Αρχική Blog Σελίδα 22

Μαύρο δελφίνι Ι

Πετάχτηκε κάθιδρος από το κρεβάτι. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά  και κρύος ιδρώτας έλουζε το κορμί του. Έξω είχε νυχτώσει και άκουγε τα ταμπούρλα και τις γκάιντες να βαράνε, πράγμα που σήμαινε ότι το καθημερινό πανηγύρι είχε  ξεκινήσει στην κεντρική Πλατεία του Μαρακές.

Το κινητό του  χτυπούσε δαιμονισμένα στο κομοδίνο, δίπλα στο ξέχειλο από τσιγάρα τασάκι και την ξεχασμένη γόπα στο χείλος.

Καταράστηκε την ώρα που δεν το χαμήλωσε.

«Έλα, σε μισή ώρα να είσαι στο μαγαζί. Σου έχω μία δουλίτσα.»

«Σε μία, αντέτεινε χωρίς να το πολυπιστεύει.»

«Τσακίσου και έλα και μην αργήσεις πάλι γαμημένε.»

Έκλεισε το τηλέφωνο και χαμογέλασε στον καθρέφτη-ρεπλίκα Λουίζ κάτι. Ήξερε γιατί δουλειά τον ήθελε ο σκατιάρης Έλληνας. Έβγαλε τα σύνεργα και σούταρε. Άφησε μία ανάσα ανακούφισης καθώς έλυνε την ζώνη από το μπράτσο του. Άναψε τσιγάρο και σηκώθηκε με αργές κινήσεις, παραπατώντας. Ιt’s show time μονολόγησε  και φόρεσε  ένα μαύρο λινό κουστούμι με άσπρο πουκάμισο, κόκκινες τιράντες και δετά παπούτσια αγορασμένα όλα από  κάποιο παζάρι στην Ινσταμπούλ. Στερέωσε το 38 Σμίθ εντ Γουέσον στο πίσω μέρος του παντελονιού.

Βγήκε και αντίκρισε το γνωστό χαμό της πόλης. Όταν έφτασε στο μαγαζί, ο θηριώδης μαύρος πορτιέρης, του χαμογέλασε ,ανοίγοντας την πόρτα, μοστράροντας τα τρία χρυσά δόντια. Σίγουρα πρώην μποξέρ, ξεπεσμένος σκέφτηκε.
Όταν μπήκε στο μαγαζί, ένα μπαρ για άτακτους τουρίστες, ήταν ήδη γεμάτο και ο πυκνός καπνός έφθανε ως τον μεγάλο ανεμιστήρα οροφής.

Το αφεντικό  τον είδε από την άκρη της μπάρας και του ‘κανε νόημα. Δίπλα του είχε μία Μαροκινή με έντονο μακιγιάζ που έμοιαζε σαν νεκρή. Το εκρού του νεκρού, σκέφτηκε κοιτάζοντας το όμορφο πρόσωπο της.

«Έχω μία δουλίτσα για σένα Ρώσε.»

Ο Ρώσος δεν απάντησε, μόνο χάζευε το γκομενάκι, δεν πρέπει να ήταν πάνω από 20-25.

«Θα βρεις στο γνωστό καφενείο τον κουτσό. Θα έχει ένα πακέτο για σένα. Κανόνισε το.»

Ο Ρώσος έμεινε σιωπηλός, χαλβαδιάζοντας το γκομενάκι.

«Πάρε το γκομενάκι ρε γαμημένε, πάρτο να το γαμήσεις αν γουστάρεις, προσφορά του καταστήματος, ρε γαμημένε.»

 Όταν βγήκε από το μαγαζί ο μποξέρ καθόταν σε ένα σκαμπό δίπλα στην πόρτα. Τον χαιρέτισε με ένα νεύμα. Πήρε το πρώτο ταξί.

«Home or hotel» την ρώτησε με ρώσικη προφορά.

«Ηome», απάντησε αυτή.

Το διαμέρισμα της ήταν σε ένα προάστιο του Μαρακές, σε μία πολυκατοικία χωρίς ρεύμα.

Έμενε με άλλα 3-4 άτομα που τα αφουγκραζόταν αλλά δεν μπορούσε να τα δει στο σκοτάδι. Σε τι στον πούτσο σαπίλα, έμπλεξα σκέφτηκε. Την πήδηξε βιαστικά στο σκοτάδι. Κανείς τους δεν έβγαλε τα ρούχα.

Όταν βγήκε ένοιωσε πάλι τον κρύο ιδρώτα, αλλά όχι από τα στερητικά αυτή την φορά. Ερημιά και σκοτάδι. Μόνο 2-3 τύποι σουλατσάρανε με τα παραδοσιακά Μαροκινά ράσα με κουκούλα και σχοινένια ζώνη, δίχως να  φαίνεται το πρόσωπο. Ήταν μία άγνωστη περιοχή που δεν είχε ξαναέρθει αυτά τα 5 χρόνια πού ήταν στο Μαρόκο, κυνηγημένος από τους μπάτσους στην Αθήνα. Δεν ήταν από αυτούς που τρομάζουν εύκολα. Από αυτούς που έφθανε το σκατό στην κάλτσα. Ωστόσο ένοιωσε ανακούφιση όταν είδε το ταξί.

Έφτασε στο μπουρδελοξενοδοχείο και σωριάστηκε με τα ρούχα στο κρεβάτι. Βυθίστηκε αμέσως σε ένα βαθύ δίχως όνειρα ύπνο.

(Τέλος επεισοδίου. Όλα τα επεισόδια εδώ)

Το red n’ noir προτείνει βιβλία:

Ως εκεί που αντέχεις

Ζωή σε κομμάτια.

Ζωή συναρμολογούμενη, να χωράει στην τσέπη.

Από φόβο μη μας διώξουν ξαφνικά

ή

φύγουμε από μόνοι μας.

Γιατί, τί ξέρουν μωρέ κι αυτοί από αγάπη;

Κοιμάσαι το βράδυ;

Αναπνέεις κανονικά;

Ο γιατρός μου, μου είπε:

‘’ως εκεί που αντέχεις Γωγώ’’.

Εγώ λέω, μέχρι εκεί, που δεν αντέχεις άλλο.

Γιατί, τί ξέρει μωρέ κι αυτός από πόλεμο;

Μέχρι εκεί, που δεν αντέχεις άλλο.

Καθώς το γόνατο του κτήνους, κόβει την ανάσα του άνδρα.

Ω, μέγα κτήνος, εσύ!

Έλα γυμνός μπροστά μου, και κάνε το ίδιο.

Κι έτσι, άσε τις μόνιμες κατοικίες στη ζωή.

Εδώ, χωρίζουν τους ανθρώπους σε χρώματα.

Εδώ΄, ονομάζουν τις φυλακές, σωφρονιστικά ιδρύματα.

Εδώ, επειδή μας πήδηξαν, χάσαμε την παρθενιά μας.

Εδώ, το αρσενικό, πιστεύουν, πάει μόνο με το θηλυκό.

Ενώ υπάρχουν κι άλλοι συνδυασμοί.

Αυτοκτόνησε ένα παιδί.

Πάει τώρα, πέθανε.

Αύριο ένα ακόμη.

Τροφή για τα σκουλήκια.

Γι’ αυτό σου λέω.

Ζωή συναρμολογούμενη.

Να φεύγεις εύκολα.

Μόνος σου να φεύγεις.

Μη περιμένεις και μην επιτρέψεις,

κανέναν να σε διώξει.

Έτρεχα και σκεφτόμουν την Άννα

Ο Πασκουάλε Αμπατάντζελο γεννήθηκε το 1950 στη Φλωρεντία. Τελευταίο παιδί μιας πολυμελούς προλεταριακής οικογένειας με καταγωγή από τον Νότο. Τη δεκαετία του 1970, μετά από μια σειρά εμπειριών του δρόμου που θα τον οδηγήσουν αρκετές φορές στη φυλακή, συμμετέχει ενεργά στις εξεγέρσεις των προλετάριων κρατούμενων μέσα στις φυλακές και έξω από αυτές στις διαδηλώσεις της επαναστατικής αριστεράς. Στις 29 Οκτώβρη του 1974, συλλαμβάνεται στη Φλωρεντία μετά από μια «προλεταριακή απαλλοτρίωση» των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων (ΝΑΡ) στο Ταμιευτήριο της πλατείας Αλμπέρτι. Εκεί, κατά τη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών με τους καραμπινιέρους, θα τραυματιστεί σοβαρά, ενώ δυο σύντροφοί του, ο Λούκα Μαντίνι και ο Σέρτζιο Ρομέο, έχασαν τη ζωή τους. Συμμετέχει στις εξεγέρσεις στις ειδικές φυλακές στην Αζινάρα το 1979 και στο Τράνι το 1980. Ήταν ένας από τους δεκατρείς πολιτικούς κρατούμενους, την απελευθέρωση των οποίων είχαν ζητήσει οι Ερυθρές Ταξιαρχίες (BR) με αντάλλαγμα την απελευθέρωση του πρώην πρωθυπουργού και προέδρου της Χριστιανοδημοκρατίας Άλντο Μόρο.

Εξέτισε είκοσι χρόνια φυλακής, έξι χρόνια ημιελευθερίας και τέσσερα χρόνια επιτηρούμενης ελευθερίας. Ποτέ δεν μετανόησε ούτε διαχωρίστηκε.

Ξεκινώντας αυτή τη διαδικτυακή συζήτησή μας με την ευκαιρία της κυκλοφορίας στα ελληνικά της αυτoβιογραφίας σου «Έτρεχα και σκεφτόμουν την Άννα. Μια ιστορία της δεκαετίας του ‘70» από τις εκδόσεις Διάδοση, δηλαδή με την κυκλοφορία της στην μητρική σου γλώσσα, αφού –όπως γράφεις κι ο ίδιος– τα ιταλικά άρχισες να τα μιλάς μονάχα από τα εφτά σου χρόνια κι έπειτα, θέλεις να μας αναφέρεις συνοπτικά εδώ κάτι σχετικά με τα αισθήματα, τις διηγήσεις και τις μνήμες της προσωπικής και οικογενειακής ιστορίας σου που σε συνδέουν με την Ελλάδα;

Τα αισθήματα, οι διηγήσεις και οι μνήμες μου από την προσωπική και οικογενειακή ζωή που με συνδέουν με την Ελλάδα είναι πολλαπλές. Αφορούν τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν. Ακόμα και σήμερα ζω σε ένα χωριό όπου κατοικούν τα παιδιά των προσφύγων από την Ελλάδα και τη Δαλματία. Παιδιά και εγγόνια, αφού οι γέροι πρόσφυγες, οι παππούδες, οι γιαγιάδες και οι γονείς –με εξαίρεση κάποιους ελάχιστους επιζήσαντες, τώρα πια ενενηντάχρονους– μας άφησαν και είναι θαμμένοι στα διάφορα νεκροταφεία της Φλωρεντίας. Κάποιος, άρρωστος από τη νοσταλγία, είχε γυρίσει στην Ελλάδα και χάθηκαν τα ίχνη του. Αυτό το λέω για να δείξω ότι, μέχρι και σήμερα, τη σχέση μου με την Ελλάδα συνεχίζω να τη βιώνω καθημερινά σε αυτό το χωριό με τις λαϊκές κατοικίες, χτισμένες από το ιταλικό κράτος το 1956, με ειδικό νόμο για την αποκατάσταση μιας χιλιάδας προσφύγων από την Ελλάδα. Ανάμεσά τους ήταν και η οικογένειά μου, η οποία –μετά από τον καταναγκαστικό επαναπατρισμό–κατοίκησε στοιβαγμένη σε ένα στρατώνα της οδού della Scala της Φλωρεντίας, εκεί όπου γεννήθηκα κι εγώ το 1950. Από την οικογένειά μου, μονάχα εγώ και ο αδελφός μου Νικόλα έχουμε γεννηθεί στην Ιταλία. Όλοι οι άλλοι, από τους παππούδες και τους γονείς μέχρι τα αδέλφια μου και τις αδελφές μου, έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα, στην Πάτρα.

Αναμφίβολα όμως, οι δεσμοί μου με την Ελλάδα συνδέονται κυρίως με τις διηγήσεις των συγγενών και το γεγονός ότι μέχρι τα εφτά μου χρόνια έζησα και μιλούσα στα ελληνικά, τα οποία ήταν και η μοναδική προφορική γλώσσα τόσο στο δικό μας σπίτι όσο και στην κοινότητα των οικογενειών, αρχικά στο προσφυγικό κέντρο κι έπειτα στο χωριό των προσφύγων από την Ελλάδα. Μονάχα μετά τα εφτά μου χρόνια, στο ίδρυμα, άρχισα να μιλάω τα ιταλικά. Επομένως τα ελληνικά είναι η μητρική μου γλώσσα, αν και σήμερα πλέον τα προφορικά ελληνικά τα καταλαβαίνω μονάχα εν μέρει και δεν ξέρω πια να τα μιλάω. Ξέρω πάρα πολλές λέξεις, αλλά δεν καταφέρνω να φτιάξω ολοκληρωμένες φράσεις. Αυτό είναι κάτι που με στεναχωρεί πολύ. Είμαι όμως σίγουρος ότι θα μου αρκούσε η παραμονή για ένα μήνα στην Ελλάδα για να ανακτήσω τη μητρική μου γλώσσα. Η πραγματοποίηση ενός ταξιδιού στην Ελλάδα, για μια επίσκεψη στα μέρη όπου έζησε χαρούμενη για πάρα πολλά χρόνια η οικογένειά μου, είναι ένα όνειρο που, πριν πεθάνω, θέλω οπωσδήποτε να πραγματοποιήσω.

Στο εισαγωγικό σημείωμα γράφεις ότι η προσωπική ιστορία σου είναι επίσης και κυρίως μια συλλογική ιστορία κι έπειτα προσθέτεις: «Η ατομική και αυθόρμητη εξέγερσή μου ενάντια στην κοινωνική περιθωριοποίηση, η οποία οφειλόταν στην ταξική καταγωγή και την ταυτότητά μου ως γιος προσφύγων, κατέληξε να συναντηθεί και να δεθεί ανεπίστρεπτα με τις κοινωνικές συγκρούσεις και την πάλη των τάξεων στην Ιταλία κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του ‘70 και του ‘80». Ζώντας πλέον εδώ και τουλάχιστον τριάντα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων ο κόσμος μοιάζει να περιστρέφεται όλο και περισσότερο με βάση τα κριτήρια του ατομικού «εγώ» και όλο και λιγότερο με βάση εκείνα του συλλογικού «εμείς», θέλεις να μας αναφέρεις ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της συλλογικά βιωμένης νιότης σας;

Τα χαρακτηριστικά παραδείγματα της συλλογικά βιωμένης νιότης μας είναι πάρα πολλά και στο βιβλίο διηγούμαι μερικά, στα οποία και σας παραπέμπω. Πρόκειται για επεισόδια που μαρτυρούν την ύπαρξη αυτής της συλλογικής αλληλεγγύης. Μια αλληλεγγύη που εκείνη την περίοδο αγκάλιαζε κάθε κοινωνικό πεδίο. Για εμάς, για τη δική μας γενιά που έζησε μέσα από τον και για τον αγώνα από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60 μέχρι τα τέλη εκείνης του ‘80, το ατομικό εγώ υπήρχε μονάχα μέσα από μια συλλογική οπτική. Μέσα σε εκείνη την κοινωνική σύγκρουση, εκείνη που επικρατούσε ήταν η συλλογική διάσταση και το ατομικό εγώ έβρισκε νόημα μονάχα μέσα στις συλλογικές δυναμικές και τις επαναστατικές οργανώσεις, οι οποίες προσδιόριζαν τα όρια μέσα στα οποία μπορούσε να πραγματωθεί και το ατομικό εγώ. Με βάση αυτή την κολεκτιβιστική οπτική, υπήρχε μια κουλτούρα και μια θεωρητική και ιδεολογική τοποθέτηση που προερχόταν κατευθείαν από τις προλεταριακές και λαϊκές εμπειρίες του παρελθόντος, από την ιστορία της πάλης των τάξεων, από μια αντικαπιταλιστική, αντιιμπεριαλιστική και διεθνιστική οπτική του κόσμου, από μια κοινωνική οπτική ενάντια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και την ύπαρξη μιας κοινωνίας διαιρεμένης σε τάξεις, μέσα στην οποία κυριαρχούν οι αγορές, ο ανταγωνισμός και το κέρδος των λίγων εις βάρος των πάρα πολλών, αντί της αλληλεγγύης και της αδελφοσύνης μεταξύ των ανθρώπων.

Για εμάς ήταν κάτι το φυσικό να ζούμε ως συλλογικά υποκείμενα, να οργανωνόμαστε και να αγωνιζόμαστε ενάντια στην εξουσία και το καπιταλιστικό σύστημα, να βοηθάμε ο ένας τον άλλον στα δύσκολα και να ζούμε ως κοινότητες στα εργοστάσια και τα σχολεία, στις προλεταριακές συνοικίες και τις φυλακές. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο ατομικισμός συχνά ισοδυναμούσε με απομόνωση και σχεδόν πάντοτε ήταν αντιπαραγωγικός και ηττημένος. Με λίγα λόγια, το να ζεις μονάχα για τον εαυτό σου ήταν ένα στοίχημα που δεν μπορούσε να δώσει ούτε κάποια προοπτική ούτε κάποια προσβάσιμη εναλλακτική οδό στις προλεταριακές μάζες. Ούτε σήμερα μπορεί, αλλά μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, από τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 μέχρι τις μέρες μας, η εξουσία κατάφερε να εκκινήσει έναν κυριολεκτικό μαζικό αποικισμό των μυαλών μέσα από τα κυρίαρχα μέσα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ανοίγοντας το δρόμο στην ιδεολογία της, επιβάλλοντάς την ως τη μοναδική σκέψη και φυλακίζοντας το συλλογικό φαντασιακό μέσα σε ένα ψηφιακό παραλήρημα, όπου τα άτομα μπορούν να πιστεύουν ότι θα τη γλιτώσουν μόνα τους, όπως τα μωρά πιστεύουν στα παραμύθια, τα θεοφάνια και τον άγιο βασίλη.

Η προσωπική διαδρομή σου από την ατομική και αυθόρμητη εξέγερση στην πολιτική ριζοσπαστικοποίηση και τη συλλογική στράτευση είναι στενά δεμένη με τη συνάντηση στις ιταλικές φυλακές των δεκαετιών 1960-70 των «κοινών» προλετάριων κρατούμενων με τους πολιτικούς κρατούμενους που άρχιζαν να γεμίζουν τα σωφρονιστήρια, προερχόμενοι από οργανώσεις, ομάδες και χώρους αγώνα, βαθιά ριζωμένους μέσα στην πραγματικότητα των λαϊκών συνοικιών και των χώρων δουλειάς και σπουδών εκείνων των χρόνων. Ένας πολύχρονος κύκλος αγώνων που –με εξεγέρσεις, καταστροφές ειδικών φυλακών, απαγωγές δεσμοφυλάκων, αποδράσεις και μαζικές κινητοποιήσεις διαφόρων μορφών– κατέστησε σε ορατούς και ορατές τους αόρατους και τις αόρατες των φυλακών και έτυχε ισχυρής συμπαράστασης από το επαναστατικό κίνημα εκτός των τειχών. Ένας κύκλος αγώνων που, όπως εξηγείς κι εσύ, έφερε ουσιαστικά επέβαλε τη σωφρονιστική μεταρρύθμιση του 1975 με την οποία αναγνωρίζονταν -για –πρώτη φορά– βασικά δικαιώματα των κρατούμενων στις ιταλικές φυλακές. Δικαιώματα που κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών συστηματικά ποδοπατιούνται, καταστρατηγούνται και καταργούνται. Θέλεις να μας πεις κάτι σχετικά;

Οι αγώνες των κρατούμενων μέσα στις ιταλικές φυλακές, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1960-70, αναπτύχθηκαν συντονισμένοι με τον κύκλο αγώνων που από το 1968-69 συντάραξε τη χώρα, μέσα σε κάθε χώρο και σε κάθε χαραμάδα της κοινωνίας: από τα σχολεία μέχρι τα εργοστάσια και από τις προλεταριακές συνοικίες μέχρι τις φυλακές. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι αγώνες των κρατουμένων αναπτύχθηκαν σαν χιονοστιβάδα σε όλες τις φυλακές, αρχής γενομένης από τις μεγάλες δικαστικές φυλακές των μητροπόλεων της βόρειας Ιταλίας μέχρι το βαθύ νότο και τα νησιά, δίνοντας ζωή σε ένα κίνημα προλετάριων κρατούμενων, καλά οργανωμένου και υποστηριζόμενου από το επαναστατικό κίνημα εκτός των τειχών.

Εκείνο το κίνημα κατάφερε με τους αγώνες του να κατακτήσει μια σημαντική βελτίωση των συνθηκών ζωής των κρατουμένων, επιβάλλοντας στο κράτος τη σωφρονιστική μεταρρύθμιση του 1975. Δυστυχώς, μετά τη δεκαετία του 1980 και το κλείσιμο του κύκλου αγώνων που είχε ανοίξει από το ‘68 και την επακόλουθη καπιταλιστική αναδιάρθρωση, εκείνες οι κατακτήσεις σταδιακά ποδοπατήθηκαν και σβήστηκαν, όπως άλλωστε συνέβη και με τις κατακτήσεις των εργαζομένων, των μαθητών και των φοιτητών. Όχι μόνο αυτό⸱ για τον επανασχεδιασμό του κράτους σε αυταρχική και φιλελεύθερη κατεύθυνση αναθεωρήθηκαν, ποδοπατήθηκαν και καταργήθηκαν πολλοί νόμοι και μερικά από τα καταστατικά άρθρα του Συντάγματος. Αρκεί να σκεφτούμε τη χάρτα των εργαζομένων που σβήστηκε εντελώς από το Jobs Act της κυβέρνησης Ρέντζι και τη μεταρρύθμιση Φορνέρο για τις συντάξεις. Για να μην αναφέρουμε τον εκλογικό νόμο που πέρασε από το αναλογικό στο πλειοψηφικό σύστημα.

Με δεδομένα όλα αυτά, σήμερα στις φυλακές η ζωή είναι χειρότερη από τότε που ήμουν εγώ μέσα. Όχι μόνο εξαιτίας του τεράστιου υπερπληθυσμού, ο οποίος από μόνος του –ακόμα και χωρίς τους ξυλοδαρμούς και τις αυθαιρεσίες των δεσμοφυλάκων– καθιστά ανυπόφορη τη ζωή των κρατουμένων. H ζωή είναι πολύ χειρότερη γιατί σήμερα το ατομικό εγώ επικρατεί του συλλογικού εμείς και ο κρατούμενος έγινε και πάλι ένας αριθμός, ένας υπήκοος χωρίς δικαιώματα, περιτριγυρισμένος όχι μόνο από τα τείχη της φυλακής αλλά και από μια κυρίαρχη κουλτούρα, ρατσιστική και φασίζουσα, ξεκάθαρα αντιδραστική και τιμωρητική, την οποία, δυστυχώς, έχει ασπαστεί και αφομοιώσει η πλειοψηφία του ιταλικού λαού.

Η μαρτυρία σου είναι γραμμένη «με τα συναισθήματα, τις αισθήσεις, τις εντυπώσεις και τις πεποιθήσεις εκείνης της εποχής, χωρίς βολικές επαναδιατυπώσεις», σε μια χώρα όπως η Ιταλία, όπου πλέον, εδώ και χρόνια, φαίνεται να βρίσκει χειροπιαστή επιβεβαίωση η κοινοτυπία βάσει της οποίας την ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Μια επιβεβαίωση που προέρχεται μέσα από μια διαρκή επιχείρηση ιστορικής διαστρέβλωσης και εξελίσσεται εδώ και χρόνια από πολιτικούς, διανοούμενους, καθηγητές, δημοσιογράφους και άλλους αξιότιμους κυρίους της εξουσίας. Μια βιομηχανία παραγωγής μυστηρίων και θεωρημάτων κατασκοπείας σχετικά με την ιταλική πολιτική ιστορία των δεκαετιών 1970-80, που σκοπεύει –παρά τη διάψευσή της από τα ίδια τα γεγονότα– στην επιβολή, κυρίως στο συλλογικό φαντασιακό των νεότερων γενιών, μιας κυριολεκτικής συνωμοσιολογικής ιδεολογίας, ιδιαίτερα σε σχέση με την υπόθεση Μόρο. Εσύ ήσουν ένας από τους δεκατρείς πολιτικούς κρατούμενους που προερχόσασταν ουσιαστικά από όλες τις επαναστατικές οργανώσεις και εμπειρίες της μεταπολεμικής Ιταλίας, των οποίων οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ζήτησαν την αποφυλάκιση με αντάλλαγμα την απελευθέρωση του πρώην πρωθυπουργού και προέδρου της Χριστιανοδημοκρατίας, απαχθέντα κατά τη διάρκεια της δικής τους «Καμπάνιας της Άνοιξης» το 1978. Θέλεις να μας πεις τη γνώμη σου γύρω από αυτή τη μάχη ανάμεσα στη Λήθη και τη Μνήμη;

Την επίσημη ιστορία τη γράφουν πάντοτε οι νικητές. Τη γράφουν, τη μεταδίδουν και τη διηγούνται, παραποιώντας και διαστρεβλώνοντας με βάση τα πολιτικά συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Αυτό συνέβη και με την ιστορία του κύκλου αγώνων των δεκαετιών 1970-80. Η παραποίηση και η διαστρέβλωση ακολουθούνε δυο συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές: τον απολογητικό εγκωμιασμό του νικητή και τη δαιμονοποίηση του εχθρού. Ο νικητής παρουσιάζεται σαν ένας ήρωας και ένας πρωταθλητής της δημοκρατίας, ο εχθρός ως ένας αποκρουστικός τρομοκράτης που στερείται οποιασδήποτε νομιμοποίησης. Ο βαθμός της έντασης της απολογίας του νικητή και της απαξίας για τον εχθρό εξαρτάται από το επίπεδο στο οποίο έχει φτάσει η αναμέτρηση και η σύγκρουση. Στην περίπτωση μιας αναμέτρησης και μιας ένοπλης σύγκρουσης, όπου το διακύβευμα είναι η ίδια η πολιτική εξουσία, είναι ξεκάθαρο ότι η απαξία και η απονομιμοποίηση του εχθρού αγγίζουν το υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Αυτή ακριβώς είναι και η δική μας περίπτωση.

Η ιστορική αλήθεια που δεν γίνεται αποδεκτή και θάβεται ή διαστρεβλώνεται μέσω συνωμοσιολογικών και κατασκοπευτικών αναπαραστάσεων είναι πάρα πολύ απλή⸱ στην Ιταλία, και όχι μόνο στην Ιταλία, από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60 ως τις αρχές εκείνης του ’80, υπήρξε μια κοινωνική και ταξική σύγκρουση, η οποία διεξήχθη και με τα όπλα. Μια ένοπλη σύγκρουση που έθετε στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας, μια επαναστατική απόπειρα που στόχευε στην ανατροπή του καπιταλιστικού κράτους και την οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις, χωρίς εκμεταλλευτές και εκμετελλευόμενους, μια κοινωνία μέσα στην οποία όλοι συμμετέχουν στην κοινωνική παραγωγή και διανομή του πλούτου, όπου ο σκοπός της εργασίας δεν είναι το κέρδος των λίγων και η εκμετάλλευση των εργαζομένων αλλά η κοινωνική ευημερία του λαού. Αυτή η ένοπλη σύγκρουση διεξήχθη με τις μεθόδους του αντάρτικου πόλης και στη χώρα μας έλαβε τις διαστάσεις ενός εμφυλίου πολέμου χαμηλής έντασης. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο υπήρξαν πάρα πολλοί νεκροί, τραυματίες και φυλακισμένοι και από τις δυο πλευρές. Δεν επρόκειτο για ανυπεράσπιστα θύματα αλλά για μαχόμενους που έπεσαν, τραυματίστηκαν και αιχμαλωτίστηκαν κατά τη διάρκεια των μαχών. Από τη μια πλευρά, είναι οι πεσόντες των δυνάμεων που, υπό διάφορες ιδιότητες, πολεμούσαν στην πρώτη γραμμή για την υπεράσπιση αυτού του κράτους. Από την άλλη πλευρά, οι πεσόντες των επαναστατικών δυνάμεων που μάχονταν για να το ανατρέψουν. Τα μοναδικά αθώα θύματα ήταν εκείνα των σφαγών του κράτους, από τη σφαγή της πλατείας Φοντάνα μέχρι τη σφαγή στο σταθμό της Μπολόνιας. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια που θάβεται με τη λογοκρισία, τη λήθη και τα ψέματα. Όλα αυτά, παρά τα στατιστικά στοιχεία που είχαν δημοσιοποιηθεί από το Υπουργείο Εσωτερικών τον Δεκέμβρη του 1979 και στα οποία δηλωνόταν ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1969-79 πραγματοποιήθηκαν 12.000 ένοπλες ενέργειες, έδρασαν γύρω στις 100 μαχόμενες επαναστατικές ομάδες, ενώ υπήρξαν 6.000 πολιτικοί κρατούμενοι και εκατοντάδες νεκροί και τραυματίες. Επίσης, μονάχα κατά τη διάρκεια του 1976 καταγράφηκαν 430 αποδράσεις από τις φυλακές, πολλές από τις οποίες με το όπλο στο χέρι και την ένοπλη υποστήριξη από έξω.


Μέσα σε αυτό το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο εντάσσεται η Καμπάνια της Άνοιξης των Ερυθρών Ταξιαρχιών, η απαγωγή και η θανάτωση του προέδρου της Χριστιανοδημοκρατίας Άλντο Μόρο.

Κλείνοντας και με δεδομένη τη δυστοπική συνθήκη των τελευταίων μηνών, ιδιαίτερα στην Ιταλία, με την πανδημία του ιού Covid-19, την υγειονομική και την επακόλουθη οικονομική κρίση και τα περιοριστικά μέτρα που εφαρμόστηκαν λίγο ή πολύ σε όλον τον κόσμο, θέλεις να μας πεις δυο λόγια για τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η έκτακτη συνθήκη της καραντίνας και της κοινωνικής αποστασιοποίησης από έναν άνθρωπο σαν κι εσένα, που κουβαλάει στην πλάτη του είκοσι χρόνια φυλακής, έξι χρόνια ημιελευθερίας και τέσσερα χρόνια επιτηρούμενης ελευθερίας; Και τέλος, ποια ήταν τα συναισθήματα και οι αισθήσεις που ένιωσε ένας πρώην πολιτικός κρατούμενος σαν κι εσένα, που ποτέ δε μετανόησες και ποτέ δεν διαχωρίστηκες, βλέποντας και πάλι μετά από πάρα πολλά χρόνια, μέσα σε μια κοινωνική συνθήκη διαφορετική και επιδεινωμένη, τους αγωνιζόμενους και εξεγερμένους κρατούμενους στις στέγες των ιταλικών φυλακών;

Ανεξάρτητα του γεγονότος της προέλευσης της επιδημίας του Covid-19, από δόλο ή από φυσικά αίτια, το αναμφισβήτητο δεδομένο είναι η δυστοπική και φασίζουσα διαχείριση αυτής της υγειονομικής κρίσης. Με πρόσχημα την υγειονομική έκτακτη ανάγκη, τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό το σύνολο του πληθυσμού. Με μια κυβερνητική κίνηση σβήστηκαν όλα τα συνταγματικά δικαιώματα και, λες και τέθηκε σε ισχύ στρατιωτικός νόμος, βρισκόμαστε ξαφνικά με τα εδάφη να περιπολούνται από τους στρατιωτικούς, με μπλόκα στους δρόμους υπό την αρωγή των ντρόουν και των ελικοπτέρων που ελέγχουν αν βγαίνει κάποιος από το σπίτι του έχοντας την προβλεπόμενη υπεύθυνη δήλωση, η οποία δικαιολογεί την έξοδο για εργασία, για μετάβαση στο φαρμακείο ή για ψώνια, που είναι και οι μοναδικές αιτιολογίες που προβλέπει το προεδρικό διάταγμα του υπουργικού συμβουλίου για τη νόμιμη έξοδο από το σπίτι. Κάθε μορφή παραβίασης ή αμφισβήτησής του τιμωρείται με ένα αλμυρό πρόστιμο τουλάχιστον 500 ευρώ, ή ακόμα και με σύλληψη και ποινική δίωξη. Φυσικά, απαγορεύονται και οι διαδηλώσεις, οι απεργίες και οι συγκεντρώσεις, οι οποίες βαφτίζονται –με την ίδια την ορολογία του αλήστου μνήμης φασιστικού μουσολινικού καθεστώτος– «συναθροίσεις». Όλα αυτά τα κατασταλτικά μέτρα, παράλληλα με την ανίχνευση των κινήσεων των ατόμων μέσω ψηφιακών εφαρμογών και τη διαφημιζόμενη υπόθεση ψήφισης νόμου που θα επιβάλει τους υποχρεωτικούς εμβολιασμούς, έχουν τη γεύση μιας προληπτικής αντεπανάστασης, που σκοπεύσει ν’ αντιμετωπίσει από τα σπάργανα τις αναμενόμενες λαϊκές διαμαρτυρίες για τη βαθιά οικονομική κρίση που έρχεται και ήδη παράγει φτώχεια, ανεργία, λουκέτα σε πάρα πολλές μικρές επιχειρήσεις, εμπορικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες.

Όλα αυτά βιώνονται από εμένα με μεγάλη ανησυχία. Όχι τόσο για προσωπικούς λόγους, δεδομένου ότι είμαι πλέον συνηθισμένος να ζω μέσα στις χειρότερες φυλακές αυτού του κράτους, όσο για τις πολιτικές και οικονομικές επιπλοκές που έχουν προκύψει από την υγειονομική έκτακτη ανάγκη. Είμαι πεπεισμένος ότι θα είναι πιο εύκολο ν’ απελευθερωθούμε από τον Covid-19 παρά από το αστυνομικό κράτος που έχει τεθεί επί ποδός για να υπερασπιστεί το καπιταλιστικό σύστημα από την κρίση του. Χρησιμοποιήθηκε το πρόσχημα προστασίας του πληθυσμού, στον οποίον –όπως πάντα– φορτώνονται όλες οι ευθύνες που βαραίνουν τους κυβερνώντες⸱ κατά τη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας, με δόλο αποστέωσαν τη δημόσια υγεία με περικοπές ύψους 40 δισεκατομμυρίων ευρώ, χρηματοδότησαν την ιδιωτική υγεία, σπατάλησαν τεράστιους οικονομικούς πόρους σε εξωφρενικές στρατιωτικές δαπάνες και στα άχρηστα και καταστρεπτικά λεγόμενα Μεγάλα Έργα.

Στις κατάμεστες φυλακές, εκεί όπου η υγειονομική περίθαλψη ουσιαστικά δεν υφίσταται, η κατάσταση είναι ακόμα δραματικότερη. Το στοίβαγμα μέσα στα κελιά καθιστά, ουσιαστικά, αδύνατη τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου υγειονομικής πρόληψης. Με αυτά τα δεδομένα, η κυβέρνηση θα έπρεπε να λάβει άμεσα τα κατάλληλα μέτρα για να μειωθεί –κατευθείαν και σε σημαντικό βαθμό– ο φυλακισμένος πληθυσμός. Αλλά δεν το έκανε. Αντίθετα, επιδείνωσε την κατάσταση με την απαγόρευση των δεμάτων, της αλληλογραφίας και των επισκεπτηρίων των συγγενών, με το κλείσιμο όλων των συλλογικών δραστηριοτήτων που προσφέρουν στιγμές κοινωνικότητας, συμπεριλαμβανομένου του προαυλισμού. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα, οι κρατούμενοι, όντας εγκλωβισμένοι ανάμεσα στο φόβο να πεθάνουν χωρίς καμία υγειονομική περίθαλψη από τον Covid-19 και την επιδείνωση των συνθηκών ζωής εντός των τειχών, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να εξεγερθούν. Μετά από πάρα πολλά χρόνια, η μία μετά την άλλη, οι φυλακές εξερράγησαν και εξεγέρθηκαν. Είδαμε κρατούμενους στις στέγες, όπως και τη δεκαετία του 1970, με πανό που ζητούσαν απονομή χάριτος και αμνηστία. Για εμένα, που έχω ζήσει στιγμές σαν κι αυτές, ήταν αρκετά φυσικό να αντιληφθώ και να συμμεριστώ αυτούς τους αγώνες. Όπως επίσης, δεν μου ήταν πολύ δύσκολο να καταλάβω ότι μετά τις εξεγέρσεις οι κρατούμενοι υπέστησαν κτηνώδη αντίποινα με ξυλοδαρμούς, ταπεινώσεις και απερίγραπτες τιμωρίες, εντελώς παρόμοιες μ’ εκείνες που είχαμε υποστεί κι εμείς. Ο δικός τους απολογισμός όμως ήταν πολύ πικρότερος, σημαδεμένος από 14 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματισμένους κρατούμενους. Γύρω από αυτούς τους 14 θανάτους κρατουμένων, τα κυρίαρχα μέσα ευθυγραμμίστηκαν πλήρως με τα κυβερνητικά ραβασάκια, παρουσιάζοντάς τους στην κοινή γνώμη ως αυτόχειρες μέσω κατανάλωσης υπερβολικής δόσης φαρμάκων. Καμία θεσμική φωνή δεν έθεσε υπό αμφισβήτηση αυτή τη γελοία εκδοχή. Οι μόνες αποκλίνουσες φωνές ήταν εκείνες των ελεύθερων οργανώσεων, οι οποίες όμως βρήκαν χώρο μονάχα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τον εναλλακτικό τύπο. Μέσα στο κοινοβούλιο, δεν υπήρξε ούτε ένας σκύλος που να διαθέτει την εντιμότητα και το θάρρος για να αμφισβητήσει τη θεσμική εκδοχή για αυτούς τους 14 κρατούμενους που δολοφονήθηκαν από τους ξυλοδαρμούς των μπάτσων. Για εμένα προσωπικά, και χάρη στη μακρά εμπειρία μου μέσα στις φυλακές, δεν χρειάστηκε φυσικά να διαβάσω τις εφημερίδες ή να παρακολουθήσω τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων για να καταλάβω τι είχε συμβεί πραγματικά. Για εμένα, ήταν εξαρχής ξεκάθαρο ότι αυτοί οι 14 νεκροί κρατούμενοι είναι τα θύματα ακόμα μιας σφαγής του κράτους, η οποία έλαβε χώρα ενάντια σε έγκλειστους, ανυπεράσπιστους ανθρώπους που αγωνίζονταν, όντας νομιμοποιημένοι, για τη διεκδίκηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων τους, με πρώτο απ’ όλα το δικαίωμα στη ζωή και το δικαίωμα στην υγεία.

Μαύρο δελφίνι (Εισαγωγή)

Ο καθένας έχει μια σκοτεινή πλευρά. Και όταν το σκοτάδι γεμίσει μέσα του,επικρατεί ο τρόμος και όχι μόνο για τον ίδιο. Μεταπάλπ γουέστερν του Νικόλα Ασηθιανάκι.

Ο Βιλέν:

Ο κεντρικός χαρακτήρας και αδιαμφισβήτητος ήρωας του Μαύρου Δελφινιού. Απ’ τα υπαίθρια πάρτι και τα πιόματα στους δρόμους της Μόσχας -όπου βότκα  Μοskovskya και χάπια δίνανε και παίρνανε- πέρασε στο βαρύ έγκλημα και τα συμβόλαια θανάτου. Κάποτε μικροπαραβατικός αλλά στην συνέχεια με κάποιες κλοπές και ένοπλες ληστείες στο ενεργητικό του. Αγαπημένος στόχος ληστειών τα φαρμακεία. Δύο σε ένα. Φράγκα και ντόπα μαζί.

Κάποτε λεγεται είχε πλακώσει μεθυσμένος και  είχε αφήσει αιμόφυρτους δύο  τοπικούς μπράβους ντυμένους με Ushanka, σακάκι μπορντό ο ένας και κόκκινο  ο άλλος, αντί για παντελόνι φορούσαν φόρμα Adidas και σκαρπίνια. Οι δύο χοντρές χρυσές αλυσίδες που φορούσαν πλέον κοσμούν τον λαιμό του.

Στο πρώτο συμβόλαιο με στόχο τον πατέρα του ήταν ο ίδιος εντολοδόχος και εκτελεστής.

Αυτός ο παλιόπουστας άλλωστε  ήταν ο υπαίτιος που  η αδερφή του Λιουμμίλα κατέληξε στο χώμα από υπερβολική δόση και η μάνα του Masha  αποτρελαμένη από το ξύλο, άφησε τα κόκκαλα της σε ψυχιατρική κλινική για αναγκαστική θεραπεία.

Φυλακίστηκε  στο Μαύρο Δελφίνι (μεγαλοστέλεχος γαρ ο πατέρας του, της Ρωσικής μυστικής αστυνομίας). Στην συνέχεια μεταφέρθηκε στις φυλακές της πόλης Ανγκάρστ της περιοχής Ιρκούτσκ.

Το να είσαι Ηitman δεν είναι εύκολη δουλειά. Και ο Βιλέν πίνει ότι πίνεται για να αντέχει την δουλειά. Είναι μία βρώμικη δουλειά αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει…

Μότο του: «αν δεν φροντίσεις μόνος σου τον εαυτό σου κανείς δεν θα σε φροντίσει»

Πάντα ντυμένος με  Adidas φόρμες, ψηλός ξερακιανός με ξυρισμένο κεφάλι και  φαβορίτες, δεν τον πιάνει το μάτι σου αλλά η σκατόφατσα φωνάζει από μακριά «δεν θες μπελάδες μαζί μου». Είναι ο τύπος που απλά δεν μπλέκεις.

Ο Έλληνας:

Πάντα πίστευε ότι το Μαρακές  ήταν ο ιδανικός τόπος για τυχοδιώκτες σαν την αφεντομουτσουνάρα του. Ιδιοκτήτης  κλαμπ για τουρίστες που ψάχνονται  να ζήσουν  την περιπέτεια της ζωής τους σε αυτή την ζεστή πόλη ή απλά να  σκοτώσουν την πλήξη και  την ανία.

Ιδιοκτήτης επίσης παραδοσιακού καφενέ βιτρίνα της πραγματικής επιχείρησης  του κρυφού  στριπτιτζάδικου που κρύβεται από πίσω. Κάνει και άλλες σκοτεινές μπίζνες αλλά μην ρωτάς πολλά, αν δεν θέλεις να  σε βρούνε σε κανένα  χαντάκι.

Τελικά σχεδόν πάντα πίσω από μία βρώμικη μπίζνα κρύβεται κι ένας Γραικός.

Ο Κουτσός:

Μαροκινός, βαποράκι κάθε είδους ναρκωτικής ουσίας για τους τουρίστες και  συνεργάτης του Έλληνα, φροντίζει  για τα πάντα. Λέει πώς έμεινε κουτσός όταν ένας Γάλλος από την λεγεώνα των ξένων  τον πυροβόλησε στο πόδι. Ακούγεται ότι  δεν ήταν από πυροβολισμό αλλά από μαχαιριά κάποιου ερωτικού αντίζηλου. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

Ο Ζένια:

Νονός της Ρώσικης μαφίας στην Μόσχα. Ναρκωτικά, εμπόριο γυναικών και όπλων μόνο μερικές από τις παράνομες δραστηριότητες του. Κλαμπ και εστιατόρια είναι οι νόμιμες  που του δίνουν  την εικόνα του καλοκάγαθου  και καθ’ όλα νόμιμου επιχειρηματία. Συμπαθούσε τον Βιλέν και είδε σε αυτόν τον  μικρό δυνατότητες. Ήταν ο πρώτος που του έδωσε συμβόλαιο θανάτου για το κάποτε δεξί του χέρι Ιβάν. Δεν έτρεφε κανέναν οίκτο για αυτούς που τον πρόδιδαν. Στον μεγάλο πόλεμο αξιωματικός του κόκκινου στρατού είχε σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια αρκετούς Ουκρανούς προδότες, συνεργάτες των ναζί.

Ιβάν:

Γεωργιανός πρώην δεξί χέρι του προηγούμενου. Έκανε το λάθος  να θελήσει να αυτονομηθεί και να πάρει μερίδιο από την πίτα στην αγορά  που παραδοσιακά κατείχε η φαμίλια του Ζένια. Η καριέρα του τελείωσε άδοξα από μία ριπή καλάσνικοφ του Βιλέν, που τον έκοψε στα δύο….

Λιθουανός:

 Τρόφιμος του Μαύρου Δελφινιού μέχρι ο Βιλέν να του κόψει το νήμα της ζωής   με ένα αυτοσχέδιο μαχαίρι φτιαγμένο από ένα σίδερο κρεβατιού. Μεγάλος ψυχάκιας. Μαζί με την σύντροφο του νάρκωναν μικρά αγόρια και κορίτσια. Αφού τα κακοποιούσαν σεξουαλικά στην συνέχεια τεμάχιζαν τα θύματα τους και τα πάστωναν. Τα σερβίριζαν σαν φρέσκο κρέας για φάγωμα στην βρωμερή και τρισάθλια ταβέρνα που είχαν.

Ο Πατερούλης:

Τρομακτικός τύπος. Επίσης  κανίβαλος και κατά συρροήν δολοφόνος. Του άρεσαν τα νεαρά αγόρια τα προσέγγιζε προσφέροντας τους χρήματα. Αφού ικανοποιούσε τις σεξουαλικές του ορέξεις τα σκότωνε και έτρωγε μόνο συγκεκριμένα κομμάτια. Έβρισκε τα γεννητικά τους όργανα, την καρδιά και το συκώτι εξαιρετικές λιχουδιές. Το «παρατσούκλι» το πήρε από το τεράστιο πορτραίτο στο στήθος του με τατουάζ του «Αγίου» Ιωσήφ Στάλιν προστάτη των γκούλαγκ…

Κυριάκος Σιμετζίδης:

Ελληνοπόντιος από του κατώτερους συνεργάτες στην  τροφική αλυσίδα.

Όχι και το πρώτο μυαλό, γι’ αυτό  και ο Βιλέν τον αποκαλεί βλαμμένο η ζαβό.

Από τα άτομα που μπορεί κανείς να εμπιστεύεται ότι δεν θα  γίνει ρούφ. Ωστόσο λόγω βλακείας απαλλάσσεται από κάθε σοβαρή δουλειά και είναι μόνο για μικροθελήματα. Τελευταία την είδε χίτμαν και  ζήτησε από τον Αλβανό μία ευκαιρία. Πάντως και ο Ζένιας δεν τον είχε γραμμένο τελείως στο ριπαπά του και του έδειχνε εμπιστοσύνη. Να σπρώξεις όμως 100 κιλά μαύρο Α’ Α’ ποιότητας δεν απαιτεί να είσαι και Αϊνστάιν.

Ιανός ή Ιαν ο Αλβανός:

Περισσότερο  έχει την εικόνα επιχειρηματία παρά άνθρωπου της νύχτας. Φημολογείται ότι στην πατρίδα του ήταν πράκτορας της SHIK-SHISH. Ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβει ο καθένας στο πίσω μέρος  του κεφαλιού του.

Ιδιοκτήτης χαρτοπαιχτικών λεσχών και ανταλλακτηρίων χρημάτων όπου ξεπλένει το βρώμικο χρήμα από τοκογλυφία σε νόμιμες δραστηριότητες. Δεν γουστάρει νταλαβέρια με ντρόγκες, πουτάνες και όπλα. Ειδικά τα πρώτα.

Άντι:

Κωλοχαρακτήρας. Μεγάλο απόβρασμα. Χουλιγκάνος και νενοναζί σκίνχεντ, μαχαιροβγάλτης και πιθανόν χαφιές των μπάτσων. Ακούγεται ότι με άλλους δύο ναζί, έναν άνδρα και μία γυναίκα είχαν μαχαιρώσει έναν Πακιστανό στην Πλατεία Αγ. Παντελεήμονα. Ποτέ δεν δικάστηκε και δεν καταδικάστηκε.

Τώρα είναι σβάρτσος και δεξί χέρι του Ιαν. Ο Βιλέν ευχαρίστως θα τον έστελνε στον άλλο κόσμο και μάλιστα χωρίς καμία ενοχή.

Αρία ή Αριάδνη:

Η γαλανομάτα femme fatal. Πήρε τα μυαλά του Βιλέν όπως μία σφαίρα πήρε το μυαλό του καταστηματάρχη. Μία  επαγγελματίας στρίπερ και μητέρα ενός μικρού παιδιού. Μία κούκλα επικίνδυνη σαν ωρολογιακή βόμβα. Το πανέμορφο διάστικτο με τατουάζ σώμα είχε συγκινήσει το Βιλέν όπως καμιάς άλλης γυναίκα μέχρι τότε. Έκτοτε θα βάλει τον Βιλέν σε πολλούς μπελάδες. Μα δεν του κάνει καρδιά -όσο και να ξέρει πως πρέπει- να την κάνει στη μπάντα. Θα είναι η  απόλυτη καταστροφή; Ίσως ναι, ίσως όχι.

Ο καταστηματάρχης:

Καμένο χαρτί φιλαράκι, τι να λέμε. Τα ακριβά γούστα, τα γιαπωνέζικα ουίσκι, η κόκα και τα call-girls, όλα με δανεικά και αγύριστα από τον Ιαν. Κηδεία με ξένα κόλλυβα που λένε. Τώρα ήταν η σειρά του να γίνει η κηδεία του. Αυτοκτόνησε με  το δικό του Glock, πριν ο Βιλέν προλάβει να τον στείλει  να συναντήσει τον δημιουργό του.

Ο μυστικός μπάτσος:

Μεγαλοστέλεχος της μυστικής αστυνομίας και σε κάθε περίπτωση βρώμικος μπάτσος. Ιδιαίτερα σαδιστής  με αυτούς που ανέκρινε. Έκανε το λάθος να μπει στα πόδια του Ζένια. Πότε ο Ρώσος δεν ρωτούσε τι και πώς. Απλά εκτελούσε το συμβόλαιο. Κονιόρδος με τουλάχιστον τέσσερις σωματοφύλακες όταν κυκλοφορούσε.

Εκείνο το πρωινό στην Κόκκινη Πλατεία ο Βιλέν θα τον αποσύρει για πάντα από την κυκλοφορία.

Διαβάστε τα επεισόδια εδώ

Το red n’ noir προτείνει βιβλία:

Η ληστεία της Πέτρας VΙΙI

Κεφάλαιο 15 (22 Νοεμβρίου 1928)

Στις 10.30 το πρωί, εμφανίζεται στην αριστερή εξώθυρα μια μετρίου αναστήματος ηλικιωμένη γυναίκα, συνοδευόμενη από δυο άλλες νέες γυναίκες. Φορούνε και οι τρεις μαύρα και οι, επίσης μαύρες, σκέπες τους είναι κατεβασμένες πολύ χαμηλά προς τα μάτια. Η νεότερη από τις τρεις κρατάει ένα ογκώδες δέμα ρούχων. Είναι και οι τρεις τους δακρυσμένες. Η ηλικιωμένη γυναίκα πλησιάζει προς τον ανθυπασπιστή και του απευθύνεται:

«Θέλω να δω τον Γιάννη μου».

«Ποιον Γιάννη σου;»

«Τα παιδιά μου. Τον Γιάννη και τον Θύμιο».

Ο ανθυπασπιστής υποψιάζεται και της λέει:

«Είσαι μήπως…»

«Η μητέρα των Ρεντζαίων», τον βεβαιώνει η νεότερη της τριάδας.

«Τι θέλετε;»

«Να ξαλλάξουνε τα κακόμοιρα», λέει με σιγανή φωνή η μητέρα των Ρεντζαίων και τα μάτια περισσότερο βουρκωμένα τώρα από τα δάκρυα.

Ο ανθυπασπιστής τρέχει και ειδοποιεί το επόπτη, κύριο Παπακυριακόπουλο, ο οποίος φτάνει εντός ολίγου συνοδευόμενος από δυο φύλακες. Ανοίγουν το δέμα και γίνεται λεπτομερής έρευνα του περιεχομένου. Μέσα είναι δυο φλοκωτές κουβέρτες, δυο μικρά προσκέφαλα, δυο πουκάμισα, δυο περισκελίδες και έξι ζευγάρια χονδρές μάλλινες κάλτσες. Επίσης τέσσερα κουτιά τσιγάρα.

«Καλά, θα τους τα δώσουμε», λέει ο κύριος Παπακυριακόπουλος.

Η μια των γυναικών, ξαδέλφη των Ρεντζαίων, λέει δειλά:

«Μα θέλουμε να τους δούμε!»

«Αδύνατον!» απαντάει ο επόπτης.

Τη Ρέντζου την πιάνει τότε το παράπονο.

«Μα μάνα είμαι η κακομοίρα, άσε, αφέντη μου, να τους δω.»

«Τι να σου κάνω, κυρία μου, δεν μπορώ. Πήγαινε στο υπουργείο να σου δώσουν άδεια και τότε θα σε αφήσω να τους δεις.»

«Μια στιγμή να τα δω τα κακόμοιρα», λέει.«Και τι φελάω εγώ που δεν μ’ αφήνετε;»

Απλώνει κατόπιν τα ρούχα τους στο έδαφος, γονατίζει κοντά τους, κάνει το σταυρό της και λέει:

«Όχι, να μην είναι σάβανα σας όπως θέλει ο παλιόκοσμος. Να σας δώσουν την ελευθερία σας!»

«Εσύ που ήσουν μητέρα τους, γιατί δεν τους έδινες καλή ανατροφή να μην γίνουν τέτοιοι άνθρωποι;» την ρωτάει ο ανθυπασπιστής.

«Εγώ καλή και άγια ανατροφή τους έδωκα. Αλλά οι κακές συναναστροφές τους χάλασαν. Εκεί στην Ήπειρο όλοι οι άνθρωποι είναι τέτοιοι και τους έκαναν και αυτούς έτσι. Να πεις για τον Γιάννη μου. Είναι πονόψυχος και χρυσός μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο. Έχει κάμει κακά λένε. Αλλά έχει κάμει και καλά, σωρό καλά. Ε, ο Θύμιος μου είναι λίγο θυμοτσιάρης, αλλά ο θεός να μου τον φυλάει. Είναι ένα κουτό παιδί που δεν καταλαβαίνει.»      

Η δυστυχής κυρά Ρέντζου καταλαβαίνει ότι κάθε προσπάθεια να δει τα παιδιά της είναι μάταιη και αναγκάζονται να φύγουν δακρυσμένες και οι τρεις.

«Δώσε τους τις ευχές μου τότε», λέει.

Ενώ η ξαδέλφη τους προσθέτει:

«Ο Θεός να τους λευτερώσει τους κακόμοιρους από τον κατατρεγμό που έχουν».

Κεφάλαιο 16 (Χειμώνας του 1923-1924)

Όταν παίρνεις τα λεφτά και είσαι ληστής καταλαβαίνεις σε ποιο χάλι βρίσκεσαι. Τα παίρνεις, τα μετράς, αλλά τι να τα κάνεις; Μέσα στο βουνό να τα χαλάσεις; Σε πιάνει σιχαμάρα με τον εαυτό σου. Έχεις λεφτά καταραμένα που πρέπει να τα σκορπίσεις εδώ και εκεί στα βουνά, σε πρόσωπα που δεν χωνεύεις και πρέπει να τα χορτάσεις για να γλιτώσεις τη ζωή σου. Ληστεύεις μια φορά και σε ληστεύουν κάθε μέρα.

Από την αιχμαλωσία του Παπαγιαννόπουλου μόνο 150 χιλιάρικα πήραν οι Ρεντζαίοι, λεφτά που ξοδεύονται σε διάστημα λίγων μηνών. Όλοι αυτοί που τους περιποιούνταν στο βουνό ζητούσαν μερτικό. Άλλοι κλαιγόντουσαν πως δεν είχαν να φάνε και άλλοι ήθελαν να τους κανονίζουνε τις διαφορές τους και να πάρουν και χιλιάρικα. Έπρεπε να δίνουνε, να δίνουνε, να δίνουνε. Να τους ρουπώνουνε για να τους κρύβουν και να τους λένε πού γυρίζουν τα αποσπάσματα για να μην τους σκοτώσουν οι ίδιοι. Έτσι δίνοντας, ξημερώθηκαν μια μέρα αδέκαροι. Αν δεν έχεις να δώσεις τίποτα και το κεφάλι σου στοιχίζει μερικά χιλιάρικα –το δικό τους στοίχιζε τότε πεντακόσια– αλίμονό σου. Θα τους σκότωναν οι ίδιοι τους οι φίλοι σαν τσακάλια, για να πάρουν λεφτά.

Πήραν απόφαση λοιπόν να κάνουν μια καινούρια καλή δουλειά, να αποκτήσουνε μερικά λεφτά και να γλιτώσουνε το κεφάλι τους. Εκείνη την εποχή, στα Γιάννενα, ήταν ένας αρχοντοεβραίος. Ο Μαραμένος. Ο γεροτσιφούτης ήταν άπιαστος, γιατί σχεδόν δεν έβγαινε από το σπίτι του ποτέ. Στο βουνό λοιπόν ή κάπου κοντά ήταν αδύνατον να τον πιάσουνε. Ο γιος του μόνο, ο Ελιά, έβγαινε πού και πού για κυνήγι, αλλά τελευταία το είχε κόψει από φόβο μην πάθει καμιά ιστορία από κανέναν κλέφτη. Όταν αποφάσιζε να βγει για κυνήγι, πάντα είχε πολλούς κοντά του και με πολλούς ανθρώπους μια ληστρική επιχείρηση δεν βγαίνει σε καλό. Κάποιος μπορεί να σκαρίσει και κάτσε κυνήγα τον από πίσω μην τρέξει να προδώσει. Ωστόσο, η συμμορία τους φύλαξε καραούλι πολλές φορές να τον πιάσει, αλλά δεν περνούσε.

Έπρεπε λοιπόν να ενεργήσουν όπως-όπως. Βρήκαν δυο στολές χωροφυλακίστικες. Ο Γιάννης κόλλησε δυο σαρδέλες υπονοματάρχη. Ο Θύμιος ντύθηκε χωροφύλακας. Φρεσκοξυρισμένοι μπήκανε καθώς σουρούπωνε στα Γιάννενα. Το σπίτι του Μαραμένου ήξεραν πού είναι. Έκοψαν κάμποσες βόλτες εκεί απ’ έξω και περιμένανε μήπως φανεί ο Ελιά, αλλά δεν φάνηκε. Για να μην χάνουνε καιρό, χτύπησαν την πόρτα του σπιτιού. Εκεί, τους είπαν ότι στο καφενείο θα ήταν. Πήραν σβάρνα τα καφενεία των Ιωαννίνων. Σε ένα από αυτά τρακάρισαν με έναν υπομοίραρχο:

«Πώς λέγεσαι και πότε ήρθες στα Γιάννενα», ρωτάει τον Γιάννη.

Ήταν άσχημο τρακάρισμα και ο Γιάννης παραλίγο να τα χάσει, όμως βρήκε την ψυχραιμία και απάντησε:

«Λέγομαι Γιάννης Μαργέτης και ήρθα απόψε για να προσκολληθώ στη δύναμη του τμήματος καταδιώξεως».

«Εγώ είμαι διοικητής του τμήματος καταδιώξεως», είπε.

Ο Γιάννης κοκαλώνει. Αν είχε την ιδέα να του ζητήσει φύλλο πορείας θα γίνονταν από δυο χωριά. Θα παίζανε κουμπουριές εκεί μέσα.

«Καλός είσαι», του λέει στο τέλος. «Αύριο να παρουσιαστείς σε μένα. Πρέπει να μάθεις μερικά πράγματα, γιατί εδώ είμαστε στον τόπο της Καμόρας».

Ευχαρίστησε στρατιωτικά και έφυγε ατάραχος, ενώ ο Θύμιος έτρεμε.

«Βλάκας φαίνεσαι εσύ», του λέει. «Κουμπώσου καλά κακομοίρη που είσαι σαν λιάπης».

Πώς ξεμπερδέψανε ένας Θεός ξέρει. Βρήκαν τον Ελιά σε ένα καφενείο που έπινε τσάι. Αρχικά είπανε να μπούνε μέσα να τον αρπάξουνε στην ψύχρα, αλλά και το πολύ θάρρεμμα βλάπτει στο κεφάλι. Τον άφησαν ώσπου πήγε δέκα τη νύχτα κι αποφάσισε να βγει. Μόλις προχώρησε καμιά δεκαριά βήματα, τον πλησιάζουν.

«Ο κύριος Μαραμένος;»

«Ναι!»

«Υπονομοτάρχης Μαργένης.»

«Χαίρω πολύ, τι θέλετε;»

«Να μας ακολουθήσετε.»

«Πού;»

«Στο τμήμα.»

Ο Ελιά τα χάνει τόσο, που ο Γιάννης τον λυπάται με το φόβο που είχε πάρει.

«Μα τι έκανα;»

«Θα το μάθεις στο τμήμα.»

Τότε αποφάσισε να θυμώσει.

«Δεν μπορώ απόψε. Το σπίτι μου είναι γνωστό σε όλη την κοινωνία.»

«Σουτ», του λέει. «Ξέρεις ποιος είμαι; Ο Γιάννης ο Ρέντζος!»

«Ε! ε!» κάνει και πάει να πέσει ξερός από τη λιποθυμία.

«Προχώρα», του λέει ο Θύμιος.

Ο Ελιά πήγε να βάλει τις φωνές, αλλά τον ειδοποίησε ο Γιάννης.

«Το βλέπεις το περίστροφο. Αν κάνεις γκιχ, πέθανες στο λεπτό. Μείνε κοντά μας και δεν θα πάθει ούτε μια τρίχα του κεφαλιού σου.»

Κόντεψε το βήμα του και ξεροκόμπιαζε. Δεν ακολούθησε χωρίς αντίσταση. Κοντοστεκόταν και δεν ήθελε να προχωρήσει. Το σίδερο στη βράση κολλάει.

«Άντε, παιδί μου, περπάτα αν δεν θες να σφαγείς εδώ χάμου. Μαζί μας δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα. Δυο τρία εκατομμύρια που θα πληρώσει ο γέρος σου δεν είναι ούτε μια τρίχα του κεφαλιού του.»

Εκείνος όμως ξανάρχισε τις τσιριμόνιες. Κοντοστέκεται, μουρμουρίζει και σε μια στιγμή φάνηκε πως θα βάλει τις φωνές. Έχουνε όμως φτάσει κοντά σε ένα σκοτάδι και ο Γιάννης χυμάει και του δένει το στόμα. Από τότε ούτε μιλούσε, αλλά και περπατούσε καλά. Ήταν καιρός δηλαδή, γιατί από πίσω τους έρχονταν πεντέξι χωροφύλακες με έναν αξιωματικό. Ήταν περίπολο. Αν του είχανε ανοιχτό το στόμα, θα την παθαίνανε εκείνη τη στιγμή. Τώρα περπατάνε γρήγορα και σε λίγο φτάνουν δίπλα από το καφενείο του Βελισαρίου, όπου περιμένουν τα μουλάρια με έναν σύντροφό τους. Καβαλάνε πρώτα τον Μαραμένο σε ένα από αυτά και στα πισινά του μουλαριού καβαλικεύει ο Θύμιος. Σε άλλα δύο ο Γιάννης κι ο άλλος σύντροφος που είχαν μαζί. Κέντησαν τα μουλάρια και δρόμο για το βουνό.

Όταν την επόμενη καταγγέλθηκε από τον πατέρα του Μαραμένου στην αστυνομία η εξαφάνιση του γιου του, όλοι υπέθεσαν ότι πρόκειται για δολοφονία. Από σκοπιμότητα οι Ρεντζαίοι δεν είχανε στείλει ακόμα επιστολή που να του γνωστοποιούνε την πράξη τους, ούτε κανείς μπορούσε να υποψιαστεί ότι είχανε κατέβει μέσα στα Ιωάννινα για να κάνουν τόσο θρασύ κατόρθωμα. Η αστυνομία υποψιαζόταν ότι ο Ελιά ο Μαραμένος είχε πέσει θύμα ερωτικής περιπέτειας.

Ο πατέρας του αιχμαλώτου βεβαίωνε στην αστυνομία ότι ο γιος του είχε συνδεθεί με ερωτικό αίσθημα με μια δεσποινίδα της καλύτερης κοινωνικής τάξης των Ιωαννίνων. Το αίσθημα αυτό συνδυαζόμενο με μια επιστολή, την οποία είχε λάβει το πρωί της ημέρας της εξαφάνισής του, έδωσε το συμπέρασμα στην αστυνομία ότι η δεσποινίς ενέχεται στο έγκλημα του υποτιθέμενου φόνου του. Ανακοίνωσε μάλιστα στους δημοσιογράφους ότι κατείχε σοβαρά στοιχεία στα χέρια της, σύμφωνα με τα οποία ο Ελιά Μαραμένος είχε σκοπίμως κληθεί σε ραντεβού από την εν λόγω δεσποινίδα δια της ως άνω επιστολής σε απόκεντρο μέρος, για να δολοφονηθεί και να ριχτεί το πτώμα του σε κάποια χαράδρα.

Τόση ήταν η πεποίθηση των καταδιωκτικών αρχών Ηπείρου, ώστε εξέτασαν επισταμένως και αλλεπαλλήλως την ως άνω δεσποινίδα και τη μητέρα της και ανακοίνωσαν πομπωδώς ότι βρίσκονται στα ίχνη των δολοφόνων!

Όσο για τους Ρεντζαίους, άλλοι πίστευαν ότι έχουνε καταφύγει στην Αλβανία και άλλοι ότι έχουνε διαφύγει στην Ευρώπη.

Μια άλλη φήμη που κυκλοφορούσε είναι ότι ο νεαρός Ελιά Μαραμένος σφάχθηκε από ομόθρησκούς του για να κοινωνήσουν από το αίμα του, γιατί ο πατέρας του  ο γερο-Μαραμένος, παρότι Εβραίος, συμπαθούσε τους χριστιανούς. Προς εκδίκηση, ή και εξιλέωση, η Εβραϊκή Συναγωγή των Ιωαννίνων είχε αποφασίσει να σφάξει τον γιο του. Το αντισημιτικό όργιο φημών περιορίστηκε, όταν τα αδέλφια έριξαν τη νύχτα στην οικία του μια επιστολή με την υπογραφή τους στη σφραγίδα τους, που είχε ζωγραφισμένα δυο κουμπούρια χιαστί και μια κάμα μπροστά από μια καρδιά. Η επιστολή γράφει:

«Κύριε Μαραμένε,

Ο υιός σου Ελιά ευρίσκεται στα χέρια μας αιχμάλωτος. Φρόντισε να ετοιμάσεις χωρίς αργοπορία τρία εκατομμύρια φράγκα χρυσά, διότι αλλιώς θα δεις το κεφάλι του παιδιού σου στημένο στην πλατεία των Ιωαννίνων. Εμείς θα σε ειδοποιήσουμε πού και πώς θα στείλεις τα χρήματα».

Μόλις διάβασε την επιστολή αυτή, ο κύριος Μαραμένος έσπευσε να την καταθέσει στην εισαγγελία και μόνο τότε καταλάβανε ότι δεν πρόκειται περί δολοφονίας αλλά περί του νέου ληστρικού κατορθώματος των Ρεντζαίων. Εντωμεταξύ, οι ανακοινώσεις είχαν εκθέσει τη δεσποινίδα και για να μπαλώσουν την γκάφα τους άρχισαν να διαδίδουν ότι ναι μεν η δεσποινίς δεν εξαφάνισε τον Ελιά ως αρχικώς υπετέθη, αλλά ότι σε συνεννόηση μαζί τους οργάνωσε την απαγωγή.    

(Το επόμενο Σάββατο στο redn’ noir: Σωστοί αρκουδιαρέοι είναι αυτοί! Μας δέσανε σαν να είμαστε πουλιά και θα πετάγαμε | Η κόρη φωνάζει από τον πόνο και ο Συντόρης γλύφει το κόκκινο αίμα της που τρέχει)

Ότι ξεχωρίζει

Έτσι, τυχαία, στη μπανιέρα καθώς ήμουν

Τυχαία έτριψα το σώμα μου, πιο δυνατά από άλλες φορές.

Κι άρχισαν ξένα κορμιά να πέφτουν από πάνω μου.

Κάποια ξεχασμένα.

Τα είχα αφήσει εκεί, να κρέμονται.

Ήταν και το δικό σου ανάμεσα, κι άλλων βέβαια.

Μα το δικό σου ξεχώριζε.

Τα ‘πνιξε όλα το νερό.

Και το δικό σου ακόμη, και των άλλων βέβαια.

Τώρα;

Πιο μόνος νιώθω.

Τίποτα άλλο.

Και κάποτε, ούτε που θα θυμάμαι αυτά τα κορμιά.

Κι ούτε το δικό σου, και των άλλων βέβαια.

Μα το δικό σου, σαν ξεχασμένη ανάμνηση, θα ξεχωρίζει.

Νίκος Καββαδίας: Οι πολιτικές πτυχές στη ζωή και το έργο του

Δεν μπορείς να ζεις στην εποχή σου και να μένεις πίσω. Τι πα να πει αν γράφεις για τη θάλασσα. Όλα έχουν κοινωνικό υπόβαθρο.

(Νίκος Καββαδίας, συνέντευξη στο φοιτητικό περιοδικό «Πανσπουδαστική», Μάρτιος 1967)

Το βιβλίο του ναυτικού και λογοτέχνη Φίλιππου Φιλλίπου «Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας» (εκδόσεις Άγρα) αγγίζει ένα θέμα άγνωστο στο ευρύ κοινό. Ο Καββαδίας έχει μείνει γνωστός  (και δικαίως) ως ποιητής της θάλασσας και των περιπλανήσεων. Ελάχιστα γνωστή είναι η πολιτική του συμπόρευση με την Αριστερά αλλά και η συμμετοχή του στο ΕΑΜ στη διάρκεια της Κατοχής. Το βιβλίο του Φ. Φιλίππου καλύπτει σε σημαντικό βαθμό το κενό αυτό και δίνει πλούτο στοιχείων, παρά τις αρκετές και χτυπητές πολιτικές αδυναμίες του συγγραφέα (όπως η ατομοκεντρική θεώρηση της ιστορίας  που βασίζεται στο δίπολο ηρωοποίησης/δαιμονοποίησης και η απόπειρα αποπολιτικοποίησης του Άρη Βελουχιώτη και του Τσε, που παρουσιάζονται με ειδυλλιακό τρόπο ως «ρομαντικοί επαναστάτες» που συγκρούστηκαν με τον «σταλινισμό». Αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα, που θα χαρούμε να το συζητήσουμε σε άλλο χρόνο…).

Ο Νίκος Καββαδίας υπήρξε ολιγόλογος και κλειστός σε σχέση με την πολιτική του δραστηριότητα, κι έτσι δεν έχουμε αρκετές πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία ένταξής  του στην Αριστερά. Γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όταν έμενε στο σπίτι της αδερφής του Τζένιας στην οδό Αγίου Μελετίου 10 στην Κυψέλη, εντάχθηκε στο ΕΑΜ, ενώ συμπαθούσε πολιτικά το ΚΚΕ. Παρότι δεν έχει εξακριβωθεί αν ήταν μέλος του ΚΚΕ, τόσο η Τζένια Καββαδία όσο και ο δικηγόρος και υπεύθυνος τους ΕΑΜ Εύβοιας  Σταμάτης Καββαδίας υποστήριξαν με βεβαιότητας πως ο ποιητής δεν ήταν απλά «συνοδοιπόρος», αλλά είχε ενταχθεί και κομματικά στο ΚΚΕ. Παρά το θολό αυτό σημείο, αυτό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι πως ο Νίκος Καββαδίας συμμετείχε αρχικά στο ΕΑΜ Ναυτικών και στη συνέχεια στο ΕΑΜ Λογοτεχνών–Ποιητών, στο οποίο έφτασε στη θέση του γραμματέα μετά τη δίωξη του Θέμου Κορνάρου κατά τη διάρκεια της «λευκής τρομοκρατίας». Λίγους μήνες μετά, τον Οκτώβριο του 1945, ο Καββαδίας θα μπαρκάρει ως δόκιμος ασυρματιστής στο επιβατικό «Κορινθία» και θα αντικατασταθεί από έναν άλλο μεγάλο ποιητή, τον Νικηφόρο Βρεττάκο.

Ο ποιητής της θάλασσας έγραψε συνολικά έξι πολιτικά ποιήματα, από τα οποία μόλις τα δύο δημοσιεύθηκαν σε συλλογές του. Το πρώτο του αντιστασιακό ποίημα («Αθήνα 1943») δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 1943 στο παράνομο περιοδικό «Πρωτοπόροι», μηνιαίο φιλολογικό όργανο των λογοτεχνών του ΕΑΜ, με το ψευδώνυμο Α. Ταπεινός.  Γνωστότερο έμελλε να γίνει το ποίημα για τον αντιφασίστα ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα που εκτελέστηκε από τους φρανκιστές. Ο Καββαδίας δημοσίευσε το ποίημα στις 19 Μαίου του 1945 στο αριστερό περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», κατά τη διάρκεια της περιόδου της «λευκής τρομοκρατίας». Με αφορμή τη δολοφονία του Λόρκα, τον ισπανικό εμφύλιο, την καταστροφή της Γκερνίκα κλπ, ο Καββαδίας βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει και για την Ελλάδα της Κατοχής, για τους διακόσιους εκτελεσμένους κομμουνιστές στο σκοπευτήριο της Καισαριανής την πρωτομαγιά του 1944 και τη ναζιστική θηριωδία στο Δίστομο στις 10 Ιουνίου του 1944.

Το τρίτο πολιτικό του ποίημα το δημοσίευσε ο Καββαδίας στην επονίτικη «Νέα Γενιά»:

Στον τάφο του Επονίτη

Επέταξα τη σάκα μου και τρέχω με τουφέκια
Μικρούλης φαίνομαι Αδερφέ, το μάτι δεν με πιάνει
Στη μάχη όμως κουβάλησα χιλιάδες τα φουσέκια
κι ακόμα μ’ είδαν Γερμανούς να στρώνω στο ρουμάνι.
Στη γειτονιά με ξέχασε το τόπι, το ξυλίκι.
Και μοναχά που πέρναγα με το χωνί στο στόμα.
Παιδί! Μα με λογάριασαν οι λυσσασμένοι λύκοι.
Τεράστιο το κουράγιο μου. Και πού να δεις ακόμα.
Μια μέρα μας μπλοκάρανε. Δυο εμείς και αυτοί σαράντα,
Σφαίρα τη βρήκε την καρδιά που’μοιαζε με γρανίτη.
Σε μια γωνιά με θάψανε χωρίς ανθούς, μα πάντα
Σα ρόδο θα μοσκοβολάει ο τάφος του Επονίτη.

Η «Αντίσταση», το τέταρτο πολιτικό ποίημα του Καββαδία, δημοσιεύθηκε στο 14ο φύλλο του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα» στις 10 Αυγούστου του 1945. Στην «Αντίσταση», ο Καββαδίας κάνει για μια ακόμα φορά αναφορά στον Λόρκα και τον αντιφασιστικό αγώνα της Ισπανίας. Επιπλέον, αναφέρεται και στην Πασιονάρια Ντολόρες Ιμπάρουρι, επικεφαλής του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος από το 1942 έως το 1960. Οι τελευταίες δύο στροφές του ποιήματος κάνουν αναφορά στη γερμανική κατοχή και τη μάχη του Δεκέμβρη, ενώ εξισώνουν τον Άρη Βελουχιώτη (που είχε σκοτωθεί λίγους μήνες πριν καταδιωκόμενος από τους μοναρχοφασίστες και αποκηρυγμένος από το κόμμα του) με τον Διάκο και τον Κολοκοτρώνη:

Κύμα θανάτου ξαπολυούνται οι Γερμανοί.
Τ’ άρματα ζώνεσαι μ’ αρχαία κραυγή πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί,
οι κρεμασμένοι στα δεντρά, μπαίγνιο του ανέμου.

Κι’ απέ Δεκέμβρη στην Αθήνα και Φωτιά.
Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι.
Λικνίζει κάτου από το Δρύ και την Ιτιά
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

Λίγες ημέρες πριν τη δημοσίευση της «Αντίστασης» τον Ιούνιο του 1945, ο Νίκος Καββαδίας συνυπέγραψε κείμενο διαμαρτυρίας, ζητώντας την «προστασία της ελευθερίας της σκέψης και των δημοκρατικών ελευθεριών του ελληνικού λαού». Μαζί με τον Καββαδία το κείμενο συνυπογράψανε σπουδαίες μορφές των ελληνικών γραμμάτων, όπως ο Καζαντζάκης, ο Σικελιανός, ο Βάρναλης, ο Ρίτσος, ο Κόντογλου, ο Τάσσος και η Αλεξίου. Αφορμή στάθηκε το πογκρόμ που εξαπέλυσαν παρακρατικοί κατά αριστερών εφημερίδων και καλλιτεχνών  Ένα χρόνο μετά, τον Ιούνιο του 1946, η κυβέρνηση Τσαλδάρη προώθησε το τρομερό Γ’ Ψήφισμα, βάσει του οποίου χιλιάδες κομμουνιστές βρέθηκαν στο στόχαστρο του νέου «αντικομμουνιστικού κράτους των εθνικοφρόνων», γεμίζοντας τις φυλακές, τους τόπους εξορίας και τα εκτελεστικά αποσπάσματα. Τότε, πλήθος ελλήνων λογοτεχνών υπέγραψε κείμενο διαμαρτυρίας εναντίον του ψηφίσματος: Σικελιανός, Βάρναλης, Θεοτοκάς, Βενέζης, Ρίτσος, Κορδάτος, Βρεττάκος, Λουντέμης, Χαντζής, Αξιώτη. Ανάμεσά τους και ο Νίκος Καββαδίας. Κάποιοι εκ των υπογραφόντων, όπως ο Βενέζης και ο Θεοτοκάς, λίγο καιρό αργότερα ευθυγραμμίστηκαν πλήρως με τον κρατικό αντικομμουνισμό…

Το 1947 εκδόθηκε η ποιητική συλλογή «Πούσι», στην οποία ο Καββαδίας συμπεριέλαβε το ποίημα Federico Garcia Lorca, για το οποίο ο Κώστας Βάρναλης έγραφε στην εφημερίδα του ΚΚΕ «Ο Ρίζος της Δευτέρας»: «…ο ποιητής παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ εκείνων (σ’ όποια γης!) που πολεμάνε για τη λευτεριά, υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού, που τους σκοτώνουν οι φασίστες τρομοκράτες (όποιας χώρας!). Και σ’ αυτή την περίσταση δεν φαίνεται απίθανο να συνεχίσει ο ποιητής τον ηρωικό αυτό δρόμο. Αλλά το ποίημα του Ισπανοτσιγγάνου Λόρκα αποτελεί και το κλειδί να βρούμε το βαθύτερο κοινωνικό περιεχόμενο των άλλων του ποιημάτων. Η συμπάθειά του για τους ναυαγούς της θάλασσας και της ζωής (όλοι, και ζωντανοί και πνιγμένοι, είναι ναυαγοί) φανερώνει ποιος είναι ο Αίτιος πίσω από το πούσι που τον κρύβει. Ο Αίτιος και ο Υπεύθυνος για τον σκοτωμό των ανθρώπων του Λαού, είτε με τον πόλεμο είτε με την πείνα, και για το πνευματικό και ηθικό τους σκοτάδι είναι ο ίδιος διεθνικός Μινώταυρος, ο καπιταλισμός που στην ακμή του εκφυλισμού του και στην ώρα της πτώσης του γίνεται χίλιες φορές πιο αιμοβόρο θεριό».

Παρά τη στήριξη του Βάρναλη, ο Καββαδίας αντιμετωπίστηκε με επιφυλακτικότητα από τους κύκλους της αριστερής διανόησης. Η τέχνη του δεν ήταν αρκούντως στρατευμένη και ο ίδιος ήταν εξαιρετικά φειδωλός ως προς την πολιτική του τοποθέτηση. Χρειάστηκαν να περάσουν πολλά χρόνια για να κάνει επίσημη επανεμφάνιση, δίνοντας μια σύντομη συνέντευξη στην πατρινή αριστερή εφημερίδα «Δημοκρατική πορεία», στις 20 Φεβρουαρίου του 1966. Σύμφωνα με τον Γεράσιμο Ρηγάτο, η συνέντευξη αυτή, παρότι δεν είχε κανένα πολιτικό περιεχόμενο, δημιούργησε κλίμα εμπιστοσύνης, ώστε να δοθεί τον Μάρτιο του 1967 συνέντευξη στο φίλα προσκείμενο στη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη έντυπο «Πανσπουδαστικη»  (τις συνεντεύξεις του Καββαδία μπορεί να τις βρει κάποιος στο βιβλίο του Μιχάλη Γελασάκη: Νίκος Καββαδίας. Ο αρμενιστής ποιητής, εκδ. Άγρα).

Σε ερώτηση πώς εξηγεί την αγάπη που έδειξαν για την ποίησή του τα πλατύτερα στρώματα, απάντησε: «Είναι γιατί κι εγώ αγαπάω αυτά τα πλατύτερα στρώματα. Ζω μαζί τους. Κι αυτά που γράφω είναι ο δικός τους μόχθος –κι ο δικός μου». Στη συνέχεια, σαν μια κατάφαση στο φοιτητικό κίνημα που αναπτύχθηκε με ραγδαίους ρυθμούς στη δεκαετία του ’60, ο Καββαδίας εκδηλώνει το θαυμασμό του για τους φοιτητές: «Τους εθάυμασα στην Κατοχή, όταν περιφρονούσαν καθημερινά τους επιδρομείς, Ιταλούς και Γερμανούς. Και τους χαίρομαι ακόμα, όταν αψηφούν σε κάθε κρίσιμη ώρα τις αρνητικές δυνάμεις». Στο τέλος, ο ποιητής εκφράζει την έντονη δυσφορία του για τη μεταστροφή του Αμερικάνου συγγραφέα Τζον Στάινμπεκ και τη στήριξη που προσέφερε στον βρώμικο πόλεμο των ΗΠΑ στο Βιετνάμ: «Για εμένα έχει πέσει πια τελείως. Όχι από προκατάληψη. Από σιχαμάρα πια. Γιατί εκείνα τα ωραία πράγματα που έγραψε, υποτίθεται ότι είναι ψεύτικα. Τους έδωσε μια και τα πέταξε με το πόδι του, όταν κάθισε και είπε εκείνα τα βρωμερά για τους ανθρώπους που σφάζονται, αποκαλώντας τους γιους πουτάνας». Όπως συχνά έλεγε ο Καββαδίας στους φίλους του: «Θα προτιμούσα να έχω στο κεφάλι μου, αντί για το μυαλό του Στάινμπεκ, τα σκατά ενός μικρού Βιετναμέζου».

Στο τεύχος αυτό της Πανσπουδαστικής, αφιέρωσε ο Καββαδίας το πέμπτο πολιτικό του ποίημα:

Σπουδαστές

Σας είδα κάτου από την πύρινη βροχή

Με τα πλακάτ και τα σκουτιά τα ματωμένα

Εσάς που κάματε τη δύσκολη αρχή

Κείνα τα χρόνια τα βαριά τα κολασμένα

Σήμερα βλέπω τα δικά σας τα παιδιά

Σμάρι πηχτό μες στου πελάγου τη σπιλιάδα

Πάντα καταντίκρα στην κάθε αναποδιά

Και σ’ όσους πάνε να σταυρώσουν την Ελλάδα.

Κατά τη διάρκεια της χούντας, ο Καββαδίας δεν πήρε ενεργό μέρος στην αντιδικτατορική πάλη, αλλά σύμφωνα με αναφορές βοήθησε ως σύνδεσμος ανάμεσα σε αντιστασιακές οργανώσεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Ένιωθε τύψεις που δεν συμμετείχε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, αλλά αρνήθηκε με πείσμα να ενσωματωθεί στο νέο καθεστώς. Όπως ο ίδιος διηγήθηκε στον Μήτσο Κασόλα: «Άσε με, πέρασα άσκημα εκείνες τις μέρες. Είχα προβλήματα, όπως και πολλοί μας, με τη συνείδησή μου. Τώρα θα σου πω κάτι άλλο. Μια μέρα, η ώρα δύο τη νύχτα, χτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν ένας γιατρός, φίλος μου. Μου λέει: “Νίκο, σε θέλω, να έρθεις σπίτι μου, τώρα”. Σηκώνομαι, ντύνομαι. “Τέτοια ώρα;” μου λέει η αδερφή μου. “Τέτοια, φίλος μου είναι. Πώς εγώ όποια ώρα τον φωνάζω και έρχεται;” Όταν φτάνω κοντά στο σπίτι του γιατρού, βλέπω τζιπ, μοτοσικλέτες, αστυνομία. Ρωτάω: “Τι συμβαίνει;” “Στο σπίτι του κ. καθηγητού είναι ο κ. Παπαδόπουλος”. Κόβω δρόμο και ακόμα φεύγω. Με ήθελε ο φίλος να με γνωρίσει στον Παπαδόπουλο. Θα του μίλησε για μένα. Ο Παπαδόπουλος θα μου έκανε φιλοφρονήσεις. Κι άμα σε παινεύουν, διάβολε, αν δεν μιλάς, χαμογελάς. Σκέψου τώρα να χαμογελάσω στον Παπαδόπουλο. Θα μούντζωνα τον εαυτό μου για όλη μου τη ζωή».

Μεσούσης της χούντας, το 1972, ο Καββαδίας έγραψε το έκτο και τελευταίο πολιτικό του ποίημα, το «Guevara», αφιερωμένο στο θάνατο του αργεντίνου κομμουνιστή. Το ποίημα δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο παράνομο έντυπο «Θούριος» της οργάνωσης Ρήγας Φεραίος.

Τελευταία πολιτική πράξη του Νίκου Καββαδία ήταν η συμμετοχή του στην καμπάνια για αντιμοναρχική ψήφο στο δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου του 1974 για τη μορφή του πολιτεύματος μετά την κατάρρευση της χούντας. Λίγες ημέρες μετά, στις 10 Φεβρουαρίου του 1975, ο μεγάλος ποιητής άφησε την τελευταία του πνοή μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο. Πέθανε στην στεριά και όχι στη θάλασσα, όπως επιθυμούσε, κι έτσι είχε «μια κηδεία, σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες».

«Το πιο δύσκολο είναι να ζεις στην πολιτεία, όχι στη θάλασσα. Φοβάμαι τη στεριά, το χώμα. Ο βυθός ανοιχτά είναι καθαρός (. . .) Ζαλίζομαι στη στεριά. Το πιο δύσκολο ταξίδι, το πιο επικίνδυνο, το ’καμα στην άσφαλτο, από το Σύνταγμα στην Ομόνοια. Εσείς οι στεριανοί μας λυπάστε γιατί δεν έχουμε σπίτι, γιατί περπατάμε με ανοιχτά πόδια, γιατί φοράμε τσαλακωμένα πουκάμισα κι ασιδέρωτα ρούχα στο πόρτο. Εγώ σας χαίρομαι. Σίγουρο κρεβάτι, ήρεμος ύπνος. Καφέ στο κομοδίνο κι εφημερίδες. Εκδρομή το σαββατοκύριακο με κεφτέδες. Όμως δεν αλλάζω τη δουλειά μου με τη δική σας, ούτε για μια μέρα.»


Βιβλία από τις Εκδόσεις Άγρα για τον Νίκο Καββαδία μπορείτε να το βρείτε στο βιβλιοκαφέ red n’ noir (Δροσοπούλου 52) και στο ηλεκτρονικό μας βιβλιοπωλείο.

Από+Κτήνος

Η ζωή είναι ένα πεδίο μάχης, κι αυτό που μας διδάσκουν από παιδιά, είναι πως να γίνουμε ακόμη πιο σκληροί. Μαθαίνουμε για τον τάδε πόλεμο, για τον δείνα πόλεμο, κι όχι τόσο για τα δεινά του πολέμου. Όταν ζεις σ ένα πεδίο μάχης, καμιά εντύπωση δε σου κάνουν οι βόμβες. Μόνο όταν-καμιά φορά-κάποιος απ’ τους ευαίσθητους δεν τα καταφέρει, θρηνούμε για λίγο κι ύστερα ξεχνούμε πάλι. Έχουμε αποκτηνωθεί και δεν τρομάζουμε καθόλου με το σκληρό μας κέλυφος. Μάθαμε και συνηθίσαμε στις σκληρές εικόνες, στις σκληρές λέξεις. «Λαθραίος», «καταστολή», «κέντρα κράτησης», «αδικία», «βία που γεννά τη βια». Κι η αποκτήνωση γεννά ανθρώπους που παύουν πια να λέγονται άνθρωποι αφού δεν έχουν καρδιά και καμιά συνείδηση. Μη μου μιλάς για πανδημία λοιπόν. Και δε θέλω να ακούσω πάλι τη φράση «ατομική ευθύνη». Πεθαίνουν ακόμη άνθρωποι από ασιτία. Από ασιτία! Κι εσύ μιλάς για νέα κρούσματα. Τρέχουν οι μισοί να προφυλαχθούν, κι οι άλλοι μισοί να βρουν εμβόλιο. Άνθρωποι πέθαιναν και πριν και μάλιστα με χειρότερο τρόπο. Άνθρωποι αναγκάστηκαν να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους ακρωτηριασμένοι για τα συμφέροντα των άλλων. Πως μιλάς για πανδημία, όταν υπάρχει ακόμη πόλεμος; Η μοναδική πανδημία απ’ την οποία κινδυνεύουμε είναι η αποκτήνωση. Γι’ αυτή την αρρώστια, γιατί δεν ψάχνουμε θεραπεία;

Τριήμερο μετά-covid μπαζάρ βιβλίου στο red n’ noir

Ο κίνδυνος του covid-19 δεν τελείωσε. Αυτό που τελειώνει είναι οι μισθοί του μήνα!

Έτσι λοιπόν (και παίρνοντας όλα τα προβλεπόμενα μέτρα) από την Δευτέρα 25 μέχρι την Τετάρτη 27 Μαΐου 2020 και από τις 12:00 έως τις 22:00 στήνουμε πάγκο στο πεζοδρόμιο της Δροσοπούλου 52 και προσφέρουμε τα βιβλία της Σύμπραξης Εκδοτικών Εγχειρημάτων με έκπτωση μέχρι και 40%.

Αλφειός, Angelus Novus, Βαβέλ, Βιβλιοπέλαγος, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Εκτός Γραμμής, Ενύπνιο, Έρμα, Εύμαρος, Μάγμα, Redmarks, red n’ noir, Τεφλόν, futura 

*Το red n’ noir bookstore café bar (Δροσοπούλου 52, Κυψέλη) στήνει -συγχρόνως και στις ορισμένες- αποστάσεις τα τραπεζάκια και τις καρέκλες του προσφέροντας το ποτήρι (187ml) κρασί με 2,5€ και το μισό λίτρο τσέχικης βαρελίσιας μπίρας Primator Premium με 3,90€  για όλη την πρώτη εβδομάδα λειτουργίας του. 

Καλλιτεχνική δημιουργία, λογοκρισία και ελευθερία στην ΕΣΣΔ και τις ΗΠΑ

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ – Γεβγκένι Ζαμιάτιν: Επιστολές στον Στάλιν (εκδόσεις Άγρα)

Στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Ο Οίκος των Τεχνών» (1921), ο Γεβγκένι Ζαμιάτιν δημοσίευε ένα άρθρο με τίτλο «Φοβάμαι». Στο κείμενό του, ο συγγραφέας του «Εμείς» έκανε σφοδρή κριτική στην τσαρική κληρονομιά της λογοκρισίας της καλλιτεχνικής δημιουργίας που συνεχιζόταν από τους νέους «γραφειοκράτες της λογοτεχνίας», οι οποίοι «σπρώχνοντας και κλοτσώντας ο ένας τον άλλον, κάνουν αγώνα δρόμου για το μεγάλο βραβείο: το μονοπωλιακό δικαίωμα να συνθέτουν ύμνους, το μονοπωλιακό δικαίωμα να πετάνε ιπποτικά λάσπη στη διανόηση». Ο Ζαμιάτιν δεν ήταν κάποιος τυχαίος λογοτέχνης. Μέλος του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος και των Μπολσεβίκων, διώχθηκε σκληρά από το τσαρικό καθεστώς και υποστήριξε την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ωστόσο, αντιτάχθηκε στις εξουσιαστικές στρεβλώσεις της επανάστασης και έπεσε σε δυσμένεια όταν δημοσίευσε στο εξωτερικό το δυστοπικό αριστούργημα «Εμείς».

Παρά τη μεγάλη έκρηξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου ρόδινα. Στις επιστολές τους στον Στάλιν, τόσο ο Ζαμιάτιν όσο και ο Μπουλγκάκοφ  περιγράφουν τη λογοκριτική μανία της νέας γραφειοκρατίας και το ασφυκτικό περιβάλλον που δημιουργούσε. Η καλλιτεχνική δημιουργία πνιγόταν από μια δογματική και μηχανιστική αντίληψη για την τέχνη. Όπως γράφει ο Μπουλγκάκοφ στην τέταρτη επιστολή του προς τον Στάλιν, στις 30 Μαΐου του 1931, εξηγώντας την ψυχολογική κατάρρευση και την εξάντληση  που του προκάλεσε η λογοκριτική ασφυξία, «η αίτια της αρρώστιας μου είναι σαφής. Στο ευρύ πεδίο της ρωσικής γραμματείας στην ΕΣΣΔ ήμουν ο ένας και μοναδικός λογοτεχνικός λύκος. Με συμβούλευαν να κρύψω την προβιά μου. Παράξενη συμβουλή. Είτε βαμμένος είτε ξυρισμένος ο λύκος, με τίποτα δεν μοιάζει με κανίς. Ως λύκο με αντιμετώπισαν. Και για κάμποσα χρόνια, βάσει των κανόνων της λογοτεχνικής εκγύμνασης, μέσα σε μια μαντρωμένη αυλή (. . .) Έχω αποκτήσει την ψυχολογία του φυλακισμένου. Πώς να υμνήσω την χώρα μου –την ΕΣΣΔ;».

Η τύχη των δυο συγγραφέων ήταν διαφορετική. Ο Ζαμιάτιν, αφού παραιτήθηκε από τη Ρωσική Ένωση Προλεταρίων Συγγραφέων το 1929, κατάφερε με τη μεσολάβηση του Μαξίμ Γκόρκι να πάρει από τον Στάλιν την πολυπόθητη άδεια εξόδου από τη χώρα και να εγκατασταθεί στη Γαλλία το 1931. Πέθανε πάμφτωχος, έξι χρόνια αργότερα. Ο Μπουλγκάκοφ, αντίθετα, δεν κατάφερε να πάρει την άδεια εξόδου, παρότι δέχθηκε προσωπικό τηλεφώνημα από τον ίδιο τον Στάλιν, ο οποίος του υποσχέθηκε πως θα του βρει δουλειά. Πράγματι, μετά το τηλεφώνημα του Στάλιν, ο Μπουλγκάκοφ διορίστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, αλλά η άδεια για να ταξιδέψει έξω από την ΕΣΣΔ δεν του δόθηκε ποτέ. Μετά την επιδείνωση της υγείας του, ο Μπουλγκάκοφ πέθανε στις 10 Μαρτίου του 1940 στη Μόσχα.

Αν κάτι δείχνει το παράδειγμα των δυο συγγραφέων, είναι πως η μεγάλη ιστορική απόπειρα για μια κομμουνιστική κοινωνία (δηλαδή για μια κοινωνία χωρίς κράτος, ιδιωτική ιδιοκτησία και εξουσία διαχωρισμένη από την κοινωνία) είναι ένας μακρύς δρόμος γεμάτος στρεβλώσεις, πισωγυρίσματα και αυταρχικές εκτροπές. Αν κάτι πρέπει να διδαχθούμε, είναι πως οι νέες απόπειρες για την έφοδο στον ουρανό οφείλουν να αποφύγουν τα ίδια μονοπάτια που οδηγούν σε γραφειοκρατικό εκφυλισμό και να ανοίξουμε νέους δρόμους περπατώντας. Η ελευθερία του λόγου και η καλλιτεχνική δημιουργία δεν πρέπει να θυσιαστούν. Αντίθετα, πρέπει να είναι η «ενοχλητική αλογόμυγα» που θα ασκεί κριτική σε όσους στρογγυλοκάθισαν σε νέους ή παλιούς θρόνους  και δε θα αφήνει σε ησυχία τη νωχελική γραφειοκρατία.  Ή, όπως έγραφε ο Ζαμιάτιν, «η αληθινή λογοτεχνία δεν γίνεται από διεκπεραιωτικούς και έμπιστους υπαλλήλους. Η αληθινή λογοτεχνία υπάρχει μόνο εκεί που τη δημιουργούν τρελοί, ερημίτες, ονειροπόλοι, επαναστάτες και αμφισβητίες. Κι αν ο λογοτέχνης πρέπει να είναι λογικός, ορθόδοξος σε όλα, χρήσιμος στο σήμερα, αν δεν μπορεί να πειράξει τους πάντες σαν τον Σουίφτ, αν δεν μπορεί να χαμογελάσει κοροϊδευτικά σε όλους όπως ο Ανατόλ Φρανς, τότε δεν υπάρχει λογοτεχνία από μπρούτζο παρά υπάρχει λογοτεχνία από χαρτί, λογοτεχνία εφημερίδας, λογοτεχνία που σήμερα διαβάζουν και αύριο τη χρησιμοποιούν για να πακετάρουν την πλάκα το σαπούνι».

Dashiell Hammett: Στο εδώλιο. Καταθέσεις στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Υποθέσεων (εκδόσεις Άγρα)

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας, οι ΗΠΑ ανέλαβαν την πρωτοκαθεδρία του καπιταλιστικού «Ελεύθερου Κόσμου». Νέος μισητός εχθρός ήταν πλέον η ΕΣΣΔ και το λεγόμενο «Σιδηρούν Παραπέτασμα». Παρά την αμερικάνικη μυθολογία πως το κράτος των ΗΠΑ υπερασπιζόταν την ελευθερία και τη δημοκρατία έναντι του «ολοκληρωτισμού», η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Στις επόμενες δεκαετίες, οι ΗΠΑ επέβαλλαν δεκάδες δικτατορικά καθεστώτα, ενώ οργάνωσαν εκατοντάδες φανερές και μυστικές επιχειρήσεις, με αιχμή του δόρατος τη CIA. Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, χτιζόταν ένα σκληρό αστυνομικό κράτος, με σκοπό την ανάσχεση του «κομμουνιστικού κινδύνου». Στο πλαίσιο αυτό, η καλλιτεχνική ελευθερία και δημιουργία δέχθηκαν σφοδρή επίθεση. Ο Ντάσιελ Χάμετ ήταν ένας από του συγγραφείς που δέχθηκαν διώξεις, εξαιτίας της συμμετοχής τους σε κινήματα αμφισβήτησης της κυβερνητικής πολιτικής των ΗΠΑ. Η στάση του συγγραφέα απέναντι στον δικαστή Σιλβέστερ Ράιαν, τον Ιούλιο του 1951, αποτελεί ένα δείγμα αξιοπρέπειας, καθώς η επίμονη άρνηση του συγγραφέα να καταδώσει τους συντρόφους του τον οδήγησε για έξι μήνες στη φυλακή, για «ασέβεια» απέναντι στο δικαστήριο. Η ίδια αξιοπρέπεια επαναλαμβάνεται και στις δυο επόμενες καταθέσεις στη Μόνιμη Υποεπιτροπή Ερευνών της Επιτροπής Κυβερνητικού Ελέγχου της Γερουσίας, τον Μάρτιο του 1953.

Ο Ντάσιελ Χάμετ παράτησε από νωρίς το σχολείο, για να μπορέσει να επιβιώσει μέσα στον εφιάλτη του «αμερικάνικου ονείρου» κάνοντας διάφορες δουλειές του ποδαριού. Το 1915, σε ηλικία μόλις 21 ετών, θα εργαστεί για το πρακτορείο ντετέκτιβ Πίνκερτον, που έμεινε γνωστό (και μισητό) για τη συμβολή του στην καταστολή του εργατικού κινήματος στις ΗΠΑ. Ο ίδιος ο Χάμετ διηγήθηκε στη συντρόφισσά του και θεατρική συγγραφέα Λίλιαν Χέλμαν πως το 1917 το πρακτορείο Πίνκερτον του ανέθεσε να δολοφονήσει τον  Φρανκ Λιτλ, ηγέτη των «Γουόμπλις» (Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου –IWW). Παραιτείται οριστικά από τους Πίνκερτον το 1921 και ξεκινά τη συγγραφική του δραστηριότητα, που θα τον αναδείξει ως αναμορφωτή της αμερικάνικης αστυνομικής και νουάρ λογοτεχνίας. Χωρίς να τον ενδιαφέρει να ρισκάρει την τεράστια επιτυχία του, ο Χάμετ θα προσχωρήσει στη διωκόμενη αμερικάνικη αριστερά, και το 1937 θα γίνει μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Θα πάρει μέρος σε αγώνες ενάντια στον φρανικισμό, τον φασισμό και τον αντισημιτισμό, ενώ ταυτόχρονα θα σταθεί στο πλευρό του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων.

Το 1946 ο Χάμετ θα γίνει πρόεδρος της Επιτροπής Πολιτικών Δικαιωμάτων (Civil Rights Congress), η οποία έχει σαν σκοπό την ανάδειξη ζητημάτων ρατσισμού και φυλετικής ανισότητας στις ΗΠΑ. Με απόφαση του Τρούμαν, η οργάνωση θα διωχθεί εξαιτίας της συμμετοχής κομμουνιστών και το 1956 θα αναστείλει τη δράση της. Στο πλαίσιο τη δράσης της CRC, ο Χάμετ θα σταθεί αλληλέγγυος το 1949 σε δεκατέσσερα μέλη της Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Ενώσεων (ΟΕΝΕ), που είχαν συλληφθεί στις ΗΠΑ και κρατούνταν στο Έλις Άιλαντ ως μέλη του ΚΚΕ, μετά από αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης. Το 1951 ο Χάμετ θα οδηγηθεί στο δικαστήριο, όταν φυγοδίκησαν τέσσερα στελέχη του ΚΚ των ΗΠΑ που είχαν απελευθερωθεί προσωρινά με εγγύηση της CRC. Η επίμονη άρνηση του Χάμετ να καταδώσει τους συντρόφους του θα τον οδηγήσει στη φυλακή, ενώ το καλλιτεχνικό του έργο του θα γίνει αντικείμενο μίσους της αντικομμουνιστικής σταυροφορίας. Ο ίδιος έλεγε: «Κι αν ήταν περισσότερο από τη φυλακή, αν ήταν η ίδια μου η ζωή, θα την έδινα γι’ αυτό που πιστεύω πως είναι δημοκρατία και δεν θα άφηνα τους μπάτσους ή τους δικαστές να μου πουν τι να πιστεύω πως είναι δημοκρατία».

Το 1953 ο Χάμετ θα βρεθεί πάλι διωκόμενος από την Επιτροπή Μακάρθι, ενώ το 1955 θα κληθεί για ακόμα μια φορά να καταθέσει για τη δράση φιλανθρωπικών οργανώσεων. Με κλονισμένη την υγεία του ήδη από την εποχή που υπηρετούσε στον αμερικάνικο στρατό κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, ο Χάμετ θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 10 Ιανουαρίου του 1961 και θα ταφεί ως βετεράνος δύο παγκοσμίων πολέμων παρά τις επικρίσεις του FBI, που δεν τον ξέχασε ούτε μετά το θάνατό του, επισημαίνοντας την «ανάρμοστη κατάσταση, κάποιος που υπήρξε μέλος μιας οργάνωσης που πιστεύει στην ανατροπή της κυβέρνησής μας με τη βία να θάβεται σαν ήρωας, ανάμεσα σ’ εκείνους που έδωσαν τη ζωή τους υπέρ αυτής της κυβέρνησης.»…

«Αχ! Βαχ! Μ’ έφαγες!»

«Αι αρχαίαι συνήθειαι των αγρίων και των πρωτόγονων», γράφει ο Λομπρόζο, «διεσώθησαν μέχρι σήμερον δια μέσου των τάξεων εκείνων, αι οποίαι διετήρησαν (όπως τα θαλάσσια βάθη διατηρούν την αυτή θερμοκρασίαν) τας συνήθειας, τας δεισιδαιμονίας, τα πάθη, τας ματαιοδοξίας και την επίδειξιν του γυμνού».

Το 1929, ο στιγματισμός είναι όχι μόνο γνώρισμα απλής λαϊκότητας του στιγματισμένου, αλλά έχει ακόμα ειδικότερο χαρακτήρα. Τα «Αχ! Βαχ! Μ’ έφαγες!» των βαρυποινιτών, οι καρδιές διαπερασμένες από τα στιλέτα του πάθους και τα «Εφ’ όρου ζωής» είναι κάποιες από τις απεικονίσεις που βλέπουμε στα στήθη των γυναικών και των ανδρών της ειδικής τάξεως που επιβλέπει η αστυνομία.

Εμπρός στο στιγματισμό αναγνωρίζουμε αμέσως ορισμένη τάξη ανθρώπων, χωρισμένη σε τρεις κύριους κλάδους. Σε εκείνον των εργατικών, εκείνον του «κακού δρόμου» και εκείνον του στρατώνα, ιδιαίτερα του ναυτικού. Στον δεύτερο κλάδο, του «κακού δρόμου» της φυλακής ή του οίκου ανοχής, οφείλουμε να περιλάβουμε τα δύο φύλλα, ο βίος των οποίων κοινωνικώς δεν παρουσιάζει ουσιώδεις διαφορές.   

Στον κλάδο αυτόν οφείλεται και η σχεδόν θρυλική  -δια μέσου των λαϊκών στρωμάτων όλων των κλιμάτων- φήμη του τατουάζ, διότι αυτοί οι τύποι της φυλακής, του χασισοποτείου, του χαμαιτυπείου έδωσαν στην προϊστορική παράδοση του στιγματισμού το χρώμα της ειδικής αισθηματολογίας η οποία εκλαϊκεύθηκε δια μέσου των μυθιστορημάτων.

Η πολύχρωμος απεικόνιση της θρυλικής γοργόνας στο μπράτσο του χασισοπότη ή το ερωτικό βέλος που σχίζει στα δύο την καρδιά της δυστυχισμένης γυναίκας του χαμαιτυπείου, όλα τα χρωματοκεντημένα σύμβολα στο δέρμα των καταδίκων υπήρξαν αρκετά για να κεντήσουν την περιέργεια και, μεταξύ του πλήθους, πολλές φορές και ένα είδος θαυμασμού προς τον περιπετειώδη και αλλόκοτο άνθρωπο, που μαζί με την ψυχή του παρέδωσε και το δέρμα του στη μοίρα της απώλειας.

Τα σύμβολα και τα ρητά που έχει συλλέξει η εγκληματολογία, ασχολούμενη ειδικά με τις συνθήκες και την ψυχολογία των στιγματισμένων, αποτελούν ολόκληρο κεφάλαιο.

«Κάλλιον ο θάνατος παρά να αλλάξω» είναι μια φράση που στολίζει συχνά το μπράτσο ή το στήθος του κατάδικου κάτω από μια νεκροκεφαλή. Άλλη μια φράση είναι η «Άνθις του κατέργου» ή «Τιμή εις τους μάρτυρας της αδικίας» ή «Φίλος της εναντιότητας» ή «Θάνατος στις άπιστες» ή «Ζήτω η εκδίκησις» ή «Το κάτεργο είναι η μοίρα μου».

Στο κατάστικτο στήθος ενός κατάδικου η αστυνομία διάβασε και αυτούς τους στίχους, οι οποίοι μαρτυρούν ότι η ποίηση δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο του καφενείου αλλά καλλιεργείται και στη φυλακή.

«Το παρελθόν μ’ εγέλασε

Το  σήμερον με τυραννεί

Το μέλλον με τρομάζει»

Εξίσου περίεργη επιγραφή είναι εκείνη με την οποία άλλος κατάδικος κέντησε την πλάτη του. Κάτω από ένα σταυρό, τον οποίον περιβάλλει η αφιέρωση «Στη μάνα μου», διαβάζει κανείς τον φοβερό όρκο: «Θάνατος στους βλάκες».

Διασκεδαστική είναι επίσης η βεβαίωση μιας ιέρειας της Αφροδίτης, ισχυριζόμενης ότι «Εκείνος που θα αγαπήσω μετά τον Λέοντα δεν θα είναι παρά χήνα».

Η ληστεία της Πέτρας VΙΙ

Κεφάλαιο 13 (1 Οκτωβρίου 1929)

«Την εκτέλεση του σχεδίου ανέλαβε ο Λάμπρος Στάθης συνεννοούμενος ιδιαίτερα με τον Ματσάγκα, μετεχόντων και των Καψάλη, Κώτση, Διαμαντή, Βασιλειάδη», συνεχίζει την απολογία του, στο Ειδικός Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, ο Γιάννης Ρέντζος.       

«Πέντε μέρες πριν την ληστεία, ήρθαν στα Ιωάννινα ο Λάμπρος Στάθης, ο Μερεμέτης και ο Γιώργος Διαμαντής και, αφού συγκέντρωσαν και τους άλλους αυτουργούς, μετέβησαν στον τόπο της ληστείας, πλην του Διαμαντή, που παρέμεινε για παρακολούθηση στα Ιωάννινα. Επειδή όμως η χρηματαποστολή καθυστερούσε, ο Μερεμέτης επέστρεψε στα Ιωάννινα για να ζητήσει πληροφορίες και έμαθε ότι η χρηματαποστολή θα έφτανε την Κυριακή. Ακριβώς το Σάββατο, ο Ματσάγκος μού ανακοίνωσε την ώρα της άφιξης, προσθέτοντας ότι μεταφέρει 15 εκατομμύρια. Εγώ τότε έδιωξα τον Ματσάγκα, ο οποίος έσπευσε να συναντήσει τον Διαμαντή στον τόπο, λέγοντας ότι αν αυτή τη φορά δεν πετύχει, να μην  επιστρέψει κανείς. Έμαθα όμως κατόπιν ότι ο Καψάλης δεν μετέβη για τη ληστεία, επειδή στο δρόμο αναγνωρίστηκε ότι αρχηγοί ήταν ο Λάμπρος Στάθης και ο Μερεμέτης. Ο ξάδελφός μου, Αθανάσιος Ρέντζος, δεν μετείχε.

»Μετά τη ληστεία σκεφτόμουν να καταδώσω τους δράστες, γιατί η κοινή γνώμη υπεδείκνυε εμάς ως ενόχους. Έμαθα όμως από τον Γιώργο και Λάζαρο Μητροκώστα ότι καταζητούμασταν να συλληφθούμε και αποφάσισα να παραδοθώ. Ο Λάζος Μητροκώστας με ρώτησε τι να πουν στην ανάκριση, αν κληθούν. Εγώ τότε τους απάντησα ότι ο καθένας ας αποδείξει το άλλοθί του.

»Ο Λάμπρος Στάθης με επισκέφτηκε ασθενούντα την τέταρτη μέρα μετά τη ληστεία και εγώ κατέκρινα την πράξη τους και τους έβρισα. Κατόπιν τούτου, φοβόμουν μήπως συλληφθώ, ρώτησα σχετικώς δυο δικηγόρους, οι οποίοι μου είπαν ότι υπάρχει κίνδυνος να τουφεκισθούμε, αν βρίσκονταν μάρτυρες να μας ενοχοποιήσουν.         

»Όταν είδαμε ότι άρχισαν οι συλλήψεις φύγαμε, αφού φροντίσαμε να παραλάβουμε μέρος των χρημάτων της ληστείας».

Κεφάλαιο 14 (Αύγουστος του 1923)

Τα δάχτυλα του Χρηστάκη τρέμουν όσο έχει στα χέρια του τον κλήρο που θα ορίσει την τύχη του. Τον ανοίγει. Τους τον δείχνει. 

«Μπράβο, μπράβο!» φωνάζουν όλοι, χαρούμενοι  που την είχε γλιτώσει. Μόνο ο Συντόρης θύμωσε.

«Να δω και τα άλλα», λέει. «Κάποια προδοσία έγινε κι εδώ»..

Απλώνει το χέρι του να αρπάξει τα χαρτιά για να δει μέσα. Χύμηξε όμως ο Θύμιος και τα πετάει κάτω στη λαγκάδα.

«Κανείς δεν πρέπει να ξέρει τι θέλει και τι κάνει η τύχη», του εξηγεί.

Ο Συντόρης κατάλαβε πως όλοι, εκτός από τον ίδιον, είχανε ρίξει «όχι». Δεν μίλησε εκείνη τη στιγμή, γιατί δεν μπορούσε να τα βάλει με όλους, όμως τα μάτια του άστραφταν. Ο Θύμιος προσπάθησε να συμβιβάσει τα πράγματα. Είπε πως οι καινούριες συνεννοήσεις θα γίνουν μέσα στο λημέρι. Έτσι κι έγινε. Κατέβηκε ο ίδιος κάτω στην πολιτεία και ειδοποίησε τους απεσταλμένους, μέσω ενός φίλου τους χωριάτη, να περιμένουν το επόμενο βράδυ κοντά στη λίμνη. Έμεινε εκεί κρυμμένος όλη τη μέρα και, όταν σουρούπωσε, φάνηκαν. Ήταν ο κύριος Καγιάς και ο κύριος Παπαθανασίου.

«Βρε Θύμιο», του λέει ο Καγιάς, «σαν πολύ δεν τον κρατήσατε τον άνθρωπο; Πάνε δυο μήνες μεθαύριο από τότε που τον πιάσατε».

«Τι φταίω γω; Σεις γιατί δεν πληρώνετε; Εμείς βαστάμε το λόγο μας και δεν τον σφάζουμε, εσείς δεν τον κρατάτε.»

«Καλά, καλά! Θα τα κανονίσουμε απόψε…»

Με την κουβέντα αυτή ξαγρύπνησαν όλοι. Και ο Χρηστάκης ο κακομοίρης σαν είδε τους απεσταλμένους, έπεσε στην αγκαλιά τους κλαίγοντας. Μόλις πέρασε η συγκίνηση, κάτσανε σταυροπόδι.

«Στο ψητό!» λέει ο Συντόρης.

Ο Καγιάς αρχίζει πάλι το παλιό του παραμύθι:

«Αμνηστία αν αφήσετε τον αιχμάλωτο ελεύθερο».

«Άλλαξε το φύλλο σου», του λέει ο Συντόρης.

«Λοιπόν, παιδιά! Ντόμπρα πράγματα. Όλα-όλα τα λεφτά που μάζεψε η οικογένεια δεν είναι ούτε παραπάνω ούτε παρακάτω. Ένα εκατομμύριο έχετε να τους απολύσετε τον άνθρωπο. Ζητώ απάντηση χωρίς άλλη κουβέντα.»

Κοιτάζονται όλοι στα μάτια.

«Λίγα είναι», λέει ο Γιάννης

«Μα δεν υπάρχουν άλλα λεφτά», επιμένει ο Καγιάς. «Στην τιμή μου. Έλα μπρος, καλά είναι!»

Τους κοιτάζει ο Γιάννης πάλι όλους στα μάτια. Όλοι θέλουν να τελειώσει αυτή η φασαρία με όσα κι όσα.

«Καλά», λέει. «Φέρτε τα».

Ο Συντόρης πετάγετε όρθιος και αναμαλλιασμένος από τη θέση του.

«Τι! Μόνο ένα εκατομμύριο θα δώστε;»

Ο Καγιάς γελάει.

«Παιδί μου, μην είσαι ανέμυαλος. Τόσα έχουμε. Αν δεν τα πάρετε αυτά, θα τα χάσετε κι αυτά κι ύστερα…»

«Ε! Ύστερα», φωνάζει με λύσσα, «θα του κόψω το μουσούδι και θα σας το στείλω να το κάνετε βραστό».

«Δεν είσαι καλά», λέει ο Καγιάς.

«Έτσι λες; Κάτσε να δεις!»

Έξω φρενών ο Συντόρης σαν λυσσασμένος σκύλος τραβάει τη δίκοπη μαχαίρα του και σαλτάρει στο μέρος του αιχμαλώτου.

«Βοήθεια! Βοήθεια!» φωνάζει ο δόλιος ο Χρηστάκης.

Λίγο ακόμα και το κακό θα τελείωνε. Ο Συντόρης θα έσφαζε τον αιχμάλωτο σαν κοτόπουλο. Προφταίνει ο Γιάννης σύγκαιρα. Τον βουτάει από τους δυο ώμους, του στρίβει το χέρι, του το παραλύει και η δίκοπη μάχαιρα πέφτει κάτω. Καταφέρνει, καθώς τον είχε πιασμένο από πίσω, να του πάρει το τουφέκι. Η λύσσα του Συντόρη φτάνει σε βαθμό έξαρσης τέτοιον, που ορμάει να πνίξει τον Γιάννη με τα χέρια του μόλις εκείνος τον αφήνει. Οι υπόλοιποι τους χωρίζουν και παίρνουν το μέρος του Γιάννη. Συμφωνούν να γίνει ό,τι πρέπει για να τελειώνουνε. Ο Καγιάς βλέποντας τα ρεζιλίκια τους τρίβει τα χέρια του ότι μπορεί να τους τη φέρει. 

«Κανονίστε τα», λέει. Ένα εκατομμύριο είναι έτοιμο. Παραγγείλτε πού θέλετε να το πάρετε. Εμείς, σαν τίμιοι άνθρωποι, θα σας το δώσουμε. Κι εσείς, σαν τίμιοι άνθρωποι, θα μας στείλετε τον αιχμάλωτο».

*

Δυο μέρες μετά, τους παραγγείλανε να περιμένουν στην ίδια μεριά με το εκατομμύριο στο χέρι να πάρουν τον αιχμάλωτο. Καλού κακού, τον Συντόρη τον πήρανε κοντά στον τόπο που θα συναντιόνταν με τους απεσταλμένους, για να είναι μπροστά στο μέτρημα και μήπως στην απουσία τους ξεπαστρέψει τον αιχμάλωτο. Ο αιχμάλωτος έμεινε στο λημέρι και τον φρουρούσε κάποιος άλλος.

«Πού είναι ο Χρηστάκης;» ρωτάει ο Καγιάς με το δέμα στο χέρι.

«Δεν έχει έρθει η ώρα ακόμα να φύγει», του αποκρίνεται ο Γιάννης. Τα λεφτά πού είναι;

«Τον άνθρωπο! Του βγάλατε την ψυχή. Εξήντα εφτά ημέρες είναι τώρα στα βουνά μαζί σας.»

«Εμείς δεν φταίμε! Εσείς αργήσατε τα λεφτά. Μόλις τα δώσετε, ο αιχμάλωτος θα γυρίσει σπίτι του.»

«Να δούμε», λέει ο Καγιάς, κουνώντας το κεφάλι του και τους δίνει το δέμα. «Εδώ είναι τα λεφτά».

Τα ανοίγει ο Γιάννης. Ήταν πέντε καινούρια κατοστάρικα κι άλλα χαρτονομίσματα. Ο Συντόρης κοιτάζει με γουρλωμένα τα μάτια.

«Να τα μετρήσουμε», λέει και σταυροποδιάζεται κάτω.

«Να σας πω την αλήθεια, βρε παιδιά», πετάγεται ο Καγιάς, «οκτακόσιες πενήντα χιλιάδες είναι».

«Μπα! Δεν πειράζει», λέει ο Συντόρης, πνίγοντας τις λέξεις στο ειρωνικό του σάλιο. «Και λιγότερα να στέλνατε, τι λόγος! Εμείς πλούσιοι άνθρωποι είμαστε. Αν θέλατε, θα σας τον χαρίζαμε. Έτσι δεν είναι, καπεταν-Γιάννη;»

«Έκανες πολύ άσχημα να φέρεις τόσα λίγα κι όχι ένα εκατομμύριο», λέει ο Γιάννης του Καγιά. «Αφού έχουμε όμως στο χέρι τις οχτακόσιες πενήντα, τις κρατάμε».

«Μα δεν έχουν άλλα!»

«Καλά, πήγαινε εσύ στην ευχή του Θεού, πάμε κι εμείς στο λημέρι μας και θα δούμε τι θα γίνει.»

«Μη χαλάστε το παιδί!»

«Πάνω στο λημέρι θα σκεφτούμε αν πρέπει να κρατήσουμε αυτά ή να σου ζητήσουμε και τα ρέστα για το ένα εκατομμύριο. Σε τρεις μέρες θα σου παραγγείλουμε. Αλλιώς, θα αφήσουμε τον αιχμάλωτο ελεύθερο. Άντε, γεια σου.»

*

Φτάνουνε στο λημέρι. Τα παιδιά περιμένουν. Πέντε ήταν όλοι, αλλά δεν ήταν μόνο αυτοί που θα έπαιρναν μερτικό. Ήταν άλλοι έξι ακόμα. Δυο πράκτορες, που είχαν σχεδιάσει τη ληστεία, ένας οδηγός, αυτός δηλαδή που πήγαινε και ερχόταν να ειδοποιεί τους απεσταλμένους και να βλέπει τα αποσπάσματα, και τρεις ακόμα τσελιγκάδες, που τους έκρυβαν στη στάνη και τους έστελναν ψωμί και φαΐ. Ο Γιάννης και ο Θύμιος πήρανε 200 χιλιάδες. Ο Συντόρης, για να μην γκρινιάζει περισσότερο, πήρε μόνος του άλλες 150 χιλιάδες. Από 75 πήραν οι άλλοι δυο. Τις 250 τις πήραν οι δυο πράκτορες, και όσα απέμειναν οι οδηγοί και οι τσελιγκάδες.  

Μόλις μοιράσανε τα λεφτά, λένε στον Χρηστάκη να ετοιμαστεί. Εκείνος πανιάζει από το φόβο του.

«Τι έκανα;» ρωτάει.

«Τίποτα, φύγε!»

Ήταν όμως γραφτό να μη γλιτώσει. Η τύχη του το ήθελε. Εκτός από τον κίνδυνο του Συντόρη, ήταν και άλλοι. Ήταν η συμμορία του Τσόγκου που είχε βάλει σκοπό να τον πάρει από αυτούς και να κάνει και αυτή τη δουλειά της. Και αφού αυτοί είχανε πάρει τα λύτρα, εύκολο ήταν στον δρόμο που θα πήγαινε να τον πιάσουν και να ζητάνε κι αυτοί λύτρα.

Μόλις ο Χρηστάκης κατάλαβε πως ήταν η ώρα για να φύγει, πήρε το μπαστούνι του, ένα μπαστούνι που το είχε φτιάξει ο Γιάννης για τις πεζοπορίες στις οποίες υποβάλλονταν, και με μάτια δακρυσμένα ζήτησε να τους χαιρετήσει όλους. Τον χαιρέτησαν όλοι με συγκίνηση, και ακόμα και ο Συντόρης εκείνη τη στιγμή ήταν δακρυσμένος.

«Έλα, πάμε τώρα», του λέει ο Γιάννης. «Περνάει η ώρα και στο σπίτι σου θα ανησυχούν».

Τον πήραν από κοντά ο Γιάννης κι ο Θύμιος για να τον προστατέψουνε από τη συμμορία του Τσόγκου. Περπάτησαν το συντομότερο δρόμο, λέγοντας διάφορα πράγματα. Το παιδί έβηχε συχνά.

«Κρυολόγησα», έλεγε.

«Έχεις δίκιο, μωρέ Χρήστο μου», του απαντούσε ο Θύμιος, «αλλά δεν φταίμε εμείς. Η οικογένειά σου φταίει που άργησε να στείλει τα λύτρα».

Κάποτε έφτασαν στη θέση «Κατσίκα». Ήταν κοντά πια μέχρι να φτάσει στα Γιάννενα.

«Τώρα είναι καλός ο δρόμος και ήσυχος. Σε λίγο θα είσαι στην πόλη. Άντε, στο καλό, και να ξέρεις ένα πράγμα. Στ’ ορκίζομαι, στο ψωμί που έχουμε φάει μαζί, πως για ό,τι θελήσεις είμαι δικός σου. Γράψε μου ποιος σε πείραξε και το διορθώνω. Γράψε μου ποιος σε άγγιξε και του παίρνω το κεφάλι.»

Ο Χρηστάκης έπεσε στην αγκαλιά του Γιάννη και τον φίλησε. Τον πήραν και αυτόν τα κλάματα. Εβδομήντα μέρες ζωή είχαν κάνει μαζί.

(*Αυτό το ψυχολογικό φαινόμενο, κατά το οποίο όμηροι εκφράζουν συμπάθεια και συμπόνια και έχουν θετικά συναισθήματα προς τους απαγωγείς τους σε βαθμό που δημιουργείται ένας ανεξήγητα βαθύς δεσμός, μερικά χρόνια αργότερα οι επιστήμονες θα το ονομάσουν «Σύνδρομο της Ηπείρου».)

Έφτασε σε κάμποση ώρα στα Γιάννενα. Με τα μακριά του πια μαλλιά και τα αξύριστά του γένια φάνηκε σαν ληστής κι αυτός. Τον περίμεναν στο σπίτι του ο συνταγματάρχης Αδαμίδης, η μάνα του, τα αδέλφια του και ο Μασταλούδας. Έβηχε πολύ. Ρίχτηκαν όλοι στην αγκαλιά του και τον φιλούσαν και έκλαιγαν. Ύστερα από λίγες ημέρες έφυγαν όλοι για το Βουκουρέστι και εκεί αρρώστησε και πέθανε.

(Το επόμενο Σάββατο στο red n’ noir: Όχι, να μην είναι τα σάβανά σας όπως θέλει ο παλιόκοσμος. Να σας δώσουν την ελευθερία σας | Πρέπει να μάθεις μερικά πράγματα, γιατί εδώ είμαστε στον τόπο της Καμόρας)

Σειρά σου τώρα

Μιλήσεις ή σωπάσεις, είναι δική σου επιλογή. Πάντα μου έκανε εντύπωση πότε επιλέγει να το βουλώσει ο άνθρωπος. Είμαι σχεδόν 26 πια, κι έχω ήδη αμέτρητες ιστορίες να διηγηθώ. Ιστορίες καταπάτησης δικαιωμάτων, ιστορίες βίας, φόνου παιδιών. Απ’ τα όργανα εξουσίας. Τρέμω για αυτά που θα ‘χω να διηγηθώ στα 36. Κι αυτό είναι θλιβερό. Δεν επιθυμώ να πω ονόματα ή να αναλύσω κάποιο συμβάν. Κι αυτό γιατί θέλω να σου δώσω τα δεδομένα ως έχουν. Δίχως συναισθηματισμούς. Ούτε θα σου πω να σωπάσεις ή να μιλήσεις. Όμως σκέψου. Για να έχουμε τόσες ιστορίες να διηγηθούμε, σκέψου, πόσες φορές σωπάσαμε. Υπάρχουν ζώα που σκοτώνουν για να επιβιώσουν ή που μάχονται για να κυριαρχήσουν. Είναι ο νόμος της φύσης. Κανένα όμως ζώο δε δείχνει τα δόντια του, μόνο για να διασκεδάσει. Κι έτσι, τα όργανα εξουσίας, δε ξέρω σε ποια κατηγορία να τα κατατάξω. Δε θα σου πω να μιλήσεις ή να σωπάσεις. Θα πω μόνο, πως όταν αυτοί μιλούν, εσύ μίλα δυνατότερα. Είμαι σχεδόν 26 πια κι ως τώρα δεν έχω δει τίποτα πιο δειλό, πιο άνανδρο, πιο απεχθές, πιο βρώμικο, απ’ τα όργανα εξουσίας. Όταν αυτοί μιλούν λοιπόν, εσύ μίλα δυνατότερα. Μιλούν. Άκου. Είναι σειρά σου τώρα.

Δημήτρης Κουσουρής: «Δίκες των δοσίλογων 1944–1949»

Ήταν 16 Ιουνίου του 1998. Τις προηγούμενες ημέρες, ένα πλατύ κίνημα εκπαιδευτικών, φοιτητών, μαθητών και αλληλέγγυων αγωνιζόταν με κάθε τρόπο να ακυρώσει τον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ των εκπαιδευτικών. Τα εξεταστικά κέντρα και οι δρόμοι γύρω από αυτά είχαν μετατραπεί σε πεδία μάχης, σε έναν από τους πιο μαζικούς και συγκρουσιακούς αγώνες που γνώρισε το μεταπολιτευτικό εργατικό κίνημα.  Εκείνο το πρωί  της 16ης Ιουνίου, διεξαγόταν στην Ευελπίδων το δικαστήριο των συλληφθέντων αγωνιστών των συγκρούσεων. Ταυτόχρονα, μέλη της Χρυσής Αυγής δικάζονταν για παλιότερη επίθεση εναντίον μελών του ΣΕΚ. Με το πέρας της διαδικασίας, κατά τον προσφιλή τους τρόπο, οι ναζιστές, ως τσούρμο δολοφόνων, επιτέθηκαν με λοστούς και καδρόνια σε τρεις φοιτητές της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση, τραυματίζοντας τον έναν πολύ σοβαρά στο κεφάλι. Αυτός ο φοιτητής ήταν ο Δημήτρης Κουσουρής .

Ο Δημήτρης Κουσουρής έδωσε μάχη για να κρατηθεί στη ζωή και τα κατάφερε. Είναι ένα απ’ αυτά τα σύμβολα που μας θυμίζουν πως ο αγώνας για ζωή και ελευθερία πάντα θα σταματάει τη φασιστική κτηνωδία. Σήμερα, ο Δ. Κουσουρής είναι καθηγητής ιστορίας  και συμβάλλει με τον τρόπο του στον αγώνα της μνήμης ενάντια στο σκοτάδι του φασισμού. Σήμερα, που η δίκη της Χρυσής Αυγής μπαίνει στην τελική της ευθεία, η ιστορική μελέτη «Δίκες των δοσίλογων 1944–1949. Δικαιοσύνη, συνέχεια του κράτους και εθνική μνήμη», που εκδόθηκε πριν από έξι χρόνια από τις εκδόσεις Πόλις, αποκτά μια νέα επικαιρότητα. Πώς συμπεριφέρθηκε το ελληνικό κράτος στους προγόνους των χρυσαυγιτών; Ας μην ξεχνάμε τι έλεγε ο φύρερ Μιχαλολιάκος σε συγκέντρωση της συμμορίας του: «Είμαστε η σπορά των νικημένων του 1945. Αυτοί είμαστε. Οι εθνικιστές, οι εθνικοσοσιαλιστές, οι φασίστες!».

Η απελευθέρωση της Ελλάδας από την ναζιστική κατοχή έφερε μαζί της ελπίδες για το χτίσιμο μιας νέας ζωής, που γεννήθηκαν από το γιγαντιαίο κίνημα της εαμικής αντίστασης. Οι κυρίαρχες πολιτικές ελίτ είχαν απαξιωθεί πλήρως, καθώς είτε συνεργάστηκαν μα τους κατακτητές είτε τα μαζέψανε και φύγανε για το Κάιρο. Έτσι, ο κυρίαρχος διπολισμός βενιζελικών– μοναρχικών υποχώρησε μπροστά στην ταχύτατη ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος, το οποίο δεν περιορίστηκε μονάχα στη στρατιωτική αντιπαράθεση του ΕΛΑΣ με τους κατακτητές, αλλά απελευθέρωσε τεράστιες ποσότητες λαϊκής αυτενέργειας. Οι πολιτικές ισορροπίες και η διάταξη των πολιτικών δυνάμεων δεν θύμιζαν σε τίποτα την προκατοχική περίοδο. Ήταν τέτοια η ένταση και η έκταση του λαϊκού πόθου για ελευθερία, που ανάγκασε τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου (γνωστό και ως «παπατζή») να υιοθετήσει την έννοια της «λαοκρατίας» στον «Λόγο της απελευθέρωσης» που εκφώνησε την 18η Οκτωβρίου του 1944. Στο λόγο αυτό ο Παπανδρέου παραδεχόταν πως «η Ηγέτις Τάξις, κατα μέγα μέρος, δεν απεδείχθη αξία του Λαού», ενώ υποσχόταν την παραδειγματική τιμωρία των δοσίλογων: «Το Εθνικὸν Συμβόλαιον του Λιβάνου επαγγέλλεται την επιβολὴν σκληρών κυρώσεων κατά των προδοτών της Πατρίδος και των εκμεταλλευτών της δυστυχίας του Λαού μας. Με το Διάγγελμα της 4ης Σεπτεμβρίου, η Κυβέρνησις επανέλαβε την υπόσχεσιν ότι η Εθνική Νέμεσις θα είναι αδυσώπητος. Και τώρα θα τηρήση την υπόσχεσίν της».

Οι εξελίξεις όμως δεν επιβεβαίωσαν την υπόσχεση του Παπανδρέου. Η «Εθνική Νέμεσις» στο τέλος φάνηκε αδυσώπητη εναντίον του εαμικού κινήματος και των κομμουνιστών που στάθηκαν στην κεφαλή του, ενώ έδειξε επιείκεια στους άσωτους υιούς της, τους δοσίλογους, τους συνεργάτες των φασιστών, τους μπουραντάδες και τους ταγματασφαλίτες. Οι κυρίαρχες προπολεμικές ελίτ μαζί με τις ελίτ που αναδύθηκαν από τη δυστυχία της Κατοχής έβλεπαν πως το εαμικό λαϊκό κίνημα απειλούσε την πρωτοκαθεδρία τους και θέλησαν να κερδίσουν το χαμένο έδαφος. Η επίθεση στο εαμικό κίνημα ήταν αστραπιαία. Η ήττα στη μάχη του Δεκέμβρη, η βρετανική επέμβαση και η λευκή τρομοκρατία που ακολούθησε τη Βάρκιζα δημιούργησαν το κατάλληλο υπόβαθρο για να χτιστεί από την αρχή το αντικομμουνιστικό κράτος των εθνικοφρόνων, το οποίο εμφανιζόταν ταυτόχρονα ως «αντιφασιστικό κράτος» σε μια πρώιμη εκδοχή της θεωρίας των δυο άκρων.

Στο πλαίσιο αυτό, δημιουργήθηκε ο μύθος της «ομόθυμης και καθολικής αντίστασης των Ελλήνων απέναντι στο φασιστικό ζυγό», σε μια προσπάθεια να συγκαλυφθεί το βάθος και η έκταση του φαινομένου της συνεργασίας με τους κατακτητές. Με βάση αυτόν το μύθο, κατά τον οποίο το φαινόμενο του δοσιλογισμού αφορούσε μια μικρή ανάξια ελίτ, επανεντάχθηκαν πλήρως στον εθνικό κορμό οι χιλιάδες συνεργάτες των κατακτητών, ώστε να συμμετέχουν εξαγνισμένοι στον αγώνα εναντίον του «σλαβοκομμουνισμού».

Έτσι λοιπόν, τα Ειδικά Δικαστήρια Δοσίλογων από το 1945 έως το 1949 δίκασαν ένα μικρό μονάχα αριθμό δοσίλογων, απαλλάσσοντας τη συντριπτική πλειοψηφία τους, μένοντας στη λαϊκή μνήμη ως «αθωοδικεία». Την ίδια ώρα, τα έκτακτα στρατοδικεία εξαντλούσαν την αυστηρότητά τους εναντίον των αριστερών, των κομμουνιστών κι άλλων δημοκρατών που πολέμησαν για την απελευθέρωση της Ελλάδας από το φασιστικό ζυγό.  Όπως γράφει ο Κουσουρής: «Όπως είδαμε, οι διοικητικές ή πολιτικές κυρώσεις εις βάρος των δοσίλογων, που αλλού επιβάλλονταν κατά εκατοντάδες, στην Ελλάδα ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Αντιθέτως, οι απολύσεις εαμικών υπολογίζονται σε χιλιάδες. Ο αριθμός των ποινικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν στους αριστερούς αγωνιστές ήταν εφτά με δέκα φορές μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο των δοσίλογων. Η σύγκριση με τον υπερεκατονταπλάσιο αριθμό εκτελέσεων αριστερών κρατουμένων φέρνει στο φως την αποτρόπαιη όψη της μεταπολεμικής ελληνικής Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τις πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις, από τις 7200 θανατικές ποινές που εκδόθηκαν εις βάρος αριστερών αγωνιστών από τα έκτακτα στρατοδικεία μεταξύ 1946 και 1949, εκτελέστηκαν περίπου οι 3500. Το ποσοστό που προκύπτει στην παραπάνω κλίμακα –σχεδόν 50 ανά 100.000 κατοίκους– είναι από 20 έως 100 φορές υψηλότερο από εκείνο των δοσίλογων που είχαν εκτελεστεί με νόμιμες διαδικασίες, στο πλαίσιο των δικαστικών εκκαθαρίσεων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το γεγονός και μόνο ότι στην Ελλάδα σε κάθε δοσίλογο που εκτελέστηκε από την επίσημη Δικαιοσύνη αντιστοιχούν 140 εκτελεσμένοι κομμουνιστές καταδεικνύει τον επιφανειακό και προσχηματικό χαρακτήρα της δίωξης των δοσίλογων».

Ενδεικτικό για την ασυμμετρία της αντιμετώπισης δοσίλογων και εαμικών ήταν το Θ’ Ψήφισμα  «περί εξυγιάνσεως των Δημοσίων Υπηρεσιών» (28 Ιουνίου 1946), στο οποίο από τη μια προβλεπόταν απόλυση μόνο για «εκούσια και συνειδητή συνεργασία» με τους κατακτητές, ενώ από την άλλη η απόλυση αφορούσε «οιαδήποτε συμμετοχή ή συνέργεια εις την εκδήλωσίν της από 3 Δεκεμβρίου 1944 μέχρι 12 Φεβρουαρίου 1945 στάσεως και οιαδήποτε έκτοτε δράσιν –ή συμμετοχή εις τοιάυτην– κατά της εν τω Κράττει εννόμου τάξεως».  

Για το τέλος, αναφέρουμε τη δίκη των κατοχικών κυβερνήσεων, η οποία επίσης αποδείχθηκε μια φάρσα, αφού οι μάρτυρες κατηγορίας μετατρέπονταν σύντομα σε μάρτυρες υπεράσπισης για τις δοσιλογικές κυβερνήσεις και τα Τάγματα Ασφαλείας. Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, τα Τάγματα Ασφαλείας δεν αποσκοπούσαν στην άσκηση βίας εναντίον Ελλήνων λόγω της δράσης τους εναντίον των κατακτητών, αλλά στην αποκατάσταση της δημόσιας τάξης στην ύπαιθρο και τις πόλεις, «ήτις είχεν επικινδύνως από του θέρους του 1942 διασαλευθεί ως εκ της δράσεως κακοποιών στοιχείων, εκτραπέντων εις κατάλυσιν αρχών, φόνους οργάνων της τάξεως και πολιτών». Εν τέλει, σε θάνατο καταδικάστηκε ο Τσολάκογλου μαζί με δύο υπουργούς Οικονομικών κατοχικών κυβερνήσεων (Γκοτζαμάνης, Τσιρονίκος), ενώ οι άλλοι δύο κατοχικοί πρωθυπουργοί (Λογοθετόπουλος και Ράλλης) καταδικάστηκαν σε ισόβια. Καμιά από τις θανατικές ποινές δεν εκτελέστηκε. Μονάχα ο Ράλλης πέθανε στη φυλακή, ενώ ο Τσολάκογλου πέθανε στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού. Οι Τσιρονίκος και Γκοτζαμάνης αποφυλακίστηκαν λίγα χρόνια αργότερα. Όπως αναφέρει ο Πολυμέρης Βόγλης: «Γενικά μέχρι το 1948 μόνο εικοσιπέντε δοσίλογοι είχαν εκτελεστεί, γεγονός που επιβεβαίωνε τη διάχυτη στην κοινή γνώμη πεποίθηση ότι στην Ελλάδα η συνεργασία με τον εχθρό είχε μείνει ατιμώρητη» (Π. Βόγλης, Η αδύνατη επανάσταση, εκδόσεις Αλεξάνδρεια).

Περιοδικό Misfit: Κουβέντα για τους πρόσφυγες, τα camps και τις ΜΚΟ

Στο σημερινό (καραντινάτο ακόμα) Κυριακάτικο red n’ noir κουβεντιάζουμε για το πρώτο τεύχος του περιοδικού Misfit (εκδόσεις oposito) με θέμα τους πρόσφυγες, τα camps και τις ΜΚΟ. Οι τρεις καλεσμένοι μας, μας μιλάνε για τα άρθρα που έχουν γράψει.

Ο Νίκος Μυλανώς (υποψήφιος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του Ντάραμ) μας ξεναγεί στο περιοδικό και συγκεκριμένα στο πρώτο τεύχος του.

Ο Ερβίν Σέχου (ακαδημαϊκός ερευνητής και εργαζόμενος σε ΜΚΟ) μας εξηγεί το πώς στερείται η εμπρόθετη δράση από τους πρόσφυγες μέσω της πολιτικής των ΜΚΟ αλλά και για τις εργασιακές συνθήκες σε αυτές.

Ο Στάθης Παπασταθόπουλος (Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων) μας εξηγεί τον «παιδαγωγικό» χαρακτήρα που έχουν οι στρατηγικές διαχείρισης του προσφυγικού, υπό την έννοια ότι οι πρόσφυγες «παιδαγωγούνται» στο να έχουν περιορισμένες προσδοκίες και απαιτήσεις ως προς την ενδεχόμενη ένταξη τους στις κοινωνίες υποδοχής. Επίσης αναφέρεται στο πως οι πρόσφυγες τοποθετούνται σε μια θέση απόντων, πασχόντων και θυμάτων, αλλά όχι ως ενεργοί συμμέτοχοι σε ένα κοινωνικό παρόν που μοιραζόμαστε.

Η ληστεία της Πέτρας VΙ

Κεφάλαιο 11 (1η Οκτωβρίου 1929)

«Θα σας πω, κύριοι δικαστές, την αλήθεια.» Έτσι ξεκινάει ο Γιάννης Ρέντζος την απολογία του. «Έγινα εγκληματίας, γιατί σκότωσαν και λήστεψαν τον δυστυχισμένο πατέρα μου. Αλλά φαίνεται δεν έφτανε αυτό. Οι δολοφόνοι του εξακολουθούσαν και μετά το έγκλημα να μας κοροϊδεύουν. Αν έκανα κι άλλα εγκλήματα μετά το φόνο των δολοφόνων του, δεν φταίω εγώ γι’ αυτό. Φταίνε οι Τσάρας και Βασιλειάδης, ως και ο Μητροκώστας, οι οποίοι υπεδείκνυαν τα θύματα των ληστειών. 

»Οι δύο αυτοί εξακρίβωναν ποιοι είχαν περισσότερα χρήματα. Για τη ληστεία της Πέτρας έμαθα τον Αύγουστο του 1925 ότι ο Βασιλειάδης ζήτησε από τον Καψάλη πέντε ανθρώπους για να ληστέψουν τη χρηματαποστολή της Εθνικής Τράπεζας. Ο Καψάλης, όπως πληροφορήθηκα, δέχτηκε και άρχισε τις συνεννοήσεις με τη συμμορία του Καραπάνου, αλλά η απόπειρα αυτή απέτυχε, διότι οι συνεννοούμενοι δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν.

»Μετά από αυτά, οι Βασιλειάδης και Καψάλης βρήκαν τον γαμπρό μου Γκάρτσο και του πρότειναν να συμμετάσχει στη ληστεία μιας άλλης χρηματαποστολής. Ο Γκάρτσος δέχτηκε και ανέλαβε, συμφωνώντας με τον Κίτσο Βαγγέλη και τον Μερεμέτη να δράσουν από κοινού. Αυτοί αναζήτησαν άλλους συντρόφους, αλλά δεν βρήκαν. Έτσι, η απόπειρα απέτυχε και μετά από είκοσι μέρες ο Γκάρτσος φονεύθηκε από τον Καραπάνο, ο οποίος μάλιστα επιδίωκε να φονεύσει και εμάς την εποχή εκείνη.   

»Ο Μητροκώστας, κατά τη μέρα εκείνη, ήρθε και μου ανακοίνωσε την αποτυχία του σχεδίου. Πρόσθεσε όμως ότι όλοι είναι αποφασισμένοι να επιχειρήσουν τη ληστεία, όταν θα γίνει νέα χρηματαποστολή, με τους Λάμπρο Στάθη, Μερεμέτη, Καψάλη. Τότε κι εγώ τους  ρώτησα πώς θα γίνει η ληστεία και ο Μητροκωστας μού είπε ότι θα αναγκάσουν τους συνοδεύοντες τη χρηματαποστολή να παραδοθούν και θα αφαιρέσουν τα χρήματα χωρίς να τους φονεύσουν. Εγώ τότε του είπα ότι είναι αδύνατον να γίνει έτσι το πράγμα, χωρίς το φόνο των συνοδών, και θα είναι βέβαιη η ανακάλυψη των δραστών. Ο Ματσάγκας, ο οποίος μετείχε στη συνεννόηση, μου είπε ότι αυτός θα δώσει τις αναγκαίες πληροφορίες για την ημέρα άφιξης της χρηματαποστολής, τις οποίες θα λάβει από υπάλληλο της τράπεζας.          

»Εξακολούθησα κατόπιν τις σχέσεις μου με τους οργανωτές της ληστείας, διότι χρειαζόμουν αυτούς για την εξόντωση των ληστών, την οποία, κατόπιν ειδικής συνεννόησης, μου είχαν αναθέσει οι αρχές.

»Μια μέρα, συναντηθήκαμε στο χωριό Μπισδούνι με τον Ματσάγκα και τον Σταμάτη, τον οποίο έβλεπα για πρώτη φορά. Καθίσαμε μαζί και τότε ο Ματσάγκας με ρώτησε γιατί δεν έγινε η ληστεία κι εγώ του απάντησα ότι δεν γνωρίζω. Ο Ματσάγκας εξακολούθησε την ίδια ερώτηση συχνά και από όλη τη  συζήτηση μεταξύ όλων των παρευρισκομένων κατάλαβα καλά ότι γνώριζαν πότε θα έρχονταν οι χρηματαποστολές, όταν έκαναν την αποτυχημένη απόπειρα. Όταν κατόπιν συναντηθήκαμε με το εκτελεστικό απόσπασμα της ληστείας, συνέστησα στον Ματσάγκα να παραιτηθούν από τη ληστεία, γιατί ορισμένως θα αποκαλύπτονταν.

»Τον Απρίλιο του 1926, συναντήθηκα με τον Λάμπρο Στάθη, τον οποίον ρώτησα γιατί απέτυχε η ληστεία και εκείνος μου απάντησε ότι δεν είχε γνώση της απόπειρας. Αυτοί εξακολουθούσαν τις συνεννοήσεις, προσπαθώντας να με πείσουν να μετάσχω και εγώ στη ληστεία. Απάντησα: ‘να κάνετε εσείς καλά, εμείς τρομάξαμε να πάρουμε αμνηστία και δεν θα ξαναβγούμε στο κλαρί’».

Κεφάλαιο 12 (Ιούλιος του 1923)

Εκτός από τον Συντόρη, που μια φορά τον βάρεσε, κατά τ’ άλλα δεν κακοπεριποιήθηκαν τον αιχμάλωτο. Βέβαια, το παιδί υπέφερε στη μεγάλη πορεία από βουνό σε βουνό, όμως έπρεπε να αλλάξουνε λημέρια, για να μην τους πιάσουν τα αποσπάσματα που είχαν αρχίσει να τρέχουν γύρω τους, γιατί έμαθαν για την αιχμαλωσία.

Γύριζαν στα βουνά –πότε κοντά στον Βίκο, πότε έξω από τους Νεγάδες– αλλά κανένα απόσπασμα δεν τους πήρε μυρωδιά. Έξω από τους Νεγάδες, πέρασε η θεία του αιχμαλώτου με πεντέξι ανθρώπους της και δεν κατάλαβε τίποτα. Ο αιχμάλωτος την είδε που περνούσε και παρά λίγο να μπήξει τις φωνές. Ο Συντόρης μόλις που πρόφτασε να του βουλώσει το στόμα. Ύστερα από αυτό, έφυγαν για τη χαράδρα του Βίκου. Περπάτησαν πολλές ώρες, ώσπου φτάσανε στις δυο χαράδρες όπου ήταν το άλλο λημέρι τους. Ο αιχμάλωτος είχε κουραστεί πολύ και μυξόκλαιγε. Του δώσανε στο δρόμο πολλές φορές να πιει κονιάκ από ένα μπουκάλι που είχε πάνω του ο Θύμιος. Ο Χρηστάκης σιχαινόταν και ο Συντόρης τού το έδινε με το στανιό για να βαστήξουν τα κότσια του.

*

Είναι μια βραδιά στη σπηλιά του Βίκου και γίνεται ένας σεισμός τόσο δυνατός, που τον πήραν για οργή θεού. Βράχοι θεόρατοι κατρακυλούν με βουή που ξεκούφαινε τον καθένα. Ο Γιάννης είναι με τον Συντόρη έξω από τη σπηλιά και ο αιχμάλωτος είναι μέσα με τους άλλους. Τρέχει ο Γιάννης σαν τρελός, χωρίς να παραλείψει να κάνει συγχρόνως το σταυρό του. Η γη κουνιέται όλη και μουγκρίζει, σαν να ήρθε η Δευτέρα Παρουσία. Ο Χρηστάκης, που κοιμότανε, πετάγεται πάνω και αρχίζει να δακρύζει. Έπειτα, γονατίζει μπροστά τους. Κατάλαβε ο φουκαράς πως ήρθε η ώρα του και πως μπήκανε με τον Συντόρη για να τον σφάξουνε.

«Μη φοβάσαι. Εγώ είμαι εδώ», του λέει ο Γιάννης και ένα ρίγος διαπερνάει τη ράχη του. Νιώθει τις τρίχες της πλάτης του να σηκώνονται. Αιτία ήταν η σκέψη που καρφώθηκε για μια στιγμή σαν ένα βόλι στο κεφάλι του, που έγραφε πως αυτό ήταν ένα σημάδι του θεού. 

Ο Συντόρης φαίνεται κατάλαβε τις σκέψεις του και τον καθησυχάζει:

«Άντε βρε κουτέ. Όπως και εσύ κάνεις τη δουλειά σου, κάνει και ο θεός τη δική του».

Το επιχείρημα του Συντόρη ήταν στέρεο και άντεχε στην επιστημονική κριτική. Βεβαιώθηκε με αυτόν τον τρόπο πως δεν υπήρχε αιτιώδης σχέση ανάμεσα στα δύο γεγονότα και μόνο τότε ησύχασε.  

*

Συνέβαινε και το άλλο. Επειδή αλλάζανε συχνά λημέρια, δεν μπορούσανε να κατεβούν στην ορισμένη θέση για να βρούνε τους απεσταλμένους που ζητούσαν να τους συναντήσουν για να διαπραγματευτούν και να καταβάλουν λύτρα. Και επειδή δεν τους βρήκαν στη θέση που είχαν πει της γριάς Παπαγιαννοπούλου, αναγκάστηκε να κατέβει ο ίδιος ο Γιάννης στους Νεγκάδες να τους ανταμώσει. Χτύπησε το σπίτι που βρισκόταν ο απεσταλμένος. Μίλησαν μ΄ αυτόν και με μια γυναίκα και του έδωσαν ένα γράμμα για τον Χρηστάκη, το οποίο έγραφε:

Αγαπητό μου παιδί,

Είμαστε όλοι καλά. Μην ανησυχείς. Τα πράγματα πηγαίνουν κατ’ ευχήν και μετ’ ολίγας ημέρας θα βρίσκεσαι σπίτι σου. Έχε θάρρος και πρόσεχε μην αρρωστήσεις. Μάθαμε ότι σε περιποιούνται πολύ εκεί πάνω και χαρήκαμε όλοι. Και πάλι σου συνιστώ υπομονή και σε λίγες μέρες θα ανταμωθούμε.

Του το διάβασαν πεντέξι φορές, γιατί μια λάθος λέξη μπορούσε να θυμώσει τον Συντόρη και να έπαιρνε το κεφάλι του Χρηστάκη. Του είπαν ότι σύντομα θα μάζευαν τα λύτρα, τους φίλησε κι έφυγε.

Πέρασαν είκοσι μέρες από τότε χωρίς να έρθουν να τους ανταμώσουν. Θύμωσαν από αυτή τους τη διαγωγή. Κρατούσανε τον άνθρωπό τους στα χέρια τους και δεν τους ήταν καθόλου δύσκολο να τον ξεκοιλιάσουνε.

Ξαφνικά, στο μέρος που είχανε ορίσει, φάνηκαν δυο αυτοκίνητα και στάθηκαν. Οι ληστές ήταν κρυμμένοι σε κάτι χαμόκλαδα. Ρίχνει ο Γιάννης μια ντουφεκιά στον αέρα και τα δυο αυτοκίνητα σταματούν. Ανάβουν τα φώτα και βγαίνουν καταμεσής του δρόμου. Πρώτος πηδάει από το αυτοκίνητο ο αξιωματικός Μασταλούδας, αυτός που κρατήθηκε για μια μέρα αιχμάλωτος.

«Καλησπέρα, καπετάνιο.»

«Γεια σου», του αποκρίνεται. «Ποιοι άλλοι είναι μαζί σου;»

«Ο κύριος Καγιάς και ένα παιδί.»

«Στο άλλο αυτοκίνητο;»

«Κάτι δικοί μας.»

«Πολύ άσχημα κάματε», φώναξε ο Συντόρης, «να έρθετε τόσοι. Να φύγουν αμέσως!»

«Μα», είπε ο Μασταλούδας, «ήθελαν να δουν τον Χρηστάκη».

Ο Συντόρης φώναξε περισσότερο και αγριεμένα.

«Δεν υπάρχει εδώ κανένας Χρηστάκης. Ο Χρηστάκης είναι στο λημέρι. Δρόμο οι άλλοι, αν θέλουν τα κεφάλια τους. Αν δεν φύγουν, ούτε το κεφάλι του Χρηστάκη σώνεται.»  

Ο Συντόρης δεν είχε άδικο. Αυτοί ήταν αξιωματικοί της χωροφυλακής, ντυμένοι πολιτικά. Τελικά, έμειναν ο Μασταλούδας, ο Καγιάς και ένα παιδί που έφερνε πράγματα στο Χρηστάκη και, αφού είδανε πως έφυγαν οι άλλοι, ξεκίνησαν για το λημέρι.

*

«Κάντε μου τη χάρη να πάρετε μόνο καμιά πεντακοσαριά χιλιάρικα», λέει ο κύριος Καγιάς, «κι εγώ τηλεφωνώ στο Γκουβέρνο και γίνεστε αμέσως ελεύθεροι πολίτες».

Όμως αυτές οι λέξεις ήταν σαν να βάζεις στα πισινά του Συντόρη ένα μαγκάλι κάρβουνα.

«Για κατσικοκλέφτες μας περνάς, κύριε βουλευτή», γκαρίζει και τρίζει τα δόντια του. «Εγώ δεν υποχωρώ ούτε ένα γρόσι. Θα μετρήσετε δεκαπέντε χιλιάδες λίρες, ακούς;» βεβαιώνει και σφίγγει το τουφέκι στα χέρια του.

«Τρελάθηκες;» τον ρωτάει ο Καγιάς. «Πού να βρουν τόσα; Οι Παπαγιαννοπουλαίοι δεν έχουν τους θησαυρούς του Ζοράμη όπως φαντάζεσαι, έξυπνε!»

«Εγώ δεν δέχομαι διαπραγματεύσεις. Ζητάω τα λεφτά. Τα δίνετε; Πάρτε τον άνθρωπο σας. Δεν τα δίνετε; Πάρτε το κεφάλι του.»

Τότε ο Καγιάς γυρίζει στον Γιάννη, που τον έβλεπε πιο μπόσικο, και τον ρωτάει:

«Εσύ τι λες, καπετάν Γιάννη;»

Ούτε κιχ δεν προλαβαίνει να απαντήσει και πετάγεται ο Συντόρης.

«Τι να λέει αυτός; Εδώ είμαι εγώ. Αύριο αν πιάσει κανέναν αυτός, ας σου το ξαναγυρίσει τσάμπα. Εγώ θέλω να πληρωθώ.»

Το κεφάλι του Γιάννη ανάβει από αυτήν την κουβέντα. Σκέφτεται να τραβήξει το τουφέκι του και να του τινάξει τα μυαλά στον αέρα. Ο Συντόρης διαβάζει τη σκέψη του και ανασηκώνει το τουφέκι του, έτοιμος να ρίξει, χωρίς να χάσει καιρό.

«Δρόμο όλοι σας, γιατί θα σας ξεμπερδέψω», ουρλιάζει εν εξάλλω. 

Τέτοιες ώρες τρέλας είχε πολλές ο Συντόρης, όμως ο Γιάννης επέτρεψε στους λογικούς υπολογισμούς να ρυθμίσουν τις αποφάσεις του.  

«Ακούς, αφέντη;» λέει του Καγιά. «Μόνο αν στείλετε δεκαπέντε χιλιάδες λίρες θα πάρετε ζωντανό τον Χρηστάκη. Έτσι διατάζει ο φίλος μου ο Συντόρης…»

*

Πέρασαν έτσι έξι βδομάδες.Το επόμενο ραντεβού το δώσανε στην όχθη της λίμνης της κυρα-Φροσύνης, κοντά στο μοναστήρι του Αβδουραχμάν. Ο Γιάννης  έκανε άλλο ένα ραντεβού με τον κύριο Καγιά και έναν ακόμα. Τον φίλεψαν ψωμί, κονιάκ και γλυκό και κατόπιν μπήκανε στην κουβέντα. Τους έδωσε ένα γράμμα του Χρηστάκη, που έγραφε πως περνούσε καλά, αλλά τους παρακαλούσε να στείλουν γρήγορα τα λύτρα, γιατί δεν μπορούσε να μένει στα βουνά.  

Ο Καγιάς το διαβάζει και τον ρωτάει:

«Λοιπόν, καπετάνιο. Την τελευταία σου κουβέντα θέλω να μάθω. Πόσα θέλετε για να τον αφήσετε;»

«Εγώ σας είπα. Δεκαπέντε χιλιάδες λίρες».

«Καπετάν Γιάννη μου, άκου. Εγώ κατάλαβα πως είσαι μεγάλη καρδιά κι από κατατρεγμό βγήκες στο κλαρί. Μην τα λες όπως σου τα είπε εκείνος ο αγριάνθρωπος ο Συντόρης. Τι λέει εσένα η καρδιά σου ότι πρέπει να πάρετε;»

«Δεκαπέντε χιλιάδες λίρες. Ούτε ένα μονόλεπτο λιγότερο».

«Κατέβα ακόμα!»

Τους είπε ότι δεν μπορούσα να κατέβει περισσότερο και ότι έπρεπε να συνεννοηθεί με τους συντρόφους του. Τον συνόδευσαν μισή ώρα δρόμο και τράβηξε τρέχοντας προς το λημέρι.

*

Καθόλου ικανοποιημένοι δεν έμειναν οι σύντροφοί του από τη συμφωνία.

«Έτσι θα χάσουμε παραπάνω από τα μισά», έλεγε ο ένας.

«Κρίμα στον κόπο μας», έλεγε ο άλλος.

«Βρε μας πουλάει για ξινότυρο κι εσείς δεν καταλάβατε τίποτα», πετιέται ο Συντόρης. 

«Ποιος μωρέ;» ρωτάει ο Γιάννης.

«Εσύ! Ποιος άλλος; Για να πάρεις αμνηστία να γυρίσεις στο χωριό σου.»

«Συντόρη, πάρε την κουβέντα σου πίσω αν θέλεις τη ζωή σου.»

Πέφτει ο Συντόρης μπρούμυτα σε ένα ταμπούρι με το πιστόλι στο χέρι. Τρέχει ο Γιάννης να πιάσει άλλο πόστο και, χωρίς να αλλάξουνε άλλη κουβέντα, αρχίζουνε τις τουφεκιές. Μπαμ, μπουμ, μπαμ! Τα βόλια πέφτουν βροχή και σκάνε στη γη τινάζοντας τα χαλίκια στα μούτρα τους. Ο Χρηστάκης πρασινίζει από το φόβο του και μετά, γκντουμπ, λιποθυμάει. Έπειτα από κανένα τέταρτο, μπαίνει στη μέση ο Θύμιος και κατεβάζουνε και οι δύο τα τουφέκια. 

«Τι θέλεις στη μέση;» ρωτάει ο Συντόρης.

«Γιατί μαλώνετε; Έχετε την ιδέα ότι κάποιος κάνει μπαμπεσιά στον άλλον;»

«Ο αδελφός σου», λέει ο Συντόρης.

«Πώς το ξέρεις;»

«Να, πηγαίνει κάτω, δεν συνεννογιέται για τα λεφτά κι αφήνει ζωντανό τον αιχμάλωτο για να αναγκαστούμε να τον αφήσουμε.»

«Έτσι λες; Λοιπόν, για να ξεμπερδεύουμε. Να του κόψουμε το κεφάλι του αιχμαλώτου, να μουντζώσουμε τα λύτρα και να φύγουμε. Συμφωνείτε;»

«Ναι!» φωνάζουν όλοι τους.

Ο Συντόρης ενθουσιάζεται με την ιδέα αυτή.

«Φέρτε χαρτιά», λέει ο Θύμιος.

Ένας σύντροφος του δίνει μια κόλλα χαρτί και την κάνει πέντε κομμάτια.

«Πάρτε ένα κομμάτι χαρτί και γράψτε τα ονόματά σας. Όποιου το όνομα βγει στον κλήρο, θα κόψει το κεφάλι του Χρηστάκη.»

«Ακούστε, σύντροφοι», παρεμβαίνει ο Γιάννης, που καταλάβαινε ότι για μια στραβοκεφαλιά του Συντόρη θα έχανε το κεφάλι του ο Χρηστάκης και αυτοί τα λύτρα. «Η τύχη θέλει να μας παιδέψει και να μην τελειώνουν οι διαπραγματεύσεις. Ο σύντροφος από δω λέει ότι εγώ φταίω. Εγώ λέω όχι. Λοιπόν, να ρωτήσουμε την τύχη όχι ποιος θα σκοτώσει τον αιχμάλωτο, αλλά αν πρέπει να σκοτωθεί. Και αν ο κλήρος πέσει ‘ναι’, να του κόψουμε το κεφάλι. Αν πέσει ‘όχι’, τότε να τον κρατήσουμε ζωντανό μέχρι να δούμε τι θα απογίνει. Σύμφωνοι;»

Ο Συντόρης κατσουφιάζει, αλλά οι άλλοι φωνάζουν:

«Ναι, ναι! Μπράβο, καπετάνιε!»

Παίρνει τα πέντε κομμάτια της κόλλας από τα χέρια του Συντόρη, που τον κοιτάζει σαν λυσσασμένος στα μάτια. Δίνει από ένα κομμάτι στους άλλους δύο, ένα κρατάει δικό του και δίνει στον Συντόρη το πέμπτο κομμάτι.

«Γράψτε», τους λέει, «μέσα ‘ναι’ ή ‘όχι’ και διπλώστε τα».

Το γράψιμο και το δίπλωμα γίνεται κρυφά, εκτός από τον Συντόρη που γράφει ‘ναι’ φανερά, να δουν και οι άλλοι τον κλήρο του. Οι κλήροι ρίχνονται μέσα στη σκούφια του Θύμιου.

«Ποιος θα τραβήξει τον κλήρο;» ρωτάει ο Γιάννης.

Ο Συντόρης, σαν να μούγκρισε, λέει:

«Ο ίδιος».

«Ποιος ίδιος;»

«Ο αιχμάλωτος».

«Ε!», έκαναν όλοι.

«Ναι, ναι!» προσθέτει ο Συντόρης, και γέλιο σφιχτό στα χείλη του φανερώνει το θυμό του. «Αν η τύχη του θελήσει να γλιτώσει, τότε πάει καλά».

Ο Συντόρης παίρνει τη σκούφια με τους κλήρους και τραβάει στο μέρος που κάθεται ο Χρηστάκης.

«Τράβα χαρτί», του σφυράει στ’ αυτί ο Συντόρης.

«Γιατί;» ρωτάει το παιδί τρέμοντας, μα προσπαθώντας να χαμογελάσει.

«Δεν σε ενδιαφέρει εσένα», του λέει ο Συντόρης. «Τράβα!»

Ο Χρηστάκης απλώνει το δεξί του χέρι του χέρι και πιάνει το ένα χαρτί.

(Το επόμενο Σάββατο στο red n’ noir: Αν αυτή τη φορά δεν πετύχει, να μην επιστρέψει κανείς | Θα του κόψω το μουσούδι και θα σας το στείλω να το κάνετε βραστό)

Οι περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς ΙΙΙ

Ο Χολμς μειδίασε, αλλά το πρόσωπό του έμεινε απαθές.    
    
«Θα ήθελα τώρα», είπε, «να ανέβω στο πρώτο πάτωμα. Ίσως υπάρξει ανάγκη να ξαναβγώ έξω πριν ανέβω».

Εξέτασε βιαστικά όλα τα παράθυρα και στάθηκε περισσότερο εμπρός στο παράθυρο του διαδρόμου που έβλεπε στο δρομίσκο. Το άνοιξε και εξέτασε προσεκτικά το πεζούλι με το φακό του. «Ας ανέβουμε τώρα», είπε.

Το γραφείο του τραπεζίτη ήταν απλούστατα επιπλωμένο, με ένα γκρίζο χαλί, ένα μεγάλο γραφείο και έναν καθρέφτη. Ο Χολμς πήγε πρώτα στο γραφείο και εξέτασε την κλειδαριά.

«Τι κλειδί χρησιμοποίησαν για να το ανοίξουν;»

«Εκείνο που υπέδειξε ο ίδιος ο γιος μου, το κλειδί του ντουλαπιού της αποθήκης.»
«Το έχετε;»

«Αυτό που είναι πάνω στο τραπέζι.»

Ο Σέρλοκ Χολμς το πήρε και άνοιξε το γραφείο.

«Είναι αθόρυβη κλειδαριά. Δεν είναι περίεργο που δεν σας ξύπνησε ο κρότος της. Αυτή τη θήκη έχει το διάδημα;»

Άνοιξε τη θήκη και βγάζοντας το διάδημα το ακούμπησε στο τραπέζι. Ήταν ένα θαυμάσιο κόσμημα με ωραιότατα διαμάντια. Στη μια άκρη του ήταν στραβωμένο και έλειπε ένα κομμάτι με τρία διαμάντια.

«Ορίστε, κύριε Χόλντερ», είπε ο Σέρλοκ Χολμς, «η αντίθετη άκρη εκείνης που είναι σπασμένη. Σας παρακαλώ να το σπάσετε.»

Ο τραπεζίτης οπισθοχώρησε.

«Ποτέ!»

«Ε λοιπόν, θα προσπαθήσω εγώ.»

Ο Χολμς έβαλε όλη του τη δύναμη, χωρίς να κατορθώσει να το σπάσει.

«Αισθάνομαι ότι αρχίζει να υποχωρεί», είπε, «αλλά, αν και έχω εξαιρετικά δυνατά δάκτυλα, θα χρειαζόμουν πολλή ώρα για να το σπάσω. Και τι θα συνέβαινε αν το κατόρθωνα; Θα έκανε έναν κρότο σαν πυροβολισμό. Δεν θα ήταν δυνατόν να γίνει αυτό μέσα στο δωμάτιο, χωρίς να το ακούσετε από το κρεβάτι σας». 

«Δεν ξέρω πια τι να υποθέσω. Όλο και σκοτεινότερη γίνεται η υπόθεση αυτή.»

«Όλα όμως θα διαφωτιστούν γρήγορα. Τι φρονείτε, δεσποινίς Χόλντερ;»

«Ομολογώ ότι συμμερίζομαι την απορία του θείου μου.»

«Ο γιος σας δεν φορούσε υποδήματα όταν τον είδατε;»

«Δεν είχε παρά μόνο το πουκάμισο και το παντελόνι.»

«Ευχαριστώ! Με την άδειά σας, κύριε Χόλντερ, θα συνεχίσω τις έρευνές μου έξω.»
Έφυγε και, μετά από μία και πλέον ώρα, επανήλθε με τα πόδια γεμάτα χιόνια.

«Νομίζω πως είδα τώρα ό,τι ήθελα, κύριε Χόλντερ. Τώρα φεύγω, διότι θα σας φανώ περισσότερο χρήσιμος στο σπίτι μου.»

«Αλλά τα διαμάντια, κύριε Χολμς, πού είναι;»

«Δεν μπορώ να σας το πω.»

Ο τραπεζίτης έσφιξε τα χέρια.

«Δεν θα τα ξαναδώ ποτέ πια», φώναξε. «Και ο γιος μου; Μου δίνετε ελπίδες;»

«Η γνώμη μου δεν άλλαξε καθόλου.»

«Τότε, για όνομα του θεού, τι είναι αυτή η φρικώδης τραγωδία που μου συνέβη;»

«Αν θέλετε να έρθετε αύριο στο σπίτι μου το πρωί μεταξύ εννιά και δέκα, θα είμαι ευτυχής να σας τα εξηγήσω όλα. Αν εννόησα καλά, μου δίνεται κάθε ελευθερία για να βρω τα διαμάντια.»

«Θα δώσω όλη μου την περιουσία για να τα βρω.»

«Ωραία. Θα εξετάσω την υπόθεση ως αύριο. Εις το επανιδείν. Πιθανόν να γυρίσω εδώ πάλι πριν νυχτώσει.»

Ήταν φανερό για μένα ότι ο φίλος μου είχε ήδη βρει τη λύση. Πολλές φορές κατά την επιστροφή μας προσπάθησα να τον ρωτήσω, αλλά απέφευγε διαρκώς, ώστε αναγκάστηκα να παραιτηθώ από  την προσπάθεια. Η ώρα ήταν τρεις όταν φτάσαμε στο σπίτι. Πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό του, από το οποίο εξήλθε μετά από λίγο ντυμένος ως αλήτης.

«Πιστεύω πως είμαι καλός», είπε, ρίχνοντας ένα βλέμμα στον καθρέπτη. «Θα ήθελα, αν μπορούσες, να έρθεις και εσύ μαζί μου Ουότσον, αλλά φοβάμαι ότι θα βλάψεις την υπόθεση. Δεν ξέρω και εγώ ακόμα αν βρίσκομαι στα ίχνη ή αν απατώμαι. Εν πάση περιπτώσει, θα το μάθω γρήγορα. Ελπίζω να επιστρέψω γρήγορα».

Πήγε στον μπουφέ, πήρε ένα σάντουιτς, το έβαλε στην τσέπη του και έφυγε.

Είχα πάρει το τσάι μου στις πέντε, όταν επανήλθε πολύ ευδιάθετος και κρατώντας στα χέρια του ένα παλιό παπούτσι με λάστιχο. Το έριξε σε μια γωνία και πήρε ένα φλιτζάνι τσάι.

«Μπήκα σπίτι περνώντας», είπε, «και θα ξαναφύγω».

«Πού;»

«Στο απέναντι μέρος του Ουέστ Εντ. Θα απουσιάσω ίσως για λίγο καιρό. Μην με περιμένεις.»

«Και πώς πάει η δουλειά;»

«Έτσι κι έτσι. Δεν έχω παράπονα. Γύρισα στο σπίτι του τραπεζίτη, χωρίς να μπω ξανά μέσα. Είναι ένα χαριτωμένο πρόβλημα και είμαι ενθουσιασμένος γιατί το έλυσα. Αλλά δεν έχω καιρό να φλυαρώ. Θα βγάλω αυτά τα ύποπτα ρούχα και θα γίνω πάλι εγώ.»

Έβλεπα από τον τρόπο του ότι ήταν απολύτως ικανοποιημένος. Τα μάτια του έλαμπαν και τα συνήθως ωχρά μάγουλά του ήταν κόκκινα. Ανέβηκε στο δωμάτιο και μετά από λίγα λεπτά επανήλθε με το συνηθισμένο του σακάκι και έφυγε αμέσως.
Τον περίμενα ως τα μεσάνυχτα και βλέποντας ότι δεν έρχεται πήγα να κοιμηθώ. Δεν γνωρίζω τι ώρα επέστρεψε, αλλά όταν το πρωί κατέβηκα για το πρόγευμα τον βρήκα εκεί, ευδιάθετο πολύ, να πίνει καφέ και να διαβάζει εφημερίδα.

«Θα με συγχωρέσεις διότι άρχισα να τρώω χωρίς εσένα, Ουότσον», μου λέει, «αλλά μην λησμονείς ότι ο πελάτης μας πρόκειται να έρθει νωρίς».

«Αλήθεια, πέρασε ήδη η ενάτη! Και νομίζω μάλιστα πως έρχεται…»

Το κουδούνι είχε χτυπήσει πράγματι. Ο τραπεζίτης μπήκε. Μου έκανε κατάπληξη η αλλοίωση του προσώπου του, το οποίο ήταν οικτρό στη θέα. Εισήλθε συρόμενος μάλλον.

«Δεν γνωρίζω», είπε, «τι έκανα για να με χτυπά τόσο πολύ η μοίρα. Πριν δύο μόλις ημέρες, ήμουν ένας άνθρωπος ευτυχής και ευδαίμων. Σήμερα ,δεν μου μένει παρά ένα ατιμασμένο γήρας. Η ανεψιά μου Μαίρη με εγκατέλειψε».

«Σας εγκατέλειψε;»

«Ναι. Το κρεβάτι της έμεινε άθικτο σήμερα το βράδυ και έφυγε αφήνοντας ένα γράμμα στο τραπέζι της. Να τι γράφει:

‘‘Αγαπητέ μου θείε,
Αισθάνομαι ότι υπήρξα η αφορμή της δυστυχίας σας και ότι αν φερόμουν διαφορετικά τίποτα δεν θα συνέβαινε. Δεν μπορώ πια ποτέ να είμαι ευτυχής υπό τη στέγη σας και πρέπει να σας εγκαταλείψω για πάντα. Μην ανησυχείτε για το μέλλον μου γιατί είναι εξασφαλισμένο και ιδίως μην με αναζητήσετε γιατί θα χάσετε τον κόπο σας. Εφ’ όρου ζωής θα είμαι η αφοσιωμένη σας,
Μαίρη’’

Τι σημαίνει αυτό το γράμμα, κύριε Χολμς; Μήπως αυτοκτόνησε;»

«Όχι, όχι καθόλου! Και ίσως αυτή είναι η καλύτερη λύση. Μπορώ να σας βεβαιώσω, κύριε Χόλντερ, ότι πλησιάζει το τέλος των βασάνων σας.»

«Νομίζετε; Τι μάθατε, κύριε Χολμς; Γνωρίζετε πού είναι τα διαμάντια;»

«Δίνετε τρεις χιλιάδες λίρες για τα τρία;»

«Δίνω δέκα.»

«Περιττό. Τρεις χιλιάδες αρκούν. Θα χρειαστεί ίσως και μια μικρή αμοιβή. Έχετε το βιβλιάριο των επιταγών μαζί σας; Γράψτε τέσσερις χιλιάδες.»

Ο τραπεζίτης υπέγραψε. Ο Χολμς πήγε στο γραφείο του, άνοιξε το σύρτη και έβγαλε ένα τριγωνικό τεμάχιο χρυσού με τρία διαμάντια, το οποίο έδωσε στον τραπεζίτη.

«Το βρήκατε;» φώναξε έξαλλος από χαρά. «Σώθηκα! Σώθηκα!»

«Έχετε και ένα άλλο χρέος ακόμα, κύριε Χόλντερ», είπε ο Χολμς.

«Χρέος; Πόσο είναι; Θα σας πληρώσω.»

«Όχι εμένα. Χρωστάτε να ζητήσετε βαθύτατη συγγνώμη από τον ευγενικό εκείνο γιο σας, ο οποίος συμπεριφέρθηκε ως αληθινός ευπατρίδης.»

«Ώστε ο Αρθούρος δεν έκλεψε τις πέτρες;»

«Σας το είπα χθες, σας το επαναλαμβάνω και σήμερα ότι ο γιος σας είναι αθώος.»

«Είστε βέβαιος; Ας τρέξουμε αμέσως να του αναγγείλω την αλήθεια.»

«Τη γνωρίζει ήδη. Όταν ξεκαθάρισα το πρόβλημα, έχοντας μια συζήτηση μαζί του και βλέποντας ότι δεν ήθελε να μιλήσει, του τα είπα εγώ όλα. Αναγκάστηκε τότε να ομολογήσει ότι είχα δίκαιο και μου έδωσε ακόμα μερικές λεπτομέρειες που μου χρειάζονταν.»

«Εξηγείστε μου λοιπόν αυτό το μυστήριο!»

«Αμέσως. Αλλά πιο πριν, θα σας ανακοινώσω κάτι το πολύ λυπηρό για σας και για μένα. Υπήρχε συνεννόηση μεταξύ του Σερ Τζορτζ Μπόρνελ και της ανεψιάς σας Μαίρης. Έφυγαν μαζί.»

«Η Μαίρη μου; Αδύνατον!»

«Δυστυχώς, είναι αλήθεια. Ούτε εσείς ούτε ο γιος σας δεν γνωρίζατε τον πραγματικό χαρακτήρα του ανθρώπου αυτού που τον είχατε φίλο σας. Είναι ο πλέον επικίνδυνος άνθρωπος της Αγγλίας, ένας κατεστραμμένος χαρτοπαίχτης χωρίς καρδιά και συνείδηση. Η ανεψιά σας δεν το γνώριζε επίσης. Όταν της ψιθύρισε ερωτικούς λόγους, πίστεψε σε αυτόν. Ο σατανάς ενέπνεε αυτόν τον άνθρωπο και στο τέλος η δυστυχής κοπέλα κατάντησε παιχνίδι στα χέρια του. Κάθε βράδυ είχε ραντεβού μαζί του.»

«Δεν το πιστεύω, δεν το πιστεύω!» φώναξε ο τραπεζίτης.

«Ε λοιπόν, θα σας διηγηθώ τι συνέβη στο σπίτι σας προχθές το βράδυ. Η ανεψιά σας, όταν νόμισε ότι αποσυρθήκατε στον κοιτώνα σας, κατέβηκε σιγά σιγά και πήγε να συνομιλήσει με τον εραστή της στο παράθυρο που βλέπει στο δρομίσκο. Τα ίχνη των ποδιών του έμειναν καθαρά στο χιόνι. Του ανέφερε δε το διάδημα. Εκείνος, του οποίου το πάθος για το χρυσάφι αφυπνίσθηκε, πίεσε την ανεψιά σας να κάνει ό,τι της πει. Υπάρχουν βλέπετε γυναίκες, στις οποίες ο έρωτας κυριαρχεί οποιουδήποτε άλλου καθήκοντος. Μόλις είχε λάβει τις οδηγίες του και σας άκουσε να κατεβαίνετε. Έκλεισε τότε βιαστικά το παράθυρο και σας διηγήθηκε την ιστορία της καμαριέρας που είχε βγει για να συναντήσει τον εραστή της. Ο γιος σας Αρθούρος πήγε να κοιμηθεί, αλλά έμεινε άγρυπνος γιατί συλλογιζόταν το χρέος του. Στο μέσο της νύχτας, άκουσε έναν ελαφρύ θόρυβο μπροστά στην πόρτα του, σηκώθηκε, την άνοιξε και διέκρινε κατάπληκτος την ξαδέλφη του που, βαδίζοντας με προσοχή, έμπαινε στο γραφείο σας. Τρομαγμένος πέρασε ένα ρούχο πάνω του και περίμενε στη σκιά. Η ανεψιά σας βγήκε μετά από λίγο, έχοντας μαζί της το διάδημα. Κατέβηκε τη σκάλα. Εκείνος τρέμοντας την ακολούθησε και τότε έντρομος την είδε να ανοίγει το παράθυρο, να δίνει το κόσμημα σε κάποιον που περίμενε στο δρόμο και να επιστρέφει στο δωμάτιό της.

»Μόλις εξαφανίστηκε εκείνη που αγαπούσε, ο γιος σας όρμησε ξυπόλητος καθώς ήταν, πήδηξε στο χιόνι και έτρεξε στο δρομίσκο προς τον άγνωστο, τον οποίο και έφτασε. Ο Σερ Τζορτζ Μπόρνουελ του ζήτησε να φύγει. Ακολούθησε άγρια πάλη, κατά τη διάρκεια της οποίας οι δυο άντρες τραβούσαν μεταξύ τους το διάδημα. Ο Αρθούρος χτύπησε με μια γροθιά τον Σερ Τζορτζ και τον τραυμάτισε στο μάτι. Υποχώρησε τότε, και ο γιος σας, κρατώντας πλέον το διάδημα, έφυγε και ανέβηκε στο γραφείο σας. Τότε μόνο αντιλήφθηκε ότι το κόσμημα είχε στραβώσει και προσπάθησε να το διορθώσει, όταν φτάσατε εσείς.»

«Είναι δυνατόν;» ψιθύρισε ο τραπεζίτης.

«Τον εξοργίσατε βρίζοντάς τον, τη στιγμή που εκείνος περίμενε συγχαρητήρια. Δεν μπορούσε να πει την αλήθεια, χωρίς να ενοχοποιήσει εκείνη που αγαπούσε. Αποφάσισε να φυλάξει το μυστικό του.»

«Και γι’ αυτόν λοιπόν, κατόπιν, άρχισε να κλαίει και λιποθύμησε βλέποντας το διάδημα! Θεέ μου, πώς δεν το κατάλαβα! Και ο γιος μου ζητούσε την άδεια να απουσιάσει για πέντε λεπτά. Θα ήθελε φαίνεται να δει μήπως τα διαμάντια πέσανε κάτω στο χιόνι!»

«Όταν έφτασα στο σπίτι σας, αναζήτησα ίχνη στο χιόνι. Εμπρός στο μαγειρείο, κάποια γυναίκα είχε σταθεί να κουβεντιάσει με έναν άνθρωπο που είχε ξύλινο πόδι. Σκέφτηκα ότι θα ήταν η υπηρέτρια με τον μανάβη. Στο δρομίσκο όμως ανακάλυψα άλλα ίχνη, σοβαρότερα. Υπήρχε διπλή σειρά βημάτων ενός άντρα με παπούτσια και μια άλλη διπλή σειρά ανθρώπου ξυπόλητου. Βεβαιώθηκα ότι ο ξυπόλυτος ήταν ο γιος σας. Παρακολούθησα τα ίχνη αυτά, τα οποία με οδήγησαν στο παράθυρο του διαδρόμου, όπου ο άνθρωπος με τα παπούτσια παρέμεινε φαίνεται πολύ. Κατόπιν, παρακολούθησα τη δεύτερη σειρά των βημάτων του και έφτασα σε απόσταση εκατό περίπου μέτρων στο δρομίσκο. Εκεί, τα παπούτσια είχαν αντιμετωπίσει τον ξυπόλητο άνθρωπο και έγινε πάλη. Το χιόνι ήταν καταπατημένο και υπήρχαν μερικές σταγόνες αίματος. Ο άνθρωπος έτρεξε κατόπιν φεύγοντας, ενώ η συνέχεια των σταγόνων αίματος έδειχνε ότι αυτός είχε πληγωθεί.    
      
»Μπαίνοντας στο σπίτι, εξέτασα με το φακό το παράθυρο. Εκεί, διέκρινα το ίχνος ενός γυμνού ποδιού βρεγμένου. Σχημάτισα λοιπόν αμέσως τη γνώμη μου. Κάποιος είχε σταθεί κάτω από το παράθυρο. Ένας άλλος του έφερε από μέσα το διάδημα. Ο γιος σας, ακούγοντας κρότο και βλέποντας τα συμβαίνοντα, καταδίωξε τον κλέφτη, πάλεψε μαζί του και έτσι το διάδημα έσπασε. Όλα πλέον ήταν καθαρά για μένα. Έμενε τώρα να εξακριβώσω ποιος ήταν ο κλέφτης και ποιος είχε δώσει το διάδημα.
»Είχα από πάντα την αρχή ότι όταν αποκλείσεις το αδύνατο, όσο απίθανο και να φαίνεται κάτι μετά είναι η αλήθεια. Γνώριζα ότι εσείς δεν είχατε φέρει έξω το διάδημα, άρα δεν έμενε λοιπόν παρά η ανεψιά σας και οι υπηρέτες.

»Αλλά αν επρόκειτο για τους υπηρέτες, γιατί ο γιος σας να κατηγορηθεί αν ήταν αθώος. Ενώ για την ανεψιά σας είχε λόγο, εξαιτίας του προς αυτή σφοδρού έρωτά του, να φυλάξει το μυστικό, αφού μάλιστα η αποκάλυψή του θα την ατίμαζε. Όταν θυμήθηκα ότι είδατε τη νέα στο παράθυρο και ότι λιποθύμησε βλέποντας πάλι το διάδημα, η υποψία μου μεταβλήθηκε σε βεβαιότητα. Και ποιος ήταν ο συνένοχός της; Ένας εραστής προφανώς, το μόνο πρόσωπο που θα είχε τη δύναμη να την κάνει να λησμονήσει τη συμπάθεια και την ευγνωμοσύνη της προς εσάς. Γνώριζα ότι βγαίνετε σπάνια και πως ο κύκλος των φίλων σας είναι περιορισμένος. Μεταξύ όμως αυτών, ήταν και ο Σερ Τζορτζ Μπόρνελ. Είχα ακούσει να μιλούν για αυτόν ως ένα επικίνδυνο υποκείμενο. Ο άνθρωπος λοιπόν με τα παπούτσια θα ήταν εκείνος και τα διαμάντια βρίσκονταν στην κατοχή του. Αν και αναγνωρίστηκε από τον Αρθούρο, μπορούσε να θεωρεί τον εαυτό του ασφαλή, γιατί ήταν αδύνατον ο γιος σας να τον καταγγείλει χωρίς να ενοχοποιήσει την ίδια του την οικογένεια.

»Τώρα φαντάζεστε εύκολα τα μέσα που χρησιμοποίησα. Πήγα στο σπίτι του Σερ Τζορτζ μεταμφιεσμένος σε αλήτη, γνωρίστηκα με τον καμαριέρη του, ο οποίος με πληροφόρησε ότι ο κύριός του είχε τραυματιστεί στο κεφάλι την παρελθούσα νύχτα, και με έξι σελίνια απέκτησα μια ασφαλή απόδειξη, αγοράζοντας ένα ζεύγος παλιών του υποδημάτων. Τα πήρα μαζί μου και είδα ότι εφαρμόζονται ακριβώς στα ίχνη που είχα παρατηρήσει στο χιόνι.»

«Είδα πράγματι έναν αλήτη να περιφέρεται χθες στο δρομίσκο.»

«Ακριβώς. Εγώ ήμουν. Αφού λοιπόν βρήκα τον άνθρωπό μου, γύρισα και άλλαξα ρούχα. Αλλά μου έμεινε ακόμα το λεπτότερο μέρος του έργου μου. Δεν ήταν δυνατή η μήνυση για να μην ξεσπάσει σκάνδαλο και γνώριζα ότι ένας παλιάνθρωπος σαν τον Σερ Τζορτζ θα αντιλαμβανόταν ότι έχουμε δεμένα χέρια. Πήγα να τον δω. Κατ’ αρχάς φυσικά τα αρνήθηκε όλα. Κατόπιν, μόλις του εξήγησα με όλες τις λεπτομέρειες τι συνέβη, θέλησε να κάνει θόρυβο και άρπαξε ένα εγχειρίδιο από μια πανοπλία. Εγώ τότε του πρότεινα το πιστόλι μου πριν προφτάσει να κινηθεί. Του είπα ότι θα του πληρώναμε τα διαμάντια που είχε στην κατοχή του για χίλιες λίρες το καθένα. Αυτό τον έκανε να φανεί μετανοημένος για το έργο του.

‘‘Να πάρει ο διάβολος!’’ είπε. ‘‘Τα πούλησα και τα τρία για εξακόσιες λίρες’’. Του ζήτησα τη διεύθυνση του κλεπταποδόχου, υποσχόμενος ότι δεν θα καταδιωχτεί. Πήγα αμέσως εκεί και μετά από πολλές διαπραγματεύσεις πήρα τα διαμάντια για χίλιες λίρες το καθένα. Πήγα κατόπιν να δω τον γιο σας στη φυλακή, του ανακοίνωσα ότι όλα διορθώθηκαν και τέλος επέστρεψα να κοιμηθώ στις δύο το πρωί, αφού εργάστηκα πολύ καλά και έμεινα ευχαριστημένος.»

«Σώσατε την Αγγλία από ένα μεγάλο σκάνδαλο», είπε ο τραπεζίτης εγειρόμενος. «Και τώρα, πρέπει να τρέξω στον γιο μου να του ζητήσω συγγνώμη. Όσο για την καημένη τη Μαίρη, δεν θα μπορούσατε άραγε, κύριε Χόλμς, να ανακαλύψετε πού βρίσκετε τώρα;»

«Μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι βρίσκεται εκεί που είναι και ο Σερ Τζορτζ Μπόρνουελ. Και οπωσδήποτε, όποιες κι αν είναι οι αμαρτίες της, θα λάβουν γρήγορα μια ικανοποιητική τιμωρία.»

ΤΕΛΟΣ

Λουδοβίκος Ντομινίκ VΙΙΙ

Ένας ιδιοκτήτης ξενοδοχείου ημιδιαμονής, μέλος της οργάνωσης, έστειλε σε αυτήν την παραίτησή του. Οι ποντικοί, λέγεται, εγκαταλείπουν το πλοίο πρώτοι, μόλις προαισθανθούν την απώλεια. Η παραίτηση αυτή, υπό τους όρους που έγινε, φάνηκε στον Λουδοβίκο Ντομινίκ τον Τρισμέγιστο –πάντοτε φιλύποπτο– ως προοίμιο προδοσίας. Για να αφαιρέσει από τους άλλους κάθε διάθεση λιποταξίας, αποφάσισε να δώσει ένα τρομερό παράδειγμα. Ο γαμιστρώνας του λεηλατήθηκε ολόκληρος. Ευτυχώς γι’ αυτόν δεν βρισκόταν μέσα.  

Και εκεί, για ακόμη μια φορά, οι Ντομινικανοί κατελήφθησαν από την αστυνομία και υπέστησαν βαριές απώλειες. Εφτά νεκροί και οχτώ συλληφθέντες. Η νέα αυτή επιτυχία της αστυνομίας, την οποία φάνηκε να προκαλεί ο Ντομινίκ παρασυρμένος από την άφρονα λύσσα του, μείωσε σημαντικά το γόητρό του ως αρχηγού. Είχε απολέσει ήδη την αγάπη των οπαδών του και έχανε τώρα, ως εκ περισσού, και την εμπιστοσύνη τους. Αφού είχε αποδειχτεί βάναυσος, προέκυπτε τώρα και αδέξιος.

Μετά από λίγο καιρό, μια γυναίκα της συμμορίας, ανακρινόμενη μετά τη σύλληψή της από την  αστυνομία, δήλωσε ότι ένας μόνο, καθ’ όσον γνώριζε, μπορούσε να παραδώσει τον Λουδοβίκο Ντομινίκ τον Τρισμέγιστο. Ο πρώτος υπαρχηγός του, ο Σατέλης.

Ο Σατέλης ήταν ένα αιμοβόρο κτήνος, πρώην οϋκάς και νυν εκαμίτης. Κανένας συνάδελφός του δεν είχε αμφιβολίες για το διπλό ρόλο του. Ο ίδιος ο διευθυντής της Δίωξης Εγκλημάτων Ειδικής Βίας, γνωστή στην πιάτσα ως Αντιτρομοκρατική, τον κάλεσε στο γραφείο του και του είπε νέτα σκέτα:

«Θα γλιτώσεις από το μαρτύριο της ανάκρισης, αν όμως δεν μου παραδώσεις τον αρχηγό σου Ντομινίκ, θα σε παραδώσω στη Δικαιοσύνη. Αν, τουναντίον, μου τον παραδώσεις, θα πάρεις τιμητική διάκριση και προαγωγή. Επίλεξε!»

Η επιλογή έγινε αστραπιαία και ο Σατέλης ανέλαβε να παραδώσει τον Ντομινίκ. Σαράντα άντρες τέθηκαν στη διάθεσή του. Τους διάλεξε με πολύ προσοχή, καθώς ο Σατέλης είχε αποκλείσει όλους εκείνους τους οποίους γνώριζε ως μυστικούς πράκτορες των Ντομινικανών.

Ο Σατέλης γνώριζε ότι ο αρχηγός του εκείνη τη νύχτα διασκέδαζε στο κλαμπ «Πιστολέ», ένα κωλόμπαρο της κακιάς ώρας, στο οποίο είχε αδυναμία ο Ντομινίκ επειδή του θύμιζε τα εφηβικά του χρόνια στα Πατήσια. Ο Σατέλης γνώριζε το σύνθημα για να περάσει, και αφού βεβαιώθηκε πως είναι μέσα, τον πλησίασε και τον σταυροφίλησε τρεις φορές. Την έξοδό του ακολούθησε η εισβολή της ειδικής ομάδας σύλληψης, η οποία έγινε χωρίς ο Λουδοβίκος Ντομινίκ ο Τρισμέγιστος να προβάλει παρά μόνο ελάχιστη, ας πούμε για τους τύπους, αντίσταση. Ευτυχώς, γιατί στο τραπέζι του είχε έξι πιστόλια.   

Η είδηση της σύλληψης του Ντομινίκ διαδόθηκε αμέσως σε ολόκληρη τη χώρα και προξένησε περισσότερο ενδιαφέρον παρά οποιαδήποτε άλλη είδηση των ημερών. Δεκάδες οπερατέρ και φωτογράφοι είχαν στηθεί περιμένοντας την πομπή οπλοφόρων και κουκουλοφόρων αστυνομικών που θα τον οδηγήσουν στον ειδικό εφέτη ανακριτή και τον εισαγγελέα. Ο Λουδοβίκος Ντομινίκ ο Τρισμέγιστος, παρότι εμφανιζόταν μόνο με το κολάν και την εφαρμοστή μπλούζα που έφερε το γνωστό λογότυπο, ήτοι το αρχικό ταφ της λέξης «Τρισμέγιστος», και χωρίς την κόκκινη μπέρτα του πια, επιδείκνυε ένα καταπληκτικό θράσος. Έβριζε αυθαδώς και δήλωνε βέβαιος ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να κρατηθεί στη φυλακή. Ενίοτε, έκανε μορφασμούς και έτριζε τα δόντια. Όταν ένας εκαμίτης της συνοδείας του τον τράβηξε απότομα ώστε να τον αναγκάσει να ακολουθήσει το βιαστικό ρυθμό της μεταφοράς του, ο Ντομινίκ γρήγορος σαν αστραπή του κατάφερε μέσα στα μούτρα ένα τρελό κλωτσίδι. Ευτυχώς για τον αστυνομικό, του Ντομινίκ, με βάση το σχετικό πρωτόκολλο σύλληψης, του είχαν αφαιρεθεί τα κορδόνια και έτσι η λυτή γλώσσα λειτούργησε σαν μαξιλαρένιο προστατευτικό. Το μόνο που είχε καταφέρει ο Ντομινίκ ήταν να του ματώσει τη μύτη, ενώ ακολούθησε μια δίχως προηγούμενο εναντίον του κλωτσοπατινάδα. Ο Ντομινίκ όμως φώναζε μπροστά στις κάμερες στους αστυνομικούς που τον έδερναν:

«Κοτάρες! Μου κάνετε σήμερα αυτό που δεν τολμούσατε να μου κάνετε χθες!»         

Η ανάκριση συνεχιζόταν χωρίς να αποσπαστεί από τον Ντομινίκ καμιά ομολογία. Στις ερωτήσεις του ειδικού εφέτη ανακριτή και του αντίστοιχου εισαγγελέα ισχυριζόταν ότι ονομάζεται Ιωάννης Μπουργκάζ, όπως γράφει και το διαβατήριό του, και πως πιθανότατα πρόκειται για μια τεράστια παρεξήγηση. Επέμενε πως δεν είναι Έλληνας και ότι δεν έχει ακούσει καν για αυτόν τον Λουδοβίκο Ντομινίκ, πόσο μάλλον να έχει απασχολήσει τις αρχές. Επέμεινε στην κατάθεσή του αυτή και τίποτα άλλο δεν είπε. Ούτε οι μάρτυρες που τον αναγνώριζαν, ούτε τα δακτυλικά του αποτυπώματα και οι εκθέσεις της σήμανσης που δεν άφηναν περιθώριο να αμφισβητηθεί η πραγματική του ταυτότητα, ούτε οι ερωτήσεις του ανακριτή και του εισαγγελέα μπόρεσαν να λυγίσουν τον αδάμαστο αυτό χαρακτήρα.                  

Ο ανακριτής κάποια στιγμή, ενθουσιασμένος από το πνεύμα του Ντομινίκ, εξέφρασε τη λύπη του, διότι ένας άνθρωπος τόσο καλοπροικισμένος είχε γίνει εγκληματίας⸱ ο Ντομινίκ του απάντησε ότι αισθάνεται περισσότερη λύπη, διότι ένας άνθρωπος τόσο επιδέξιος είχε γίνει δικαστικός.

Το δικαστήριο ορίστηκε ένα χρόνο μετά τη σύλληψή του, κάπου στα μέσα του 2014, όταν παραδέχτηκε επιτέλους και την ταυτότητά του. Κατά τη διάρκεια του σταδίου των μαρτύρων κατηγορίας, ο Ντομινίκ υπερασπίστηκε τον εαυτό του με εκπληκτική αυτοκυριαρχία. Δεν έπαυε, παρολαυτά, μέχρι την όγδοη συνεδρίαση να διακηρύττει πως είναι αθώος. Η μεγάλη αίθουσα των Δικαστηρίων των Γυναικείων Φυλακών Κορυδαλλού ήταν πάντα ασφυκτικά γεμάτη και τα μέτρα ασφαλείας ήταν δρακόντεια. Το λεωφορείο Γ18 έβαλε έκτακτα δρομολόγια.

Την ημέρα της απολογίας του, ο Ντομινίκ ήταν ιδιαιτέρως νευρικός και διαρκώς κοιτούσε το ρολόι του. Όσο κατέθετε η μητέρα του, που ήταν και η μοναδική μάρτυρας υπεράσπισης, το βλέμμα του περιστρεφόταν προς το κοινό, προσπαθώντας να εντοπίσει κινήσεις ορισμένων προσώπων. Το πλήθος όμως παρέμενε ακίνητο και σιωπηλό. Καμιά κίνηση δεν διαγραφόταν και καμιά ανησυχία, πέρα από τη δικιά του, δεν διακρινόταν στην ανθρώπινη αυτή παλίρροια. Ασφαλώς, η υπέρτατη επέμβαση, η ύστατη επίθεση των οπαδών  του προς διάσωσή του, που είχε ως τότε προεξοφλήσει και ελπίσει, δεν έγινε. Δεν είχε πλέον κανέναν να περιμένει και τίποτα, εκτός από μια ατέλειωτη ατιμωτική ζωή στη φυλακή. Τότε, βλέποντας ότι τον είχαν οριστικά εγκαταλείψει όλοι, ότι είχαν προδώσει την τελευταία του ελπίδα, αιφνιδίως, άφησε τον εαυτό του και κινούμενος με λύσσα προς το εδώλιο δήλωσε ότι ήταν έτοιμος να μιλήσει και να προβεί σε αποκαλύψεις. Σε μια πλήρη ομολογία και να προδώσει όλους τους συνενόχους του.

Η τρομερή απολογία του –η οποία προφανώς δεν στάθηκε τελικά ικανός παράγοντας ώστε να αποφύγει την ποινή της ισόβιας κάθειρξης– διήρκησε δεκαοχτώ ώρες. Τα λόγια με τα οποία ξεκίνησε ήταν τα εξής:

«Παραβήκατε το ρητό λόγο σας, τον οποίο μου είχατε δώσει. Να με απελευθερώσετε με κίνδυνο τη ζωής σας. Μη βρίσκεται λοιπόν κακό ότι αποκαλύπτω στους δικαστές ποιοι είστε και τι πράξατε. Εγώ ρουφιάνος δεν είμαι, αλλά την αλήθεια θα την πω».   

ΤΕΛΟΣ    

Οι περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς ΙΙ

‘‘Πού το βάλατε;’’ ρώτησε ο Αρθούρος.

‘‘Στο γραφείο μου.’’

‘‘Εύχομαι να μην μας έρθουν κλέφτες σήμερα το βράδυ’’, μου απάντησε.

‘‘Το έχω κλειδωμένο.’’

‘‘Ω, οποιοδήποτε κλειδί το ανοίγει. Όταν ήμουν μικρός, το άνοιξα με το κλειδί της ντουλάπας των ασπρόρουχων.’’

Έλεγε συχνά τέτοιες ανοησίες και δεν τον έπαιρνα υπόψη μου. Όταν αποσύρθηκα να κοιμηθώ, με ακολούθησε στο δωμάτιό μου σοβαρός.

‘‘Άκουσε, μπαμπά’’, μου είπε. ‘‘Μπορείς να μου δώσεις 200 λίρες;’’

‘‘Όχι δεν μπορώ’’, του απαντώ θυμωμένος. ‘‘Υπήρξα πολύ επιεικής απέναντί σου ως τώρα’’.

‘‘Ήσουν πάντα πολύ καλός, το ξέρω. Αλλά έχω ανάγκη πάση θυσία αυτό το ποσό. Διότι αλλιώς δεν μπορώ να πατήσω το πόδι μου στη λέσχη.’’

‘‘Τόσο το καλύτερο.’’

‘‘Καλά. Αλλά δεν θα ήθελες βεβαίως να φύγω σαν ατιμασμένος άνθρωπος. Έχω ανάγκη από αυτό το ποσό και αν δεν μου το δώσεις, θα το ζητήσω αλλού.’’

‘‘Δεν θα σου δώσω ούτε λεπτό’’, φώναξα με μεγάλο θυμό, διότι αυτή ήταν η τρίτη φορά που μου ζητούσε χρήματα μέσα στο μήνα.

Όταν έφυγε, άνοιξα το γραφείο μου, για να βεβαιώσω ότι ο θησαυρός μου είναι ασφαλής, και κατόπιν το κλείδωσα και πάλι. Άρχισα ακολούθως την εξέταση του σπιτιού, για να δω αν όλα ήταν κλειστά. Αυτό το καθήκον το εκτελεί συνήθως η Μαίρη, αλλά εκείνη τη νύχτα θέλησα να το κάνω μόνος μου. Καθώς κατέβαινα, διέκρινα τη Μαίρη στο παράθυρο του αντιθαλάμου, το οποίο και έσπευσε να κλείσει μόλις με είδε.

‘‘Για πείτε μου, πατέρα’’, μου είπε με ύφος που φάνηκε ταραγμένο. ‘‘Επιτρέψατε στη Λούσι να βγει σήμερα το βράδυ;’’

‘‘Όχι.’’

‘‘Την είδα να επιστρέφει τώρα από την πόρτα υπηρεσίας. Πιθανόν να πήγε μέχρι τον περίβολο μόνο για να δει κάποιον, αλλά και αυτό δεν μου φαίνεται ορθό.’’

‘‘Μίλησέ της αύριο ή αν θέλεις της το λέω εγώ. Είσαι βέβαιη ότι όλα είναι κλειστά;’’
‘‘Εντελώς βέβαιη.’’

»Τη φίλησα και ανέβηκα στο δωμάτιο, όπου και κοιμήθηκα αμέσως.

»Όπως βλέπετε, κύριε Χολμς, εισέρχομαι σε όλες τις λεπτομέρειες. Έρχομαι τώρα στο κύριο σημείο. Δεν κοιμάμαι βαθιά και, καθώς συλλογιζόμουνα, ο ύπνος μου ήταν ελαφρότερος ακόμα. Κατά τις δύο το πρωί, ξύπνησα από έναν κρότο που προερχόταν μέσα από το σπίτι. Ο κρότος είχε παύσει όταν ξύπνησα, αλλά είχα την εντύπωση ότι κάποιο παράθυρο έκλεισε σιγανά. Προσπάθησα να ακούσω. Και ξαφνικά, άκουσα βήματα πνιγμένα στο διπλανό δωμάτιο. Σηκώθηκα και κοίταξα από τη μισανοιγμένη θύρα.

‘‘Αρθούρε!’’ φώναξα. ‘‘Ληστή! Πώς τολμάς να αγγίζεις το διάδημα;’’

Υπήρχε φως στο δωμάτιο και ο γιος μου, ντυμένος μόνο με ένα πουκάμισο και παντελόνι, ήταν όρθιος εμπρός στο φως, κρατώντας το διάδημα. Φαινόταν σαν να κατέβαλε όλη του τη δύναμη για να το σπάσει ή να το στραβώσει. Ένα από τα άκρα του έλειπε μαζί με τα τρία διαμάντια.

‘‘Άθλιε’’, φώναξα, ‘‘το έσπασες! Με ατίμασες. Πού είναι οι πέτρες που έκλεψες;’’

‘‘Έκλεψα;’’

‘‘Ναι, κλέφτη!’’ του φώναζα τρελός από οργή, αρπάζοντάς τον από τους ώμους.

‘‘Δεν λείπει καμιά, δεν μπορεί να λείπει καμιά.’’

‘‘Λείπουν τρεις και γνωρίζεις πού είναι. Ώστε είσαι και κλέφτης και ψεύτης. Δεν σε είδα που προσπαθούσες να σπάσεις το δεύτερο κομμάτι;’’

‘‘Αυτό είναι πολύ’’, μου απάντησε. ‘‘Ούτε λέξη πλέον και, αφού θεωρήσατε καλό να με βρίσετε, θα φύγω από το σπίτι σας το πρωί και θα φύγω μόνος μου’’.

‘‘Θα φύγεις από το σπίτι με τη συνοδεία της αστυνομίας! Θα διελευκανθεί η υπόθεση!’’

‘‘Δεν θα μάθετε τίποτα από μένα’’, φώναξε με συγκίνηση που με εξέπληξε. ‘‘Αν θέλετε να φωνάξετε την αστυνομία, η αστυνομία ας ενεργήσει ανάκριση’’.

Τη στιγμή εκείνη, όλο το σπίτι βρισκόταν επί ποδός, γιατί είχα υψώσει τη φωνή μου. Η Μαίρη έφτασε πρώτη. Από την κατάσταση του διαδήματος και του προσώπου του Αρθούρου κατάλαβε την αλήθεια και με μια κραυγή έπεσε αναίσθητη. Έστειλα να φέρω την αστυνομία. Όταν ο αστυνόμος και η συνοδεία του εισήλθαν, με ρώτησε αν είχα σκοπό να τον κατηγορήσω για κλοπή. Απάντησα ότι δεν πρόκειται πλέον για ιδιωτική υπόθεση, αφού το σπασμένο διάδημα ήταν εθνική περιουσία. Ήμουν αποφασισμένος να καταφύγω στη δικαιοσύνη.

‘‘Τουλάχιστον’’, είπε ο Αρθούρος, ‘‘δεν πρέπει να με παραδώστε αμέσως. Είναι συμφέρον και δικό σας και δικό μου να μου επιτρέψετε να απουσιάσω έστω για πέντε λεπτά μόνο…’’

‘‘Για να φύγεις ή να κρύψεις εκείνο που έκλεψες;’’ του είπα. Και τότε, προσπαθώντας να τον συγκινήσω, τον ικέτευσα να σκεφτεί τουλάχιστον την τιμή του και να μου πει τι απέγιναν τα τρία διαμάντια.

‘‘Μην απατάσαι’’, πρόσθεσα, ‘‘συνελήφθης επ’ αυτοφώρω και η ομολογία σου δεν δύναται να επιδεινώσει τη θέση σου. Αν μας υποδείξεις πού είναι τα διαμάντια, όλα θα ξεχαστούν και θα τα συγχωρήσω’’.

‘‘Κρατήστε τη συγγνώμη σας για όσους σας τη ζητούν’’, μου απάντησε, γυρνώντας απότομα την πλάτη του.

»Δεν δίστασα πλέον. Κάλεσα τον επιθεωρητή και τον παρέδωσα. Ερεύνησα αμέσως και τον ίδιο, και το δωμάτιό του, και όλο το σπίτι, αλλά δεν βρήκα τίποτα. Ο γιος μου αρνήθηκε εξάλλου να ανοίξει το στόμα του, παρά τις παρακλήσεις ή τις απειλές μου. Τον έθεσα υπό κράτηση σήμερα και, αφού εκπλήρωσα μερικές διατυπώσεις στη αστυνομία, έτρεξα σ’ εσάς για να σας παρακαλέσω να διαφωτίσετε αυτό το μυστήριο. Η αστυνομία ομολογεί ότι δεν μπορεί να το εξηγήσει. Μπορείτε να κάνετε όσα έξοδα θέλετε. Σας υποσχέθηκα ήδη αμοιβή χιλίων λιρών. Τι θα απογίνω, θεέ μου! Έχασα την τιμή μου, τα διαμάντια και τον γιο μου σε μια μόνο νύχτα. Πόσο είμαι δυστυχής!» Και, κρατώντας με τα χέρια του το κεφάλι του, άρχισε οδυρόμενος να στενάζει.
Ο Σέρλοκ Χολμς έμεινε σιωπηρός για λίγα λεπτά με τα φρύδια συσπασμένα.
«Δέχεστε πολλούς στο σπίτι σας;» ρώτησε.

«Κανέναν εκτός από τον συνέταιρό μου και την οικογένειά του και ενίοτε και έναν φίλο του Αρθούρου, τον Σερ Τζορτζ Μπόρνελ, ο οποίος τελευταία έρχεται συχνά. Κανέναν άλλον απολύτως.»        
  
«Συχνάζετε πολύ στα σαλόνια;»

«Ο Αρθούρος ναι. Αλλά η Μαίρη και εγώ μένουμε σπίτι. Δεν μας αρέσει να βγαίνουμε.»

«Αυτό είναι σπάνιο για μια κοπέλα.»

«Είναι είκοσι τεσσάρων ετών και ήσυχη από τη φύση της.»

«Κατά τη γνώμη σας, η υπόθεση αυτή τη συγκίνησε πολύ;»

«Ναι. Περισσότερο και από μένα τον ίδιο.»

«Ούτε εσείς ούτε εκείνη δεν αμφιβάλλετε για την ενοχή του γιου σας;»

«Πώς να αμφιβάλλουμε, αφού τον είδα εγώ ο ίδιος με το διάδημα στα χέρια του;»

«Δεν θεωρώ αυτό ως οριστική απόδειξη. Το υπόλοιπο διάδημα ήταν κατεστραμμένο;»

«Ναι, ήταν επίσης στραβωμένο.»

«Δεν υποθέτετε ότι προσπαθούσε ίσως να το ισιώσει;»

«Ω, ο Θεός να σας ευλογεί! Κάνετε ό,τι μπορείτε για μένα και για τον γιο μου. Αλλά θα είναι δύσκολο το έργο σας. Και πρώτον, τι ήθελε μέσα στο δωμάτιο; Εάν ήταν αθώος, γιατί δεν είπε τι συνέβη;»

«Ακριβώς. Αλλά και αν ήταν ένοχος, γιατί δεν εφηύρε ένα παραμύθι; Η σιγή του μπορεί να εξηγηθεί με δυο τρόπους. Υπάρχουν πολύ περίεργα σημεία σ’ αυτήν την υπόθεση. Τι πιστεύει η αστυνομία για τον κρότο που σας ξύπνησε;»

«Λέει ότι πιθανώς ο Άρθουρ έκλεισε την πόρτα του.»

«Πολύ απίθανο. Ένας άνθρωπος έτοιμος να διαπράξει μια τέτοια πράξη δεν κλείνει την πόρτα του κατά τρόπο που να ξυπνήσει όλο τον κόσμο. Τι λένε για την εξαφάνιση των διαμαντιών;»

«Ερευνούν ακόμα στο πάτωμα και στις γωνίες για να τα βρούνε.»

«Σκέφτηκαν να ερευνήσουν και έξω;»

«Ναι. Επέδειξαν μεγάλη δραστηριότητα. Όλος ο κήπος ερευνήθηκε επισταμένως.»

«Ας δούμε, αγαπητέ μου κύριε! Δεν πιστέυετε ότι όλη αυτή η υπόθεση είναι πολύ περισσότερο μυστηριώδης από ό,τι φαντάζεστε η αστυνομία κι εσείς; Για μένα είναι πολύ περίπλοκη. Υποθέτετε, λόγου χάριν, ότι ο γιος σας βγήκε από το κρεβάτι του, εισήλθε με κίνδυνο στο γραφείο σας, άνοιξε το συρτάρι, πήρε το διάδημα, έσπασε ένα κομμάτι του, πήγε σε κάποιο άλλο μέρος και έκρυψε τα τρία διαμάντια με τόση τέχνη ώστε κανείς δεν μπόρεσε να τα ανκαλύψει, κατόπιν επέστρεψε με το υπόλοιπο διάδημα στο γραφείο όπου διέτρεχε τον κίνδυνο να αποκαλυφθεί. Δεν νομίζετε ότι όλη αυτή η υπόθεση δεν είναι βάσιμος;»

«Τι υποθέτετε λοιπόν εσείς;» είπε ο τραπεζίτης με απελπισία. «Αν δεν είχε κακή πρόθεση, γιατί δεν εξηγείται;»

«Εμείς πρέπει να βρούμε την αιτία της σιγής του», απάντησε ο Σέρλοκ Χολμς. «Αν θέλετε, κύριε Χόλντερ, θα πάμε μαζί στο Στρίδαμ και θα εξετάσουμε το μέρος».

Ο φίλος μου επέμεινε να συμμετέχω στην εκδρομή. Ομολογώ ότι η ενοχή του γιου του τραπεζίτη μου φαινόταν αναμφισβήτητος, αλλά είχα τόση εμπιστοσύνη στην κρίση του Χολμς, ώστε άρχισα να ελπίζω μαζί του. Δεν είπα ούτε λέξη κατά τη διαδρομή. Ο πελάτης μας φάνηκε να ανακτά το θάρρος του. Φτάσαμε μετά από λίγο στο Φέρμπαγκ, την κατοικία του μεγάλου χρηματιστή.

Ήταν μια τετράγωνη οικία, αρκετά μεγάλη, που βρισκόταν σε μια κάποια απόσταση από το δρόμο. Μια διπλή δενδροστοιχία οδηγούσε σε δυο μεγάλες κιγκλίδες. Δεξιά ήταν ένα μικρό ξύλινο περίπτερο, από το οποίο μια στενή ατραπός κλεισμένη από φράχτες οδηγούσε στη θύρα του μαγειρείου. Ήταν η είσοδος της υπηρεσίας.

Αριστερά ένας δρομίσκος οδηγούσε στους στάβλους. Αλλά ο δρομίσκος αυτός ήταν έξω από το κτήμα και δημόσιος, αν και με ελάχιστη κίνηση. Ο Χολμς μας άφησε στην είσοδο και έκανε αργά το γύρο του κτιρίου, κατόπιν βγήκε στην οδό, επανήλθε μέσω του μονοπατιού της υπηρεσίας στον κήπο που βρίσκονταν πίσω από την οικία και μέσω των στάβλων έφτασε στο δρομίσκο. Έμεινε έξω τόσο πολύ, ώστε ο κύριος Χόλντερ και εγώ καθίσαμε δίπλα στη φωτιά του μαγειρείου για να περιμένουμε.

Βρισκόμασταν εκεί όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μια νεαρή γυναίκα. Ήταν μάλλον ψηλή, λεπτή, με μάτια και μαλλιά μαύρα και λευκότατο δέρμα. Ποτέ μου δεν είχα δει ξανά τέτοια ωχρότητα. Και αυτά τα χείλη της ακόμα ήταν λευκά και τα μάτια της κόκκινα από το κλάμα. Χωρίς να ανησυχήσει από την παρουσία μου, κατευθύνθηκε προς τον θείο της και του χάιδεψε με στοργή το κέφαλι.

«Διατάξατε να αφήσουν ελεύθερο τον Αρθούρο, θείε μου;»

«Όχι, όχι, παιδί μου. Πρέπει η υπόθεση αυτή να διευκρινιστεί.»

«Μα είμαι βέβαιη πως είναι αθώος. Δεν πρόκειται δυστυχώς, παρά ενός γυναικείου ενστίκτου. Αισθάνομαι ότι δεν έκανε κανένα κακό.»

«Γιατί τότε αρνείται να μιλήσει αν είναι αθώος;»

«Ποιος ξέρει; Ίσως διότι θύμωσε που τον υποπτεύεστε.»

«Πώς να μην τον υποπτευτώ, βλέποντας το διάδημα στα χέρια του;»

«Το είχε πάρει απλώς στα χέρια του να το κοιτάξει. Σας παρακαλώ, πιστέψτε ότι είναι αθώος. Είναι τόσο τρομερό να σκέφτεται κανείς ότι ο Αρθούρος είναι στη φυλακή.»

«Δεν θα σταματήσω τις έρευνες μέχρι να βρεθούν τα διαμάντια, Μαίρη. Η στοργή σας για τον Αρθούρο σάς τυφλώνει. Έφερα από το Λονδίνο έναν κύριο, ο οποίος θα με βοηθήσει να ανακαλύψω την αλήθεια.»

«Είναι ο κύριος εδώ;» ρώτησε στρεφόμενη προς εμένα.

«Όχι, είναι φίλος του. Μας παρακάλεσε να τον περιμένουμε και πήγε στο δρομίσκο των στάβλων.»

«Το δρομίσκο;» είπε εκείνη συσπώντας τα φρύδια της. «Τι ελπίζει να βρει εκεί; Α, να τος  νομίζω. Ελπίζω, κύριε», είπε απευθυνόμενη προς τον εμφανισθέντα Χολμς, «ότι θα κατορθώσετε να αποδείξετε την αθωότητα του ξαδέλφου μου Αρθούρου. Είμαι βέβαιη γι’ αυτή.»

«Συμμερίζομαι απολύτως τη βεβαιότητά σας, δεσποινίς», απάντησε ο Σέρλοκ Χολμς, τινάζοντας στην ψάθα τα χιόνια των παπουτσιών του. «Πιστεύω ότι έχω την τιμή να μιλώ με τη δεσποινίδα Μαίρη Χόλντερ. Μπορώ να σας απευθύνω μερικές ερωτήσεις;»

«Ευχαρίστως, κύριε.»

«Δεν ακούσατε τίποτα κατά τη νύχτα;»

«Τίποτα, μέχρι τη στιγμή που ακούστηκαν οι φωνές του θείου μου. Τον άκουσα και κατέβηκα αμέσως.»

«Εσείς κλείσατε το βράδυ τα παράθυρα και τις πόρτες;»

«Μάλιστα.»

«Τα βρήκατε κλειστά και το πρωί;»

«Μάλιστα.»

«Μία από τις καμαριέρες σας έχει εραστή; Νομίζω ότι είπατε χθες το βράδυ στον θείο σας ότι εξήλθε για να τον συναντήσει.»

«Ναι. Αυτή η ίδια είχε σερβίρει το τσάι στο σαλόνι και πιθανόν να άκουσε τον θείο μου που μιλούσε για το διάδημα.»

«Ωραία. Και φαντάζεστε ότι πιθανόν να εξήλθε για να ειδοποιήσει τον εραστή της, με τον οποίο διοργάνωσαν την κλοπή.»

«Μα τι χρειάζονται όλες αυτές οι ιστορίες», ανέκραξε με ανυπομονησία ο τραπεζίτης, «όταν σας λέω ότι είδα τον Αρθούρο με το διάδημα στα χέρια;»

«Περιμένετε λίγο, κύριε Χόλντερ. Θα επανέλθουμε. Είδατε λοιπόν, δεσποινίς Χόλντερ, την κοπέλα αυτή να εισέρχεται από την πόρτα του μαγειρείου;»

«Μάλιστα, τη στιγμή που πήγα να δω αν η πόρτα ήταν κλειστή για τη νύχτα, την είδα να εισέρχεται. Και διέκρινα και τον εραστή της στο σκοτάδι.»

«Τον γνωρίζετε;»

«Ω, ναι! Είναι ο μανάβης που μας φέρνει τα λαχανικά. Ονομάζεται Φράνσις Πρόσπερ.»

«Στέκονταν», είπε ο Χολμς, «αριστερά και σε μικρή απόσταση από την πόρτα;»

«Ναι, αριστερά.»

«Έχει ξύλινο πόδι;»

«Είστε μάγος λοιπόν; Πώς το γνωρίζετε;»

(Τέλος δεύτερου μέρους. Η συνέχεια την επόμενη Τετάρτη)

Καραντίνα vs φυλακή: Ψιλή κουβέντα

Ο Billys Klaras μέλος του Δικτύου Αλληλεγγύης Κρατουμένων και πρώην κρατούμενος πιάνει ψιλή κουβέντα με τον μέλος του red n’ noir Τάσο Θεοφίλου. Κουβεντιάζουν για τις ομοιότητες και τις διαφορές που έχει η φυλακή με την καραντίνα του Covid-19. Ανάμεσα σε διάφορες χαζομάρες, κουβεντιάζουν και για την στιγμή της αποφυλάκισης, τις προσωπικές, κοινωνικές, και οικονομικές δυσκολίες από τις οποίες συνοδεύεται και υποθέτουν πως όταν κηρυχτεί η άρση των περιορισμών δεν θα είναι στην πραγματικότητα ιδιαίτερα λυτρωτική.