεν θα ρίχναμε για κανένα λόγο. Ούτε για εκφοβισμό».

Η απόφαση θα ανακοινωθεί κατά την 3η συνεδρίαση, στις 5 Φλεβάρη του 1983: Γρηγόρης Δρακόπουλος, 23 χρονών, ισόβια κάθειρξη και 23 χρόνια. Δημήτρης Μελέτης, 31 χρόνων, ηθοποιός, ισόβια κάθειρξη και 21 χρόνια. Γεώργιος Παππάς, 24 χρόνων, εργάτης, φυλάκιση 3 χρόνων και 6 μηνών.

Ο Μελέτης ζητάει από τον Πρόεδρο του Κακουργιοδικείου τον λόγο. Μεταξύ των άλλων, λέει: «Αποδέχομαι το αδίκημα της ληστείας αλλά όχι και της ανθρωποκτονίας, την οποία θεωρώ ύβρη. Ό,τι έκανα, το έκανα για τις πολιτικές μου ιδέες. Δεν φοβάμαι να πω ότι είμαι αναρχικός και πιστεύω στην κοινωνική δικαιοσύνη. Ξέρω ότι είστε υποχρεωμένοι να με καταδικάσετε, εφαρμόζοντας τους νόμους που εγώ δεν αποδέχομαι».   

Ο Δημήτρης Μελέτης έφυγε από τη ζωή λίγες μέρες μετά από εκείνη τη συνέντευξη. Η ιστορία του όμως, ένα καρυδότσουφλο στον ωκεανό την ανθρώπινης ιστορίας, ας καθελκυσθεί σε αυτόν τον απάνεμο κολπίσκο του διαδικτύου, και ας αφήσει τα ρεύματα να την οδηγήσουν ακυβέρνητη.        

Η ληστεία της Πέτρας ΧI

Κεφάλαιο 21 (19 Νοεμβρίου 1928)

Ήδη η αμαξοστοιχία πέρασε και το Μενίδι. Πλησιάζει στην Αθήνα. Οι άνδρες της συνοδείας των δύο αλυσοδεμένων αδελφών ετοιμάζουν τις αποσκευές τους. Προς στιγμήν, τους ελευθερώνουν τα χέρια από τις χειροπέδες, ώστε να φορέσουνε τα παλτά τους. Θα κλείσουνε λιγάκι ανθρωπινά τα μάτια τους απόψε. Τρεις μέρες είναι άυπνοι.      

Στο σταθμό Λαρίσης υπάρχει κόσμος συγκεντρωμένος. Θέλει να παρακολουθήσει το θέαμα της επιβίβασής τους στα αστυνομικά αυτοκίνητα που θα τους μεταφέρουν στις φυλακές Συγγρού.

Για την ασφαλή τους αποβίβαση έχουν ληφθεί εξαιρετικά μέτρα, υπό την προσωπική επίβλεψη του Καλυβίτη, διευθυντή της αστυνομίας πόλεων. Έξω από το σταθμό έχει σχηματιστεί ζώνη από αστυφύλακες, η οποία μετά κόπου καταφέρνει να συγκρατήσει το πλήθος. Εντός του σταθμού έχει σχηματιστεί άλλη ζώνη αστυφυλάκων στο μέρος που θα αποβιβαστούνε. Εντός της ζώνης αυτής, έχει απαγορευτεί η κυκλοφορία του κόσμου. Στις 10:15, το εξπρές φτάνει. Το βάρος των αλυσίδων είναι τέτοιο, που για να κατέβουν οι δυο, τρομεροί μεν στη όψη όμως ακίνδυνοι πλέον, ληστές από το βαγόνι υποβαστάζονται από τους αστυφύλακες.

Έχουν και οι δύο κανονικό ανάστημα. Ο Θύμιος είναι κοντότερος του Γιάννη και λίγο παχύτερος. Ο Γιάννης έχει χαρακτηριστικά κάπως λεπτότερα και το βλέμμα του, νυσταγμένο όπως είναι, μοιάζει σαν να κλείνει μια πραότητα ή μια συγχώρεση για όσους τον αδίκησαν. Προσπαθεί να φανεί αδιάφορος. Αντιθέτως, ο Θύμιος έχει μια επιδερμίδα χονδροειδή, χείλη χονδρά και βλέμμα βλοσυρό. Και οι δύο φορούν ρούχα αρκετά καλά, αν και έχουν να τα αλλάξουν καμιά εικοσιπενταριά μέρες και κοιμούνται με αυτά. Τα καπέλα τους, μοντέρνες ρεπούμπλικες, είναι στο επάνω μέρος δικτυωτές. Δεν φοράνε κολάρο. Είναι αξύριστοι και χλωμοί από τη στεναχώρια και την ταλαιπωρία της φυλακής και του ταξιδιού.     

Διέρχονται την αίθουσα του σταθμού και επιβιβάζονται σε ένα από τα δύο αναμένοντα αστυνομικά αυτοκίνητα. Στο άλλο επιβιβάζονται ο Καλυβίτης και ο τμηματάρχης της διεύθυνσης αστυνομίας πόλης, κύριος Βλαστάρης.

Λίγη ώρα μετά, φτάνουν. Αποβιβάζονται από το αυτοκίνητο και μεταφέρονται πεζή στη φυλακή Συγγρού. Πρώτος ο Γιάννης και πίσω ο Θύμιος. Πριν την πύλη, τους φωτογραφίζουν δημοσιογράφοι και μετά τους παραδίδουν στη φυλακή.  

Sic transit gloria mundi. Σε λίγο καιρό θα δικαστούν. Χωρίς να θέλει κανείς να προκαταβάλει τις αποφάσεις της δικαιοσύνης, είναι κάτι σαν αναπόδραστη πραγματικότητα ότι σύντομα θα αντικρίσουν την εκδίκηση του νόμου, υπό τη μορφή μιας κάννης τουφεκιού. Θα πρέπει να φανούν γενναίοι, σαν τότε που κοίταζαν την κάννη του δικού τους τουφεκιού να απλώνεται μπροστά τους χωρίς να βλέπουν την τρύπα της αλλά το σκόπευτρο.      

Κεφάλαιο 22 (Χειμώνας 1923-1924)

Άμα έγιανε ο αιχμάλωτος, άρχισαν τις συνεννοήσεις πάλι με τον γερο-Μαραμένο. Πήγαινε ένας άνθρωπός τους και του έλεγε ό,τι του παραγγέλνανε. Να ετοιμάσει τα τρία εκατομμύρια φράγκα. Μα ο γέρος διαρκώς γκρίνιαζε πως δεν είχε τόσα και ζητούσε να ανταμώσει με τον Γιάννη και να μιλήσουνε.

Συνεννοήθηκε τότε ο Γιάννης με τον απεσταλμένο του, αν έπρεπε να μπει στα Γιάννενα. Αυτός τρομοκρατήθηκε και του είπε ότι θα έπρεπε να είχε αποφασίσει το κεφάλι του, αν έκανε τέτοιο πράγμα.

«Γιατί;» τον ρώτησε.

«Γιατί γυρίζουν μυστικοί και όχι χωροφύλακες κοντά στον Μαραμένο, να ανακαλύψουν με ποιους συνεννοείται και να τους πιάσουν.»

«Έτσι λες;»

«Ναι! Μην τρελαθείς να κατέβεις κάτω.»

Ο Γιάννης είχε όμως πάρει την απόφασή του.

«Πήγαινε», λέει στον απεσταλμένο του, «και πες του αύριο το απόγευμα να με περιμένει κοντά στο νοσοκομείο Κουραμπά, εκατό μέτρα από την Ανωτέρα Διοίκηση Χωροφυλακής Ηπείρου και να έχει έτοιμες 400 χιλιάδες».

Ο απεσταλμένος τα ’χασε.

«Καπετάνιε τρελάθηκες; Θα σε πάρουν μυρωδιά και θα σε κωτέψουν.»

«Βρε άντε πες του το εσύ, και τι σε μέλλει για παρακάτω.»

Και ο απεσταλμένος ξεκίνησε, πήγε στο σπίτι του Μαραμένου και τα είπε. Αργά προς το ξημέρωμα, ξαναγύρισε.

«Τι σου είπε;» τον ρώτησε ο Γιάννης.

«Ότι θα σε περιμένει.»

Με αυτή την απάντηση έκανε συμβούλιο με τον Συντόρη και τους άλλους.

«Πόσα πρέπει να ζητήσουμε  χωρίς να χάνουμε τον καιρό μας, συμφωνήστε σε μια τιμή να ξεμπερδεύουμε.»

«Πάλι τσίρο θα έχουμε», είπε ο Συντόρης.

«Ε, τι να κάνουμε! Από το ολότελα πρέπει να συμφωνήσουμε στα λιγότερα, για να μην τα χάσουμε όλα.»

Ο Συντόρης θύμωσε λίγο γιατί ο Γιάννης ήταν πολύ υποχωρητικός, αλλά στο τέλος συμφώνησε ότι έπρεπε να κατεβούνε στο ενάμισι εκατομμύριο, χέρι-χέρι, για να ξεμπερδεύουνε.

«Αλλιώς, θα κόψουμε το κεφάλι του Εβραίου και θα το στείλουμε πεσκέσι στον γέρο!»

Φίλησε ο Γιάννης τα παιδιά, ξυρίστηκε καλά, έγινε γουλί, φόρεσε στενοβράκια και πήρε δρόμο για τα Γιάννενα.

Κατέβηκε στα Γιάννενα, έκανε και τρεις βόλτες μέσα στην πλατεία και ύστερα τράβηξε προς του Κουραμπά. Ο γέρος καρτερούσε από τις τέσσερις το απόγευμα. Τον κατάλαβε αμέσως από τα χαρακτηριστικά που του είχαν δώσει και από το δέμα που κρατούσε στα χέρια του. Τον πλησιάζει, και εκείνος τον κοιτάζει στα μάτια. Ο Ρέντζος τον καρφώνει στη θέση του με το βλέμμα του.

«Ο κύριος Μαραμένος;»

«Ναι.»

«Ρέντζος.»

Τα σαγόνια του γέρου να πηγαίνουν πάνω κάτω.

«Το παιδί μου!» λέει δυνατά σαν να κλαίει.

«Σουτ. Έχεις λεφτά;»

«Ναι, εδώ είναι, 400 χιλιάδες.»

Αρπάζει το δέμα και του λέει.

«Ετοίμασε τρεις φορές τόσα ακόμα.»

«Μα…»

«Όχι μα και ξεμα. Αν θέλεις το κεφάλι του παιδιού σου.»

Από την άλλη μεριά, ερχόντουσαν μια παρέα χωροφύλακες.

«Φεύγω κι όπως σου είπα.»

Τρέχει και χώνεται στη γωνία του δρόμου, και  από εκεί δρόμο για τα παιδιά, που περιμένουν με τα μάτια τεντωμένα σαν γαρίδα.

*

Τη δεύτερη δόση την πήρε ο Θύμιος. Πήγε και έκανε τάχα τον μεταπράτη να του πουλήσει ένα ύφασμα και ο γερο-Μαραμένος έκλαιγε και δεν ήθελε να πληρώσει περισσότερα. Τελικά πείστηκε και αγόρασε τάχα το κομμάτι ύφασμα για τετρακόσια χιλιάρικα. Δηλαδή, τη δεύτερη δόση. Μόλις βγήκε από το γραφείο λιποθύμησε και όταν συνήλθε είπε στους ανθρώπους που τον συνέφεραν:

«Ο Ρέντζος ήταν αυτός ο μεταπράτης».

Βγήκαν έξω να τον κυνηγήσουν, αλλά ο Θύμιος είχε φύγει μακριά.

Την τρίτη δόση παράγγειλαν και ήρθε με τα λεφτά στο εβραϊκό νεκροταφείο. Ο Γιάννης ήταν από το μεσημέρι μέσα στους τάφους και ο Μαραμένος ήρθε με πεντέξι άλλους. Του έγνεψε να έρθει κοντά του. Ήρθε.

«Πού είναι το παιδί μου;»

«Πού είναι τα λεφτά;»

«Εδώ.»

«Καλά, φέρτα.»

Τότε στάθηκε και φώναξε:

«Στον τόπο εσείς. Αλλιώς θα στείλω το κεφάλι του».

Ο γέρος έμπηξε τις φωνές και τους παρακαλούσε να σταματήσουν. Τότε κι αυτοί συμμορφώθηκαν. Ο Ρέντζος δρασκέλισε μια μάντρα. Είχε τα κέφια του και γελώντας τούς έβγαλε το καπέλο.

«Χαιρετάτε μου τον πλάτανο», τους είπε και έφυγε πια ήσυχος.

*

Στο λημέρι κάνανε συμβούλιο και αποφασίσανε να αφήσουμε τον αιχμάλωτο. Τα λύτρα ήταν αρκετά.

Ο Ελιά είχε δυο μήνες στα χέρια τους και μόλις άκουσε πως θα τον αφήσουνε πέταξε από τη χαρά του. Τους χαιρέτησε όλους και ζήτησε και συγγνώμη για το βάρος που τους έφερε τόσες μέρες. Στο τέλος, τον συμπάθησε ακόμα κι αυτό το αγρίμι ο Συντόρης. Τον πήρανε λοιπόν το βράδυ ο Ρέντζος και ο Συντόρης και τον αφήσανε κοντά στο δημόσιο δρόμο. Τον φίλησαν και οι δύο και ο Συντόρης τού είπε:

«Άντε παιδί μου. Και κοίτα να μπεις στο δρόμο του Χριστού. Να βαφτιστείς, και τότε ό,τι με θέλεις είμαι παρών».

Του έδωσαν και ένα χιλιάρικο για τα ναύλα, ως να φτάσει στα Γιάννενα. Μόλις απομακρύνθηκαν, φοβούμενος νέα σύλληψη εκ μέρους των χωρικών φίλων των Ρεντζαίων που θα νόμιζαν ότι δραπέτευσε, έσπευσε να κρυφτεί κάτω από το δέντρο, επί του οποίου έπεσε η χρηματαποστολή στη μεγάλη ληστεία της Πέτρας. Εκεί έμεινε όλη τη νύχτα και την τετάρτη πρωινή πέρασε ένας χωρικός, αλλά ο Μαραμένος έλαβε τα μέτρα του ώστε να μην γίνει αντιληπτός.

Με την ανατολή του ήλιου, εξήλθε στη δημόσια οδό και άρχισε να βαδίζει προς τη διεύθυνση της Φιλιππιάδας, στηριζόμενος επί χοντρής ράβδου. Μετά από λίγο, διήλθε τρέχοντας ολοταχώς ένα φορτηγό αυτοκίνητο, αλλά ο οδηγός δεν θέλησε να δώσει προσοχή στις κραυγές και τις επικλήσεις του Μαραμένου. Επί μια ώρα βάδιζε ο δυστυχής αιχμάλωτος, όταν σε μια καμπή του δρόμου είδε σταθμευμένη μια μικρή άμαξα. Πλησίασε και είπε στον αμαξά:

«Θέλεις να με πας στη Φιλιππιάδα;»

Ο αμαξάς κοίταξε με περιφρόνηση τον βρωμερό στην εμφάνιση πελάτη και απάντησε γελώντας:

«Δεν πας με τα πόδια, παιδάκι μου;»

Αλλά ο Μαραμένος, μολονότι δεν ήθελε να αποκαλύψει την ταυτότητά του, επέμεινε.

«Οδήγησέ με στη Φιλιππιάδα και δεν θα χάσεις. Έχω λεφτά.»

Και σε ένδειξη, έβγαλε από την τσέπη του το χιλιάρικο που του είχαν δώσει. Ο αμαξάς δεν είχε πια καμιά αμφιβολία ότι θα πληρωνόταν, και χωρίς δισταγμό παρέλαβε τον πελάτη του και τον οδήγησε στη Φιλιππιάδα. Ο Μαραμένος διέταξε να σταματήσει στον αστυνομικό σταθμό. Και αφού φιλοδώρησε τον αμαξά με 500 δραχμές, εισήλθε στον αστυνομικό σταθμό και ανακοίνωσε στον σταθμάρχη τα της απελευθέρωσής του. Ο σταθμάρχης προσκάλεσε αμέσως και τις άλλες αρχές της Φιλιππιάδας για τη διεξαγωγή ανακρίσεων. Αλλά ο Ελιά Μαραμένος, είτε επειδή φοβόταν είτε επειδή δεν ήταν σε θέση να συγκεντρώσει τις σκέψεις του λόγω ταραχής και συγχύσεως, δεν κατέθεσε τίποτα το συγκεκριμένο σε σχέση με το μέρος στο οποίο τον κρατούσανε.

Ο σταθμάρχης Φιλιππιάδας ανέφερε τηλεγραφικώς στην εισαγγελία Ιωαννίνων και την ανωτέρα διοίκηση χωροφυλακής τα περί της απελευθέρωσης του υιού Μαραμένου, ενώ την ίδια ώρα λάμβαναν τηλεγράφημα και οι γονείς του αιχμαλώτου, οι οποίοι με αυτοκίνητο και, έχοντας συνοδεία μερικούς συγγενείς, βγήκαν από τα Ιωάννινα για να προϋπαντήσουν τον επανερχόμενο μετά από τόσες σκληρές περιπέτειες Ελιά Μαραμένο.

(Το επόμενο Σάββατο στο red n’ noir: Από τους διάφανους περουζέδες της αυγής διαγράφεται η σκιερή σιλουέτα της πόλης | Έπεσε στη μέση και ο νόμος του Πάγκαλου για την καταπολέμηση της ληστείας)

Μαύρο δελφίνι ΙΙI

Όλο το σκηνικό θα ήταν για γέλια αν δεν επρόκειτο για ακόμα μία δουλειά. Το ταξί έτρεχε μέσα στην έρημο του Μαρόκου αφήνοντας πίσω ένα σύννεφο σκόνης. Ήταν ένα παλιό σαραβαλιασμένο σκαρί με σεμέν κρεμασμένα στα παράθυρα, ένα κομποσκοίνι στερεωμένο στον καθρέφτη και το πίσω κάθισμα -ο Αλλάχ να το κάνει κάθισμα- ήταν σκληρό, μάλλον κάποιο κιβώτιο σκεπασμένο με κουρελούδες. Ο Ρώσος αναπηδούσε που και που όταν έπεφταν σε καμιά λακκούβα, κρατώντας γερά ένα Καλάς στα πόδια του. Ο οδηγός είχε στο φουλ να παίζουν αμανέδες. Ούτος ή άλλως δεν μιλούσε γρι Αγγλικά. Όταν έφθασαν επιτέλους σε έναν οικισμό από τεράστιες τέντες, ο οδηγός του είπε:

«Ici c’est»3

Ο Βιλέν κατέβηκε από την πόρτα του δευτέρου επιβάτη ελπίζοντας να τρίζει λιγότερο από την δική του και δεν λάθεψε. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να τον πάρουν στο κυνήγι ένα  σμάρι οπλισμένοι βεδουίνοι. Είχε απόλυτη ησυχία και το κρύο ήταν τσουχτερό στην έρημο. Μία μεγάλη φωτιά έκαιγε ακόμα και  2-3  βεδουίνοι κοιμόταν γύρω από αυτήν. Χάιδεψε το παγωμένο ατσάλι του Καλάσνικοφ, βεβαιώθηκε ότι το CZ ήταν ακόμα στο πίσω μέρος του παντελονιού και προχώρησε.

Πλησίασε στην κεντρική τέντα. Έσπρωξε το πανί και μπήκε μέσα αθόρυβα. Ακούμπησε το Καλάσνικοφ μπροστά του και έβαλε σιγαστήρα στο CZ. Δύο πυρσοί φώτιζαν την σκηνή.

Ο φύλαρχος ροχάλιζε σαν τραίνο στην ανηφόρα. Όταν τον πλησίασε άνοιξε τα μάτια του. Ρώτησε κάτι στα Μαροκάνικα και έκανε μία τρομαγμένη γκριμάτσα. Ο Βιλέν πυροβόλησε με σταθερό χέρι τρεις φορές. Στομάχι, καρδιά κεφάλι. Μία από τις χανούμισσες του χαρεμιού με διάπλατα ανοιγμένα τα μάτια από τρόμο ήταν έτοιμη να ουρλιάξει. Ο Ρώσος της έκλεισε  το στόμα, κόλλησε το CZ  και της είπε απαλά:

«En silence»4

Μάζεψε το Καλάσνικοφ, καθώς έβγαινε και έριξε μία τελευταία ματιά στην κοπέλα να βεβαιωθεί ότι δεν θα κάνει καμιά μαλακία. Στον γυρισμό σταμάτησαν σε  ένα πέτρινο καλύβι δίπλα σε  μία λίμνη. Ξεφορτώθηκε το CZ στον πάτο της λίμνης και ήπιε ένα ποτήρι τσάι που του πρόσφερε ο γέρος στο καλύβι. Είχε αρχίσει να χαράζει και το κρύο ήταν ακόμα τσουχτερό. Κούμπωσε το πέτσινο μπουφάν και κατευθύνθηκε στο ταξί.

Ξύπνησε το μεσημέρι τρομαγμένος από το ίδιο όνειρο. Πάντα το ίδιο μοτίβο με μερικές παραλλαγές. Άλλοτε ήταν ένα γκλομπ, άλλοτε μπουνιές και άλλοτε το κεφάλι του να σκάει στον τοίχο. Έβγαλε το χαρτί από το συρτάρι και τύλιξε ένα 50ευρω.Τράβηξε το μισό περιεχόμενο και ένοιωσε την σκόνη να του καίει το ρουθούνι. Ούτως ή άλλως σε λίγο θα έπρεπε να επισκεφθεί τον Κουτσό για ανεφοδιασμό. Έμεινε αρκετή ώρα ακίνητος από την ντάγκλα, σχεδόν σε λήθαργο με το φίλτρο από ένα τσιγάρο στα χείλη. Το κινητό χτύπησε αρκετές φορές μέχρι να καταφέρει να  το σηκώσει.

«Γιατί δεν απαντάς ρε γαμημένε;0», άκουσε την φωνή του άλλου.

«Εεε, κοιμόμουν.»

«Τι κοιμόσουν ρε γαμημένε; Πάλι πρέζα τράβηξες;»

«Κοιμόμουν ρε σου είπα», απάντησε ο Ρώσος κοφτά.

«Να με γαμήσεις θέλεις ρε μαλακισμένε πρεζάκια;»

«Είπα κοιμόμουν, τέλος με αυτά τα σκατά.»

«Τι τέλος ρε γαμημένε; Γιατί δεν σκότωσες την πουτάνα στο τσαντίρι, το ‘χεις χάσει ρε γαμημένε; Τώρα ξέρουν ποιος είσαι. Θα βρουν και εμένα.»

Ήθελε να του πει δεν καθαρίζω άσχετους, αλλά αντ’ αυτού απάντησε:

«Δεν θα μιλήσει μείνε ήσυχος.»

Με την τρομάρα που πήρε ήταν σίγουρος ότι δεν θα μίλαγε.

«Καλά, καλά! Έλα από εδώ το βράδυ να τα πούμε, καλή δουλειά κατά τα άλλα μικρέ.»

Τo βράδυ ο μαύρος γορίλας δεν ήταν στην πόρτα. Τώρα ήταν ένας ψηλός με πλατάρες Ουκρανός η Ρώσος, με πολλά κακοφτιαγμένα τατουάζ στα χέρια σαν αυτά που φτιάχνουν στην φυλακή. Ο ίδιος είχε φροντίσει και είχε κάνει cover στα τατουάζ. Είχε αφήσει μόνο δύο κάτω από τους δύο ώμους, ένα οκτάκτινο αστέρι στο καθένα και ένα μαύρο δελφίνι στο δεξί μπράτσο. Για να θυμάται που ήταν. Για να μην ξαναγυρίσει.

-здравствуйте товарищ5 του πέταξε αλλά ο άλλος δεν τσίμπησε.

Δεν πετάρισε  καν τα βλέφαρα του. Τον κοίταξε με σκληρό ύφος χωρίς

να του ανοίξει την πόρτα. Ο γορίλας καθόταν δίπλα στο αφεντικό και πιο δίπλα η όμορφη Μαροκινή με το πελιδνό πρόσωπο.

«Καλώς τον», είπε κάνοντας νόημα στον μπάρμαν. «Το συνηθισμένο;»

Ο Βιλέν κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Δεν του άρεσε όλη η φάση. Η ξαφνική ψευτοευγένεια μετά τα πρωινά χεστήρια αλλά και η παρουσία του

μπράβου ήταν κακό σημάδι. Ένοιωσε να τσιτώνει και ευχαριστήθηκε που είχε πάρει μαζί του τον φίλο του Σμίθ Γουέσον. Η βραδιά κύλησε ήρεμα με αστεία και πειράγματα αν ήταν καλή η μικρή. Ο Έλληνας καυχήθηκε ότι ήταν ο πρώτος που την πήρε και ότι ήταν, το νεώτερο απόκτημα στην συλλογή του.

-Πάρ’ την ρε γαμημένε χύστηνα πατόκορφα, πάρτη απ’ όλες τις τρύπες την ξεκωλιάρα ρε μαλάκα. Πάρ’ την και ξέσκισε την ρε μαλάκα. Είσαι ο καλύτερος που είχα ποτέ ρε γαμημένε, του είπε αγκαλιάζοντας και κλαίγοντας  σε ένα παραλήρημα από το μεθύσι.

Αυτή την φορά πήγανε στο ξενοδοχείο του. Πηδιόταν όλο το βράδυ σαν να μην υπάρχει αύριο. Πρώτη φορά δεν ένοιωσε την ανάγκη να ρουφήξει σκόνη για να χαλαρώσει και να κοιμηθεί. Το πρωί ήταν ακόμα δίπλα του γυμνή. Του χαμογέλασε μισοκοιμισμένη. Το κάνανε άλλη μία φορά. Πρίν φύγει τις έδωσε ένα χαρτονόμισμα των 100 ευρώ. Δίστασε στην αρχή να το πάρει. Χαμογέλασε φοβισμένα αλλά τελικά το πήρε. Στο κάτω-κάτω εργάτρια ήτανε σκέφτηκε. Εργάτρια στην βιομηχανία του σεξ.

(Τέλος επεισοδίου. Όλα τα επεισόδια εδώ)

(3) Εδώ είναι στα Γαλλικά. Το Μαρόκο υπήρξε γαλλική αποικία μέχρι το 1956 οπότε ανεξαρτητοποιήθηκε και πέρασε από τότε πολλές δυσκολίες. Όταν μπήκε στο Δ.Ν.Τ. (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) υπέστη μεγάλη κοινωνική και οικονομική κρίση.

(4) Ήσυχα

(5)  Γεια σου σύντροφε στα Ρώσικα

Το red n’ noir προτείνει βιβλία:

Άδειοι

Αναρωτιέμαι αν υποφέρουν πιο πολύ αυτοί που αγαπούν, ή εκείνοι που αγαπιούνται. Γιατί αυτοί που αγαπούν, ακόμη και με παραπάνω απώλειες απ’ όσες μπορούν ν’ αντέξουν, τα καταφέρνουν. Λυπάμαι αυτούς που αγαπιούνται. Και στέκουν μπροστά σ’ εκείνους που τους αγαπούν, με άδεια χέρια. Στέκουν περήφανοι και κολακευμένοι, κι όλο καμάρι φυσούν τον καπνό του τσιγάρου. Αρνιούνται τον έρωτα που τους προσφέρουν με θράσος. Εκείνοι που αγαπούν, ζουν στην απόρριψη και πονούν. Χτυπούν τον εαυτό τους. Κι ένας περαστικός που τους βλέπει, λέει: «Κοίτα, αυτοί έχουν πληγωθεί, χωρίς κάποιο όπλο να τους έχει τραυματίσει»’. Όμως εκείνοι που αγαπιούνται αξίζουν πραγματικό οίκτο. Γιατί γι’ αυτούς, ένας περαστικός θα πει: «’Κοίτα, αυτοί πονούν πολύ μα δε το ξέρουν». Κούφια κορμιά, καλά κουρδισμένα. Αχάριστα. Έχουν λάβει τόσα χάδια, κι όμως. Ακόμη κι έτσι, παραμένουν κούφια. Αυτούς λυπάμαι. Είναι, αγάπη μου, μαγκιά τους να περηφανεύονται που τους προσφέρουν έρωτα, και να λένε στις παρέες πόσο πολύ αγαπήθηκαν. Αλλά είναι απ’ τους χαμένους, οι τελευταίοι. Σέβομαι αυτούς που αγαπούν, που δίνουν έρωτα, μα κάτι τυπάκια σαν κι εκείνους, με τρόπο απάνθρωπο τ’ αρνήθηκαν. Και ναι, γίνονται στον κόσμο άσχημα πράγματα. Κι αύριο, ακόμη χειρότερα. Μα έπρεπε κάποιος να μιλήσει. Κι έτσι ίσως, κάποια μέρα, να είναι ικανοί γι’ αγάπη.

Η ελληνική κοινότητα της Νεμπράσκα αντιμέτωπη με το ρατσιστικό μίσος

Ο φόνος του αστυφύλακα Έντουαρντ Λόουερυ

Το απόγευμα της Παρασκευής 19 Φεβρουαρίου 1909, ο αστυφύλακας της Σάουθ Όμαχα (πόλη της Νεμπράσκα) Έντουαρντ Λόουερυ συλλαμβάνει τον εκ Θουρίας Καλαμάτας Ιωάννη Μασουρίδη. Καθ’ οδόν προς την αστυνομία, ο Μασουρίδης θέλει να ξεφορτωθεί το περίστροφό του. Ο αστυφύλακας, παρεξηγώντας αυτή την κίνηση ως απόπειρα εναντίον του, τραβάει το όπλο του και τον πυροβολεί δυο φορές, τραυματίζοντάς τον στην κνήμη και την κοιλιά. Ο Μασουρίδης πυροβολεί πίσω φονεύοντας τον αστυφύλακα και διαφεύγει. Μετά από λίγο, συλλαμβάνεται τραυματισμένος και μεταφέρεται στο αστυνομικό τμήμα, όπου αστυνομικοί τού επιτίθενται ανηλεώς με ρόπαλα, αφήνοντάς τον αναίσθητο. Πλήθος κόσμου συρρέει έξω από το αστυνομικό τμήμα, επιμένοντας να παραδοθεί σε αυτούς ο Μασουρίδης. Οι αστυνομικοί, προβλέποντας την εφαρμογή του νόμου του Λίντς, μεταφέρουν τον Μασουρίδη από πίσω πόρτα στις φυλακές της Όμαχα, οι οποίες απέχουν περίπου έξι μίλια.

Συλλογή υπογραφών και συλλαλητήριο για την εκδίωξη της ελληνικής κοινότητας

Μερίδα τοπικών παραγόντων της Σάουθ Όμαχα υπογράφει έκκληση, με την οποία προσκαλείται ο λαός της πόλης σε συλλαλητήριο, κατά το οποίο θα αποφασιστούν τα μέτρα με τα οποία θα εκδιωχθούν οι μη επιθυμητοί Έλληνες από την πόλη. Ο δικηγόρος Ιωσήφ Μέρφι συλλέγει υπογραφές από διάφορα σπίτια της πόλης, ενώ άλλες πανομοιότυπες εκκλήσεις διακινούνται από διάφορους άλλους Αμερικάνους. Μαζεύονται περίπου πεντακόσιες υπογραφές. Οι εκκλήσεις περιλαμβάνουν και το ψήφισμα του λαού που θα υποβληθεί  στο συλλαλητήριο της Κυριακής 21 Φεβρουαρίου 1909 και το οποίο αναφέρει:

Επειδή μεταξύ των Ελλήνων της πόλης μας υπάρχει αναρχική κατάσταση που έχει εκδηλωθεί και κατά το προηγούμενο έτος σε διάφορες περιστάσεις με πασιφανή περιφρόνηση και απείθεια προς τους νόμους και τις δημοτικές διατάξεις, και επειδή οι καλούμενες ελληνικές συνοικίες γέμισαν Έλληνες που επιτέθηκαν κατά των γυναικών μας, προσέβαλαν τους διαβάτες και διατηρούνε φανερά χαρτοπαιχτικές λέσχες και επιδίδονται σε κάθε είδους κακοήθειες, και επειδή το απόγευμα της 19ης Φεβρουαρίου 1909 οι συνθήκες αυτές κατέληξαν στον άγριο και άνανδρο φόνο του αστυφύλακα Έντουαρντ Λόουερι, ενός εκ των μάλλον ευυπόληπτων πολιτών της πόλης, αποφασίζουμε τα εξής:

Εμείς, οι φορολογούμενοι πολίτες του δήμου, πιστεύουμε ότι πρέπει να προβούμε στη σύγκληση συλλαλητηρίου, το οποίο θα λάβει χώρα το απόγευμα της Κυριακής 21 Φεβρουαρίου στο Δημαρχείο, για να ληφθούν δια κοινής απόφασης τα μέτρα εκείνα τα οποία οριστικώς θέλουμε να απαλλάξουν την πόλη από τους μη επιθυμητούς Έλληνες, αποσοβώντας έτσι τους κινδύνους που απειλούν την ύπαρξη και την ευημερία της πόλης.

Στο συλλαλητήριο εκφωνούν λόγους οι βουλευτές της Πολιτείας της Νεμπράσκα Τζέρι Χάουαρντ και Τ. Ρ. Κράους, ο δικηγόρος Ιωσήφ Μέρφι και άλλοι. Το πνεύμα όλων των αγορεύσεων είναι ιδιαιτέρως εχθρικό προς την ελληνική κοινότητα. Ο Κράους, που μιλάει τελευταίος, τονίζει ότι οι Έλληνες δεν είναι επιθυμητοί. Το λόγο του τελείωσε ως εξής:

Το αίμα ενός Αμερικάνου είναι στα χέρια αυτών των Ελλήνων και πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε τρόπο να εκδικηθούμε αυτόν το θάνατο, απαλλάσσοντας την πόλη από αυτή την τάξη των ανθρώπων.

Το ψήφισμα γίνεται δεκτό υπό του συναθροισθέντος στο δημαρχείο όχλο, κατόπιν προσφωνήσεών του από τον δήμαρχο της πόλης.

Θα ακολουθήσουν άγριες και φρικώδεις σκηνές. Το συλλαλητήριο διαλύεται και το πλήθος κατευθύνεται προς την ελληνική συνοικία όπου ξεκινάει τις καταστροφές.

Το πογκρόμ κατά της ελληνικής κοινότητας

Το πογκρόμ ξεκινάει στις 21 Φεβρουαρίου 1909 το απόγευμα και δεν σταματάει παρά στις τέσσερις το πρωί.

Ο όχλος συγκεντρώνει τις προσπάθειες του εναντίον τριών ξενοδοχείων στα οποία διαμένουν έλληνες εργάτες, ένα εκ των οποίων καίγεται συθέμελα. Επίσης προξενούν καταστροφές σε πολλά σπίτια. Σε ένα σπίτι μπαίνουν μέσα καταστρέφουν έπιπλα και κακοποιούν μια γυναίκα και ένα παιδί.

Όμοια οργή επιδεικνύεται εναντίο μεγάλου αριθμού Ιαπώνων που εργάζονται κι αυτοί όπως και οι έλληνες στην βιομηχανία συσκευασίας κρέατος.

Η ταραχή αποδεικνύει πως πολλοί Έλληνες είναι οπλισμένοι. Σε έξι περιπτώσεις οι Έλληνες πυροβολούν εναντίον του πλήθους. Αυτό όμως ερεθίζει περισσότερο τον όχλο που με ιδιαίτερη μανία επιτίθεται κατά των σημείων που πέφτουν οι πυροβολισμοί.

Η στάση της Αστυνομίας

Μετά τα μεσάνυχτα η αστυνομία και ο Σερίφης αρχίζουν να συλλαμβάνουν τους πρωταίτιος και το πρωί βρίσκει το Αστυνομικό Τμήμα με πενήντα προσαχθέντες. Νωρίς τη νύχτα μεγάλο πλήθος είχε μαζευτεί γύρω από το Τμήμα και μόνο μετά από πυροβολισμούς των αστυνομικών αποτράπηκε η καταστροφή του κτιρίου από τον όχλο.   

Τότε ο Μπρίγκς, διευθυντής της αστυνομίας, και ο Σερίφης Μπράιλεγκ ξεκινούν να τοποθετούν τις δυνάμεις τους στα εργοστάσια συσκευασίας κρέατος φοβούμενοι ότι οι ταραχές θα επαναληφθούν όταν οι Έλληνες μεταβούν για εργασία.

Οι αρχές της πόλης καλούν τμήμα της εθνοφυλακής της Πολιτείας προς πρόληψη νεώτερων ταραχών. Ο κυβερνήτης δίνει οδηγίες σε τρία τμήματα εθνοφρουρών της πόλης να είναι έτοιμα προς υπηρεσία.

Ο απολογισμός

Το έργο της νύχτας γίνεται ορατό το πρωί. Ο όχλος είχε στρέψει την μανία του κατά των σπιτιών των πιο ευκατάστατων Ελλήνων. Ο Α. Κόκορης γνωστός ως Βασιλιάς των Ελλήνων ιδιοκτήτης δυο αρτοποιιών και ενός μικρότερου καταστήματος έχασε σχεδόν τα πάντα. Όλα τα οικοδομήματα που κατείχε γκρεμίστηκαν και τα εμπορεύματα του διασκορπίστηκαν. Το ζαχαροπλαστείο των αδελφών Δήμου, το καλύτερο στη πόλη, καταστράφηκε εξ’ ολοκλήρου. Πέντε καταστήματα καταστράφηκαν εντελώς, ενώ 16 μικρότερα έπαθαν μικρές ή μεγάλες ζημιές. Ένα ζυθοπωλείο ιδιοκτησίας Ρουμάνου καταστράφηκε όπως και κάποια μικρά υποδηματοκαθαριστήρια.

Μεταξύ των παθόντων είναι πέντε τραυματισμένοι από όπλα. Έντεκα βαριά πληγωμένοι Έλληνες μεταφέρονται στα νοσοκομεία. Στους τραυματίες συγκαταλέγονται και δεκαπέντε άτομα άλλων εθνικοτήτων που έγιναν θύματα επιθέσεων καθώς θεωρήθηκαν ως Έλληνες.

Σε άλλες πολιτείες

Τα δημοσιεύματα σε όλες τις αμερικανικές εφημερίδες, οι λεπτομερείς και εκτενείς ανταποκρίσεις από την Σάουθ Ομάχα, οι περιγραφές των άγριων σκηνών και των βιαιοπραγιών που έλαβαν χώρα, ο ερεθισμός κατά των ξένων και τα φυλετικά μίση εξεγείρουν και αλλού τον όχλο κατά των Ελλήνων. Στο Ντέιτον του Οχάιο, στην συνοικία Γουέστ Εντ καταστρέφεται η πρόσοψη καταστήματος που ανήκει σε δυο Έλληνες οι οποίοι πέφτουν θύματα εξαγριωμένου όχλου. Στο Κάνσας μετά από φιλονικία ενός Έλληνα εργάτη και ενός Αμερικανού ακολουθεί μεγάλη σύρραξη. Εξακόσιοι Αμερικάνοι οπλισμένοι με ρόπαλα επιτίθενται δια λιθοβολισμού κατά πενήντα Ελλήνων. Τέσσερις Έλληνες τραυματίζονται. Η αστυνομία επεμβαίνει εγκαίρως διαλύοντας τους συμπλεκόμενους.  

Στο Κάνσιλ Μπλαφς της πολιτείας Αιόβα δυνάμεις της Αστυνομίας περικυκλώνουν τριακόσιους Έλληνες και τους φυλακίζουν. Μετά από έρευνα βρίσκονται στην κατοχή τους περίστροφα και άλλα όπλα τα οποία «ακολουθώντας τα πάτρια έθιμα πολλοί εκ των Ελλήνων φέρουν…»

Μαύρο δελφίνι ΙΙ

Το καφενείο ήταν σαν τους παραδοσιακούς καφενέδες στην Αθήνα. Τζαμαρία, δύο-τρία τραπέζια απ’ έξω και γερόντια μέσα που έπιναν τσάι σε κοντό γυάλινο ποτήρι  καπνίζοντας ναργιλέ. Μόνο που δεν ήταν ένα συνηθισμένο καφενείο.

Εντόπισε τον κουτσό σε μία γωνιά. Του έκανε νεύμα να μην καθίσει και τον τράβηξε σε μία πίσω πόρτα η οποία οδηγούσε σε ένα παράνομο στριπτιτζάδικο. Ήταν άδειο και μύριζε μπαγιάτικο αέρα και κάπνα. Μόνο ένα χαμηλό φώς ήταν αναμμένο στην μικρή πίστα με την μπάρα για τα νούμερα των κοριτσιών. Του έδωσε το πακέτο, με περιτύλιγμα από  τοπική εφημερίδα.

«Θέλεις τίποτα άλλο;», ρώτησε ο κουτσός, «έχω καλή σκόνη.»

«Όχι είμαι εντάξει», απάντησε ο ρώσος

Δεν το άνοιξε παρά μόνο όταν γύρισε στο ξενοδοχείο. Είχε ένα CZ με σιγαστήρα, μια φωτογραφία με διεύθυνση στο πίσω μέρος και  την αμοιβή του. Το έβαλε στο πίσω μέρος του τζιν και κατέβασε την μπλούζα. Τράβηξε μία μυτιά και βγήκε.

Ήταν ένας έμπορος από αυτούς με τα μπαχαρικά σε σκόνη που τα κάνουν κωνικό σχήμα μέσα στο τσουβάλι. Ποτέ δεν κατάλαβε πως η λεπτόρρευστη σκόνη αψηφούσε τον νόμο της βαρύτητας. Ο έμπορος καθόταν στο βάθος του μαγαζιού. Μόλις τον είδε  πετάχτηκε σαν να είχε καταπιεί ελατήριο και άνοιξε τα χέρια σαν να ήθελε να τον αγκαλιάσει.

«Come,come my friend», είπε με το φαφούτικο στόμα να του χαμογελάει.

Ήταν κοντός χοντρός με μουστάκι και μια τεράστια κοιλιά, που οριακά χώραγε στο λιγδωμένο πουκάμισο. Και στα δύο χέρια είχε χρυσά δαχτυλίδια. Το χαμόγελο του κόπηκε όταν είδε το CZ,να τον σημαδεύει. Τις δύο πρώτες τις άρπαξε στην καρδιά και μία στο κεφάλι στο δόξα πατρί. Δεν περίμενε να τον δει να πέφτει. Έκανε να φύγει αλλά γύρισε πίσω πήρε μια εφημερίδα και τύλιξε το  CZ,αφού πρώτα έβγαλε τον σιγαστήρα. Έβαλε τα γυαλιά ηλίου και βγήκε έξω. Πέταξε το όπλο σε έναν κάδο σκουπιδιών δύο στενά μακρύτερα.

Κάθε βράδυ έβλεπε το ίδιο όνειρο και ξύπναγε με ένα λαχανητό, μούσκεμα στον ιδρώτα. Έβλεπε την  πατρική φιγούρα να γυρνάει τρικλίζοντας από την φθηνή  βότκα. Ο πατέρας του ήταν μυστικός μπάτσος  και εξέχον μέλος στο κόμμα, αλλά αυτό δεν τον έκανε και τον καλύτερό άνθρωπο. Τουναντίον ήταν ένα κάθαρμα  περιωπής. Ακόμα και όταν ξεχαρμάνιαζε την βίαιη φύση του πάνω στα αντικοινωνικά στοιχεία, τους εχθρούς του καθεστώτος, όπως τους έλεγε, κράταγε δυνάμεις για τον 16χρονο γιό του.

Αυτό κράτησε για 4 χρόνια. Ο Ο Βιλέν(1) ο Ρώσος, καθάρισε το θέμα με μια μαχαιριά από κουζινομάχαιρο στην καρδιά.

«Το Μαύρο Δελφίνι είναι ο τελευταίος προορισμός», του δήλωσε ένας φύλακας, όταν έμπαινε στο κάτεργο. «Δεν μπορείς να πας πιο πέρα. Μπορείς να φύγεις μόνο με ένα τρόπο: με νεκροφόρα».

Η φυλακή στα σύνορα Ρωσίας-Καζακστάν, είχε πάρει το όνομα της από το μαύρο δελφίνι που είχαν φιλοτεχνήσει παλιότεροι ισοβίτες. Γέμισε το κορμί με τατουάζ και το μυαλό του με γνώσεις για όπλα και πως να σκοτώνει με γυμνά χέρια. Πίστευε ότι θα αφήσει τα κόκαλα σε αυτό το άθλιο μπουντρούμι, με ψυχάκια, κανίβαλους και serial killers. Ωστόσο το καθεστώς έκρινε ότι δεν ήταν τελικά και τόσο επικίνδυνος και τον έστειλε σε μία άλλη φυλακή της πόλης Ανγκάρστ της περιοχής Ιρκούτσκ, απ’ όπου  πήρε το αποφυλακιστήριο.

Τότε τον πλησίασε ο Ζένια ένας από τους μεγαλύτερους νονούς της Μόσχας.

«Брат Брат2», του είπε, «έλα να δουλέψεις κοντά μου και δεν θα χάσεις».

Ήταν ήδη 30αρης και με ένα πτυχίο από τις δύο φυλακές δεν είχε προοπτική να δουλέψει ούτε σαν χαμάλης στο λιμάνι. Ειδικά σε μία χώρα κρατικού καπιταλισμού, όπου η αναξιοκρατία κυβερνούσε.

Το πρώτο  του συμβόλαιο ήταν το πρώην δεξί χέρι του Ζένια. Θεώρησε καλό να αυτονομηθεί και να διεκδικήσει ένα μερίδιο από την πίτα: Πουτάνες, όπλα και ναρκωτικά.

Μπήκε στο κυριλέ εστιατόριο με την φθαρμένη καμπαρντίνα κουμπωμένη μέχρι πάνω, δεν είχε καθόλου κόσμο για να προσέξει την φαρδιά καμπαρντίνα να φουσκώνει μπροστά. Ξεκούμπωνε την καμπαρτίνα πριν φθάσει  μπροστά του, όταν άνοιξε και το τελευταίο κουμπί αποκαλύφθηκε ένα Καλάς κρεμασμένο με ιμάντα. Ο Βιλέν δεν δίστασε καθόλου. Το έβγαλε και τον γάζωσε. Δεν πρόλαβε να βγάλει κίχ. Η ριπή τον έσκισε στην μέση. Την υπόλοιπη γεμιστήρα την άδειασε πάνω στους μπράβους και το πρωτοπαλίκαρο του, έναν κακομούτσουνο Γεωργιανό. Σκέφτηκε ότι το αφεντικό του δεν του είχε εμπιστοσύνη και του έδωσε το Καλάς για σίγουρο αποτέλεσμα.

(Τέλος επεισοδίου. Όλα τα επεισόδια εδώ)

(1) Κατά τα πρώτα χρόνια του σοβιετικού κράτους, οι κομμουνιστές προωθούσαν ενεργά τα νέα ονόματα, τα οποία αντανακλούσαν στη νέα εποχή. Συνήθως επρόκειτο για συντομευμένες συνθέσεις από ονόματα των ηγετών της Επανάστασης Π.χ. Βιλέν: από το Βλαντίμιρ-Ιλίτς-Λένιν, Μελόρ: από το Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν-Οκτωβριανή Επανάσταση, το γυναικείο όνομα Νινέλ είναι αναγραμματισμός του Λένιν.

(2) Αντίστοιχο του bro στα Ρώσικα

Το red n’ noir προτείνει βιβλία:

Η ληστεία της Πέτρας Χ

Κεφάλαιο 19 (19 Νοεμβρίου 1928)

Η αμαξοστοιχία πλησιάζει στο σιδηροδρομικό σταθμό της Θήβας. Ήδη οι επιβάτες από τα παράθυρα των κουπέ τους μπορούν να δουν τους πρώτους διαβάτες –αγρότες που οδηγούν τα άλογά τους φορτωμένα με το αλέτρι προς τους αγρούς. Αυτοί μπορούν να συνεχίσουν τη ζωή τους χωρίς χειροπέδες. Ο Γιάννης και ο Θύμιος Ρέντζος μπορούν μόνο να αναπολούνε το παρελθόν τους από τα παράθυρα του βαγονιού και να βλέπουνε τους κάμπους και τα πευκόφυτα βουνά.

Ο σταθμάρχης στην τηλεγραφική μηχανή έχει πληροφορήσει ότι η ταχεία πέρασε μόλις από τη στάση Βαγίων. Εντός είκισι λεπτών, την ώρα της ανατολής του ηλίου, θα έχει φτάσει στη Θήβα. Ήδη ακούγεται ο πρώτος συριγμός που προειδοποιεί για την άφιξή της.

Στο σταθμό βρίσκονται ο υπομοίραρχος αστυνόμος της Θήβας και δυο χωροφύλακες, μάλλον προς ικανοποίηση ατομικής περιέργειας παρά προς εκτέλεση καθήκοντος, αφού τώρα δεν πρόκειται να αντικρύσουν τα διαβόητα αδέλφια ως μέλη καταδιωκτικού αποσπάσματος. Άνθρωποι περίεργοι μαζί με πλήθος άλλων ανθρώπων που έρχονται σε ομάδες από το κοντινό χωριό Πυρί και από τη Θήβα.

Οι συρρέοντες έχουν καταλάβει επίκαιρες θέσεις. Αναρριχώνται στα δέντρα, τις χαμηλές στέγες των ελάχιστων οικημάτων του σταθμού και στο ξύλινο κιγκλίδωμά του. Τα βλέμματα είναι στραμμένα προς την κατεύθυνση της μηχανής που πλησιάζει.

«Έρχονται! Τους φέρνουνε!»                 

Η αμαξοστοιχία σταθμεύει με κάποια υπερηφάνεια, καίτοι άψυχη συμμετέχει στο γεγονός της μεταγωγής των δυο τρομερών αδελφών στην Αθήνα από τη Βάρνα. Τα θεμέλια των κεφαλών τους είναι πια σαθρά. Δύσκολο να τα κρατήσουνε στους ώμους τους. Αυτό είναι μέσα στα ρίσκα του επαγγέλματος και από κάποια σκοπιά ξεπεράσανε τις προσδοκίες τους σε διάρκεια.

Δεν είναι δύσκολο να ανακαλύψει κανείς το κουπέ τους. Από τα τζάμια ενός βαγονιού δεύτερης θέσης κάπου στο μέσο της αμαξοστοιχίας, φαίνονται οι αστυφύλακες και ανάμεσά τους ο Γιάννης και ο Θύμιος καταπτοημένοι, με την αγωνία και την κούραση εξωτερικευμένη στα πρόσωπά τους, υπό μορφή ελαφρών ρυτίδων και άφθονης χλωμάδας. Οι άνθρωποι εδώ τους βλέπουν και τους μυκτηρίζουν. Ο Γιάννης Ρέντζος τους κοιτάζει με ψυχρότητα και ενδεχομένως να σκέφτεται πως αν η δράση του είχε επεκταθεί μέχρι τη Θήβα, τώρα θα τους έβλεπαν με μεγαλύτερο σεβασμό.

Η αμαξοστοιχία ξεκινάει. Ο Θύμιος συνεχίζει να κάθεται στο απέναντι κάθισμα από τον Γιάννη, ενώ ο καθένας τους έχει στην κάθε πλευρά του από έναν μπασκίνα. Από το βλέμμα του Θύμιου πετάγονται γιαταγάνια και χατζάρια να πνίξουν στο αίμα όλους όσους αυτή τη στιγμή είναι κοντά και τους κοιτάζουν χωρίς να τους σέβονται, χωρίς να τους φοβούνται και χωρίς να τους τρέμουν. Έχουνε στα χέρια χειροπέδες και στο δεξί πόδι μια βαριά αλυσίδα, την οποία τους πέρασε η βουλγάρικη αρχή αμέσως μετά τη σύλληψή τους. Στη Βουλγαρία αυτή η μεταχείριση προβλέπεται. Μόλις φτάσουνε στην ελληνική φυλακή, θα τους τις βγάλει ο σιδηρουργός, γιατί οι κρίκοι στα πόδια τους είναι συγκολλημένοι.

*

Η συνεχής βροχή των προηγούμενων ημερών μάζεψε επιτέλους τον κόσμο στα σπίτια του, που καλά και σώνει δεν εννοούσε να παραδεχτεί ότι έφτασε ο χειμώνας. Άρχισαν οι βεγγέρες, τα τσαγάκια και οι εν κλειστώ χώρω συγκεντρώσεις. Σε κάποιες από αυτές τις συγκεντρώσεις, σίγουρα οι παρέες θα συζητούν για τις εξελίξεις στην τηλεμηχανική. Για τον νέο κόσμο που υπόσχεται η τηλεόραση. Ο άνθρωπος στο εξής, λέει, πηγαίνοντας στο τηλέφωνο, όχι μόνο θα ακούει τη φωνή του προσώπου με το οποίο θα μιλάει, αλλά θα βλέπει και το πρόσωπό του. Η νέα επιστήμη υπόσχεται ότι ο συγχρονισμός μεταξύ της φωνής και των κινήσεων του ανθρώπου, στην άλλη άκρη της γραμμής, θα είναι τέλειος. Θα γίνεται δηλαδή από το γραφείο του κάποιος να παραβρίσκεται στις διαδηλώσεις και τις στρατιωτικές παρελάσεις που θα εξελίσσονται στους δρόμους της Νέας Υόρκης ή του Πεκίνου, ακούγοντας συγχρόνως και τις ζητωκραυγές που θα τις συνοδεύουν! Το θέατρο και ο κινηματογράφος θα υποστούν τέλεια επανάσταση και αναστάτωση με την εφεύρεση αυτή. Όταν η ραδιοφωνία συνδυαστεί με την τηλεόραση, θα γίνει πραγματικότητα το θέατρο στο σπίτι. Ο τηλεκινηματογράφος θα είναι η αυριανή διασκέδαση. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να ελαττωθούν οι σημερινές κινηματογραφικές αίθουσες. Κάθε σπίτι θα έχει από μία και εκεί θα συγκεντρώνονται τα μεγαλύτερα γεγονότα όλου του κόσμου.

Σε κάποια άλλη συγκέντρωση, είναι πιθανόν να συζητούν για τη νέα οικονομική πολιτική του Ελευθέριου Βενιζέλου και το αναπόδραστο της αποτυχίας της, καθώς με πρόχειρους πειραματισμούς δεν μπορεί να λυθεί το οικονομικό πρόβλημα. Κάποιοι άλλοι θα συμφωνούν ότι ο φασισμός είναι ένα μέγα ιστορικό φαινόμενο και πως κατάφερε να επιβληθεί χάρη στα μεγάλα πλεονεκτήματα τα οποία περιέχει το δόγμα του. Ο Ντούτσε θριαμβεύει, έστω και παρά τα συμπεράσματα κάποιων που ακόμα αμφιβάλουν. Κάποιοι άλλοι συζητάνε για το σκάνδαλο της Πάουερ, ενώ άλλοι για τη σημασία που έχει ο αγώνας των καπνεργατών. Όμως είναι περισσότερο από βέβαιο πως οι περισσότερες συγκεντρώσεις θα έχουν έστω μια αναφορά στη σύλληψη και την έκδοση των Ρεντζαίων.      

Κεφάλαιο 20 (Χειμώνας 1923-1924)

Τη μια τουφεκιά ακολούθησε κι άλλη και άλλες πολλές. Ο Θύμιος τρέχει και φυλαχτά-φυλαχτά ανοίγει την πόρτα για να δει. Ένας από τους δικούς τους άλλαζε βόλια με πέντε χωροφύλακες κι έναν νωματάρχη. Σ’ αυτές τις δουλειές κουράγιο και ταχύτητα χρειάζονται. Κοιτάξανε να δούνε αν θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν ο Συντόρης και ο Γιώργος, όμως δεν ήταν για κουβέντα. Ήταν και οι δυο τους στουπί.

«Βρε μας σκοτώνουν», φωνάζει ο Θύμιος.

«Άσε κι ας μας σκοτώνουν», λέει ο Συντόρης, ενώ ο Γιώργος υπερθεματίζει:

«Τώρα αξίζει ο θάνατος.»

Ό,τι έπρεπε να γίνει κάτω από αυτές τις συνθήκες, έπρεπε να το κάνουνε τα αδέλφια μόνα τους. Αρπάζουνε τα τουφέκια κι αρχίζουν τα βόλια. Οι χωροφύλακες οι κακόμοιροι πυροβολούν κι αυτοί, αλλά το χαμηλό μέρος που είναι δεν τους βοηθάει να κάνουν περισσότερο το παλικάρι. Προτιμούνε να κάνουν φρόνιμα λοιπόν, να οπισθοχωρήσουν και να φύγουν.

Ύστερα από αυτά τα επεισόδια, δεν ήταν δυνατόν να παραμείνουν στο μέρος εκείνο. Το απόσπασμα που χτυπηθήκανε θα έτρεχε τώρα να μαζέψει ολόκληρο σύνταγμα. Καταβρέχουν με νερό τον Συντόρη και τον Γιώργο και καταφέρνουν να τους συνεφέρουν λίγο. Διώχνουν τις δυο γυναίκες, ντύνουν τον Ελιά στρατιωτικά και κατά τα ξημερώματα από δω παν’ οι άλλοι. Κακοπάθανε εκείνη τη νύχτα γυρίζοντας μέσα στα χιόνια και το ξεροβόρι. Τον αιχμάλωτο τον έχουνε καβάλα στο άλογο και εκείνοι προχωράνε πεζή. Όλη την ημέρα περπατάνε δρασκελώντας χαράδρες, χιονιές και ποτάμια.

Και να το χειρότερο. Μόλις είχε σουρουπώσει τη βραδιά της άλλης μέρας, κάτω σε ένα λόφο, φάνηκαν οκτώ άνθρωποι ντυμένοι πολιτικά με τους γκράδες τους. Τους βλέπουν κι πιάνουν πόστα. Χωρίς να χάσουν στιγμή αρχίζουν τις τουφεκιές. Ο Συντόρης που έχει τώρα ξεμεθύσει φωνάζει:

«Πιάστε θέσεις. Χτυπάτε! Χτυπάτε!»

Και το τουφεκίδι ανάβει. Μισή ώρα κράτησε, αλλά μέσα στο σκοτάδι δεν έβλεπαν ο ένας τον άλλον. Η συμμορία των Ρεντζαίων, για κακή τους τύχη, έσωσε γρήγορα από βόλια. Οι άλλοι όμως είχαν και έριχναν ακατάπαυστα. Ο Γιάννης τούς φωνάζει να σκορπίσουν, να μη σκοτωθούνε όλοι. Αυτό το είδε ο αιχμάλωτος και ξαφνικά, αφού τόση ώρα στεκόταν σαν χαμένος και κοιτούσε τη συμπλοκή, χιμάει στο άλογο, το καβαλάει πάλι και παίρνει δρόμο σαν αστραπή. Ο Συντόρης, που το είδε, δεν χάνει τον καιρό του. Αρπάζει το τουφέκι του και ρίχνει. Ο Ελιά τρέχει πεσμένος πίσω στ’ άλογο και το αίμα του κοκκινίζει τα χιόνια.

«Πάει κι αυτός», λέει ο Γιάννης και τους διατάζει να χωριστούν.

«Στον Ασπράγγελο θ’ ανταμώσουμε μεθαύριο βράδυ», τους λέει.

Και χωριστήκανε με την ιδέα ότι αυτή τη φορά έχασαν τη δουλειά από τα χέρια τους.

*

Δεν ήταν απόσπασμα αυτό με το οποίο συμπλακήσαν, αλλά άλλη συμμορία που τους πέρασε για χωροφύλακες επειδή φορούσανε τις χακί στολές. 

Ο μόνος τραυματίας από την εκ παρεξηγήσεως γενόμενη συμπλοκή ήταν ο φουκαράς ο Ελιά ο Μαραμένος. Μετά από κάμποσες τουφεκιές, εξαφανίστηκαν και οι δυο συμμορίες προς αντίθετες κατευθύνσεις, θεωρώντας και οι δύο τον άλλον χωροφυλακή. Ο αιχμάλωτος που τους είχε ξεφύγει κυλιόταν μέσα στα χιόνια με τέσσερις σφαίρες στο σώμα του, αναίσθητος σχεδόν, και, με μόνο του σύντροφο το άλογο, έμεινε εκεί όλη τη νύχτα, περισσότερο από δεκαπέντε ώρες. Οι πόνοι και η αιμορραγία τον είχαν εξαντλήσει εντελώς. Εντωμεταξύ, το χιόνι εξακολουθεί να πέφτει άφθονο και φτάνει σε ύψος τριάντα και πλέον εκατοστά.

Τα ξημερώματα πέρασε από το μέρος εκείνο ένας χωρικός από την Ποδαγορά. Από μακριά αντελήφθη το άλογο και του φάνηκε ότι ήταν νεκρό. Με αυτή την ιδέα προσπάθησε να αφαιρέσει τη σέλα και τα άλλα εξαρτήματα που ήταν στη θέση τους. Ο Μαραμένος ήταν σχεδόν καλυμμένος από το χιόνι και δεν τον αντιλήφθηκε αμέσως. Μόλις πλησίασε περισσότερο, είδε κάτω από τη χοντρή κάπα να κινείται κάτι. Και μόλις τη σήκωσε, είδε έναν άγνωστο άνθρωπο, πλημμυρισμένο μέσα στο αίμα, αναίσθητο σχεδόν, με μεγάλα μαλλιά και γένια και στολή χακί να τον παρατηρεί με βλέμμα απλανές. Έκπληκτος για το απροσδόκητο εύρημα, τον ρώτησε:

«Ποιος είσαι εσύ;»

Ο Μαραμένος δεν απάντησε. Περισσότερο περίεργος τώρα να εξακριβώσει τι συμβαίνει, ανασήκωσε το κεφάλι του τραυματία, καθάρισε πρόχειρα τα αίματα με το χιόνι και επανέλαβε την ερώτησή του. Ο Μαραμένος, που άρχισε πια να συνέρχεται, αφηγήθηκε στον χωρικό την περιπέτειά του, τη συμπλοκή, τη διαφυγή και την εγκατάλειψη.

Μόλις πληροφορήθηκε τα τεκταινόμενα, ο χωρικός παρέλαβε τον τραυματία και τον μετέφερε σε μια γειτονική στάνη. Εκεί, αφού τον περιποιήθηκε πρόχειρα και του έδεσε τις πληγές, τον εγκατέλειψε, λέγοντάς του ότι θα πάει να αναζητήσει γιατρό. Χωρίς να χάσει χρόνο, έσπευσε στη στάνη του Μερεμέτη, πρωτοξάδελφου των Ρεντζαίων, και τον ενημέρωσε με κάθε λεπτομέρεια για τα της ανακάλυψής του.

Ο Μερεμέτης τούς αναζήτησε στα γνωστά λημέρια και χωρίς μεγάλη δυσκολία τους εντόπισε, αναφέροντάς τους το ιστορικό της ανεύρεσης του αιχμαλώτου. Οι τρεις τους σπεύδουν στη στάνη, όπου βρίσκουν τον αιχμάλωτο σε ημιθανή σχεδόν κατάσταση από την αιμορραγία.

Πρώτη φροντίδα του Γιάννη ήταν να προβεί σε χειρουργική επέμβαση για την εξαγωγή των σφαιρών, διότι το ενδεχόμενο θανάτου του θα είχε ως συνέπεια την απώλεια των λύτρων. Χωρίς πολλούς δισταγμούς, ανασύρει από τη μέση του ένα πελώριο μαχαίρι και βγάζει τις δύο σφαίρες, παρά τις απελπισμένες κραυγές του θύματος. Οι άλλες δυο σφαίρες είχαν σφηνωθεί σε μέρος που ήταν αδύνατον να εξαχθούν και για αυτό παρέστη ανάγκη και δεύτερης χειρουργικής επέμβασης. Γλυκά-γλυκά, βγάζει ο Γιάννης τις σφαίρες από το κορμί του Ελιά και έτσι δεν γαγγραίνιασε και έζησε.                  

Η άλλη συμμορία, μόλις έμαθε τι συνέβη και ότι εξαιτίας τους κινδυνέψανε να χάσουνε τον αιχμάλωτο, φοβήθηκε την τιμωρία της και δραπέτευσε στην Αλβανία και μέχρι τη σύλληψη των Ρεντζαίων έμεινε εκεί.   

(Το επόμενο Σάββατο στο red n’ noir: Sic transit gloria mundi | Άντε παιδί μου. Και κοίτα να μπεις στο δρόμο του Χριστού. Να βαφτιστείς και τότε ό,τι με θέλεις είμαι παρόν)

Στάχτες

Μια ζωή στο νοίκι.

Νοικιασμένα δικαιώματα, έρωτες, φιλιά.

Έλλειψη θάρρους, για οποιαδήποτε αγορά.

Είμαστε-νομίζω- στάχτες.

Στάχτες που με το πρώτο φύσημα του ανέμου, σκορπάμε.

Γινόμαστε λάσπη, ακόμη και με την ελάχιστη βροχή.

Κι όλα δανεικά, και νοικιάζουμε ο ένας τον άλλον.

Για λίγο.

Μέχρι να μας φύγει ο φόβος.

Ίσα να ζεσταθεί και η άλλη πλευρά του κρεβατιού.

Νοίκιασες το δικαίωμα να πεις σ’ αγαπώ, για δύο ώρες.

Το δικαίωμα να συγκρουστείς με τις σάπιες πλευρές του νόμου και της εξουσίας,

μονάχα σε επετείους.

Ώσπου να λήξει κι αυτή η νύχτα.

16 Νοέμβρη

6 Δεκέμβρη

Κι άλλες ακόμη νύχτες και μέρες, που δεν αγόρασες θάρρος αρκετό για να φτάσει η φωνή σου και στην απέναντι πλευρά.

Την ώρα που ξεγύμνωναν, μείωναν, απειλούσαν, με κάτι που ονομάζουν ‘’όπλο’’.

Είναι από σίδερο ίσως.

Η δική σου όμως φωνή, μπορεί να το κομματιάσει.

Αλλά εσύ, εκεί.

Μια ζωή στο καταραμένο νοίκι.

Και κάθε Σάββατο στη λαϊκή, τους καλημερίζεις όλους.

Χαμογελάς, αγοράζεις λουλούδια.

Είχε περάσει προηγουμένως ο κύριος με το λάστιχο.

Τα καθάρισε τα αίματα, τα χυμένα μυαλά.

Είμαστε-νομίζω- στάχτες.

Στάχτες που με το πρώτο φύσημα του ανέμου, σκορπάμε.

Με την πρώτη βροχή, λάσπη.

Μια ζωή στο νοίκι.

Νοικιασμένα δικαιώματα, έρωτες, φιλιά.

Έλλειψη θάρρους, για οποιαδήποτε αγορά.

Ας τελειώνουμε μ’ εσένα.

Κάνε τουλάχιστον στην άκρη.

Γιατί ναι, θεέ μου, ναι.

Ναι διάολε.

Υπάρχουν άνθρωποι, που είχαν το θάρρος, να έχουν θάρρος.

Ο Άλλος Μαρξ. Ο γεροντοέρωτας του Κάρολου με τους ναρόντνικους

Στις 12 Μαρτίου του 1870, οι συντάκτες του ναρόντνικου περιοδικού Υπόθεση του Λαού που ήταν εξόριστοι στη Γενεύη έστειλαν μια επιστολή προς τον Μαρξ, στην οποία ζητούσαν τη συμβολή του, ώστε η πολιτική τους ομάδα να μπει στη Διεθνή. Οι συντάκτες της επιστολής επιτίθονταν με δριμύτητα στα «μασκαρέματα του πανσλαβισμού» και ξεκαθάριζαν πως ήταν οπαδοί του Τσερνισέφσκι και δεν είχαν «απολύτως τίποτε κοινό με τον κύριο Μπακούνιν και με τους όχι πολλούς συνεργούς του». Ανάμεσα στους υπογράφοντες την επιστολή, ήταν και ο Νικολάι Ούτιν, ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Τσερνισέφσκι. Μέλη της ομάδας ήταν και ο Βίκτορ Μπαρντένεφ και η Εκατερίνα Μπρονέφσκαγια, οι οποίοι αρχικά συμμετείχαν στη φράξια της «Συμμαχίας της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας» που είχε ιδρύσει ο Μπακούνιν το 1868. Μάλιστα, ο ίδιος ο Μπακούνιν είχε συνεργαστεί στο πρώτο τεύχος της Υπόθεσης του Λαού. Ωστόσο, η συνεργασία του Μπακούνιν με τον Νετσάγεφ έστρεψε τους συντάκτες της Υπόθεσης προς τη συμμαχία με τον Μαρξ.

Η γνωριμία αυτή συνέβαλε ώστε σταδιακά ο Μαρξ να αλλάξει τη στάση δυσπιστίας που είχε απέναντι στο ρώσικο κίνημα. Στο βιβλίο Ο Άλλος Μαρξ, ο ιστορικός Έτορε Τσινέλα  «μελετάει την εκπληκτική διανοητική και πολιτική μεταμόρφωση του ύστερου Μαρξ. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1870 και μέχρι τον θάνατό του το 1883, ο Μαρξ αρχίζει να αμφισβητεί τα συμπεράσματα των προηγούμενων έργων του και να έχει σοβαρές αμφιβολίες για την πιθανότητα μιας προλεταριακής επανάστασης στη Δύση. Εξού και η παθιασμένη μελέτη της αγροτικής κοινότητας στη Ρωσία και του πρωτόγονου κόσμου αλλά και οι δεσμοί και ο θαυμασμός του για τους ναρόντνικους αγωνιστές της Θέλησης του Λαού». Ας δούμε λοιπόν κάποιες στιγμές από αυτή την παραγνωρισμένη προσέγγιση Μαρξ και ναρόντνικων.

Η περιπέτεια της μετάφρασης του Κεφαλαίου

Η πρώτη γερμανική έκδοση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου πραγματοποιήθηκε το 1867 και η επίδραση του βιβλίου ήταν καθοριστική και στη Ρωσία. Ήδη από την επόμενη χρονιά, ο Ρώσος εξόριστος επαναστάτης, φίλος και μαθητής του Τσερνισέφσκι, Αλεξάντρ Σέρνο Σολόβεβιτς εκφράζει την επιθυμία του να μεταφράσει το Κεφάλαιο στα ρώσικα, χωρίς να κρύβει ταυτόχρονα την ανησυχία του ανησυχία του πως δεν θα βρεθεί εκδότης, λόγω του τεράστιου όγκου του βιβλίου. Τελικά, την απόπειρα μετάφρασης του τεράστιου έργου ξεκίνησε ο Γκερμάν Αλεξάντροβιτς Λοπάτιν. Είχε προηγηθεί βέβαια η παράδοξη και μάταιη προσπάθεια της μετάφρασης του μαρξικού έργου από τον Μπακούνιν. Ο Μπακούνιν εγκατέλειψε σύντομα τις προσπάθειές του, αφού πρώτα παντελόνιασε την προκαταβολή των 330 ρουβλιών που έλαβε από τον εκδότη.

Ο Λοπάτιν γνώρισε τον Μαρξ τον Ιούλιο του 1870, μετά από μεσολάβηση του Πολ Λαφάργκ. Ο Λοπάτιν διέφυγε από τη Ρωσία κυνηγημένος από τις τσαρικές αρχές εξαιτίας της εμπλοκής του στην απόδραση του Λαβρόφ, ο οποίος επίσης είχε επαφές με τον Μαρξ. Ο Μαρξ από την αρχή συμπάθησε τον Λοπάτιν και τον χαρακτήριζε ως «άγρυπνο κριτικό νου». Μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου Νετσάγεφ με τη δολοφονία του φοιτητή Ιβάνοφ, ο Λοπάτιν αρνήθηκε να πάρει το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα στον Μαρξ και τον Μπακούνιν, ενώ αρνήθηκε να καταδικάσει αμετάκλητα τη σκέψη του αναρχικού συμπατριώτη του. Παρόλα αυτά, επισκεπτόταν συχνά τον Μαρξ στο σπίτι του, αφού είχε ξεκινήσει τη μετάφραση του Κεφαλαίου στα ρώσικα. Εκεί, ο Λοπάτιν έμαθε και για την τεράστια εκτίμηση που έτρεφε ο Μαρξ στο πρόσωπο του Τσερνισέφσκι: «Ανάμεσα σε όλους τους σύγχρονους οικονομολόγους, ο Τσερνισέφσκι είναι ο μόνος πραγματικός αυθεντικός διανοητής».

Τον Δεκέμβριο του 1870, ο Λοπάτιν διακόπτει τη μετάφραση του Κεφαλαίου για να περάσει παράνομα στη Ρωσία, με σκοπό την οργάνωση επιχείρησης για την απόδραση του Τσερνισέφσκι. Δυστυχώς, ο Λοπάτιν έπεσε στα χέρια των τσαρικών αρχών και αιχμαλωτίστηκε στο Ιρκούτσκ. Ο Τσερνισέφσκι κατάφερε τελικά να αποδράσει το 1873 και να καταφύγει στο εξωτερικό.

Μετά τη σύλληψη του Λοπάτιν, τη δουλειά της μετάφρασης του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου θα τη συνεχίσει για λίγο ο Λιουμπάβιν και θα την ολοκληρώσει ο Νικολάι Ντανιέλσον το 1872. Το έργο θα περάσει από τη λογοκρισία του τσαρικού καθεστώτος που θα το θεωρήσει δυσπρόσιτο για το ευρύ κοινό και συνεπώς ακίνδυνο για τη διάδοση επαναστατικών αντιλήψεων. Με τα χρόνια, ο Ντανιέλσον θα ολοκληρώσει τη μετάφραση όλων των τόμων του Κεφαλαίου.

Ο Μαρξ μαθαίνει ρώσικα

Το 1869 ο Μαρξ θα λάβει από τον Νικολάι Ντανιέλσον το βιβλίο του Φλερόβσκι (ψευδώνυμο του Βασίλι Βασίλιεβιτς Μπερβί) Η κατάσταση των εργατικών τάξεων στη Ρωσία. Ο Μαρξ δεν θα αργήσει να πληροφορήσει τον Ένγκελς ότι ο Ρώσος συγγραφέας έχει επιτελέσει για τη Ρωσία κάτι αντίστοιχο με αυτό που ο ίδιος ο Ένγκελς είχε επιτύχει για την εργατική τάξη της Αγγλίας το 1845 στο έκτοτε διάσημο βιβλίο του. Ο ενθουσιασμός για το βιβλίο και η πρόκληση για την έρευνα του Μπερβί είναι τόσο μεγάλη, ώστε ο Μαρξ θα αρχίσει να μαθαίνει ρώσικα. Είναι χαρακτηριστικό πως η Τζένη Μαρξ παραπονιόταν στον Ένγκελς πως ο σύζυγός της «άρχισε να μελετάει ρωσικά σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου».

Διαβάζοντας το βιβλίο, ο Μαρξ όλο και πειθόταν για το επικείμενο ξέσπασμα της κοινωνικής επανάστασης στη Ρωσία. Έγραφε σε επιστολή του στην κόρη του Λόρα και τον γαμπρό του Λαφαργκ, στις 5 Μαρτίου του 1870: «Με την ανάγνωση του έργου πείθεται κανείς απολύτως πως στη Ρωσία είναι αναπόφευκτη και επίκειται μια τρομερή σοσιαλιστική επανάσταση, φυσικά στις πιο στοιχειώδεις μορφές που ανταποκρίνονται στο σημερινό επίπεδο της μοσχοβίτικης ανάπτυξης».

Μάλιστα, μετά την εκτέλεση του τσάρου από τη Ναρόντναγια Βόγια, ο Μαρξ και ο Ένγκελς χαρακτηριζαν τη Ρωσία ως τη νέα Γαλλία της Ευρώπης.

Μαρξ και Λαϊκή Θέληση

Ήδη από το 1878, οι Μαρξ και Ένγκελς ξεκινάν επαφές με την οργάνωση Γη και Ελευθερία και αργότερα με τις δυο φράξιες που προέκυψαν από τη διάσπαση. Μετά την αποτυχία της εκτέλεσης του τσάρου Αλέξανδρου Β’, η Λαϊκή Θέληση απέστειλε στο εξωτερικό τον απεσταλμένο της Λεβ Γκάρτμαν, για να συναντηθεί με ηγέτες του εργατικού κινήματος και να ζητήσει την ενίσχυση του αγώνα ενάντια στην τσαρική απολυταρχία. Με τη μεσολάβηση του Λαβρόφ, ο Γκάρτμαν έρχεται σε επαφή με τον «μεγάλο δάσκαλο των κοινωνικών επιστημών». Όπως γράφει η Βέρα Φίγκνερ: «Όλες οι εξέχουσες προσωπικότητες του δυτικοευρωπαϊκού σοσιαλιστικού κόσμου εκδήλωσαν τη στήριξή τους. Σε ορισμένους από αυτούς, όπως για παράδειγμα στους Μαρξ και Ροσφόρ, η Εκτελεστική Επιτροπή απευθύνθηκε εγγράφως με την παράκληση να συνδράμουν τον Γκάρτμαν ως εκπρόσωπό μας στην κλιμάκωση της προπαγάνδας ενάντια στον ρωσικό δεσποτισμό. Ο συντάκτης του Κεφαλαίου απάντησε, παρέχοντας τη δέσμευσή του. Ταυτόχρονα μας έστειλε το πορτρέτο του με μια αφιέρωση επιδοκιμασίας. Σύμφωνα με τις περιγραφές του Γκάρτμαν, ο Μαρξ έδειξε με υπερηφάνεια το γράμμα της Επιτροπής σε φίλους και γνωστούς του» (Βέρα Φίγκνερ: Νύχτα πάνω από τη Ρωσία. Ελευθερία ή Θάνατος, εκδόσεις Υπερσιβηρικός).

Η στάση του Μαρξ και του Ένγκελς απέναντι στις τεροριστικές μεθόδους δράσης της Λαϊκής Θέλησης σπάει ακόμα ένα ταμπού: σύμφωνα με τη μαρτυρία του Γκάρτμαν, ο Μαρξ θεωρούσε τη ρώσικη τρομοκρατία ως το «μόνο λογικό, πρακτικό, δυνατό και χρήσιμο πράγμα στη Ρωσία την παρούσα στιγμή». Μάλιστα, σε επιστολή του στον Ζόργκε στις 5 Νοεμβρίου του 1880, ο Μαρξ ειρωνευόταν τους αγωνιστές της Μαύρης Διανομής, οι οποίοι διαφωνούσαν με τις μεθόδους της Λαϊκής Θέλησης: «Αυτοί –κυρίως (αλλά όχι όλοι) άτομα που άφησαν τη Ρωσία οικειοθελώς– σχηματίζουν το λεγόμενο κόμμα της προπαγάνδας, σε αντίθεση με τους τρομοκράτες που ριψοκινδυνεύουν τη ζωή τους (Για να κάνουν προπαγάνδα στη Ρωσία πηγαίνουν στη Γενεύη! Ένα ωραίο qui pro quo!). Αυτοί οι κύριοι είναι ενάντια σε κάθε πολιτική–επαναστατική δράση. Η Ρωσία θα έπρεπε να κάνει ένα σάλρο μορτάλε προς την αναρχο-κομμουνιστο-άθεη χιλιετηρίδα! Στο μεταξύ, προετοιμάζουν τη μετάβαση μέσω ενός ανιαρού δογματισμού, του οποίου οι αρχές ακούγονται και ξανακούγονται από τον καιρό του εκλιπόντος Μπακούνιν».

Η Λαϊκή Θέληση θα καταφέρει ένα τεράστιο πλήγμα στο απολυταρχικό τσαρικό καθεστώς, εκτελώντας με δύο βόμβες τον ίδιο τον τσάρο Αλέξανδρο Β’, στις 13 Μάρτίου του 1881. Μετά την εκτέλεση του τυράννου, η εκτελεστική επιτροπή της Λαϊκής Θέλησης ανέλαβε την ευθύνη με επιστολή της στον νέο τσάρο Αλέξανδρο Γ’, απαιτώντας ως αντάλλαγμα για την αναστολή της ένοπλης δράσης τη γενική αμνηστία για όλους τους πολιτικούς κρατούμενους και την αντικατάσταση της τσαρικής κυβέρνησης με ένα σύστημα λαϊκής δημοκρατίας μέσω ελεύθερων εκλογών: «Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για την επιστροφή της Ρωσίας στο δρόμο μιας σωστής και ειρηνικής ανάπτυξης. Διακηρύσσουμε επίσημα, ενώπιον της πατρίδας μας και ολόκληρου του κόσμου, ότι το κόμμα μας θα υποταχθεί χωρίς όρους στις αποφάσεις της εκλεγμένης λαϊκής αντιπροσωπίας που θα προκύψουν με την τήρηση των παραπάνω προϋποθέσεων, και ότι στο μέλλον δεν θα προχωρήσει σε καμιά βίαιη αντίσταση κατά της εγκεκριμένης από τη λαϊκή αντιπροσωπία κυβέρνησης».

Λίγες ημέρες μετά την εκτέλεση του τσάρου, σε χαιρετιστήριο μήνυμα στην εκδήλωση για την Παρισινή Κομμούνα στο Λονδίνο, οι Μαρξ και Ενγκελς εκθείασαν δημόσια «τα πρόσφατα γεγονότα της Αγίας Πετρούπολης, τα οποία τελικά θα οδηγήσουν με βεβαιότητα, ίσως μετά από μακροχρόνιους και βίαιους αγώνες, στην εγκαθίδρυση μια Ρώσικης Κομμούνας». Η στάση των αγωνιστών της Λαϊκής Θέλησης μπροστά στο δικαστήριο μεγάλωσε ακόμα περισσότερο το θαυμασμό του Μαρξ. Έγραφε σε επιστολή του στην κόρη του Τζένη στις 11 Απριλίου του 1881:  «Παρακολούθησες τις ακροαματικές διαδικασίες στην Αγία Πετρούπολη ενάντια στους δράστες; Πρόκειται για εντελώς επάξιους ανθρώπους, sans pose melodramatique (χωρίς μελοδραματική στάση), απλούς, αντικειμενικούς, ηρωικούς. Φωνασκίες και πράξη είναι ασυμφιλίωτες αντιθέσεις. Η Εκτελεστική Επιτροπή [της Λαϊκής Θέλησης] της Πετρούπολης, η οποία έδρασε τόσο ενεργητικά, ανακοινώνει τώρα μανιφέστα εκλεπτυσμένης “μετριοπάθειας”. Πόρρω απέχει από τη σχολική ιδιοτροπία των Μοστ και άλλων παιδιάστικων φωνακλάδων να κηρύττει την tyrannicide ως μία “θεωρία” και ως “πανάκεια” […]· αντιθέτως, αυτοί [οι Ρώσοι] προσπαθούν να διδάξουν την Ευρώπη ότι το δικό τους modus operandi αποτελεί έναν ειδικά ρώσικο, ιστορικά αναπόφευκτο τρόπο δράσης, για τον οποίο μπορεί κανείς να ηθικολογεί τόσο λίγο όσο και για το σεισμό στη Χίο».

 Τον ενθουσιασμό του για την εκτέλεση του τσάρου εξέφρασε και ο Ένγκελς σε επιστολή του προς τη Βέρα Ζασούλιτς στις 23 Απριλίου του 1885. Στην επιστολή, ο Ένγκελς θεωρεί το ξέσπασμα της επανάστασης στη Ρωσία βέβαιο: «Κάτω από τις συνθήκες αυτές, η χώρα μοιάζει με νάρκη και δεν έχει παρά να ανάψει κανείς το φιτίλι. Σε αυτό το εύφλεκτο περιβάλλον της ρωσικής κοινωνίας, η πολιτική εκτέλεση του τσάρου επιταχύνει την επανάσταση και απελευθερώνει εκρηκτικές δυνάμεις: Είναι από εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις, που είναι δυνατόν μια ομάδα ανθρώπων να πραγματοποιήσει μιαν επανάσταση, δηλαδή με ένα χτύπημα να κάνει να καταρρεύσει ένα ολόκληρο σύστημα που η ισορροπία του είναι περισσότερο από ετοιμόρροπη (για να μεταχειριστούμε τη μεταφορά του Πλεχάνοφ), και να ελευθερώσει, με μια ενέργεια ασήμαντη καθεαυτή, εκρηκτικές δυνάμεις που τίποτα πια δεν μπορεί να τις δαμάσει. Ε, λοιπόν, αν ποτέ ο μπλανκισμός –η φαντασιοπληξία ότι μπορεί να ανατραπεί μια ολόκληρη κοινωνία με τη δράση μιας μικρής συνωμοσίας– είχε κάποιο λόγο ύπαρξης, αυτό συμβαίνει σίγουρα στην Πετρούπολη. Από τη στιγμή που θα πάρει φωτιά η μπαρούτη, από τη στιγμή που οι απελευθερωμένες δυνάμεις και η εθνική ενέργεια θα μεταβληθούν από δυνάμει σε ενεργεία (μια ακόμα προσφιλής και πολύ καλή εικόνα του Πλεχάνοφ), οι άνθρωποι που θα έχουν πυροδοτήσει τη βόμβα θα παρασυρθούν από την έκρηξη, που θα είναι χίλιες φορές ισχυρότερη από αυτούς και θα αναζητήσει τη διέξοδό της όπως μπορέσει, όπως θα αποφασίσουν οι οικονομικές δυνάμεις και αντιστάσεις» (βλ. Έλλη Παππά: Μύθος και ιδεολογία στη Ρωσική Επανάσταση, εκδ. Άγρα).

 Ο Ένγκελς, σε επιστολή του προς τον Λαβρόφ, έγραφε πως ο ίδιος και ο Μαρξ αισθάνονταν περήφανοι για τη συνεργασία τους με τη Λαϊκή Θέληση. Η εκτίμηση όμως ήταν αμοιβαία. Στις 5 Φεβρουαρίου του 1882, έντυπο της Λαϊκής Θέλησης δημοσίευσε της εισαγωγή της ρωσικής έκδοσης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, με την παρακάτω σημείωση: «Δημοσιεύουμε με χαρά αυτόν τον πρόλογο, εξαιτίας του βαθέος επιστημονικού και πρακτικού ενδιαφέροντος των προβλημάτων με τα οποία καταπιάνεται. Με ιδιαίτερη χαρά, υπογραμμίζουμε τα τελευταία λόγια, στα οποία βλέπουμε την επικύρωση των ερευνών έγκριτων συγγραφέων, όπως οι Μαρξ και Ένγκελς. Η συνέχιση του περίφημου έργου του Μαρξ (Το Κεφάλαιο), αναμενόμενο από καιρό, θα αναπτύξει, φυσικά με την επιβαλλόμενη πληρότητα, μεταξύ άλλων και τα ζητήματα που ο πρόλογος έχει θίξει επιφανειακά».

Στην κηδεία του Μαρξ, η Λαϊκή Θέληση δημοσίευσε μια εκτενή νεκρολογία, η οποία έκλεινε με τις παρακάτω λέξεις: «Ενώνοντας τη φωνή μας με εκείνες τις εκφράσεις πένθους, εμείς, οι Ρώσοι, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε με πόση συμπάθεια ο Μαρξ είδε το σοσιαλεπαναστατικό μας κίνημα και με πόση διάθεση αποφάσισε, τον τελευταίο χρόνο της ζωής του, να γράψει “για χάρη της επιτροπής της Αγίας Πετρούπολης” (όπως εκφράστηκε στην επιστολή στη Βέρα Ζασούλιτς) ένα φυλλάδιο προσαρμοσμένο για τη Ρωσία, σχετικά με το πρόβλημα της πιθανής εξέλιξης της ομπσίνα μας, πρόβλημα με τόσο έντονο ενδιαφέρον για τον ρωσικό σοσιαλισμό. Δεν ξέρουμε, δυστυχώς, αν ο Μαρξ είχε το χρόνο να ολοκληρώσει αυτή την εργασία».

Θεωρητικός διάλογος για την ομπσίνα

Οι ναρόντνικοι πίστευαν στη δυνατότητα και τη βούληση της Ρωσίας να «παρακάμψει το στάδιο» ενός δυτικοευρωπαϊκού καπιταλισμού στην πορεία της για μια σοσιαλιστική κοινωνία. Η αντίληψη αυτή αποτελεί κληρονομιά από τον Χέρτσεν, ο οποίος έλεγε: «Δεν διαβλέπω ότι η Ρωσία οφείλει απαραίτητα να υποστεί όλες τις φάσεις της ευρωπαϊκής ανάπτυξης». Στο ναρόντνικο κίνημα είχε ανοίξει ένας πλατύς θεωρητικός διάλογος. Από τη μία, ένα κομμάτι του κινήματος θεωρούσε την ομπσίνα και τον κοινοτικό τρόπο καλλιέργειας της γης –που ίσχυε για τα 3/5 της γης στη Ρωσία εκείνη την εποχή– ως τη βασική μορφή της μελλοντικής οργάνωσης της οικονομικής ζωής, σε συνδυασμό με μορφές λαϊκής εξουσίας που θα καταργούσαν τον τσαρικό απολυταρχισμό. Από την άλλη, ένα κομμάτι του κινήματος έκανε ντετερμινιστική ανάγνωση του μαρξικού έργου και θεωρούσε την καπιταλιστική οικοδόμηση απαραίτητη («ρώσους θαυμαστές του καπιταλισμού», τους αποκαλούσε ο Μαρξ). Οι ναρόντνικοι βρήκαν έναν απροσδόκητο σύμμαχο στο πρόσωπο του Μαρξ, ο οποίος έγραφε στη Βέρα Ζασούλιτς:

 «Στη περίπτωση της Δύσης λοιπόν, μια μορφή ατομικής ιδιοκτησίας μετατρέπεται σε μια άλλη μορφή ατομικής ιδιοκτησίας. Στη περίπτωση των Ρώσων αγροτών όμως, η κοινή ιδιοκτησία τους θα έπρεπε να μετατραπεί σε ατομική ιδιοκτησία. Η ανάλυση στο Κεφάλαιο λοιπόν δεν δίνει λόγους είτε υπέρ είτε κατά της δυνατότητας συνέχισης της Ρωσικής Κομμούνας. Όμως η ειδική μελέτη που έχω κάνει για αυτό και η αναζήτηση για πρωτότυπο πηγαίο υλικό με έχει κάνει σίγουρο οτι η κομμούνα είναι το κύτταρο για την κοινωνική αναπαραγωγή στη Ρωσία. Όμως για να λειτουργήσει με αυτόν τον τρόπο, οι εχθρικές επιρροές που της επιτίθενται από όλες τις πλευρές πρέπει να σταματήσουν, και πρέπει να εξασφαλιστούν οι κανονικές συνθήκες για την αυθόρμητη ανάπτυξή τους. Στη Ρωσία, χάριν μιας μοναδικής σύμπτωσης συνθηκών, η αγροτική κοινότητα που υπάρχει σε εθνική κλίμακα μπορεί να απελευθερωθεί από τα πρωτόγονα χαρακτηριστικά της και να αναπτυχθεί άμεσα ως στοιχείο της συλλογικής παραγωγής σε εθνικό επίπεδο. Ακριβώς λόγω της συγχρονίας της με την κεφαλαιοκρατική παραγωγή, μπορεί να οικειοποιηθεί τα θετικά επιτεύγματά της χωρίς να υποστεί τις φοβερές περιπέτειές της».

Τον Ιανουάριο του 1882, ο Μαρξ και ο Ένγκελς θα συνυπέγραφαν τον Πρόλογο στη δεύτερη ρωσική έκδοση του Μανιφέστου του κομμουνιστικού κόμματος. Στον πρόλογο επαναλαμβάνουν αυτή την αιρετική θέση: «Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο είχε ως αποστολή να ανακηρύξει την αναπόφευκτα επικείμενη διάλυση της σύγχρονης αστικής ιδιοκτησίας. Στη Ρωσία όμως, απέναντι σε μια γοργά αναπτυσσόμενη κεφαλαιοκρατική κερδοσκοπία και στη μόλις αναπτυσσόμενη αστική γαιοκτησία, βρίσκουμε το μεγαλύτερο τμήμα του εδάφους στην κοινή κτήση των αγροτών. Ερωτάται λοιπόν: μπορεί η ρωσική ομπσίνα –μία, αν και έντονα υπονομευμένη, μορφή της πανάρχαιας κοινοκτημοσύνης του εδάφους– να μεταβεί άμεσα στην ανώτερη [μορφή] της κομμουνιστικής κοινοκτημοσύνης; Ή μήπως θα πρέπει προηγουμένως να διέλθει από την ίδια διαδικασία διάλυσης που αποτελεί την ιστορική εξέλιξη της Δύσης; Η μοναδική σήμερα δυνατή απάντηση σε αυτό είναι η εξής: Εφόσον η ρωσική επανάσταση γίνει το σύνθημα για μια προλεταριακή επανάσταση στη Δύση, ούτως ώστε οι δυο τους να αλληλοσυμπληρωθούν, τότε θα μπορεί η ρωσική κοινοκτημοσύνη του εδάφους να χρησιμεύσει ως αφετηρία μιας κομμουνιστικής ανάπτυξης».

Η ληστεία της Πέτρας ΙΧ

Κεφάλαιο 17 (21 Νοεμβρίου 1928)

Οι Ρεντζαίοι ζήτησαν να ξυριστούν. Όταν ο καλλωπισμός του προσώπου τους τελείωσε ζήτησαν να αλλάξουν ρουχισμό. Τους προσφέρθηκε τότε ιματισμός καθαρός άλλων φυλακισμένων, οι οποίοι προθυμοποιήθηκαν να δώσουν. Ο Γιάννης γυρίζει προς τον Θύμιο που είναι διαρκώς μελαγχολικός και του λέει αστειευόμενος:

«Έλα, κόντης μού ‘γινες!»

Ο Θύμιος κουνάει το κεφάλι του και απαντάει:

«Όρεξη έχεις!»

Το απόγευμα ζήτησαν τρεις φορές φαγητό και έφαγαν λουκούλλεια.

«Τουλάχιστον εδώ τρώμε της προκοπής και δεν πληρώνουμε λέει ο Γιάννης. Στη Βάρνα τρώγαμε από την τσέπη μας και μας έφερναν νερόβραστα σάπια κρέατα.»

Όταν έφτασε η νύχτα καταλήφθηκαν από κάποιον αρχέγονο φόβο. Ζητούσαν διαρκώς φως και αγόραζαν κεριά, τα οποία άφησαν αναμμένα μέχρι το πρωί. Παρήγγειλλαν και έπιναν διαρκώς τσάγια και πολύ αργά κατά τις δύο το πρωί κατόρθωσε να τους πάρει ο ύπνος.

Ξυπνάνε στις εφτά το πρωί περισσότερο ήρεμοι από την εφιαλτική νύχτα την οποία πέρασαν. Γυρίζουν μέσα στο εσωτερικό του στενάχωρου κελιού με αριθμό 5 των φυλακών Συγγρού. Είναι συνεχώς κλειδωμένοι στο κελί τους και δεν επιτρέπεται να έρθουν σε επαφή με κανέναν, ούτε καν με τους άλλους φυλακισμένους. Μέχρι να τελειώσει η ανάκριση δεν επιτρέπεται ούτε στη μητέρα τους να τους επισκεφτεί. Η πρωτοφανής αυτή απομόνωση τους έχει εκνευρίσει και βολτάρουν διαρκώς κατά μήκος του απομονωτηρίου, ανταλλάσοντας πού και πού καμιά λέξη μεταξύ τους. Οι μοναδικές στιγμές ευχαρίστησης είναι όταν τους φέρνουν το φαγητό. Προσπαθούν να κρατήσουν όσο παραπάνω τον φύλακα που μεταφέρει το φαγητό ή τον επόπτη, κύριο Καραγεωργώπουλο, ζητώντας τους διάφορες πληροφορίες.

Καπνίζουν διαρκώς. Διαβάζουν εφημερίδες και γελάνε, γιατί όλες μιλάνε γι’ αυτούς. Περισσότερο ο Γιάννης, ο οποίος είναι ο μάλλον μορφωμένος. Ο Θύμιος εξαγριώνεται μόνο μια στιγμή, όταν διαβάζει περικοπές κατά τις οποίες φέρετε να χάνει το θάρρος του κατά τη μεταφορά του στις ελληνικές φυλακές.

«Ποιος έχασε το θάρρος του; Ήμουν μαζεμένος. Πώς να περπατάω; Ντούρος; Αφού είχα 40 οκάδες αλυσίδα στα χέρια μου και με κρατούσαν έξι αστυφύλακες από τον λαιμό, τους ώμους και τα πισινά.» 

Άλλες στιγμές βολτάρει κατά μήκος του κελιού και σφυρίζει σιγανά άσματα της πατρίδας του, ενώ ο αδελφός του περισσότερο εύθυμος επιζητεί διαρκώς αφορμές για να συνομιλεί με τον επόπτη, κύριο Καραγεωργόπουλο, και τον κύριο Πουργάλη.

«Αν δεν λέμε και τίποτα, θα μουγκαθούμε, του εξηγεί.»

Τρίβει τους καρπούς των χεριών του και των ποδιών του διότι είναι ακόμα μουδιασμένος από τις αλυσίδες. Τον μιμείται και ο Θύμιος, ο οποίος περισσότερο σωματώδης δεν φαίνεται να υποφέρει τόσο από το μούδιασμα. Και οι δυο τους είναι εξοργισμένοι κατά των βουλγαρικών αρχών για τους τρόπους τους εναντίον τους.

«Σωστοί αρκουδιαρέοι είναι αυτοί! Μας δέσανε σαν να είμαστε πουλιά και θα πετάγαμε.»

«Λεφτά θα έπαιρναν, βλάμη, του απαντάει ο Θύμιος. Έπρεπε να πάρουν τα μέτρα τους μήπως τα χάσουν.»

Κεφάλαιο 18 (Χειμώνας του 1923-1924)

Τον πήρανε τον Ελιά και τον κλείσανε στην αρχή σε ένα λημέρι κοντά στο χωριό της Ποδογόρας. Όχι στο ίδιο που είχανε πάει τον Χρηστάκη, γιατί μπορούσε να έχει προδοθεί και τ’ αποσπάσματα θα γυρνούσαν σίγουρα από εκεί γύρω. Ο Μαραμένος δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να ξεθαρέψει. Έτρωγε λίγο και συχνά έκλεινε τα μάτια του να μην τους βλέπει. Είχε και δίκιο λίγο. Ο Συντόρης κακός, αλλά και θρήσκος πολύ, ζητούσε αφορμή να τον σφάξει έτσι στα καλά καθούμενα.

«Άσε με να τον σφάξω, για να παστρέψω λίγες μου αμαρτίες», έλεγε.

«Βρε ντροπή, βρε Συντόρη, του φώναζαν τα αδέλφια. Ας τον, μην τον φοβίζεις και πάει να κοκαλώσει από τον φόβο του.»

Πού να ακούσει όμως ο Συντόρης. Πήγαινε και του έβαζε το σπαθί στα μάτια και του έλεγε.

«Θα στα βγάλω μαγαρισμένε.»

Άλλοτε τραβούσε το πιστόλι του και του έριχνε δίπλα από το αυτί. Τούρτουρο τον έπιανε τον κακομοίρη τον Ελιά. Αλλά το χειρότερο ήταν αυτό. Ένα βράδυ, μόλις ο Γιάννης έχει πλαγιάσει, βλέπει τον Συντόρη να σέρνεται σαν φίδι σιγά-σιγά με το μαχαίρι γυμνό στο μέρος του αιχμαλώτου. Λίγο ακόμα και δεν θα προλάβαινε. Θα τον έσφαζε αυτό το παλιόπαιδο.

«Άσε με να γλιτώσω τις αμαρτίες μου!» Δικαιολογείτε ο Συντόρης που πιάστηκε από τον Γιάννη στα πράσα.

«Βρε άντε να χαθείς, μη λες κουταμάρες.»

«Η φάρα αυτονών δεν σταύρωσε τον Χριστό μας; Άσε και το είχα μανία να πάρω το κεφάλι ενός από την φάρα τους.»

«Προτιμάς να μην πάρουμε καθόλου λεφτά;»

«Τι σημασία έχουν τα λεφτά, αν θέλεις να γλιτώσεις από τις αμαρτίες σου;»

«Καλά-καλά, άντε κοιμήσου! Αύριο τα λέμε.»

*

Για τα λύτρα έστειλαν δυο τρεις φορές γράμμα στο πατέρα του για τρία εκατομμύρια λίρες αλλά αυτός ανέβαλε διαρκώς. Οι άνθρωποί τους που τον έβλεπαν τους έγραφαν ότι δεν μπορούσε να μετρήσει τόσα λεφτά.

Και έτσι πήγαινε το πράγμα. Ανέβαλε αυτός να τους πει μια τελική απάντηση, ανέβαλαν και αυτοί να του στείλουν τον γιο πίσω. Ύστερα συνέβη και κάτι άλλο. Τα αποσπάσματα γύριζαν δεξιά και αριστερά δίπλα τους σχεδόν και όχι μια και όχι δυο πήγαν να πέσουμε κατάμουτρα. Αλλάζανε, λοιπόν, λημέρια στο βουνό. Βλέποντας όμως ότι τα αποσπάσματα τους κόντευαν, πήρανε  μια πρωτότυπη απόφαση. Αφού τα αποσπάσματα γύριζαν στα βουνά, αυτοί θα πήγαιναν μέσα στη πολιτεία.

Ένα βράδυ ενώ χιόνιζε κατηφόρισαν στην πολιτεία, που είναι από τις μεγαλύτερες της Ηπείρου. Τα αστυνομικά τμήματα δεν ήταν παραπάνω από δέκα μέτρα μακρύτερα τους, αλλά πού να πάρει κανείς μυρωδιά ότι είναι τόσο κοντά.

*

Στο σπίτι εκείνο στο χωριό έμειναν δεκαπέντε μέρες και παραπάνω. Έριχνε χιόνι έξω κι έπρεπε να έχουνε ζέστη και καλοπέραση. Δεν βιάζονταν και τόσο να ξεμπερδέψουνε, αφού ο σπαγκοραμμένος ο γέρο Μαραμένος αργούσε να στείλει τα λεφτά. Δεν θα το κουνούσαν μάλιστα από εκεί, αν ένας από την παρέα, ο Γιώργος Μητροκώτσης, δεν είχε την ιδέα να κάνουν ένα γλέντι. Είχε τα γενέθλια του και ήθελε να τα γιορτάσει. Χρόνια ήταν στο κλαρί και ήθελε να το ρίξει έξω.

-Θα ξεσκάσουμε σήμερα, λέει και σηκώνεται πρωί-πρωί.

Πηγαίνει σε μια στάνη και αρπάζει δυο ζυγούρια πρώτης γραμμής. Τα ξεροψήνει και το μεσημέρι στρώνονται στο φαγοπότι. Τυριά, κρασί περίφημο από τη Ζίτσα και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Αλλά σαν να μην φτάνουν όλα αυτά ο Συντόρης μέθυσε, βγήκε στον δρόμο και ποιος ξέρει πού στο διάολο ανακάλυψε δυο γύφτους με καραμούζες. Μια σπασμένη γύφτικη λύρα βρέθηκε, και ο Γιώργος που γιόρταζε έπαιζε με τους γύφτους που έφερε ο Συντόρης. Το γλέντι άναψε και κόρωσε. Ο Συντόρης γκάριζε κλέφτικα τραγούδια και ο Θύμιος μερακλώθηκε και άρχισε τους αμανέδες.

Ο Γιώργος που γιόρταζε, έχει μπει στα ντουζένια του και σηκώνεται ξαφνικά να φύγει.

«Βρε πού πας;» Του φωνάζει ο Γιάννης.

«Τώρα στάσου και θα δεις τι θα φέρω, του απαντάει και χάνεται μέσα στο πυκνό χιόνι μαζί με τη νύχτα.» 

Έλειψε κάπου δυο ώρες και ώσπου να έρθει το είχανε ρίξει στο χορό. Επιστρέφει με δυο Αλβανίδες σαν τα κρύα τα νερά. Ο Συντόρης μόλις τις βλέπει μπήζει τις φωνές.

«Βρε καλώς τα κορίτσια. Καθίστε, καθίστε».

Η μια έχει χαμηλωμένα τα μάτια και η άλλη κλαίει.

«Πού τις βρήκες, μωρέ σατανά;» Τον ρωτάει ο Γιάννης.  

«Άστα! Που να στα λέω. Είναι παστρικές από ’δω. Κάνουν ψυχικά στην Ήπειρο, αλλά καλά κορίτσια. Της ήξερα και μπήκα σπίτι τους. Ήταν και δυο λεγάμενοι εκεί πέρα που τις γλυκοφιλούσαν. Έβγαλα το μαχαίρι μου και φώναξα. «Δρόμο από δω, γιατί σας κόβω τα λαρύγγια. Είμαι ο λήσταρχος Κότσης». Μπουχός έγιναν στο σκοτάδι. Πήδηξαν από τα παράθυρα. Κατόπιν από δω τα κορίτσια με ακολούθησαν. Μ’ αγαπάνε. Δεν είναι έτσι, πέρδικες μου;»

Ο Γιώργος, γελώντας, δίνει μια τσιμπιά στο σβέρκο της ψηλότερης, ώστε αυτή ουρλιάζει από τον πόνο. Ο Συντόρης αρπάζει την μια από αυτές και της βγάζει τα φουστάνια. Μόλις είδε τα άσπρα της πόδια τον έπιασε ανατριχίλα.

«Γεια σου, γοργόνα μου», φωνάζει!

Χιμάει στα πόδια της και της δαγκώνει το άσπρο κρέας σαν λυσσασμένος. Η κόρη φωνάζει από τον πόνο και ο Συντόρης γλύφει το κόκκινο αίμα της που της τρέχει.

«Γεια σου, γλυκοαίματη!»

«Αμάν, αγάπη μου, φωνάζει εκείνη. Πονώ! Πονώ! Κάνε μου ό,τι θες, αλλά μη με δαγκάνεις.»

«Άντε, χόρεψε τότες», της λέει ο Συντόρης και την ανεβάζει στο τραπέζι.

«Α! δεν πάει, δεν πάει έτσι, όχι. Βγάλ’το!», φωνάζει ο Γιώργος, αρπάζει την άλλη και της σκίζει το μπροστινό ρούχο του φουστανιού της. Λύσσαξαν τότε και οι δυο τους, και ο Συντόρης και ο Γιώργος, όπως τις βλέπουνε ολόγυμνες. Πηδάνε πάνω στο τραπέζι και τις κυλούν κάτω στην απλάδα στο πάτωμα. Σαν κριάρια ρίχνονται πάνω τους. Ο Γιάννης σβήνει την λάμπα για να μη βλέπουνε οι άλλοι και τους ακούνε μόνο ν’ αγκομαχούν σαν γελάδια. Μα ξάφνου ακούγεται μια ντουφεκιά έξω!

(Το επόμενο Σάββατο στο red n’ noir: Ο Ελιάς τρέχει πεσμένος πίσω στ’ άλογο και το αίμα του κοκκινίζει τα χιόνια | Το θέατρο και ο κινηματογράφος θα υποστούν τέλεια επανάσταση και αναστάτωση με την εφεύρεση αυτή)