Ο Σολ Γκούντμαν δεν είναι αθώος

Ο Σολ Γκούντμαν δεν είναι αθώος

Δεν υπάρχει αμφιβολία για το γεγονός ότι η σειρά Better Call Saul είναι ένα αριστούργημα και βασικό στοιχείο στο οποίο δομείται ως τέτοιο είναι η οριακότητα των επιλογών του κάθε χαρακτήρα. Επιλογές τοποθετημένες μαζί με το αρνητικό τους εκμαγείο στο ηθικό σύμπαν του κάθε χαρακτήρα περιμένουν την σειρά τους για να δομήσουν το σύστημα αξιών και την προσωπικότητα του κάθε χαρακτήρα. Δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερος τρόπος να χτιστεί ένας ήρωας αν δεν είναι συγχρόνως και αντιήρωας και αυτό ακριβώς κάνουν με τεράστια επιτυχία οι δημιουργοί της σειράς.

Κανένας ήρωας δεν είναι αθώος

Όμως κανένας αρχαίος ήρωας ή θεός, κανένας άγιος, κανένας υπερήρωας και κανένας μυθικός χαρακτήρας δεν είναι αθώος. Κανένας μυθιστορηματικός, τηλεοπτικός ή κινηματογραφικός χαρακτήρας της μαζικής κουλτούρας δεν είναι αθώος. Η μαζική κουλτούρα είναι ένας βασικός τομέας, όπου καταγράφονται, αντανακλώνται και κυρίως επιβάλλονται οι κοινωνικές πεποιθήσεις. Η μαζική κουλτούρα οδηγεί σε εσωτερίκευση πολιτικών, κοινωνικών, πολιτισμικών και ιδεολογικών πεποιθήσεων ή για να το πω λίγο πιο παλιομοδίτικα και αλτουσεριανά, οι πλατφόρμες ψυχαγωγίας τύπου Netflix είναι ένας ακόμα ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους.

Ο κάθε χαρακτήρας λειτουργεί ως πρότυπο, εξυπηρετώντας συγκεκριμένους προπαγανδιστικούς σκοπούς. Σε αυτό το πλαίσιο, ο χαρακτήρας του Σολ ή Τζίμ ως προϊόν της μαζικής κουλτούρας, μιας μαζικής κουλτούρας που παράγει αριστουργήματα, μεταξύ άλλων εξυπηρετεί και μια αρκετά διακριτική προπαγάνδα αντεγκληματικής πολιτικής.

Είναι κάτι σαν προαπαιτούμενο για τα έργα μαζικής κουλτούρας η διαφθορά να παρουσιάζεται όχι ως αυτό που είναι, όχι ως δομικό κομμάτι της λειτουργίας του κεφαλαίου και του κράτους και κατ’ επέκταση της αστυνομίας αλλά ως εμπόδιο για την σωστή λειτουργία της. Ένα εμπόδιο το οποίο συνήθως βάζουν καπάτσοι δικηγόροι που επικαλούνται καταχρηστικά τον νόμο, το Σύνταγμα και άλλες παρωχημένες αξίες και αόριστες έννοιες που τελικά αυτές φαίνεται να ευθύνονται για το εμπόριο ναρκωτικών και την βία.

Ο λόγος ύπαρξης του νομικού πολιτισμού είναι η προστασία των εμπόρων ναρκωτικών

Ο ρόλος του Σολ, ενός δικηγόρου που ασκεί το επάγγελμα του αξιοποιώντας τις γνώσεις που συσσώρευσε ως πρώην απατεώνας, επιτελεί αυτόν τον βαθιά συντηρητικό ρόλο.

Συμπαθής μέσα στην λαμογιά του, συμπαθής μέσα στο αέναο αυτοερωτικό παιχνίδι με τα ηθικά του όρια, συμπαθής λόγω της συνέπειας του προς τον πυρήνα του χαρακτήρα του παρά τις συνεχείς του μεταμορφώσεις, επιτελεί μια ύπουλη λειτουργία ως μια διαρκής υπόμνηση ότι η προστασία των δικαιωμάτων των κρατουμένων, των ανακρινόμενων και των κατηγορουμένων είναι σύμφυτη με την παρανομία και με το Κακό. Ότι η νομική προστασία που μπορεί να παρέχει ένας δικηγόρος σε κάποιον κατηγορούμενο λειτουργεί πάντα και συνειδητά προς όφελος των συμφερόντων των καρτέλ. Ότι ο λόγος ύπαρξης του νομικού πολιτισμού είναι αν μη τι άλλο η προστασία των εμπόρων ναρκωτικών καθ’ αυτή.

Το Better Call Saul έρχεται να τοποθετηθεί ως κορωνίδα της βασικής αιχμής των πολιτιστικών προϊόντων μαζικής κουλτούρας ότι ο μοναδικός λόγος που η αστυνομία δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά είναι επειδή δεσμεύεται από παράλογους νόμους και αυτού του είδους τους καπάτσους δικηγόρους που έχουν την σατανική δύναμη όταν δεν γητεύουν δικαστές, να σαμποτάρουν τον αγώνα κατά του εγκλήματος επικαλούμενοι ράντομ άρθρα του Συντάγματος κατά την διάρκεια ανακρίσεων. Ανθρώπων που ασκούν ένα επάγγελμα το οποίο δεν είναι άλλο από το να προστατεύει τους αδίστακτους εγκληματίες και έχουν το θράσος να διαλαλούν στην TV τις υπηρεσίες τους ως πραμάτεια με αισθητική τελεμάρκτινγκ.

Προς επίρρωση των παραπάνω αρκεί ενδεχομένως το διαφημιστικό σποτ του Saul Goodman σχετικά με τις υπηρεσίες του:

«Γεια. Είμαι ο Saul Goodman. Γνωρίζατε ότι έχετε δικαιώματα; Το Σύνταγμα λέει ότι έχετε. Το ίδιο και εγώ. Πιστεύω ότι οποιοσδήποτε κάθε άντρας, γυναίκα ή παιδί σε αυτή τη χώρα είναι αθώοι μέχρι να αποδειχθούν ένοχοι. Και γι' αυτό παλεύω για σένα, Αλμπουκέρκη! Καλύτερα να τηλεφωνήσεις στον Σαούλ. 

Saul Goodman, δικηγόρος.»

Τελικά ο Saul Goodman είναι μια «Μαιμού με όπλο» όπως τον χαρακτήρισε ο αστός μεγαλοδικηγόρος αδελφός του (επειδή πήρε το πτυχίο του από ανυπόληπτο πανεπιστήμιο δια αλληλογραφίας) καθώς η νομική επιστήμη δεν είναι για τη πλέμπα και όταν η πλέμπα την υπηρετεί μόνο κακά πράγματα μπορούν να συμβούν.

Hamlin, Hamlin & McGill, Davis and Main και Schweikart & Cokely

Συγχρόνως οι αστοί δικηγόροι, Χάουαρντ Χάμλιν και Τσακ ΜακΓκιλ της Hamlin, Hamlin & McGill, ο Clifford Main, διευθύνων σύμβουλος στην Davis and Main, ο Rich Schweikart, συνεργάτης της Schweikart & Cokely είναι πάντα τίμιοι, δεν ξεπερνάνε τα όρια ούτε της νομιμότητας ούτε της εντιμότητας. Είναι συνεπείς, είναι φιλάνθρωποι και ανθρωπιστές. Οι προσωπικότητες τους διέπονται και κινητροδοτούνται από υψηλές μονάχα αξίες, είναι καλλιεργημένοι και φιλότεχνοι, υπηρέτες της επιστήμης και του επαγγέλματος τους που το μόνο ατόπημα που επιτρέπουν στον εαυτό τους είναι μια ίσως παιγνιώδης κατάχρηση της ρητορικής τους δεινότητας. Και προς θεού δεν αναλαμβάνουν ποτέ ποινικές υποθέσεις παρά μόνο δίκαιες αγωγές. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δικηγορικών γραφείων-κολοσσών που διευθύνουν είναι πάντα υγιής και στο πλαίσιο ενός ειλικρινούς αλληλοσεβασμού και μιας αμοιβαίας εκτίμησης.

Ντιλ στις τουαλέτες του δικαστικού μεγάρου

Όλη αυτή η μπουρζουάδικη ατμόσφαιρα του δικηγορικού λόμπι, πλαισιώνεται από αστούς και προσηνείς δικαστές οι οποίοι επίσης λειτουργούν στο πλαίσιο αμοιβαίου σεβασμού και θαυμασμού, εικόνα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις ποινικές υποθέσεις των μικροδικινητών όπου τα νομικά ντιλ μεταξύ του δημόσιου κατήγορου Bill Oakley και του Τζιμ ή Σολ γίνονται στις τουαλέτες του δικαστικού μεγάρου την ώρα που κατουράνε ή πλένουν τα χέρια τους μετά το κατούρημα.

Ακόμα και η Κίμ Γουέξλερ, η ταλαντούχος δικηγόρος, αυτή που κατάφερε να σπουδάσει και να φτάσει στο σημείο που έφτασε χάριν της μεγαθυμίας και της γενναιοδωρίας των αστών εργοδοτών και συναδέλφων της, κάποια στιγμή παρασύρεται από τις αναμνήσεις της παιδικής της ηλικίας και τον έρωτα της για τον Τζιμ και μέσω μιας σειράς επιλογών οδηγείται προς την ηθική της έκπτωση. Η έναρξη της ηθικής της κατάπτωσης, λοιπόν, σηματοδοτείτε συγχρόνως και από την εγκατάλειψη της λαμπρής σταδιοδρομίας της στον τομέα του επιχειρηματικού δίκαιου, την ενασχόληση της με μιαρές ποινικές υποθέσεις και την υπεράσπιση φτωχοδιαβόλων ως κατ΄ επιλογή υπηρεσιακή δικηγόρος.

Πλύσιμο δοντιών πάνω από όλα

Σε κάθε περίπτωση το ευτύχημα είναι ότι αυτού του είδους οι δικηγόροι βουρτσίζουν τακτικά τα δόντια τους, ακόμα και με ηλεκτρική οδοντόβουρτσα λίγο πριν πάρουν τον δρόμο για την ηθική κάθαρση.

Μια νόθα κόρη του Μιχαήλ Τιμοφέγεβιτς

Μια νόθα κόρη του Μιχαήλ Τιμοφέγεβιτς

Αυτή είναι η Αθήνα. Φίφτιζ-Σέβεντης κτίρια με πορτοκαλί και πράσινες ξεφτισμένες τέντες. Σαγρέ τοίχοι που συσσωρεύουν στις κάποτε λευκές πτυχώσεις τους, την σκόνη και τα κατάλοιπα της πνιγμένης στο καυσαέριο ατμόσφαιρας των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών.

Ο Στελάν διαβαίνει την Αχαρνών με το Εξτί του όταν τον δρόμο του κόβει ένα αναποδογυρισμένο φορτηγάκι. Έφτασε πρώτος. Πριν από την Άμεση Δράση, πριν τα συνεργεία της ΔΕΕ, πριν την πυροσβεστική, πριν τα ‘σθενοφόρα. Το κλειστό βανάκι έχει κυλιστεί με την οροφή στο οδόστρωμα, όπως μαρτυράει το υπόλειμμα μπογιάς που έχει μείνει ως αποτύπωμα στην ταλαιπωρημένη άσφαλτο. Οι ρόδες του έχουν σταματήσει την περιστροφή τους κι απλά κοιτάζουν ακίνητες τον ουρανό. Δεν μοιάζει να έχει παραδοθεί ζητώντας χάδια. Μοιάζει περισσότερο σαν έντομο ανήμπορο να αυτοεξυπηρετηθεί.

Αλλαγή οπτικής γωνίας

Μια σειρά άσπρων στρώσεων που προκάλεσαν τα ξεραμένα ανόργανα άλατα συνδυασμένα με λιπαρά οξέα, απομεινάρια προγενέστερων εκκρίσεων εκείνου του άχρωμου υγρού με την αλμυρή γεύση και την χαρακτηριστική οσμή (που κάποτε γίνεται ανυπόφορη), είχαν αποτυπώσει τυχαίους σχηματισμούς πάνω στη μαύρη μπλούζα του Στελάν και μέχρι πριν λίγο θύμιζαν ακτογραμμές. Τώρα οι άσπρες στρώσεις, σε κάποια σημεία, απορροφούνται, από την υγρασία που προκαλεί μια νέα έκκριση των ιδρωτοποιών αδένων ενώ σε κάποια άλλα σημεία απλώς διασταυρώνονται. Το αποτέλεσμα είναι η μπλούζα του Στελάν από μακριά να μοιάζει σαν ασπρόμαυρη στρατιωτική παραλλαγή. Αυτό το ζήτημα καθόλου δεν επηρεάζει σε τίποτα παρά μόνο αισθητικά.  

Ο Στελάν ξεπεζεύει το Εξτί και τσεκάρει τι παίζει στην τουμπαρισμένη καμπίνα του βαν. Γέρνει το σώμα του κάπου 40 μοίρες και το κεφάλι του άλλες 35. Τώρα τα βλέπει όλα ανάποδα. Η αλλαγή της οπτικής γωνίας σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη για να μετατοπιστεί κάποιος σε σχέση με κάποια άποψη. Ωστόσο ακόμα και αν είναι αναγκαία σίγουρα δεν είναι ικανή ώστε να εντοπίσει κάποιον άνθρωπο, επιζώντα ή νεκρό, στην καμπίνα του συγκεκριμένου βαν. 

Που να είναι ο οδηγός; Μήπως έχει παγιδευτεί; Ποιος τον γαμεί από την μια αλλά από την άλλη δουλειά του είναι. Προσπαθεί να καταλάβει τι έχει γίνει. Η ενημέρωση του έλεγε ότι ένα μεγαλύτερο σε όγκο φορτηγό προσέκρουσε κάθετα στην δεξιά πόρτα χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα, αρχικά το παρέσυρε και μετά από λίγα μέτρα το ανέτρεψε. Έπειτα ακολούθησαν πυροβολισμοί.

Ένα κύμα εφορίας

Συνεχίζει να αναζητάει τυχών εγκλωβισμένους. Καμπίνα, άδεια, τσεκ. Κάτω από το εμπόρευμα, κανένας, τσεκ. Ο Στελάν συνοφρυώνεται. Τσεκάρει το φορτίο. Ανοίγει την πρώτη κούτα. Ρούχα. Ανοίγει τη δεύτερη. Σακούλες με μια άσπρη σκόνη. Σκίζει μία με το νύχι του και χώνει το δάκτυλο μέσα. Βάζει το περιεχόμενο που συνέλλεξε στα ούλα του. Ένα κύμα εφορίας τον κατακλύζει. Αυτό είναι. Κρυσταλλικό b-zombie. 

Ξαφνικά ο Στελάν στέκεται ακίνητος. Στέκεται ακίνητος γιατί αυτό παθαίνουν οι άνθρωποι όταν τους σημαδεύουν με ένα ΑΚ-47 οπλισμένο και χωρίς ασφάλεια. Η σκέψη είναι πως αν μια νόθα κόρη του Μιχαήλ Τιμοφέγεβιτς ξεγλιστρήσει από αυτήν την κάνη δεν θα προλάβει να δει ούτε την ένδειξη game over στην οθόνη του.

Κάνει για λίγο την κορόιδα. Παρατηρεί το εργαλείο. Η κάνη έχει ξεβάψει από την χρήση, η μαύρη μπογιά έχει φύγει σε ορισμένα σημεία και το ξύλινο κοντάκι θέλει σίγουρα μια στρώση βερνίκι.

Βερνίκι σε καμιά περίπτωση δεν χρειάζονται τα νύχια από αυτό το τόσο νεανικό και περιποιημένο γυναικείο χέρι που το κραδαίνει. Πολύ περισσότερο ο δείκτης, που χαϊδεύει την σκανδάλη. Όσο του αρέσουν αυτά τα χέρια άλλο τόσο δεν του αρέσει η κατάσταση. Όσο του αρέσουν τα περιποιημένα δάχτυλα που κρατάνε αυτή τη συσκευή ξεβιδώματος ψυχών, τόσο δεν του αρέσει ο πειστικός τρόπος που το κρατάει η μαντάμ.

Πράσινα άλογα

Κάνει για λίγο την κότα. Δεν έχει επιλογές, έτσι κι αλλιώς. Σηκώνει το βλέμμα του αποφασιστικά. Τώρα δεν βλέπει την κόγχη της κάνης αλλά τα μάτια της. Τον τρόπο που το βλέμμα εκτοξεύεται από τα μάτια της καθώς εκβιάζεται από την πίεση της αδρεναλίνης. Και τον τρόπο που όταν ένα πρόσωπο κρύβεται πίσω από ένα φουλφέις πολλαπλασιάζει την γοητεία του.

«Μαντάμ, ει δυνατόν να κατεβάζεται το ματζαφλάρι παρακαλώ;»

«Εσύ δεν είσαι ο Στελάν; Ξέχνα το φορτίο. Δεν πρόκειται να το πάρεις.»

Ο Στελάν σάστισε για λίγη ώρα. Αποφάσισε να αφήσει λίγο χρόνο μέχρι να παραδεχτεί την ταυτότητα του.

«Αρχικά ποιος είναι αυτός ο Στελάν και δεύτερον τι φορτία και πράσην άλογα μου τσαμπουνάς, για να έχουμε το καλό ερώτημα;»

«Εσύ δεν παρακολουθείς για λογαριασμό των μπάτσων την διαδρομή μας για να πάρεις το φορτίο μας;»

Ένα έργο μεταμοντέρνας τέχνης

Από την πληροφορία αυτή, ο Στελάν, ακόμα κι αν αυτή βασιζόταν σε ένα αυταπόδεικτό λάθος, αυτό της δικιάς του συμμετοχής σε όλα αυτά, άρχισε να πιάνει μια ακρούλα κάποιου νήματος ενός κουβαριού, που μόλις άρχιζε να σχηματίζεται. 

«Ποιος τα λέει αυτά, μαντάμ;»

«Ο Αλέξανδρος Λανφής λέει ότι το κουμάντο των μπάτσων το έχει πάρει ο Μαν και ο Στελάν από όταν σκότωσαν τον διοικητή τους».

Να κάτι ύποπτο. Ένας άντρας που δεν είχε δει ποτέ του διασπείρει αυτές τις φήμες.

«Ούτε που τα ξέρω τα ονόματα που μου αραδιάζεις. Εγώ για να βοηθήσω κατέβηκα». Καθώς της μιλάει, ο Στελάν κάνει μια αιφνιδιαστική κίνηση αρπάζοντας το θρυλικό μοντέλο του 1947 από την κάνη και ένα βήμα μπροστά ώστε να βγει από το πεδίο βολής του. Η τύπισσα δεν αστειεύεται. Μπουμπουνάει αλλά οι σφαίρες της βρίσκουν ουρανό. Ο Στελάν το αφήνει να συμβεί. Η γεμιστήρα της αδειάζει. Έχει μόλις συνθέσει ένα έργο μεταμοντέρνας τέχνης τρυπώντας τον συννεφιασμένο ουρανό και δίνοντας διέξοδο στις ακτίνες του ήλιου να εισβάλουν στην σκηνή με αυτήν την αφηρημένη και ακανόνιστη διάταξη. Βγάζει το Λούγκερ του από την ζώνη του και το κολλάει στο κούτελο της.

«Λυπάμαι για ότι συνέβη κύριε. Είναι προφανές ότι η ψυχραιμία μου με εγκατέλειψε. Δεσμεύομαι ότι δεν θα ξανασυμβεί».

«Πες μου αμέσως και ακριβώς τι έγινε», γρυλίζει ο Στελάν καθώς της περνάει το τάιρ-απ στους καρπούς.

«Ένα φορτηγό βγήκε κάθετα από τον δρόμο. Μας βρήκε στα πλάγια και μας ανέτρεψε. Εγώ καθόμουν στην θέση του συνοδηγού. Μόλις πλησίασε ένας άντρας κρατώντας ένα πιστόλι, έβγαλα τούτη δω την Τελική Λύση», λέει δείχνοντας το Καλάσνικοφ «και τον πυροβόλησα. Δεν τον πέτυχα αλλά καθώς αιφνιδιάστηκε, έγινε μπουχός. Ο οδηγός μας τραυματίστηκε. Τον πήραμε με το αμάξι που είχαμε για προπομπό και τον πήγαμε για τις πρώτες βοήθειες».

Ο Στελάν προσπαθεί να σκεφτεί γρήγορα, και ιδίως πριν φτάσουν τα περιπολικά, τι έχει συμβεί. Πρέπει να βγάλουν μόνοι τους, αυτός και ο Μαν, την άκρη. Σκέφτεται να τηλεφωνήσει στον Μαν. Δεν έχει χρόνο. Οι σκέψεις του διακόπτονται απότομα μαζί με τις αισθήσεις του.

Ούτε πρόλαβε να δει ούτε να ακούσει ούτε καν να διαισθανθεί την γυναικά με το μπαστούνι του μπέιζμπολ με το οποίο τον εξουδετέρωσε χτυπώντας τον στο ινιακό οστό…                     

Αγοράστε τις «Περιπέτειες των Μαν και Στελάν» από το ηλεκτρονικό μας βιβλιοπωλείο:

 

Η πρώτη ανακούφιση για την Βιρχίνια

Βιρχίνια-απόφαση

Η Βιρχίνια είναι επιζώσα έμφυλης βίας και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών. Η ίδια είχε καταγγείλει πως εδώ και 15 χρόνια, ο σύζυγός της την κρατούσε αιχμάλωτη σε ένα καθεστώς συνεχούς παρακολούθησης και τρομοκρατίας, ασκώντας σε βάρος της βία διαφόρων μορφών. Στις 24 Φεβρουαρίου 2022 κατάφερε να δραπετεύσει και να πάει στην Αθήνα.

Στις 20 Ιουνίου 2022 συνδικάστηκε η υπόθεση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της Βιρχίνια κατά του εν διαστάσει συζύγου της, μέσω των οποίων ζητάει την αποκλειστική επιμέλεια των παιδιών, διατροφή γι’ αυτά και να μην την πλησιάζει σε απόσταση 100 μέτρων. Συγχρόνως εκδικάζονταν η αίτηση του καταγγελλόμενου από την ίδια ως κακοποιήτη της, ο οποίος αξίωνε να επιστρέψει «η γυναίκα του» στο σπίτι του στην Λάρισα «για το καλό των παιδιών».

Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

Στις 11 Ιουλίου 2022, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 5018/2022 απόφαση του απέρριψε το αίτημα του εν διαστάσει συζύγου, για την από κοινού επιμέλεια και εναλλαγή της κατοικίας των παιδιών. Επίσης, όρισε την ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας των δυο κοριτσιών στη Βιργινία και διατροφή, 500 ευρώ για την 15χρονη κόρη, 300 ευρώ για την 5χρονη κόρη και 200 ευρώ για τη Βιργινία.

Η αιτιολογία είναι, ότι λόγω της ενδοοικογενιακής βίας που έχει ασκηθεί και εκκρεμεί στο Ποινικό δικαστήριο, αλλά και των πραγματικών περιστατικών που η Βιρχίνια αναφέρει στην αίτησή της, δεν μπορεί να επιστρέψει στη Λάρισα ούτε μπορεί να εξασφαλιστεί η απαραίτητη συνεννόηση μεταξύ των εν διαστάσει συζύγων, ώστε να ασκείται η από κοινού επιμέλεια.

Σύμφωνα με τον συνήγορο της Βιρχίνια, Πατρίκιο Πατρικουνάκο:  

«Το Μονομελές Πρωτοδικείο, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έκρινε με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον των δύο ανηλίκων κοριτσιών.

Η δικαστής έκρινε ότι ο νόμος για τη συνεπιμέλεια δε θα βοηθήσει, αλλά αντίθετα θα δυσχεράνει τη ζωή των παιδιών και εξέδωσε μια απόφαση σημαντική, πλάι σε άλλες υποθέσεις αντίστοιχες που έχουν ήδη εκδοθεί, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Τα δικαστήρια έως τώρα, φαίνεται να σταθμίζουν το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών, ως σημαντικότερο από μια υποχρεωτική συνεπιμέλεια, που πολλές φορές είναι εις βάρος αυτών».

Επιστολή του Πάνου Καλαϊτζή εν όψει του δικαστικού συμβουλίου

επιστολή του Πάνου Καλαϊτζή εν όψει του δικαστικού συμβουλίου

Μέσα στις επόμενες δυο εβδομάδες θα συνεδριάσει το δικαστικό συμβούλιο για τη συνέχιση ή μη της προφυλάκισης μου. Έχουν περάσει σχεδόν 6 μήνες από τη μέρα που προφυλακίστηκα. Μισός χρόνος στη φυλακή, γιατί κάποιοι αποφάσισαν να χτίσουν τις καριέρες τους στην πλάτη μου. Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει όλο αυτό τον καιρό στον έξω κόσμο. Ο πόλεμος στην Ευρώπη καλά κρατεί, η βενζίνη έχει περάσει τα 2 ευρώ το λίτρο, οι τιμές σε βασικά προϊόντα έχουν εκτιναχθεί στα ύψη, για ακόμα ένα καλοκαίρι τα δάση καίγονται, οι εθνικιστικές κορώνες αυξάνονται εν όψει εκλογών και ο covid-19 τον οποίο έχουμε κερδίσει τουλάχιστον 3 φορές, ξαναέρχεται στο προσκήνιο. Αλλά και στα δικαστικά άλλαξαν πολλά… Ο δολοφόνος του Α. Γρηγορόπουλου αποφυλακίστηκε, ο δολοφόνος του Ζακ βγήκε μετά από 2 μήνες φυλακή, γνωστοί βιαστές και παιδοβιαστές κυκλοφορούν πλέον ελεύθεροι, ενώ την ίδια στιγμή η δικαιοσύνη εξωθεί έναν πολιτικό κρατούμενο στο θάνατο.

Τώρα, για τη δική μου υπόθεση άλλαξαν πολλά, αλλά ουσιαστικά τίποτα. Η δικογραφία έκλεισε, τα αποτελέσματα dna βγήκαν και η αντιτρομοκρατική έκανε φύλλο και φτερό την ζωή μου. Κανένα στοιχείο δεν βρέθηκε, καμία εμπλοκή μου σε τίποτα. Η σκευωρία απέναντι μου, συνεχίζει να πατά στο γεγονός πως οι συγκατηγορούμενοι μου συνελήφθησαν στο διαμέρισμα που νοίκιαζα και πως εκεί βρέθηκαν ευρήματα που συσχετίστηκαν με την οργάνωση «Αναρχική Δράση». Από την πρώτη στιγμή, δήλωσα πως είχα παραχωρήσει το διαμέρισμα για κάποιες μέρες σε συνάδελφο και φίλο για να κάνει καραντίνα λόγω Covid-19. Το μόνο στοιχείο, λοιπόν, στα χέρια της δικαιοσύνης είναι οι φιλικές και συναδελφικές μου σχέσεις. Αν για κάποιους οι φιλικές σχέσεις αποτελούν τεκμήριο για να λάβουν την εμπιστοσύνη της δικαιοσύνης και να αποφυλακιστούν, για άλλους φαίνεται πως λειτουργούν ως τεκμήριο ενοχής.

Όσο για μένα, μπορεί να βρίσκομαι έγκλειστος μέσα σε τέσσερις τοίχους, όμως παραμένω δυνατός, με το χαμόγελο στα χείλη και τη συνείδηση μου καθαρή, γνωρίζοντας πλέον ξεκάθαρα, ότι σε όλη μου τη ζωή ήμουν από την σωστή πλευρά.

Δύναμη σε όσους αγωνίζονται για το δίκαιο.
Γιάννη κράτα γερά.

Καλαϊτζής Παναγιώτης
Δ’ Πτέρυγα
Φυλακές Κορυδαλλού  

Τσεκάρετε για την υπόθεση στο the press project:

Η συνέντευξη τύπου για την απεργία πείνας του αναρχικού Γιάννη Μιχαηλίδη

Συνέντευξη Τύπου Γιάννης Μιχαηλίδης

Στη συνέντευξη αλληλεγγύης στον επί 59 μέρες απεργό πείνας Γιάννη Μιχαηλίδη, που διοργανώθηκε την Τετάρτη 20 Ιουλίου, στο βιβλιοκαφέ red n’ noir, με τη συνεργασία του omnia tv και της ιστοσελίδας «Το Κόκκινο και το Μαύρο», συμμετείχαν η προσωπική γιατρός του Λίνα Βεργοπούλου, δ/ντρια ΕΣΥ, ο δικηγόρος του Γιώργος Κακαρνιάς, η δικηγόρος Ιωάννα Κούρτοβικ, και ο Τάσος Θεοφίλου, μέλος του εκδοτικού εγχειρήματος red n’ noir.

Η συνέντευξη ξεκίνησε με ηχογραφημένο μήνυμα της γιατρού Λίνας Βεργοπούλου, που τόνισε ότι ο απεργός βρίσκεται σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση, καθώς αύριο Πέμπτη συμπληρώνει δύο μήνες απεργίας πείνας.

Οι σοβαρές βλάβες στα ζωτικά όργανα άρχισαν ήδη

Ενδεικτικά, μέχρι σήμερα έχει χάσει πάνω από το 25% του βάρους του και οι βλάβες σε ζωτικά όργανα έχουν ήδη ξεκινήσει. Τα λευκά αιμοσφαίρια και τα αιμοπετάλια βρίσκονται πολύ κάτω από τα κατώτατα όρια, το στίγμα που έχει εκ γενετής επιδεινώνεται και το ανοσοποιητικό του σύστημα είναι εξαιρετικά αδύναμο (ενδεχόμενη νόσηση από COVID-19 θα αποβεί καταστροφική). Ο Γιάννης διατρέχει άμεσο κίνδυνο καταστροφής του καρδιακού μυός, βαριάς εγκεφαλικής αιμορραγίας και βαριάς, μη αναστρέψιμης οστεοπόρωσης, ενώ η ασιτία έχει προκαλέσει διπλωπία, που επιδεινώνεται σταδιακά, και σοβαρές διαταραχές ύπνου. Ενώ συμβαίνουν αυτά, ο ίδιος εξακολουθεί να υποβάλλεται σε ένα ιδιότυπο βασανιστήριο, καθώς παραμένει απομονωμένος, σε χώρο χωρίς παράθυρο, χωρίς τη δυνατότητα ανεμπόδιστης επαφής με συγγενείς και φίλους, τη γιατρό ή τον δικηγόρο του, υπό τη διαρκή επιτήρηση αστυνομικών και με τη βάρδια να εναλλάσσεται, αυξάνοντας τους κινδύνους λοίμωξης από COVID-19. Όπως τόνισε η κ. Βεργοπούλου, πρόκειται για συνθήκες νοσηλείας απολύτως εκτός κάθε έννοιας ιατρικής δεοντολογίας. Κλείνοντας, η γιατρός απηύθυνε έκκληση προς κάθε αρμόδιο να παρέμβει για να αποτραπεί η μοιραία έκβαση της απεργίας πείνας, και ειδικά προς τους γιατρούς, ζητώντας να γνωματεύσουν δημόσια για την κατάσταση της υγείας του Γιάννη Μιχαηλίδη.

Τη Δευτέρα η εκδίκαση της νέας αίτησης αποφυλάκισης

Το λόγο πήρε στη συνέχεια ο δικηγόρος του απεργού, Γιώργος Κακαρνιάς, ενημερώνοντας ότι τη Δευτέρα 25 Ιουλίου εκδικάζεται στο Συμβούλιο Εφετών της Λαμίας έφεση κατά της απόφασης του Συμβουλίου Πλημμελιοδικών Άμφισσας, με την οποία είχε απορριφθεί η αίτηση για υφ’ όρων απόλυση του Γιάννη Μιχαηλίδη. Ο κ. Κακαρνιάς σημείωσε ότι η απόφαση δεν θα βγει την ίδια μέρα, θυμίζοντας ότι, στην προηγούμενη αίτηση, η συνεδρίαση είχε γίνει στις 12 Μαΐου και η σχετική απόφαση βγήκε σχεδόν ενάμιση μήνα μετά. Με δεδομένη την κατάσταση της υγείας του απεργού, όπως τονίστηκε, αντικειμενικά δεν υπάρχουν περιθώρια αναμονής. Ο κ. Κακαρνιάς επισήμανε ότι ο Μιχαηλίδης υφίσταται ένα μόνιμο καθεστώς εξαίρεσης, καθώς βρίσκεται στη φυλακή από το 2013, και έχει συμπληρώσει τον προβλεπόμενο από το νόμο χρόνο έκτισης ήδη από τον Δεκέμβριο του 2021. Στο διάστημα αυτό, ο Μιχαηλίδης εξέτισε ποινή για περισσότερα αδικήματα από αυτά για τα οποία ανέλαβε την ευθύνη, μετά το 2019 στερήθηκε ημερομίσθια και άδειες, του ασκήθηκε δίωξη για συνέργεια σε κακούργημα (στάση) για συνυπογραφή κειμένου αλληλεγγύης σε κρατούμενους, ενώ ο ίδιος δεν έλαβε καμία αναστολή, σε αντίθεση με περιώνυμους καταδικασθέντες για ειδεχθέστερα εγκλήματα, που βρίσκονται σήμερα στην επικαιρότητα. Κλείνοντας, ο κ. Κακαρνιάς ευχαρίστησε τα λιγοστά μέσα ενημέρωσης που προβάλλουν την απεργία πείνας και τα αιτήματα του απεργού, σπάζοντας τον επικοινωνιακό αποκλεισμό των μεγάλων Μέσων.

Πληρώνει αυτό που είναι, όχι όσα έκανε

Η δικηγόρος Ιωάννα Κούρτοβικ επισήμανε ότι ο Γιάννης Μιχαηλίδης πληρώνει σήμερα όχι τα αδικήματα που τέλεσε, αλλά αυτό που είναι ο ίδιος – ένας άφοβος και ανυπότακτος χαρακτήρας. Αυτό είναι, σύμφωνα με την ίδια, που σήμερα δημιουργεί φόβο για την εξέλιξη που μπορεί να πάρει η απόφασή του να συνεχίσει την απεργία πείνας. Αναφερόμενη στους γιατρούς του νοσοκομείου της Λαμίας, η ίδια σημείωσε ότι τους αξίζουν εύσημα για την αφοσίωσή τους στη φροντίδα της υγείας νοσηλευόμενων και τη σωτηρία της ζωής τους, αυτό ωστόσο δεν αναιρεί την υποχρέωσή τους στη συγκεκριμένη περίπτωση να σεβαστούν τη βούληση του απεργού πείνας. Αναφερόμενη στο κλίμα των ημερών, η κ. Κούρτοβικ τόνισε ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν έχει αμφιβολίες για τη χειραγώγηση της δικαστικής εξουσίας και το τίμημα που καταβάλλουν όσοι αντιστέκονται, αναφερόμενη στη δίωξη της εισαγγελέα Ελένης Τουλουπάκη και στη στάση των δικαστηρίων της Λαμίας απέναντι στην αίτηση για υφ’ όρων απόλυση του Δημήτρη Κουφοντίνα, με πρωτοφανή νομική κατασκευή. Κλείνοντας, η κ. Κούρτοβικ υπογράμμισε ότι η λαχτάρα για την ελευθερία, που το ποινικό δίκαιο αναγνωρίζει τιμωρώντας με μικρή ποινή την απόδραση, γίνεται σεβαστή από την πολιτική εξουσία μόνο υπό τον όρο ότι οι παραβάτες είναι «δικοί της» (άρα υπεράνω υποψίας για τέλεση των ίδιων αδικημάτων), σε αντίθεση με όσους στρέφονται άφοβα ενάντια στην εξουσία, γεγονός που από μόνο του τους καθιστά ύποπτους και επίφοβους.

Τέσσερις αποφυλακίσεις «επίλεκτων» όσο κρατάει η απεργία πείνας

Η συνέντευξη έκλεισε με την παρέμβαση του συγγραφέα και δημοσιογράφου Τάσου Θεοφίλου, εκ μέρους του red n’noir και του OMNIA TV, που σημείωσε ότι το κίνημα αλληλεγγύης βρίσκεται σήμερα στην κατάσταση να επιχειρηματολογεί, όχι στο όνομα μιας άλλης εκδοχής δικαιοσύνης, αλλά υπέρ της διατήρησης των αρχών της ποινικής δικαιοσύνης – κι αυτό, καθώς οι αντιδραστικές δυνάμεις χρησιμοποιούν σήμερα την ποινική διαδικασία ως πεδίο άσκησης ανεξέλεγκτης εξουσίας. Αναφερόμενος στην ποινική μεταχείριση του Γιάννη Μιχαηλίδη, ο κ. Θεοφίλου σημείωσε τις τέσσερις αποφυλακίσεις «επίλεκτων» κρατουμένων (Κορκονέα, Χορταριά, Φιλιππίδη και Λιγνάδη) μέσα στους δύο μήνες της απεργίας πείνας του Μιχαηλίδη, που δεν θεωρούνται ύποπτοι τέλεσης νέων αδικημάτων, απλά γιατί είναι γνωστοί στην εξουσία. Ο ίδιος τόνισε ότι, σε αντίθεση με τους κρατούμενους που απολαμβάνουν την επιείκεια της δικαστικής εξουσίας, ο Γιάννης Μιχαηλίδης εξέτισε την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή για την υφ’ όρων απόλυσή του, και εντούτοις το δικαίωμά του δεν γίνεται σεβαστό. Στο ίδιο πλαίσιο, όπως σημειώθηκε, οι φυλακές του Δομοκού αναγνώρισαν στον αρχηγό της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής το δικαίωμα σε φροντίδα υγείας σε ιδιωτικό κέντρο αποκατάστασης, πράγμα που το ίδιο σωφρονιστικό κατάστημα αρνήθηκε στον αναρχικό Γιάννη Δημητράκη. Κλείνοντας, ο Τάσος Θεοφίλου αναφέρθηκε στις απροσχημάτιστα πολιτικές παρεμβάσεις Μπακογιάννη (κατά της χορήγησης άδειας σε επί 20ετία κρατούμενο) και της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (υπέρ της αποφυλάκισης Λιγνάδη), σημειώνοντας ότι, απέναντι στο νοσηρό αυτό κλίμα, σημαντικά τμήματα της κοινωνίας διαμαρτύρονται με πανό που γράφουν «ΒΙΑΣΤΗΣ ΕΙΝΑΙ».

Ολόκληρη η συνέντευξη (από το 12:43) εδώ:

Ο συνδικαλιστής Κώστας Καρυωτάκης θύμα της μεσοπολεμικής επιδημίας αυτοκτονιών

συνδικαλιστής Κώστας Καρυωτάκης

Ο Κώστας Καρυωτάκης, δημόσιος υπάλληλος, συνδικαλιστής και ποιητής αυτοκτόνησε στις 21 Ιουλίου 1928. Την επόμενη ημέρα το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Ελληνική» θα έχει ένα μεσαίας έκτασης άρθρο με τίτλο:

«Τα τραγικά αποτελέσματα της οικονομικής κρίσεως. Τέσσαρες Αυτοκτονίαι. 1 εις Αθήνας, 1 εις Γλυφάδαν και 2 εις Πειραιάν. Όταν η απελπισία καθιστά τον βίον αβίωτον… Το περίστροφον και η θάλασσα θέτουν τέρμα εις την δυστυχίαν. Όλαι αι λεπτομέρειαι του δραματικού απολογισμού.»   

Μια αυτοκτονία στο Ζάππειο

Δραματική όσο και τραγική στις λεπτομέρειες της ήταν η αυτοκτονία που σημειώθηκε εντός του κήπου του Ζαππείου ακριβώς δίπλα στο άγαλμα του Λόρδου Βύρωνα. Στις 8:30 το πρωί ο πενηντακονταετής Ιωάννης Δημητριάδης. Ο Δημητριάδης περιφέρονταν στον κήπο του Ζαππείου και ειδικότερα προς το τμήμα της λεωφόρου Όλγας. Μετά από λίγα λεπτά της ώρας πλησίασε το άγαλμα του Λόρδου Βύρωνα και αφού στάθηκε λίγο από κάτω του έβγαλε το περίστροφο Γκολντ, το στήριξε στον δεξί κρόταφο και πίεσε την σκανδάλη. Ο ατυχής αυτόχειρας έπεσε πάραυτα επί του εδάφους σφαδάζοντας μέσα στο αίμα του. Κάποιος αστυφύλακας της Τροχαίας Κινήσεως παρέλαβε τον αυτόχειρα ο οποίος ακόμα ζούσε και τον οδήγησε στο Πολιτικό Νοσοκομείο. Καθ’ οδόν όμως ο Δημητριάδης εξέπνευσε.

Από τις ανακρίσεις που διενέργησε ο διοικητής του 1ου Τμήματος Ασφαλείας, υπομοίραρχος Τσούνης εξακριβώθηκε ότι ο Δημητριάδης ήταν άγαμος και διέμενε στην Πλάκα με την μητέρα του και τον αδελφό του. ήταν αναμεμιγμένος στο χρηματιστήριο από το οποίο απώλεσε σημαντικό χρηματικό ποσό και ως εκ τούτου αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Κατόπιν της αποτυχίας του άνοιξε κατάστημα ψιλικών αλλά και αυτό χρεοκόπησε. Τελευταία έκανε εμπόριο βουτύρου αλλά και πάλι έχασε σημαντικό χρηματικό ποσό.        

Πάνω του βρέθηκαν τρεις επιστολές εκ των οποίων η μία απευθύνεται στον αδελφό του, η άλλη προς έναν φίλο του και η τρίτη προς την αστυνομική αρχή. Αυτές έχουν ως εξής:

Η προς τον αδελφό του Νικόλα

«Αγαπητέ Νίκο

Αυτοκτονώ γιατί δεν μπορώ να ζήσω. Εσύ το ξέρεις πια. Τόσες φορές έκαμα διαφόρους επιχειρήσεις και πάντοτε αποτύγχανα, ηναγκαζόμην δε να δανείζομαι από σένα. Ένα ήτο άλλος στη θέση μου, κατόπιν τόσων αστοχιών δεν θα μπορούσε να ζήσει ούτε μια ώραν, εγώ όμως έζησα τόσα χρόνια.

Σε φιλώ

Γιάννης»

Η προς τον φίλο του Ευστάθιο Παναγιωτάκη

«Αγαπητέ Στάθη

Όλος ο κόσμος είναι ψεύδος και υποκρισία και τίποτε άλλο. Στην δυστυχία μου δεν βρέθηκε κανένας να με παρηγορήσει. Τι την θέλω λοιπόν τέτοια ζωή, να ζεις μέσα σε τέρατα; Εσένα αγαπημένε μου Στάθη σε ευχαριστώ πού μόνο με παρηγορούσες τόσες φορές και σε ευχαριστώ και για την τελευταία παρηγοριά.

Σε χαιρετώ

Γιάννης»  

Η τελευταία ήταν προς την αστυνομική αρχή

«Προς την αστυνομικήν αρχήν.

Η τελευταία μου παράκληση είναι να με πάτε κατ’ ευθείαν στο Νεκροταφείο και τίποτα άλλο».

Μια αυτοκτονία στην Γλυφάδα

Ο πρόσφυγας Δημήτριος Βάρογλου, ετών 60, πιεζόμενος υπό ποικίλων οικονομικών αναγκών ερρίφθη στην θάλασσα όπου και πνίγηκε.

Δυο αυτοκτονίες στον Πειραιά

Ο Ιωάννης Τσιρίκος ετών 28, παντρεμένος και πατέρας ενός τέκνου έπασχε από ανίατο νόσημα, είχε απελπιστεί και αποφάσισε να αυτοκτονήσει.

Πράγματι την 5η πρωινή ώρα της αυγής σηκώθηκε από το κρεβάτι του και πήρε το πιστόλι του. κατόπιν και αφού βεβαίωσε ότι η σύζυγος του κοιμάται, ξάπλωσε και πάλι σιγά, την αγκάλιασε και αυτοκτόνησε βληθείς στην δεξιά κροταφική χώρα.

Η σύζυγος του ξύπνησε έντρομη από τον πυροβολισμό και βλέποντας το τραγικό θέαμα του αιμόφυρτου συζύγου της ξέσπασε σε κραυγές. Ο θάνατος του επήλθε αμέσως.

Την ίδια ώρα, ο επί της διασταύρωσης των οδών Θεάτρου και Ναυάρχου Μπήττυ διατηρών παντοπωλείο Εμμανουήλ Παπατζανάκης αυτοκτόνησε πέφτοντας από τους ύψους πενήντα μέτρων βράχους της Καστέλλας στην θάλασσα, δίπλα στην έπαυλη Ζαχαρία. Ο θάνατος του επήλθε αμέσως.

Αιτία της αυτοκτονίας του ήταν η κρίση που περνούσε στην εργασία του και εξαιτίας της οποίας από ημερών είχε καταλειφθεί από νευρασθένεια βαρύτατης μορφής.

Η σύζυγος του αντιληφθείσα ότι βγήκε από το κατάστημα για να αυτοκτονήσει, τον ακολούθησε αλλά δεν κατάφερε να τον προλάβει. Βλέποντας την πτώση, έσπευσε προς τον βράχο για να ακολουθήσει την τύχη του συζύγου της, συγκρατήθηκε όμως από τυος προσδραμόντες διαβάτες. Ο αυτόχειρας ήταν πατέρας πέντε παιδιών.

Και μια απόπειρα   

Σύμφωνα με την εφημερίδα Εστία το πρωί της ίδια ημέρας: Η 30ετής Γαλλίδα Μαρί Ντεγκορόν αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει πέφτοντας στην θάλασσα κοντά στο «Τροκανετερό». Διασώθηκε ανασυρθείσα από παρατυχόντες πολίτες. 

Η αναφορά της αυτοκτονίας Καρυωτάκη

Στις λεπτομέρειες του τραγικού απολογισμού, όπως μπορεί να υποψιαστεί κανείς ακόμα και από την απουσία αναφοράς της Πρέβεζας στον τίτλο, δεν περιλαμβάνεται η αυτοκτονία του Κώστα Καρυωτάκη. Δεν είναι μόνο η «Ελληνική» που κάνει αυτήν την παράληψη. Καμία εφημερίδα της Αθήνας ή της Ηπείρου δεν την αναφέρει. Η αυτοκτονία του Κώστα Καρυωτάκη αναφέρεται για πρώτη φορά στις 25 Ιουλίου του 1928, με τέσσερις ημέρες καθυστέρηση.

Στην Εφημερίδα «Εστία»

Σε ένα μικρό μονόστηλο της τελευταίας σελίδας η εφημερίδα «Εστία» γράφει:

Αυτοκτονία δι’ ασήμαντον αφορμήν.

Ηυτοκτόνησεν προ ημερών βληθείς δια σφαίρας περιστρόφου εις την κροταφικήν χώραν ο υπάλληλος του υπουργείου Πρόνοιας Κ. Γ. Καρυωτάκης. Η αυτοκτονία του ετηρήθη μυστική από την ατυχή μητέρα του, πάσχουσα εκ σοβαρού καρδιακού νοσήματος.

Εις τα θυλάκια του αυτόχειρος ευρέθη επιστολή προς τους οικείους του, εν τη οποία θεωρεί υπέυθυνον του θανάτου του τον πρώην υπουργόν της Πρόνοιας κ. Κύρκον. Κατά τον αυτόχειρα, ο κ. Κύρκος όχι μόνο δεν τον προήγαγε, αν και ήταν κάτοχος των υπό του Νόμου οριζόμενων προσόντων αλλά και τον μετέθεσε εις Πρέβεζαν. Από της ημέρας της μεταθέσεως του είχε καταληφθή υπό μεγάλης μελαγχολίας, ήτις κατέληξεν εις την αυτοκτονίαν.

συνδικαλιστής Κώστας Καρυωτάκης

Στην εφημερίδα «Εσπερινή»

Η εφημερίδα «Εσπερινή» αφιερώνει στην έκτη σελίδα της ένα δίστηλο με τίτλο «Ηυτοκτόνησεν ο ποιητής Κ. Καρυωτάκης. Θύμα του τέως υπουργού κ. Κύρκου»

Ο κόσμος των γραμμάτων θρηνεί σήμερον ένα από τους εκλεκτοτέρους του αντιπροσώπους, ο οποίος έθεσε τέρμα εις την άθλιαν του ζωήν, τον ποιητήν Κ. Καρυωτάκη, αυτοκτονήσαντα υπό όλως τραγικάς συνθήκας. Υπάλληλος του Υπουργείου της Πρόνοιας είχε την κακή τύχη να μην είναι της αρεσκείας του Υπουργού Κύρκου, ο οποίος άφηκε στίγμα ανεξίτηλον εις την Ελληνική διοίκησιν δια της διελεύσεως του από το εν λόγω υπουργείον. Ο άνθρωπος αυτός μη διστάζον προ ουδενός προκειμένου να ικανοποιήσει τας κομματικάς αξιώσεις κάποιου φίλου του εποφθαλμιώντος την θέσιν του Κ. Καρυωτάκη, ο οποίος υπήρξε , κατά την κοινήν ομολογίαν, των κατά καιρούς προϊσταμένων του υπόδειγμα υπαλλήλου σεμνού, μορφωμένου και εργατικού τον μετέθεσε κατά την τελευταίαν τρίμηνον περίοδον της υπουργείας εξ εν όλω φοράς παρά την σχετική γνωμάτευση του ειδικού Συμβουλίου γνωματεύσαντος περί της εδώ τοποθετήσεως του.

Ο Καρυωτάκης σεμνός και καλός από χαρακτήρος δεν διεμαρτυρήθη ποτέ κατά των συστηματικών αδικιών του Κύρκου, ο οποίος συν τοις άλλοις τον είχε παραλείψη και κατά τας τελευταίας προαγωγάς, ενώ είχε μιαν πενταετίαν εις τον αυτόν βαθμόν και ήτο δικηγόρος, προήχθησαν δε τελειόφοιτοι του Γυμνασίου με διετή μόνον υπηρεσίαν προστατευόμενοι του κ. Κύρκου. Η λεπτή όμως και ποιητική του ψυχή εγέμισε πικρίαν και απογοήτευσιν, η οποία σιγά-σιγά τον έφερεν εις την απόγνωσιν που το έκαμε να δώσει τέρμα εις την ωραίαν και γεμάτην ελπίδας ζωήν του.    

Εις την αυτοκτονίαν ο εκλεκτός ποιητής προέβη εντός του δωματίου του, βληθείς δια σφαίρας περιστρόφου εις την κεφαλήν. Ο θάνατος του επήλθε ακαριαίως. Εις το θυλάκιο του ευρέθη επιστολή προς τους οικείους του δια της οποίας εκθέτει τους λόγους της αυτοκτονίας του.

Αι διώξεις τας οποίας είχεν υποστεί εις το υπουργείον Πρόνοιας, τον είχον καταστήσει νευρασθενικόν.

Εις τον τελευταίο τόμον των ποιημάτων που είχε εκθοδή προ ολίγων μηνών, φαίνεται ξεχυμένη, όλη η απογοήτευσις και η πικρία που είχαν πλημμυρίσει την ψυχήν του και η απόφασις του να επιζητήση τον θάνατον καθαρά εις το κάτωθι ποίημα:

ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΠΕΝΘΙΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ

Στὸ ταβάνι βλέπω τοὺς γύψους.

Μαίανδροι στὸ χορό τους μὲ τραβᾶνε.

Ἡ εὐτυχία μου, σκέπτομαι, θἆναι

ζήτημα ὕψους.

Σύμβολα ζωῆς ὑπερτέρας,

ρόδα ἀναλλοίωτα, μετουσιωμένα,

λευκὲς ἄκανθες ὁλόγυρα σ’ ἕνα

Ἀμάλθειο κέρας.

(Ταπεινὴ τέχνη χωρὶς ὕφος,

πόσο ἀργὰ δέχομαι τὸ δίδαγμά σου!)

Ὄνειρο ἀνάγλυφο, θἀρθῶ κοντά σου

κατακορύφως.

Οἱ ὁρίζοντες θὰ μ’ ἔχουν πνίξει.

Σ’ ὅλα τὰ κλίματα, σ’ ὅλα τὰ πλάτη,

ἀγῶνες γιὰ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι,

ἔρωτες, πλήξη.

Ἄ! πρέπει τώρα νὰ φορέσω

τὡραῖο ἐκεῖνο γύψινο στεφάνι.

Ἔτσι, μὲ πλαίσιο γύρω τὸ ταβάνι,

πολὺ θ’ ἀρέσω.

Ίσως μάλιστα και να δοκίμασε κάποτε να θέση τέρμα εις την ζωήν του και να μην εύρισκε το θάρρος αν κρίνει κανείς από το εξής:

Ἂς μὲ χτυποῦν

πάντα κι ἀκόμα.

Θἆμαι τὸ χῶμα

ποὺ τὸ πατοῦν.

Αυτό έγραψε πρό τίνος ο δυστυχής Καρυωτάκης. Και όντως τέτοιος υπήρξε πάντοτε στη ζωή του.

Κατά την τελευταία του όμως μετάθεση (ή μάλλον απόσπασι, διότι ο εν λόγω Υπουργός μη δυνάμενος να τον τοποθετήση πλέον εκτός του υπουργείου, ένεκα της γνωματεύσεως του ειδικού συμβουλίου, απέσπασε εις Πρέβεζαν) ο Καρυωτάκης παρουσιάσθη και εις τον Κύρκον και εις τους διαφόρους τμηματάρχας του υπουργείου και παρά το ήθος του, διεμαρτυρύθη εντόνως. Αλλά και πάλιν ο υπουργός υπήρξε ανένδοτος γενόμενος ηθικός υπεύθυνος δια τον πρόωρον θάνατον του εκλεκτού ποιητού, που η απώλεια του στερεί τα ελληνικά γράμματα μας από τις πιο εξαιρετικές φυσιογνωμίες τελευταίως.     

  

Στην εφημερίδα «Πατρίς»

Η εφημερίδα «Πατρίς» αφιερώνει ένα μονόστηλο με τίτλο «Ο ποιητής Καρυωτάκης ηυτοκτόνησε στην Πρέβεζα» και υπέρτιτλο «Ένα θύμα του Κίρκου».

Ένας από τους καλύτερους μας νέους ποιητάς, από τους εκλεκτότερους αντιπροσώπους των σημερινών γραμμάτων, σεμνός το ήθος, γιομάτος από όλας τας αρετάς, άνθρωπος τέλειος με μιαν λέξιν, συνδυάζων τον ποιητήν με τον άνθρωπον τον γεμάτον καλοσύνην, ηυτοκτόνησε προ τεσσάρων ημερών εις την Πρέβεζαν: ο ποιητής Κ. Καρυωτάκης, υπάλληλος του υπουργείου Πρόνοιας. Θύμα του τραγικού και οικτρού Κύρκου, διότι δεν εγένετο όργανον των κομματικών του επιθυμιών, υπέστη πάσαν την δίωξιν του φαύλου πρώην υπουργού.

Ο Καρυωτάκης σεμνός και καλός από χαρακτήρος δεν διεμαρτυρήθη ποτέ κατά των συστηματικών αδικιών του Κίρκου, ο οποίος συν τοις άλλοις τον είχε παραλείψει και κατά τας τελευταίας προαγωγάς, ενώ είχε μια πενταετία εις τον αυτό βαθμόν και ήτο δικηγόρος, προήχθησαν δε τελειόφοιτοι του Γυμνασίου με διετή μόνον υπηρεσίαν προστατευόμενοι του κ. Κύρκου. Η λεπτή όμως και ποιητική του ψυχή εγέμισε πικρίαν και απογοήτευσιν, η οποία σιγά-σιγά τον έφερεν εις την απόγνωσιν που τον έκαμε να δώσει τέρμα εις την ωραίαν και γεμάτην ελπίδας ζωήν του.

Εις το τέλος τον μετέθεσε και εις την Πρέβεζαν.

Εις την αυτοκτονίαν ο εκλεκτός ποιητής προέβη εντός του δωματίου του, βληθείς δια σφαίρας περιστρόφου εις την κεφαλήν. Ο θάνατος του επήλθεν ακαριαίως. Εις τα θυλάκια του ευρέθη επιστολή προς τους οικείους του δια της οποίας εκθέτει τους λόγους της αυτοκτονίας του.

Αι διώξεις τας οποίας είχεν υποστή εις το υπουργείον Πρόνοιας, τον είχον καταστήσει νευρασθενικόν.

Εις τον τελευταίον τόμον των ποιημάτων που είχεν εκδοθή προ ολίγων μηνών, φαίνεται ξεχυμένη η πικρία που είχαν πλημμυρίσει την ψυχή του και η απόφασις του να επιζητήση τον θάνατο καθαρά εις το κάτωθι ποίημα:             

ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΠΕΝΘΙΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ

Στὸ ταβάνι βλέπω τοὺς γύψους.

Μαίανδροι στὸ χορό τους μὲ τραβᾶνε.

Ἡ εὐτυχία μου, σκέπτομαι, θἆναι

ζήτημα ὕψους.

Σύμβολα ζωῆς ὑπερτέρας,

ρόδα ἀναλλοίωτα, μετουσιωμένα,

λευκὲς ἄκανθες ὁλόγυρα σ’ ἕνα

Ἀμάλθειο κέρας.

(Ταπεινὴ τέχνη χωρὶς ὕφος,

πόσο ἀργὰ δέχομαι τὸ δίδαγμά σου!)

Ὄνειρο ἀνάγλυφο, θἀρθῶ κοντά σου

κατακορύφως.

Οἱ ὁρίζοντες θὰ μ’ ἔχουν πνίξει.

Σ’ ὅλα τὰ κλίματα, σ’ ὅλα τὰ πλάτη,

ἀγῶνες γιὰ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι,

ἔρωτες, πλήξη.

Ἄ! πρέπει τώρα νὰ φορέσω

τὡραῖο ἐκεῖνο γύψινο στεφάνι.

Ἔτσι, μὲ πλαίσιο γύρω τὸ ταβάνι,

πολὺ θ’ ἀρέσω.

συνδικαλιστής Κώστας Καρυωτάκης

Στην εφημερίδα «Πολιτεία»

Η εφημερίδα «Πολιτεία» αφιερώνει μισή στήλη στην Πέμπτη σελίδα της με τον περιεκτικό τίτλο «Ηυτοκτόνησεν ο ποιητής Καρυωτάκης».

Εις το υπουργείον της Πρόνοιας ελήφθη τηλεγράφημα εκ Πρεβέζης αγγέλον, ότι ηυτοκτόνησεν εκεί βληθείς δια σφαίρας περιστρόφου εις την κεφαλήν ο ποιητής Κ. Γ. Καρυωτάκης.

Ο αυτόχειρ υπηρετών ως εισηγητής εις το υπουργείον της Πρόνοιας κατεδιώχθη επί της υπουργίας του Κύρκου υπό του ίδιου του υπουργού και όχι μόνον δεν προήχθη εις ανώτερον βαθμόν, μολονότι άλλοι έχοντες ολιγότερα προσόντα έτυχον του ευεργετήματος αυτού αλλά και εξεδιώχθη εκ της κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου μετατεθείς εις Πρέβεζαν. Το τοιούτον είχεν επιτείνη την μελαγχολίαν του η οποία εκ φύσεως τον κατέτρυχεν και τον είχε καταστήση νευρασεθνικόν. Όλα αυτά μαζί με την αναγκαστική απομάκρυνσιν του εξ Αθηνών ήγαγον τον εκλεκτόν ποιητή εις την αυτοκτονίαν.

Ο θάνατος του ετηρήθη ένταυθα μυστικός δια να μη το μάθη η μήτηρ του η οποία πάσχει εκ σοβαρού καρδιακού νοσήματος.

Ο αυτόχειρ άφηκεν επιστολήν προς τους οικείους του εν τη οποία εκθέτει τους λόγους του διαβήματος του.       

Τι προκύπτει από τα αργοπορημένα μονόστηλα

Στις 21 Ιουλίου 1928, ο δημόσιος υπάλληλος, συνδικαλιστής και ποιητής Κώστας Καρυωτάκης αυτοκτονεί και όπως τουλάχιστον προκύπτει από τα αργοπορημένα μονόστηλα της εποχής κύρια αιτία δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τρίτη ιδιότητα.  

Δικαστικό σκιτσορεπορτάζ του «Ουλαμού Καλπακίου»

Δικαστικό σκιτσορεπορτάζ του «Ουλαμού Καλπακίου» (1)

Στις 13 Γενάρη 1931 ξεκίνησε η αναθεωρητική δίκη των επτά στρατιωτών του πειθαρχικού Ουλαμού Καλπακίου. Κατηγορούμενοι είναι οι Μάρκος Μαρκοβίτης, Γιάννης Πανούσης, Βλατάς, Ι. Γαμβέττας, Τσακίρης, Κορδελλάς και Αδαμόπουλος. Οι δύο πρώτοι είναι καταδικασμένοι από το στρατοδικείο Ιωαννίνων σε θάνατο και ο τρίτος σε ισόβια. Οι υπόλοιποι τέσσερις έχουν ελαφρύτερες ποινές.

Το ενδιαφέρον της ελληνικής κοινωνίας έχει προκληθεί από τη σκληρότητα των επιβληθεισών ποινών και εκδηλώθηκε με διάφορους τρόπους υπέρ των κατηγορουμένων. Έλληνες διανοούμενοι και πολλές οργανώσεις Ελλήνων και ξένων επιστημόνων έχουν σπεύσει να διαμαρτυρηθούν για την καταδίκη των εφτά φαντάρων. Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει ο Άλμπερτ Αϊνστάιν.

Με αφορμή την υπόθεση, ο αθηναϊκός Τύπος αποκάλυψε σε σειρά άρθρων και ρεπορτάζ όλα τα αίσχη που διαπράχθηκαν κατά το παρελθόν στον πειθαρχικό Ουλαμό Καλπακιού, στην οποία στέλνονταν να υπηρετήσουν την θητεία τους κομμουνιστές και απείθαρχοι στρατιώτες.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, την 1η Σεπτεμβρίου του 1930, οι στρατιώτες του Πειθαρχικού Ουλαμού Καλπακίου διατάχθηκαν να επισκευάσουν ένα δρόμο στο χωριό. Ο στρατιώτης Βλατάς δεν υπάκουσε και τότε ο διοικητής του, ανθυπολοχαγός Φατούρος, τον απέστειλε δέσμιο στα Ιωάννινα. Την επόμενη μέρα, οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να εκτελέσουν υπηρεσία. Προσήλθε τότε ο ανθυπολοχαγός Φατούρος και τους κάλεσε ονομαστικώς να δουλέψουν. Εκείνοι, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, όχι μόνο αρνήθηκαν, αλλά επιπλέον επιτέθηκαν εναντίον του διοικητή. Ο φοιτητής Φιλολογίας Πανούσης κατηγορείται πως χτύπησε τον Φατούρο από πίσω, ενώ συγχρόνως και οι λοιποί κατηγορούμενοι, οπλισμένοι με ρόπαλα, επιτέθηκαν κατά της φρουράς, η οποία τελικά κατάφερε και επανέφερε την τάξη.

Η δίκη διήρκεσε τέσσερις ημέρες από τις 13 μέχρι τις 16 Ιανουαρίου 1931. Το ενδιαφέρον του κοινού ήταν έντονο όσο και το ενδιαφέρον του αθηναϊκού Τύπου, η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη, πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί στους γύρω δρόμους ενώ η αστυνομία είχε πάρει αυστηρά μέτρα για την διατήρηση της τάξης.

Η απόφαση εκδόθηκε στις 16 Ιανουαρίου 1931. Τα χειρότερα για τους κατηγορούμενους έχουν αποφευχθεί και οι ποινές μειώνονται αισθητά. Ο Πανούσης καταδικάζεται σε φυλάκιση 5 χρόνων, ο Μαρκοβίτης σε φυλάκιση 4,5 χρόνων, ο Γαμβέττας σε 3,5 χρόνια, ο Βλατάς σε 1,5, ο Αδαμόπουλος σε 10 μήνες και ο Τσακίρης σε 6 μήνες.

Η δίκη καλύφθηκε επίσης και από ένα όχι ιδιαίτερα πλούσιο ωστόσο επαρκές δικαστικό σκιτσορεπρτάζ. Μέσω των εφημερίδων Ακρόπολις, Ελεύθερος Άνθρωπος, Πατρίς και Πρωία διασώζονται 11 σκίτσα της υπόθεσης τα οποία και παραθέτω.  

Δικαστικό σκιτσορεπορτάζ του «Ουλαμού Καλπακίου» (1)
Δικαστικό σκιτσορεπορτάζ του «Ουλαμού Καλπακίου» (1)
Δικαστικό σκιτσορεπορτάζ του «Ουλαμού Καλπακίου» (1)
Δικαστικό σκιτσορεπορτάζ του «Ουλαμού Καλπακίου» (1)
Δικαστικό σκιτσορεπορτάζ του «Ουλαμού Καλπακίου» (1)
Δικαστικό σκιτσορεπορτάζ του «Ουλαμού Καλπακίου» (1)
Δικαστικό σκιτσορεπορτάζ του «Ουλαμού Καλπακίου» (1)
Δικαστικό σκιτσορεπορτάζ του «Ουλαμού Καλπακίου» (1)
Δικαστικό σκιτσορεπορτάζ του «Ουλαμού Καλπακίου» (1)
Δικαστικό σκιτσορεπορτάζ του «Ουλαμού Καλπακίου» (1)
Δικαστικό σκιτσορεπορτάζ του «Ουλαμού Καλπακίου» (1)

Δικαστικό φωτορεπορτάζ του «εγκλήματος στου Χαροκόπου»

Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου

Το «Έγκλημα στου Χαροκόπου» είναι μια από τις πιο πολύκροτες υποθέσεις στα εγκληματολογικά χρονικά του νεοελληνικού κράτους. Η υπόθεση είναι, ακόμα και σήμερα, γνωστή ως αυτή της «κακούργας πεθεράς» ή του «καημένου Αθανασόπουλου» ή του «εγκλήματος στου Χαροκόπου» ή του «τεμαχισμένου πτώματος στον Κηφισό».

Στο βιβλίο μου «Καημένε Αθανασόπουλε;» καταπιάνομαι με το δικαστικό σκέλος της υπόθεσης βασιζόμενος στο αντίστοιχο ρεπορτάζ της εποχής με στόχο να φωτίσω πτυχές μιας υπόθεσης που λόγω του θεσμικού μισογυνισμού οδήγησε στην θανατική καταδίκη και στον αιώνιο κοινωνικό διασυρμό, δυο αθώες γυναίκες, την Φούλα Αθανασοπούλου και τη μητέρα της Άρτεμις Κάστρου.

Το μεγαλύτερο κομμάτι της δίκης, η οποία κράτησε τριάντα συνεδριάσεις από τις 18 Φεβρουαρίου μέχρι τις 24 Μαρτίου του 1932, έχει καλυφθεί και από φωτορεπορτάζ τόσο πλούσιο που από μόνο του μπορεί να αφηγηθεί την ιστορία.

Οι φωτογραφίες (και τα σκίτσα) που δημοσιεύονταν στον τύπο, συνοδευόμενες από τις σχετικές λεζάντες, αντανακλούν τον τρόπο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήχθη μια από τις μεγαλύτερες κακοδικίες του ελληνικού Μεσοπολέμου.

Έχω την εντύπωση ότι από την έρευνα που έκανα αποθησαύρισα, αν όχι ολόκληρο, σίγουρα το μεγαλύτερο κομμάτι του φωτογραφικού ρεπορτάζ της υπόθεσης.

Οι 100 φωτογραφίες από το δικαστικό φωτορεπορτάζ του «εγκλήματος στου Χαροκόπου»

Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
19 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
19 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
19 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
19 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
19 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
19 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
19 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
20 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
20 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
20 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
20 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
20 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
20 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
21 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
21 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
21 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
21 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
22 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
23 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
22 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
23 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
23 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
23 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
24 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
24 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
24 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
24 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
25 Φεβρουαρίου 1932

Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
25 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
25 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
26 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
26 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
26 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
26 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
27 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
27 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
27 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
27 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
27 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
28 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
28 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
28 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
28 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
28 Φεβρουαρίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
1 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
2 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
2 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
2 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
2 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
2 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
3 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
3 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
3 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
3 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
4 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
4 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
4 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
5 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
5 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
6 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
6 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
6 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
7 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
8 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
8 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
8 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
8 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
9 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
9 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
9 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
9 Μαρτίου 1932

Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
10 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
10 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
10 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
11 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
11 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
12 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
13 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
16 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
16 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
16 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
17 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
17 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
17 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
17 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
17 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
17 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
18 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
19 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
20 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
20 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
21 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
23 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
23 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
24 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
24 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
25 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
25 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
27 Μαρτίου 1932
Φωτορεπρτάζ έγκλημα χαροκόπου
27 Μαρτίου 1932

Τσεκάρετε το δικαστικό σκιτσορεπορτάζ του «εγκλήματος στου Χαροκόπου».

Αγοράστε το βιβλίο με τις δικαστικές ανταποκρίσεις της υπόθεσης:

Καμίλο Τόρες: Η επανάσταση ως χριστιανικό καθήκον

Καμίλο Τόρες

*Από την εισήγηση της Χρύσας Τζιαφέτα στην παρουσίαση του βιβλίου της «Padre Camilo, η σκέψη και η δράση του Καμίλο Τόρες» στο πλαίσιο του 2ου books n’ beer fest.

Ας ξεκινήσουμε με το απόσπασμα στο οπισθόφυλλο που συγκρίνει τον Καμίλο Τόρες με τον Τσε Γκεβάρα. Πράγματι, ο Καμίλο και ο Τσε ήταν σύγχρονοι. Και οι δύο γεννήθηκαν σε αστικές οικογένειες και είχαν πρόσβαση σε πανεπιστημιακές σπουδές. Το προνόμια αυτό θα μπορούσε να τους είχε εξασφαλίσει μια ασφαλή κοινωνική άνοδο, την οποία οι ίδιοι αποποιήθηκαν συνειδητά, επιλέγοντας τον επαναστατικό αγώνα. Και οι δύο δεσμεύτηκαν με τη λαϊκή εκπαίδευση και την επιμόρφωση των κοινοτήτων. Και οι δύο επέλεξαν την ένοπλη δράση. Πέρα από τα κοινά ως προς τα βιογραφικά τους στοιχεία, παρατηρούμε συγκλίσεις ως προς τα βαθύτερα κίνητρά τους και κοινές φιλοσοφικές οπτικές. Ας αναφέρουμε ενδεικτικά κάποιες: και οι δύο αγωνίστηκαν για τον συνδυασμό των ιδανικών με την αποτελεσματικότητα, της ουτοπίας με τον επιστημονικό ορθολογισμό. Και οι δύο ερμήνευσαν τον μαρξισμό με έναν ανθρωπιστικό τρόπο, παίρνοντας απόσταση από την οικονομικίστικη παράδοση και αντιμετωπίζοντας τον άνθρωπο ως πρωταγωνιστή της ιστορίας του.

Εκτός κανονιστικού πλαισίου του επαναστατικού ειδώλου

Γιατί λοιπόν δεν είναι τόσο γνωστός και αναγνωρίσιμος ο Καμίλο όσο ο Τσε; Ίσως επειδή υπάρχει η τάση στα κινήματα εντός και εκτός Λατινική Αμερική, να αναδεικνύονται περισσότεροι εκείνοι οι «μάρτυρες» που θριάμβευσαν. Ο Καμίλο, καθώς εξοντώθηκε από την πρώτη του μάχη, για κάποιους τομείς της αριστεράς φαίνεται σαν μια προσωπικότητα αφελής, σχεδόν δονκιχωτική. Από την άλλη, υπάρχει και μια νοοτροπία στον αριστερό αλλά και στον α/α χώρο, που, υψώνοντας ως σημαία της τον αθεϊσμό, καταδεικνύει καθετί που έχει να κάνει με θρησκευτική πίστη ως αντίπαλο. Έτσι, ο Καμίλο βγαίνει εκτός του κανονιστικού πλαισίου του επαναστατικού ειδώλου.

Ο αντάρτης παπάς

Ο Καμίλο λοιπόν έχει μείνει γνωστός ως ο αντάρτης παπάς. Αυτή η απλουστευτική διχοτομία που έχει εγκατασταθεί στο συλλογικό φαντασιακό, μας κάνει να χάσουμε από τα μάτια μας άλλες όψεις της ζωής του. Το βιβλίο προτείνει να τον δούμε ολιστικά. Ο Καμίλο ήταν πράγματι ένας ιερέας, ένας  αντισυμβατικός ιερέας που δεν δίστασε να συγκρουστεί με την ιεραρχία της Εκκλησίας και να καταγγείλει τη συμμαχία της με την πολιτική εξουσία. Ήταν επίσης κοινωνιολόγος, δίδασκε στο Εθνικό Πανεπιστήμιο. Δεν ήταν ένας κοινωνιολόγος θεωρητικός, αλλά πρεσβευτής της εφαρμοσμένης και της στρατευμένης επιστήμης, γνώριζε δηλαδή ότι δεν υπάρχει ουδετερότητα στην επιστήμη, ήταν επίσης ένας καθηγητής που ήταν πάντα στο πλευρό των φοιτητών. Ήταν επιπλέον ένας πολιτικός ηγέτης, που αξιοποίησε το προσωπικό του χάρισμα προκειμένου να συνενώσει μέσα από τη συμμαχία του Ενιαίου Μετώπου διαφορετικά άτομα και παρατάξεις στον επαναστατικό σκοπό. Ήταν τέλος, αντάρτης, αν και η δράση του μέσα στον ELN κράτησε μόνο 4-5 μήνες.

Καμίλο Τόρες
Καμίλο Τόρες
Καμίλο Τόρες
Καμίλο Τόρες

Ο άλλος Καμίλο

Θα ήθελα εδώ να αναφερθώ στις φωτογραφίες που περιέχονται στο βιβλίο. Ευτυχώς  τα τελευταία χρόνια έχουν έρθει στη δημοσιότητα εικόνες που αναδεικνύουν και άλλες όψεις της ζωής του Καμίλο, τις οποίες κάποιοι φύλαγαν σαν θησαυρό σε αρχεία, βιβλιοθήκες, κλπ., και οι οποίες μας κάνουν να γνωρίσουμε τον «άλλον Καμίλο», διασώζουν δηλαδή μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα του.

Η πρώτη περίοδος της ζωής του Καμίλο Τόρες

Ας πούμε δυο λόγια για τη δράση του και για την εξέλιξη της σκέψης του. Θα μπορούσαμε να χωρίσουμε τη ζωή του σε τέσσερις περιόδους. Η πρώτη ξεκινάει στα 18 του, όταν ο Καμίλο μπαίνει στην Ιερατική Σχολή της Μπογκοτά. Τη σχολή επισκέπτεται κάποτε ο καθηγητής Φρανσουά Ουτάρ, που δίδασκε Κοινωνιολογία στη Λουβέν του Βελγίου, σε ένα πανεπιστήμιο με παράδοση σε έργα κοινωνικής δράσης και, βλέποντας το ενδιαφέρον του Καμίλο για τα κοινωνικά ζητήματα, τον καλεί να σπουδάσει Κοινωνιολογία. Ο Καμίλο τα χρόνια που ζει στην Ευρώπη κάνει πρακτική στα ανθρακωρυχεία της Λιέγης, ταξιδεύει επίσης σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και κυρίως, έρχεται σε επαφή με αντιαποικιακά κινήματα της εποχής, με κυριότερο αυτό της Αλγερίας.

Την περίοδο αυτή πρεσβεύει δύο βασικές θέσεις στα κείμενά του: Πρώτον, ο χριστιανισμός, λέει, έχει τη δύναμη να εξανθρωπίσει οποιοδήποτε οικονομικό σύστημα. Από την άλλη, επειδή ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που παράγει τεράστιες ανισότητες, τίποτα δεν εμποδίζει τους χριστιανούς να διεκδικούν την κατάργηση του. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή δεν επιτρέπεται να είναι αιματηρή. Δεύτερον, οι χριστιανοί χρειάζεται να αξιοποιήσουν τα εργαλεία που παρέχουν οι κοινωνικές επιστήμες. Θα καταλάβουν τότε, ότι η φτώχεια δεν είναι μια ατομική κατάσταση, αλλά το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής σχέσης.

Η δεύτερη περίοδος

Σε μία δεύτερη περίοδο της ζωής του, επιστρέφει στην Κολομβία αποφασισμένος, όπως δηλώνει, να δουλέψει για την εξάλειψη της υπανάπτυξης στη χώρα του. Το διάστημα αυτό αναπτύσσει την έννοια που είναι κλειδί για τη σκέψη του, την έννοια της αποτελεσματικής αγάπης. Τι σημαίνει αυτό: η ουσία του χριστιανισμού, λέει ο Καμίλο, είναι η αγάπη στον πλησίον. Αν θέλουμε να αποδείξουμε ότι πιστεύουμε σε κάποιες χριστιανικές αξίες, πρέπει να προσπαθούμε να το αποδεικνύουμε με πράξεις. Ποιες πράξεις; Στις συγκεκριμένες συνθήκες της χώρας, όπου υπάρχει μια τεράστια μάζα πεινασμένων, φτωχών, αστέγων, αρκεί η ελεημοσύνη; Όχι, επειδή δεν είναι αποτελεσματική. Και μάλιστα, αναφέρει σε μία γνωστή του φράση: «το να χρησιμοποιούμε την αγαθοεργία για να λύσουμε τόσο σοβαρά προβλήματα, είναι σα να πιστεύουμε ότι ο καρκίνος μπορεί να θεραπευτεί με ασπιρίνη». Τι είναι αποτελεσματικό; Οι χριστιανοί να δουλεύουμε με τους φτωχούς, όχι για τους φτωχούς, να τους αναγνωρίζουμε ως υποκείμενα που θα πάρουν στα χέρια τους τη ζωή τους, όχι ως αντικείμενα της γενναιοδωρίας μας. Η αποτελεσματικότητα, επομένως, για τον Καμίλο ταυτίζεται με την αλληλεγγύη και όχι με την ελεημοσύνη.

Προσπαθώντας να κάνει πράξη την αλληλεγγύη με τους φτωχούς, ο Καμίλο επιχειρεί αρχικά μια διείσδυση στους κρατικούς θεσμούς, επιδιώκει δηλαδή να πετύχει κάποιες μεταρρυθμίσεις. Εκεί συναντά πολλά εμπόδια: τα οικονομικά συμφέροντα που εναντιώνονται σε μια ριζική αγροτική μεταρρύθμιση, την κομματική διαφθορά, καθώς το καθεστώς του Εθνικού Μετώπου προσπαθούσε να ελέγχει τους θεσμούς, τοποθετώντας παντού μέλη του Συντηρητικού και του Φιλελεύθερου Κόμματος, κ.ά.

Ο Καμίλο μαθαίνει πολλά από τη ρεφορμιστική του εμπειρία: ότι η ιεραρχία της Εκκλησίας είναι δεμένη με την πολιτική εξουσία, ότι η ακαμψία της πολιτικής εξουσίας είναι στενά συνδεδεμένη με την ταξική δομή, ότι το σύστημα που παράγει αυτές τις τεράστιες ανισότητες ήταν αδύνατο να το αλλάξει κανείς από τα πάνω, ακολουθώντας τη θεσμική οδό.  Ότι δεν γίνεται να είναι κανείς με τον λαό, χωρίς να είναι ενάντια στην ολιγαρχία, όπως την αποκαλεί, που πλουτίζει εις βάρος του λαού. Ότι οι ελίτ δεν θα παραχωρήσουν τα προνόμιά τους οικειοθελώς. Σιγά σιγά λοιπόν γεννιέται στο μυαλό του η πεποίθηση ότι η αλλαγή των κοινωνικών δομών δεν μπορεί να προκληθεί χωρίς την πίεση των ίδιων των φτωχών μαζών. Αρχίζει, λοιπόν, στο δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» να μετακινείται προς το δεύτερο σκέλος.

Η Σφαγή της Μαρκετάλια

Καθοριστικό στη ριζοσπαστικοποίηση του Καμίλο ήταν ένα ιστορικό γεγονός, που εδώ δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό, η Σφαγή της Μαρκετάλια. Στην περιοχή της Μαρκετάλια είχαν ιδρυθεί οι λεγόμενες Ανεξάρτητες Πολιτείες, κάποιες αυτοδιοικούμενες κοινότητες χωρικών, οι οποίες μπαίνουν στο στόχαστρο της κυβέρνησης, που επιδιώκει να σταθεροποιήσει τον κρατικό έλεγχο σε ολόκληρη την επικράτεια. Στις 18 Μαΐου 1964, ξεκινάει η «Επιχείρηση Εθνική Κυριαρχία», μια στρατιωτική επέμβαση, η οποία καταλήγει στην κατάληψη της περιοχής, σε συλλήψεις χωρικών, από τους οποίους 200 δολοφονούνται και πολλοί ακόμα υποβάλλονται σε βασανιστήρια. Η σφαγή της Μαρκετάλια είναι ένα πλήγμα που διαλύει με οδυνηρό τρόπο οποιαδήποτε αυταπάτη έχει ο Καμίλο σε σχέση με το Κράτος. Συνειδητοποιεί ότι η άρχουσα τάξη είναι αμείλικτη την ώρα της υπεράσπισης των συμφερόντων της και ότι η διάλυση όσων αντιστέκονται είναι προϋπόθεση για τη διατήρησή της.

Η τρίτη περίοδος του Καμίλο Τόρες

Σε μία τρίτη περίοδο που καλύπτει τα χρόνια 1964-1965, βλέπουμε ότι ο λόγος του Καμίλο, τόσο στα κείμενα όσο και στις ομιλίες του, γίνεται πιο ξεκάθαρος και πιο ριζοσπαστικός.

Ασκεί δριμεία κριτική στην ιεραρχία της Εκκλησίας, την οποία εγκαλεί επειδή δεν ενδιαφέρεται για τα κοινωνικά προβλήματα και καταγγέλλει τα οικονομικά και πολιτικά της προνόμια. Οι θέσεις του και οι πράξεις του οδηγούν στην αποπομπή του από την Εκκλησία ή μάλλον στην υποχρέωσή του να αποποιηθεί τον ρόλο του ιερέα και να εκπέσει σε καθεστώς κοσμικού. Θα ήθελα εδώ να αναφερθώ στη φωτογραφία στο εξώφυλλο του βιβλίου (η οποία είναι λίγο «πειραγμένη» από τη γραφίστριά μας, την πρωτότυπη μπορείτε να τη δείτε στη σελίδα 99). Η φωτογραφία αυτή είναι εμβληματική, έχει τραβηχτεί από τον Ερνάν Ντίας, οικογενειακό φίλο του Καμίλο, αφότου ο Καμίλο αποποιήθηκε την ιερατική του ιδιότητα. Παρά το γεγονός αυτό, επέλεξε να φωτογραφηθεί με το ράσο, καθώς όπως έλεγε ο ίδιος, θεωρούσε τον εαυτό του ιερέα στην αιωνιότητα. Αυτή η φωτογραφία θεωρείται σημαντική, γιατί εκφράζει μια πράξη ανυπακοής απέναντι στην εκκλησιαστική ιεραρχία.

Η Πλατφόρμα του Ενιαίου Μετώπου

Στο εξής λοιπόν ο Καμίλο ρίχνεται στον πολιτικό αγώνα συντάσσοντας την Πλατφόρμα του Ενιαίου Μετώπου που περιέχει ένα σύνολο μετεπαναστατικών στόχων και προσπαθεί να δημιουργήσει ένα κίνημα, συνενώνοντας μερίδες της αριστεράς αλλά και ανένταχτο κόσμο. Το εγχείρημα αρχικά συσπειρώνει τις μάζες, όμως στη συνέχεια αποτυγχάνει, εξαιτίας κυρίως εσωτερικών αδυναμιών. Κάποιοι προσπαθούν να αποσπάσουν εκλογικά οφέλη, αντίθετα, ο Καμίλο είναι υπέρμαχος της εκλογικής αποχής, επιπλέον, κάποιες οργανώσεις στο εσωτερικό του Ενιαίου Μετώπου δεν πιστεύουν στην επαναστατική οδό, παρατηρείται καχυποψία, σεκταρισμός, όλες οι παθογένειες της αριστεράς βγαίνουν στην επιφάνεια. Την περίοδο αυτή προσεγγίζουν τον Καμίλο φοιτητές προσκείμενοι στον ELN και αρχίζουν οι μυστικές επαφές του με τον επικεφαλής του ELN, Φάμπιο Βάσκες, μέχρι που ο Καμίλο αποφασίζει να ενταχθεί στο αντάρτικο.

Η επανάσταση ως χριστιανικό καθήκον

Η σκέψη του αυτήν την περίοδο έχει καταλήξει σε δύο βασικά προτάγματα. Το πρώτο ορίζει την επανάσταση ως χριστιανικό καθήκον. Και μάλιστα, μερικές φορές, ο Καμίλο μεταξύ αστείου και σοβαρού,  λέει στους κοντινούς του ανθρώπους ότι ο καθολικός που δεν είναι επαναστάτης και δεν είναι με τους επαναστάτες διαπράττει θανάσιμο αμάρτημα. Η επιχειρηματολογία του συμπυκνώνεται στο Μήνυμα προς του Χριστιανούς: «Αν η αγαθοεργία, η ελεημοσύνη, τα λιγοστά δωρεάν σχολεία, τα λιγοστά σχέδια για κατοικία, αυτό που έχει ονομαστεί «φιλανθρωπία», δεν φτάνει να δώσει φαγητό στην πλειοψηφία των πεινασμένων, ούτε ένδυμα στην πλειοψηφία των γυμνών, ούτε εκπαίδευση στην πλειοψηφία των αδαών, πρέπει να βρούμε αποτελεσματικά μέσα για την ευημερία των πλειοψηφιών. Αυτά τα μέσα δεν θα τα αναζητήσουν οι προνομιούχες μειοψηφίες που έχουν την εξουσία, γιατί, γενικά, αυτά τα αποτελεσματικά μέσα υποχρεώνουν τις μειοψηφίες να θυσιάσουν τα προνόμιά τους (…) Είναι, λοιπόν, αναγκαίο να αφαιρέσουμε τη δύναμη από τις προνομιούχες πλειοψηφίες, για να τη δώσουμε στις φτωχές πλειοψηφίες. Αυτό, εάν γίνει γρήγορα, είναι το ουσιώδες μιας επανάστασης. Η Επανάσταση μπορεί να είναι ειρηνική, αν οι μειοψηφίες δεν προβάλλουν βίαιη αντίσταση. Η Επανάσταση, ως εκ τούτου, είναι ο τρόπος για να πετύχουμε, ώστε μια κυβέρνηση να δώσει στον πεινασμένο να φάει, να ντύσει τον γυμνό, να διδάξει τον αμόρφωτο, να τηρήσει τα έργα φιλανθρωπίας και αγάπης στον πλησίον, όχι μόνο με τρόπο περιστασιακό και παροδικό, όχι μόνο για κάποιους λίγους, αλλά για την πλειοψηφία των συνανθρώπων μας. Γι’ αυτό η Επανάσταση δεν είναι μόνο επιτρεπτή αλλά υποχρεωτική για τους χριστιανούς που θα δουν σε εκείνη το μόνο αποτελεσματικό και διευρυμένο τρόπο για να κάνουν πράξη την αγάπη για όλους.»

Η συνεργασία των χριστιανών με τους μαρξιστές

Το δεύτερο πρόταγμα υποδεικνύει τη συνεργασία των χριστιανών με τους μαρξιστές. Λέει καταρχήν ο Καμίλο: ο χριστιανισμός και ο μαρξισμός έχουν την κοινή ιδιότητα ότι είναι και οι δύο ανθρωπισμοί. Επιπλέον, αξιολογεί θετικά τις «τεχνικές», όπως τις χαρακτηρίζει, συνεισφορές του μαρξισμού. Για τον λόγο αυτό, προτείνει την ηγεσία στην επαναστατική διαδικασία και στον μετέπειτα οικονομικό σχεδιασμό να την έχουν οι μαρξιστές, λόγω μεγαλύτερης επιστημονικής γνώσης. Αναγνωρίζει, άλλωστε, ότι οι αναλύσεις τους συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό με την κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα των φτωχών χωρών αλλά και ότι οι μαρξιστές έχουν μια αγωνιστική παράδοση στην αλλαγή των κοινωνικών δομών.

Η τέταρτη περίοδος του Καμίλο Τόρες

Για την τέταρτη περίοδο της ζωής του Καμίλο, που περιλαμβάνει τη δράση του μέσα στο αντάρτικο μέχρι τη στιγμή που σκοτώνεται, τη συζήτηση γύρω από τις όποιες ευθύνες για τον θάνατό του, το τι απέγινε το πτώμα του σας παραπέμπω στο βιβλίο (ας μην κάνω άλλο σπόιλερ).

Αντιμέτωπος με διαρκή διλήμματα

Νομίζω ότι αυτό που κάνει εντύπωση και, θα έλεγα, συγκινεί στην περίπτωση του Καμίλο, είναι ότι βρίσκεται αντιμέτωπος με διαρκή διλήμματα τα οποία βιώνει με δραματικό τρόπο: το πρώτο είδαμε ότι είναι το «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» Από τη στιγμή που καταλήγει στην αναγκαιότητα της επανάστασης, αρχίζει να αντιμετωπίζει ένα νέο προβληματισμό: θα είναι εφικτό να παραδώσει η ολιγαρχία την εξουσία με ειρηνικό τρόπο; Ή θα χρειαστεί να καταφύγει το λαϊκό κίνημα σε βίαιες μεθόδους; Και εάν ναι, δεν αντιβαίνει κάτι τέτοιο στις χριστιανικές αξίες; Ο Καμίλο κι εδώ καταλήγει στο εξής: «Η πεποίθησή μου είναι ότι ο λαός είναι αρκετά δικαιολογημένος εάν επιλέξει μια βίαιη οδό». Δικαιολογημένος επειδή η επαναστατική βία είναι δίκαιη ως άμυνα απέναντι σε μια άδικη επίθεση. Κάτι τέτοιο, μάλιστα, δεν έρχεται σε αντίθεση με το δόγμα της Εκκλησίας: «Η Εκκλησία, πολλές φορές, έχει εκφράσει το δόγμα της σχετικά με τον δίκαιο πόλεμο και τον πόλεμο ενάντια στην τυραννία και καταλαβαίνω ότι υπάρχουν προϋποθέσεις σε αυτόν, σύμφωνα με τις οποίες, πρώτον, επιτρέπεται να εξαντληθούν οι ειρηνικές οδοί, δεύτερον, να μπορεί να προβλεφθεί ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα και, τρίτον, να μπορεί επίσης να προβλεφθεί ότι οι συνέπειες της εν λόγω βίαιης επανάστασης δεν θα είναι χειρότερες από την τωρινή κατάσταση. Και αυτό θα μπορούσε να ισχύει στη δική μας περίπτωση, εάν παραδεχτούμε ότι σήμερα υπάρχουν παιδιά που πεθαίνουν από την πείνα καθημερινά.. ότι υπάρχει μια βία σε όλη τη χώρα από την οποία έχουν πεθάνει τριακόσιες χιλιάδες Κολομβιανοί…».

Ο ιερέας Χαβιέρ Χιράλντο

Αυτά τα λόγια του Καμίλο, τα διλήμματα του, η αγωνία του να πετύχει τη συνέπεια μεταξύ λόγων και έργων, επαναφέρουν σήμερα μια συζήτηση που δεν είναι καθόλου καινούργια και αφορά το λεγόμενο jus ad bellum, το δικαίωμα στον πόλεμο ή στην εξέγερση και στο jus in bello, που αφορά τα μέσα και τα όρια, ζητήματα που τίθενται σε ένα μέρος του επιλόγου, καθώς και στο επίμετρο του βιβλίου. Σε σχέση με το πρώτο δίλημμα, ο ιερέας Χαβιέρ Χιράλντο, που είναι ένας από τους ιερείς σήμερα που ακολουθούν τα βήματα του Καμίλο, πηγαίνει τη συζήτηση ένα βήμα παραπέρα, τονίζοντας ότι το να παραμένει κανείς άπραγος μπροστά στη βία, σημαίνει ότι αποδέχεται την αδικία. Το δικαίωμα, μάλιστα, στην εξέγερση είναι ανεξάρτητο από το εάν αυτή έχει πιθανότητες να πετύχει τον σκοπό της ή όχι:

«…Πολλοί αγωνιστές επιλέγουν τον πόλεμο· όχι επειδή πιστεύουν ότι θα τον κερδίσουν, αλλά επειδή θεωρούν ηθικό το να συντηρούν τουλάχιστον μια διαρκή παρενόχληση και αποσταθεροποίηση ενός άδικου συστήματος, και άλλοι επειδή θεωρούν ότι ακόμα και ένας αγώνας χωρίς ελπίδα είναι το μοναδικό που διασώζει το νόημα της ζωής τους. Τουλάχιστον, έτσι θα πεθάνουν καταστρέφοντας αυτό που θεωρούν διεστραμμένο και κατασκευάζοντας, με αυτόν τον τρόπο, την ηθική τους ταυτότητα μέσω ενός εμφατικού ΟΧΙ στην αδικία».

Σε σχέση με το δεύτερο δίλημμα, εκείνο των μέσων, υπάρχει ένα τρομερά ενδιαφέρον βιβλίο που ονομάζεται Η Εξέγερση των Ορίων. Συγγραφέας είναι ο Κάρλος Αλμπέρτο Ρουίς, ένα νομικός που είναι και σύμβουλος του ELN στις διαπραγματεύσεις του με το κολομβιανό κράτος. Θέτει το ζήτημα ως εξής: τα εξεγερμένα υποκείμενα πρέπει να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να εξηγούν σε ποια μέσα μπορούν να προσφύγουν και σε ποια όχι: «Σήμερα οι εξεγερμένοι  –και όχι μόνο οι οργανώσεις που έχουν πάρει τα όπλα– συνηθίζουν στην αρχή να μη γνωστοποιούν με αρκετή σοβαρότητα και σαφήνεια το αξιακό πλαίσιο και τις ηθικές παραμέτρους που προσανατολίζουν τη δράση τους και, ακόμα συνηθέστερα, δεν τις έχουν καν προσδιορίσει αναμεταξύ τους. Η ηθική νομιμοποίηση των εξεγερμένων οφείλει να είναι αντικείμενο επίκλησης, ώστε να είναι πλήρως διάφανη και κατανοητή η θέση τους και η οπτική τους». Χρειάζεται να έχουμε υπόψη ότι αυτή η συζήτηση δεν γίνεται εν κενώ, αλλά περιέχει πολλούς υπαινιγμούς για τον εκφυλισμό των αντάρτικων κινημάτων στην Κολομβία, μια συζήτηση που είχε αναζωπυρωθεί με αφορμή τη συμφωνία ειρήνης  μεταξύ κολομβιανού κράτους και FARC.

Η παρακαταθήκη του Καμίλο στους λαούς της Λατινικής Αμερικής

Σε ό,τι αφορά την παρακαταθήκη που έχει αφήσει ο Καμίλο στους λαούς της Λατινικής Αμερικής και όχι μόνο, η αδιαμφισβήτητη προσφορά του συνίσταται στην αποδοχή της κάποτε αδιανόητης ιδέας περί νομιμοποίησης της επανάστασης από τον χριστιανισμό. Ο Καμίλο θεμελίωσε το δικαίωμα στην εξέγερση πάνω σε μια χριστιανική βάση. Με το προσωπικό του παράδειγμα, άνοιξε τον δρόμο για τη συμμετοχή των χριστιανών στον επαναστατικό αγώνα, καλώντας τους, παράλληλα, να σπάσουν την παραδοσιακή υποταγή μιας συντηρητικής Εκκλησίας στην άρχουσα τάξη. Από ιστορικής άποψης, η επιρροή του   γίνεται εμφανής στην προοδευτική στροφή που άγγιξε μια μονολιθική, μέχρι τότε, Εκκλησία. Έτσι, μέσα από μια σειρά ριζικών μετασχηματισμών στο εσωτερικό της Καθολικής Εκκλησίας, κυοφορήθηκε και αναπτύχθηκε ως ιδεολογία και ως κίνημα η Θεολογία της Απελευθέρωσης, με σημείο αφετηρίας αυτήν ακριβώς τη νέα συνείδηση του τι σημαίνει να είναι κανείς χριστιανός σε μια ήπειρο σημαδεμένη από τις δομικές ανισότητες. Έτσι, βλέπουμε τα επόμενα χρόνια να πολλαπλασιάζονται οι χριστιανικές κοινότητες βάσης, βλέπουμε προοδευτικούς επισκόπους, όπως τον Αρχιεπίσκοπο Ρομέρο του Ελ Σαλβαδόρ να παίρνουν θέση απέναντι στις κοινωνικές αδικίες και την πολιτική βία, βλέπουμε στη Νικαράγουα, διακεκριμένοι κληρικοί να συντάσσονται με την εξέγερση ενάντια στο καθεστώς Σομόσα και κάποιοι από αυτούς να δολοφονούνται μέσα στην επαναστατική διαδικασία. Όλοι αυτοί, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, άντλησαν έμπνευση από το παράδειγμα του Καμίλο. Σήμερα, οι χριστιανοί, οι φοιτητές, τα περισσότερα κοινωνικά κινήματα της Κολομβίας και όχι μόνο, έχουν αναφορές στη Θεολογία της Απελευθέρωσης. Γι’ αυτό, αν θέλουμε να κατανοήσουμε την πολιτική κουλτούρα και τα ρεπερτόρια δράσης των κινημάτων στη Λατινική Αμερική, που δεν είναι πάντα τα ίδια με τα δικά μας εδώ, χρειάζεται να κατανοήσουμε την ιστορική επίδραση που είχε η σκέψη, η δράση αλλά και ο θάνατος του Καμίλο Τόρες.

Αγοράστε το βιβλίο από το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο του red n’ noir:

Τσεκάρετε βιβλία που μπορεί να σας ενδιαφέρουν:

Τρέξε

Η Γωγώ Λιανού και οι Ιστορίες από τον ακάλυπτο κάθε Πέμπτη  -τρέξε- στο ηλεκτρονικό περιοδικό του red n’ noir

Ήθελα να πω για το κενό ανάμεσά μας.

Ξαπλωμένοι αντικριστά.

Και στη μέση το κενό.

Χώρος για έρωτα, δεν υπάρχει στις μέρες μας.

Αλλά τέλος με τα κενά.

Υπάρχουν παιδιά εκεί έξω, που προσπαθούν να επιβιώσουν από απεργίες πείνας.

Υπάρχουν άνθρωποι κλεισμένοι σε κλουβιά για εγκλήματα που δε διέπραξαν ποτέ.

Ή, ακόμη και να τα διέπραξαν, το χέρι τους το όπλισε η οργή.

Η εξαθλίωση.

Η κατάντια της κοινωνίας μας.

Κι είναι ένας φίλος μου, που μέσα απ’ το κελί του με προστατεύει και τον ευχαριστώ γι’αυτό και θα’ ναι για πάντα σύντροφος.

Γι’ αυτό σου λέω.

Δεν υπάρχει χώρος για έρωτες.

Βγες στο δρόμο και τρέξε κατά πάνω τους.

Διαβάστε Ιστορίες από τον Ακάλυπτο στο ηλεκτρονικό περιοδικό του red n’ noir.

Βρείτε τα βιβλία της Γωγώ Λιανού στο βιβλιοκαφέ red n’ noir (Δροσοπούλου 52, Κυψέλη).

Τσεκάρετε και αγοράστε βιβλία της Γωγώ Λιανού στο ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο του red n’ noir:

Δικαστικό σκιτσορεπορτάζ του «εγκλήματος στου Χαροκόπου»

δικαστικό σκιτσορεπορτάζ του εγκλήματος στου Χαροκόπου

Το δικαστικό σκιτσορεπορτάζ είναι η καλλιτεχνική απεικόνιση μιας δίκης, κάτι ανάμεσα σε τέχνη και δικαστικό ρεπορτάζ. Στις ΗΠΑ, το courtroom sketch χρονολογείται ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα καθώς από τότε υπήρχαν γνωστοί καλλιτέχνες και χαράκτες των οποίων τα έργα αναπαράγονταν ως χαρακτικά σε έντυπες εκδόσεις.

Ο λόγος που αυτή η μορφή δημοσιογραφικής τέχνης ή καλλιτεχνικής δημοσιογραφίας αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στις ΗΠΑ και την Μεγάλη Βρετανία κατά την διάρκεια του 20ου είναι η κατά περιόδους και περιπτώσεις απαγόρευση λήψης φωτογραφιών εντός των δικαστικών αιθουσών.

Στην ελληνική πραγματικότητα, η περίοδος του Μεσοπολέμου παρουσιάζει αξιόλογη ποσοτική και ποιοτική παραγωγή καίτοι δεν απαγορεύονταν η λήψη φωτογραφιών στις δικαστικές αίθουσες. Στις περισσότερες μεγάλες δίκες ή δίκες που απασχολούν την κοινή γνώμη κατά την διάρκεια του Ελληνικού Μεσοπολέμου, τα ρεπορτάζ συνοδεύονταν από πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Παρόλ’ αυτα η παραγωγή και δημοσίευση δικαστικής σκιτσογραφίας δεν εμποδίστηκε.

Τα δικαστικό σκιτσορεπορτάζ από την δίκη της Φούλας Αθανασοπούλου και Άρτεμις Κάστρου

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, τα πλούσια από κάθε άποψη ρεπορτάζ από την δίκη της Φούλας Αθανασοπούλου και Άρτεμις Κάστρου, κατηγορούμενες για την δολοφονία και τον τεμαχισμό του εργολάβου Μίμη Αθανασόπουλου που αποτελεί και μια από τις πιο πολύκροτες δίκες όχι μόνο του ελληνικού μεσοπολέμου αλλά συνολικά της ελληνικής δικαστικής ιστορίας.

Όσο εργαζόμουν πάνω στην έκδοση του βιβλίου που πραγματεύεται το δικαστικό σκέλος της υπόθεσης συλλέγοντας υλικό από τις εφημερίδες της εποχής συγκέντρωνα παράλληλα τις φωτογραφίες και τα σκίτσα της δίκης.   

Το τελικό υλικό προέρχεται από συνολικά έξι εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας της εποχής και συγκεκριμένα από την Βραδυνή, τον Ελεύθερο Άνθρωπο, την Ελληνική, την Ακρόπολις, της Πατρίς και την Εσπερινή. Αποτελείται από 129 σκίτσα, κυρίως ανυπόγραφα και σε κάποιες λίγες περιπτώσεις ενυπόγραφα.

Ολόκληρη η συλλογή θα κυκλοφορήσει στις αρχές Οκτώβρη του 2022 από τις εκδόσεις red n’ noir. Εδώ, παραθέτω 30 -λίγο ενδεικτικά και λίγο στην τύχη- σκίτσα χωρίζοντας τα ανά εφημερίδα στα οποία δημοσιεύτηκαν.  

Από την εφημερίδα Ακρόπολις:

Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου

Από την εφημερίδα Βραδυνή:

Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου

Από την εφημερίδα Ελεύθερος Άνθρωπος:

Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου

Από την εφημερίδα Ελληνική:

Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου

Από την εφημερίδα Εσπερινή:

Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου

Από την εφημερίδα Πατρίς:

Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου
Δικαστική σκιτσογραφία του εγκλήματος στου Χαροκόπου

Ξύνοντας την επιφάνεια του μυστηρίου

Η Ελένα Ξέρει παρουσίαση

*Από την εισήγηση της Πηνελόπης Αλεξίου (κοινωνικής ανθρωπολόγου) στην παρουσίαση του βιβλίου Η Ελένα Ξέρει της Κλαούδια Πινιέιρο από τις εκδόσεις Carnivora στο πλαίσιο του 2ου books n’ beer fest.

Διαφθορά, έμφυλη βία και καταπίεση, εξαθλίωση, απολυταρχισμός

«Για να περιγράψεις μία κοινωνία, αρκεί να δεις τα εγκλήματα που διαπράττονται μέσα σε αυτή» δηλώνει η συγγραφέας του βιβλίου Claudia Pineiro σε συνέντευξή της για το ντοκιμαντέρ Latin Noir του Ανδρέα Αποστολίδη, εξηγώντας τον λόγο που επιλέγει να γράφει νουάρ μυθιστορήματα, όπως το έργο της «Η Ελένα Ξέρει». Το βιβλίο αυτό έχει όλα τα χαρακτηριστικά των νουάρ μυθιστορημάτων της Λατινικής Αμερικής, όπου πίσω από την εξιχνίαση ενός φόνου και τη φαινομενικά αστυνομική πλοκή, η/ο συγγραφέας ξύνει την επιφάνεια του μυστηρίου για να αποκαλύψει τη μεγάλη εικόνα που βρίσκεται από πίσω και είναι αυτή μιας κοινωνίας με διαφθορά, έμφυλη βία και καταπίεση, εξαθλίωση, απολυταρχισμό καθώς και ακραίες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Η μετάφραση και κυκλοφορία του εν λόγω βιβλίου στα ελληνικά δίνει την ευκαιρία στο ελληνόφωνο αναγνωστικό κοινό να γνωρίσει καλύτερα μία σπουδαία γυναίκα συγγραφέα της Λατινικής Αμερικής. Είναι, μάλιστα, ενδεικτικό το γεγονός πως το έργο της αυτό κατάφερε φέτος να είναι προτεινόμενο για το Διεθνές λογοτεχνικό Βραβείο Booker και μαγνήτισε τόσο τα βλέμματα όσο και τις εντυπώσεις της διεθνούς βιβλιοφιλικής κοινότητας.

Διαβάζουμε την ιστορία της Ελένα

Στον παρόν βιβλίο, διαβάζουμε την ιστορία της Ελένα, μίας γυναίκας 64 ετών που ζει στην Αργεντινή, έχει Πάρκινσον βαριάς μορφής, βρίσκεται στα κατώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα της κοινωνίας και μόλις έχει χάσει την κόρη της, Ρίτα. Σύμφωνα με την αστυνομική αναφορά, ο θάνατος της Ρίτας ήταν μία περίπτωση αυτοχειρίας, όμως η Ελένα ξέρει πως κάποιος έχει δολοφονήσει την κόρη της. Η ιστορία ξεκινά όταν η Ελένα λαμβάνει τη δεύτερη λεβοντόπα και περιμένει τη δράση του φαρμάκου, έτσι ώστε να μπορέσει να κινηθεί για να καταφέρει να συναντηθεί με ένα πρόσωπο κλειδί από το παρελθόν της κόρης της και να διαλευκάνει το μυστήριο του θανάτου της Ρίτας.

Μέσα από ένα επίπονο ψυχολογικό οδοιπορικό, γνωρίζουμε τις σωματικές δυσκολίες της Ελένα να ανταποκριθεί σε καθημερινές απαιτήσεις που μοιάζουν εύκολες και δεδομένες για ένα μη ανάπηρο άτομο. Η αφηγήτρια μας εισάγει στις πιο ενδόμυχες σκέψεις της Ελένα, μιας ηρωίδας που δεν χρειάζεται να κερδίσει τη συμπάθεια ή την ταύτισή μας μαζί της για να συναισθανθούμε τον πόνο και τις δυσκολίες που βιώνει. Η Ελένα μπορεί να είναι η κακόκεφη γειτόνισσα της διπλανής πόρτας, η γιαγιά ή η μητέρα, η θεία με τα διάφορα προβλήματα υγείας που κάποτε χάσαμε επαφή. Είναι ένα πρόσωπο που έχει γραφτεί με ωμό ρεαλισμό και ζει σε μία γειτονιά εντελώς πραγματική και κοντά στην εμπειρία μας.

Η Ρίτα είναι μία γυναίκα που προσπαθεί να αυτονομηθεί

Η Ρίτα, η κόρη της Ελένα, είναι μία γυναίκα που προσπαθεί να αυτονομηθεί καθώς διανύει την τέταρτη δεκαετία της ζωής της. Τα πολλαπλά προβλήματα υγείας της μητέρας της και η προοδευτική πορεία της νευροεκφυλιστικής της πάθησης την καθηλώνουν σε έναν ρόλο φροντίστριας. Ζει μαζί με τη μητέρα της, την πηγαίνει στους γιατρούς, τη φροντίζει και παράλληλα προσπαθεί να ισορροπήσει την ανάγκη της να μείνει μόνη, να ζήσει με το σύντροφό της, να ζήσει τη δική της ζωή. Όταν το σύστημα υγείας αποτυγχάνει να βρει λύσεις για την Ελένα, η Ρίτα γίνεται το άτομο που αναλαμβάνει την αποκλειστική φροντίδα της ανάπηρης μητέρας της.

Ισαμπέλ, το τρίτο πρόσωπο της ιστορίας

Το τρίτο πρόσωπο της ιστορίας είναι η Ισαμπέλ, μια γυναίκα που ο δρόμος της τυχαία διασταυρώθηκε κάποτε με αυτόν της Ρίτας. Η Ισαμπέλ έχει περίπου την ηλικία της Ρίτας και ζει σε ένα καλό προάστιο της Αργεντικής. Η φαινομενικά καλή της ζωή κρύβει ένα τεράστιο φορτίο πόνου και θυμού από μία επιβεβλημένη μητρότητα και συστηματική κακοποίηση που έχει δεχθεί. Η επαφή της με την Ελένα αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για τη λύση του μυστηρίου αλλά και την κορύφωση της ιστορίας.

Νουάρ αφήγηση για να μιλήσει χωρίς ωραιοποιήσεις

«Η Ελένα Ξέρει» είναι το βιβλίο που θα μιλήσει ταυτόχρονα για την αναπηρία, το σώμα, τη φροντίδα, τη μητρότητα, την ευαλωτότητα, την ταυτότητα και τη γυναικεία εμπειρία. Παρά το μικρό του μέγεθος, παρέχει πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης καθώς η γραφή της Πινιέιρο είναι πολυεπίπεδη και το βιβλίο μπορεί να αναγνωσθεί με διαφορετικούς τρόπους από διαφορετικά άτομα. Μέσα από έναν ειρωνικό τίτλο, η συγγραφέας έρχεται να ασκήσει κριτική και να διερωτηθεί για πολλές βεβαιότητες που καθορίζουν τις ζωές μας ως γυναίκες, ως μητέρες, ως κόρες, ως ανάπηρες.

Πρόκειται για μια ιστορία που χρησιμοποιεί τη νουάρ αφήγηση για να μιλήσει χωρίς ωραιοποιήσεις και ρομαντικοποιήσεις για την αναπηρία. Εκθέτει την αδυναμία του κράτους πρόνοιας να τηρήσει την υπόσχεσή του για φροντίδα απέναντι στα πιο ευάλωτα μέλη της κοινωνίας και καταδεικνύει τη θηλυκοποίηση της φροντίδας, η οποία βαρύνει σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα τις γυναικείες πλάτες. Κόρες, μητέρες, σύζυγοι καλούνται με μια δεδομένη αυταπάρνηση της ζωής τους και των δικών τους αναγκών, για να αναλάβουν το βάρος της φροντίδας που δεν παρέχεται θεσμικά στα άτομα που χρήζουν βοήθειας. Η αποτυχία του κράτους να αναλάβει τον φροντιστικό ρόλο και η αυξανόμενη στροφή του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος της Αργεντινής στο άτομο και την αυτοφροντίδα, απομονώνει τα ευάλωτα άτομα, αποσαθρώνει την κοινωνική πρόνοια και αφανίζει σταδιακά την αλληλεγγύη. Η τρωτότητα μεταφράζεται ως ατομική αποτυχία και ως τέτοια παύει να απασχολεί το κοινωνικό σύνολο.

Το ζήτημα των αμβλώσεων

Ο θάνατος της Ρίτας, μία ύστατη πράξη εμπρόθετης δράσης από την ίδια (στην περίπτωση που δεχθούμε ότι ο θάνατός της οφείλεται σε αυτοκτονία), μέσα από τη σιωπή και τον αφανισμό της ίδιας, περνά μηνύματα για την έμφυλη καταπίεση και θεσμική βία που υφίστανται οι γυναίκες στην Αργεντινή. Γυναίκες που δεν έχουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του σώματός τους, καθώς μέχρι σχετικά πρόσφατα η έκτρωση καθίστατο παράνομη. Η επιλογή της Πινιέιρο να ασχοληθεί με το ζήτημα των αμβλώσεων στο βιβλίο της δεν είναι τυχαία. Ούσα μάχιμη φεμινίστρια που διεκδίκησε με αγώνες τη νομιμοποίηση των ασφαλών και δωρεάν αμβλώσεων στην Αργεντινή, έθεσε το ζήτημα αυτό τόσο από τη φεμινιστική, ψυχολογική, θρησκευτική, θεσμική όσο και από την ανθρωπολογική του οπτική στο βιβλίο.

Οι αμβλώσεις νομιμοποιήθηκαν στην Αργεντινή το 2020, αρκετά χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου, όπου η συγγραφή και έκθεση τέτοιων ζητημάτων αποτελεί ενεργό ακτιβισμό. Σε μία πατριαρχική κοινωνία που αγκαλιάζει νομοθεσίες για τον περιορισμό των δικαιωμάτων των γυναικών και προάγει πολιτικές ελέγχου των σωμάτων τους, η επισφάλεια είναι η καθημερινή συνθήκη διαβίωσης των γυναικών και τα κοινωνικά ταμπού, που δημιουργούνται γύρω από τις γυναίκες που επιθυμούν την άμβλωση, περιορίζουν ακόμη περισσότερο τη δράση, την ελεύθερη επιλογή και τη ζωή των γυναικών επί ίσοις όροις με αυτή των ανδρών. Πόσες γυναίκες, άραγε, έχασαν τη μάχη με τη ζωή εξαιτίας της θεσμικής βίας στα σώματά τους και πόσες ακόμη μάχονται ώστε αυτό να μην ξανασυμβεί;

Στον αντίποδα των αμβλώσεων, η συγγραφέας μιλά επίσης για τη μητρότητα από τη σκοπιά που αυτή έρχεται καταναγκαστικά και όχι έπειτα από πραγματική επιλογή της γυναίκας. Σε όλο το βιβλίο γινόμαστε μάρτυρες μία εξαιρετικά τοξικής σχέσης μητέρας-κόρης μεταξύ Ελένας και Ρίτας, αφού σύμφωνα με την Ελένα, μία γυναίκα έχει ως «καθήκον απέναντι στο είδος, να γεννηθεί, να μεγαλώσει, να αναπαραχθεί και να πεθάνει». Πιέζει την κόρη της να γίνει μητέρα ενώ εκείνη δεν το έχει ακόμη σκεφτεί. Την εξαναγκάζει σε επίπονες εξετάσεις γονιμότητας, διότι η Ρίτα μεγαλώνει και οφείλει να κάνει ένα παιδί, όπως στερεοτυπικά προτάσσουν οι έμφυλοι ρόλοι της κοινωνίας της Αργεντινής.

Σε χειρότερη μοίρα βρίσκεται η τρίτη γυναίκα της ιστορίας, Ισαμπέλ. Μετά από μία φοβερή λογομαχία με άλλο πρόσωπο της ιστορίας για το αν θα έπρεπε να κάνει έκτρωση ή όχι σε μία εγκυμοσύνη που η ίδια δεν επιθυμεί, εξαναγκάζεται βίαια στη διατήρηση της κύησης και στην ανάληψη ενός ανεπιθύμητου μητρικού ρόλου. Η ίδια έχει απωλέσει κάθε αίσθηση εαυτού, καθώς βρίσκεται εγκλωβισμένη σε έναν γάμο και μία οικογένεια που εξωτερικά μοιάζει ευτυχισμένη αλλά πίσω από τις κλειστές πόρτες του σπιτιού βρίσκεται κακοποίηση, πόνος, θυμός. Η ίδια δεν είχε και δεν έχει καμία δικαιοδοσία πάνω στο ίδιο της το σώμα, αφού κάποιοι άνδρες πήραν αποφάσεις για την Ισαμπέλ χωρίς την Ισαμπέλ. Βιώνει μία επιβεβλημένη μητρότητα, η οποία έχει έναν καταστροφικό αντίκτυπο τόσο στην ίδια όσο και στο παιδί της.

Τί αλλάξει μέσα μας αφού διαβάσουμε το βιβλίο;

Η διαδικασία ανάγνωσης του παρόντος βιβλίου, στην περίπτωσή μου ήταν μεταμορφωτική. Η συγγραφέας λεκτικοποιεί τη γυναικεία εμπειρία της αναπηρίας κι αυτό είναι ταυτόχρονα επίπονο και λυτρωτικό. Η θέση της γυναίκας, όταν υπεισέρχεται σε ευάλωτη θέση για λόγους υγείας, υποβαθμίζεται περαιτέρω. Τα βλέμματα που αποφεύγουν στο δρόμο τη θέαση του αναπήρου σώματος της Ελένας ενσαρκώνουν τη συνολική στάση της κοινωνίας που αποστρέφει το βλέμμα της από ένα σώμα λιγότερο ικανό, λιγότερο παραγωγικό, καθιστώντας το ανάξιο για ζωή.

Το βιβλίο έρχεται να μας «ξεβολέψει», να αναμοχλεύσει τον πόνο της τρωτότητας, την αμηχανία, την αποστροφή του κοινωνικού βλέμματος προς το άρρωστο σώμα, την απόρριψη της ασθένειας ως μία κατάσταση εκτός τόπου και την περιθωριοποίηση της ανάπηρης και της αναπηρίας. Παρατηρούμε τον κυριολεκτικό αγώνα της πρωταγωνίστριας να διεκδικήσει ξανά το σώμα της, «ένα σώμα που», σύμφωνα με τα δικά της λόγια, «έχει αχρηστευτεί από την αρρώστια». Δεν είναι η όψη της Ελένας που μοιάζει τρομακτική μέσα από την ασθένεια, μα η ίδια η αναπηρία ως μία κατάσταση επικίνδυνη και κοινωνικά ταξινομημένη ως μη φυσιολογική.

Η Ελένα πασχίζει να ιδιοποιηθεί εκ νέου την ταυτότητά της. Αναρωτιέται ποια είναι στο λογοτεχνικό παρόν που αναγκάζεται να ζει με Πάρκινσον αλλά και για το ποια γίνεται προοδευτικά, μέσα από τη διαρκή έκπτωση λειτουργικότητας που επιφέρει η ασθένειά της. Η αρρώστια επηρεάζει το αίσθημα του εαυτού. Η επίκτητη αναπηρία αλλάζει ριζικά όχι μόνο τη βιολογική συνθήκη υπό την οποία ζει, αλλά και την αντίληψη του σώματος και της προσωπικής ταυτότητας. Το τελευταίο, όμως, αποτελεί την άμεση συνέχεια του στιγματιστικού βλέμματος και της περιθωριοποίησης των ατόμων με χρόνια και σοβαρά προβλήματα υγείας.

Απέναντι σε όλα τα παραπάνω τοποθετείται η Πινιέιρο, η οποία γράφει το βιβλίο αυτό με αφορμή την απώλεια της μητέρας της από Πάρκινσον, διεκδικώντας την ορατότητα και ακουστότητα των ατόμων με αναπηρία. Η οπτική και γραφή της ως προς τη συνομιλία της λογοτεχνίας με την αναπηρία, καθιστά το έργο της πρωτότυπο, αναγκαίο και μεγαλειώδες. Με λογοτεχνική δεξιοτεχνία, φέρνει στο προσκήνιο τις ευθύνες της κοινωνίας απέναντι στους πολίτες, το αδιέξοδο και παράλογο της γραφειοκρατίας και την αναλγησία του κράτους πρόνοιας για τα ευάλωτα άτομα.

Το έργο θέτει μία σειρά από ανοικτά και κλειστά ερωτήματα προς σκέψη. Θα μπορούσε άραγε ο θάνατος της Ρίτας να ιδωθεί ως μία περίπτωση γυναικοκτονίας; Τι συνιστά η λογοτεχνική έκθεση ενός ατόμου με αναπηρία; Ποια σημασία αποκτά η ύπαρξη και θέαση ενός σώματος με αναπηρία μέσα σε μία κοινωνία δομικά κατασκευασμένη για ικανά, υγιή, παραγωγικά σώματα; Ποιο είναι το ηθικό και κοινωνικό βάρος της αναπηρίας;   

«Η Ελένα Ξέρει» είναι μία ανεπανάληπτη νουάρ νουβέλα, στην οποία η συγγραφέας θέτει καίρια ερωτήματα για το σήμερα. Πίσω από έναν αινιγματικό θάνατο τοποθετεί μία μικρογραφία του σύγχρονου θεσμικού και κοινωνικού σκηνικού της Αργεντινής. Θέτει ερωτήματα που άλλοτε είναι εύκολο και άλλοτε δύσκολο να απαντηθούν. Το βιβλίο μπορεί να προσφέρει εξίσου αισθητική απόλαυση για τη λογοτεχνικότητά του αλλά και προβληματισμό για τα σημεία του καιρού μας. Κείμενα όπως αυτό, ηρωίδες σαν την Ελένα και μία σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα που μας περιβάλλουν, μας δίνουν διαρκώς τροφή για σκέψη, η οποία οφείλει να μετουσιώνεται σε ανοικτό δημόσιο διάλογο και στη συνέχεια σε δράση.

Κλείνοντας, παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα του βιβλίου: «Κι ο κόσμος προχωράει, σπρώχνει ο ένας τον άλλο, και κανείς δεν παραξενεύεται όταν τον αγγίζει ή τον σπρώχνει ένας άγνωστος, κάποιος με τον οποίο μοιράζεται απλώς την ίδια ευθεία ανθρώπινη γραμμή».

Το μπαρ της Γιούλης

Το μπαρ της Γιούλης

Ο Νικόλας

Ο Νικόλας καθυστέρησε τρία χρόνια να τελειώσει τη Νομική καθώς ως φοιτητής είχε βυθιστεί σε μια ελαφρώς βαθιά εξάρτηση ηρωίνης. Είναι ψηλός και λιγνός, θα έλεγε κανείς ξερακιανός. Η μελαχρινή του χωρίστρα παρουσιάζει κάποια αραίωση στα μπροστινά του μαλλιά. Έχει ελάχιστες άσπρες τρίχες στα τριάντα εννιά του χρόνια. Κάτω από τα μάτια του έχει κύκλους μεταξύ μοβ και μαύρου χρώματος. Θα έλεγε κανείς βυσσινί. Την συνολικά κακή εμφάνιση σώζει κάπως το κοστούμι που φοράει συνεχώς από το πρωί μέχρι το βράδυ. Στα δικαστήρια αυτή η στολή εργασίας ξεχωρίζει για την χαμηλή της ποιότητα, στο μπαρ της Γιούλης όμως κανένας δεν ασχολείται με τα σακάκια των άλλων.

Ο Νικόλας ήταν στο έκτο έτος όταν ο φίλος του ο Μήτσος ο Στάμος, φοιτητής των ΤΕΙ τότε, με καταγωγή από την Μυτιλήνη που τον είχε γνωρίσει στο πρώτο έτος και αράζανε επί χρόνια τα απογεύματα στο σπίτι της Γιούλης πίνοντας ναρκωτικά, συνελήφθη για διακίνηση μιας μικροποσότητας, «για να βγαίνει το πιόμα», καταλήγοντας για πρώτη φορά φυλακή. Αυτός ήταν ο λόγος που ο Μήτσος τελικά ακολούθησε καριέρα μικροπαραβατικού, ημιεξαρτημένου, εγκλωβισμένου στο σισύφειο σωφρονιστικό τρίγωνο σπίτι-φυλακή-πιάτσα και συγχρόνως ο λόγος που ο Νικόλας τα έκοψε όλα μαχαίρι -ακόμα και το κάπνισμα-, καθάρισε και μέσα σε δυο χρόνια πέρασε ότι μάθημα χρωστούσε.

Μετά πήγε στρατό. Δεν ολοκλήρωσε την θητεία του καθώς απαλλάχθηκε λόγω ψυχολογικών προβλημάτων. Γενικώς δεν την πάλευε. Εκεί ξεκίνησε πάλι το τσιγάρο το οποίο δεν μπορεί να κόψει ξανά. Ναρκωτικά δεν ξανάγγιξε στην ζωή του. Από το μεσημέρι όμως με το που τελειώνει το δικαστήριο ξεκινάει με μερικές μπιρίτσες και καταλήγει το βράδυ στο μπαρ της Γιούλης στην Ιπποκράτους να καταβροχθίζει αρκετά ποτήρια μπέρμπον. Πέφτει για ύπνο κάθε βράδυ ψιλογκόλ περίπου στις 23:00.

Αυστηρά τηρεί ένα οφάκι την εβδομάδα, κάθε Δεύτερα. Δευτέρα δεν πίνει ό,τι και να γίνει. Τις Τρίτες ξυπνάει πιο κουρασμένος γιατί τις Δευτέρες κοιμάται καλύτερα.

Σηκώνεται κάθε μέρα στις 8:15 και στις 9:00 φτάνει με τα πόδια από το Γκύζη στα δικαστήρια αναζητώντας πελάτες στους διαδρόμους. Ως διαδρομιστής γλυτώνει έξοδα γραφείου, δουλειά γραφείου, ψέματα και ενοχές. «Καμιά ζωή δεν θα καταστραφεί εξαιτίας μου» συνηθίζει να λέει, «οι περιπτώσεις που αναλαμβάνω είναι σχεδόν πάντα άνθρωποι στο τελικό στάδιο της κοινωνικής και οικονομικής καταβύθισης που δεν έχουν τρόπο να πληρώσουν έναν δικηγόρο. Εκεί εμφανίζομαι εγώ, με διορίζει η έδρα με πληρώνει το κράτος και είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Όσοι καταλήγουν σε εμένα σημαίνει ότι τα πράγματα γι’ αυτούς δεν μπορούν να πάνε χειρότερα. Αν και σπάνια μπορούν να πάνε καλύτερα.»

Ο Μήτσος Στάμος

Το τηλέφωνο του Νικόλα είχε χτυπήσει την προηγούμενη μέρα στις 15:05. Ήταν ο Μήτσος Στάμος και του είχε εξηγήσει μέσα σε λίγες προτάσεις τι είχε συμβεί: «Ένας καριολόπουστας υπάλληλος με έπιασε μετά το επισκεπτήριο με πρέζα, ένα καπάκι μόνο. Δεν είναι για μένα το πρόβλημα, συγχωνεύω, αλλά τραβάνε και την γυναίκα για εισαγωγή ναρκωτικών σε φυλακή. Αυτή απλώς επισκεπτήριο ήρθε, δεν την είδε κανείς να μου δίνει το μπαλάκι. Μου το βρήκανε στην έρευνα καθώς επέστρεφα στη πτέρυγα και τώρα την τραβάνε την κοπέλα με τους καριόλες που μπλέξαμε. Ένας χοντροκώλης υπάλληλος που το σώμα του είναι σαν ρόμβος. Φαίνεται θα πήρε το σχήμα της σούφρας του. Λίγη πρεζούλα να βγει η φυλακή ρε φίλε, αφού με ξέρεις δεν αρρωσταίνω. Δεν είναι τίποτα η υπόθεση. Μόνο η μαρτυρία αυτού του μπατιρογαμιόλα που μου την βρήκε κρυμμένη στα παπάρια και έχει καταθέσει ότι μου την πέρασε η κοπέλα στο επισκεπτήριο. Έλα να σου πω. Μη πάει φυλακή το κορίτσι φίλε, κρίμα είναι…»

Ήταν κάπου το απόγευμα η στιγμή μιας εσωτερικής διαπάλης για το αν θα ασχοληθεί με την αυριανή υπόθεση ρίχνοντας καμιά ματιά, ως όφειλε, στην δικογραφία ή αν θα πάει στο μπαρ της Γιούλης να πιει μερικά μπέρμπον. Όλα έδειχναν ότι θα ηττούνταν σε αυτήν την μάχη οπότε για να σώσει τον αυτοσεβασμό του από αυτό το αναπόδραστο νοκ άουτ πέταξε λευκή πετσέτα στο ρινγκ και βγήκε να κοινωνήσει στο ναό των ταγγισμένων εξομολογήσεων.

Ο μουργόλυκος της Ντίσνεΐ

Μιας τέτοιας εξομολόγησης έτυχε να γίνει λειτουργός το βράδυ από έναν άγνωστο του τύπο που κάθονταν στο διπλανό σκαμπό της μπάρας, με φάτσα που του θύμιζε κάποιον από τους μουργόλυκους της Ντίσνεΐ. Επέμενε να του μιλάει σαν να ήταν στ’ αλήθεια φίλοι ή λες κι από κάπου να γνωρίζονται. Ο Νικόλας κουνούσε το κεφάλι συγκαταβατικά μέχρι να τον ξεφορτωθεί κι εκείνος ο μουργόλυκος μέσα σε λίγα λεπτά του είχε πει μια σειρά από πράγματα που ξεκινούσαν από τις κοινωνικές τους απόψεις και κατέληγαν σε προσωπικές του αποκαλύψεις.

«Ζούμε σε μια κοινωνία διεφθαρμένη αδελφέ, εμένα να ακούς, γι’ αυτό και εγώ από μικρός τους γράφω όλους στ’ αρχίδια μου. Μια ζωή αλητεία και γούστα είμαι. Ούτε το σχολείο τελείωσα να φανταστείς. Και τι έγινε; Ακούς; Με πλαστό πτυχίο λυκείου δουλεύω είκοσι χρόνια και κανείς δεν έχει πάρει χαμπάρι τίποτα, ακούς; Τέτοιο μπουρδέλο κράτος είμαστε. Έτσι είναι ο Έλληνας από τη φύση του, ανυπόταχτος».

Το μάγουλο του Χριστού

Το επόμενο πρωί στην αίθουσα του δικαστικού μεγάρου μια αχτίδα ήλιου χαστούκιζε το ένα μάγουλο του Χριστού που χωρίς να γυρίσει και το άλλο απλώς έχασκε στο υπερπέραν μέσα από την αναρτημένη κορνίζα εντός της οποίας βρίσκονταν εγκλωβισμένος. Ακριβώς από κάτω του έστεκαν οι τρεις μικροί θρόνοι που σε λίγο θα καταλάμβαναν οι δικαστές. Η αίθουσα είχε την μυρωδιά δημόσιας υπηρεσίας και η ατμόσφαιρα το βάρος δισεκατομμυρίων χρόνων κάθειρξης που συσσωρεύτηκαν εκεί με το πέρασμα των δεκαετιών.

Ο Μήτσος Στάμος που το ξανθό χρώμα των μαλλιών του είχε ξανοίξει με τα χρόνια δίνοντας άσπρες αποχρώσεις στις κοντοκουρεμένες μπούκλες του κάθονταν φορώντας τις χειροπέδες του στο εδώλιο του κατηγορούμενου και δίπλα η φίλη του χωρίς χειροπέδες γερμένη στο αυτί του κάτι του ψιθύριζε. Ο μπάτσος των μεταγωγών στέκονταν πάνω από το κεφάλι τους βαριεστημένος και αδιάφορος.  

Η έδρα εμφανίστηκε, οι συνήγοροι και οι ελάχιστοι παριστάμενοι στην αίθουσα, κατά βάση κατηγορούμενοι σε κάποια επόμενη υπόθεση της ημέρας που ήρθαν νωρίς για να είναι σίγουροι ότι δεν θα δικαστούν ερήμην, σηκώθηκαν όρθιοι όπως ορίζουν οι τύποι. Ο Πρόεδρος διάβασε το όνομα του μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας προκειμένου να εμφανιστεί και να καταθέσει.

Ο Νικόλας κοίταξε προς το μέρος του κοινού για να τον εντοπίσει. Το ακαθόριστο από μακριά πρόσωπο του ανθρώπου με το ρομβοειδές σώμα, σταδιακά και όσο πλησίαζε έπαιρνε μορφή. Την μορφή ενός μουργόλυκου της Ντίσνεϊ. Η κατηγορούμενη κοίταξε στο πάτωμα, ο κατηγορούμενος κοίταξε για λίγο τον Χριστό. Ο συνήγορος και ο μάρτυρας αντάλλαξαν ένα βλέμμα που διήρκησε για ένα δέκατο της στιγμής όσο και η επισφράγιση μιας σιωπηρής συμφωνίας…  

Τέλος

Τσεκάρετε βιβλιαράκια που μπορεί να σας αρέσουν:

Σαν τα πράσινα μπιζέλια

Σωτήρχαινας Εκτέλεση

Πάντα το ίδιο, έπειτα από κάθε εκτέλεση. Έμμονη και τυραννική η άγρια, η βάρβαρη εικόνα – τρομαχτικός ο εφιάλτης που με κυνηγά: Το ζωντανό κορμί που στέκεται ολόρθο στα πόδια του, το γουρλωμένο μάτι που αντικρίζει τις κάννες δώδεκα τουφεκιών, το μυαλό που λειτουργεί και ακούει ένα «δια ταύτα», τέλος πάντων ο άνθρωπος.

Και σε μια ριπή οφθαλμού, μέσα στην ασύλληπτη στιγμή, ως να βρυχηθεί ένας άλλος άνθρωπος μια μόνη συλλαβή: «πυρ!» και το πλάσμα που ζούσε, σωριάζεται, σφαδάζει, ψυχομαχεί, πεθαίνει…

Έτσι τον έχω ακόμα μπροστά μου τον Σωτήρχαινα, που στρίβει το μουστάκι του με τα αλυσοδεμένα χέρια του. Και να στριφογυρνά ξαφνικά, να πέφτει ανάσκελα, ανάμεσα σε δυο άλλα πτώματα, πεσμένα μπρούμυτα.

Όλες οι εκτελέσεις έχουν και το μονότονα στερεότυπο. Κι ίσως από την άποψη αυτήν, να μην είναι δα και τόσο τρομερό αυτό που κάνουν ορισμένες εφημερίδες, περιγραφές τυπωμένες πριν εκτελεστούν…

Όλες οι εκτελέσεις μοιάζουν τόσο, όσο μοιάζουν μεταξύ τους, τα πράσινα μπιζέλια. Κι ως τόσο όλες διαφέρουν η μια με την άλλη τους όπως ακριβώς διαφέρουν κι αυτά όταν τα καλοκοιτάξετε. 

Ο Σωτήρχαινας δεν ήταν «παίξε γέλασε»

Για πρώτη φορά στα χρονικά, τα όσα προηγήθηκαν μιας εκτέλεσης παρέμειναν πράγματι απολύτως μυστικά. Μυστικά τόσο γιατί όπως ελέχθη, ο Σωτήρχαινας δεν ήταν «παίξε γέλασε». Διέθετε χρήματα, ισχύ, ανθρώπους του. Η επιρροή του έφθανε πολύ ψηλά. Αλλά και πολύ χαμηλά. Το κράτος του νόμου υπολόγιζε σοβαρα τον Σωτήρχαινα. Γι’ αυτό δεν τον έστειλαν να τουφεκισθεί στον τόπο του εγκλήματος. Για αυτό είχε αποσταλεί από καιρό στην Αίγινα. Γι’ αυτό κρίθηκε σκόπιμο να εκτελεσθεί «στ’ αρπαχτά». Είναι ζήτημα αν στο Υπουργείο γνώριζαν την «υπόθεση» περισσότερα των τριών προσώπων.

Ο αντιεισαγγελέας Πειραιώς κύριος Παπαγιάννης έλαβε την ύστατη στιγμή, λίγα λεπτά προ της αναχωρήσεως του ατμόπλοιου της συγκοινωνίας Αίγινας. Το απόσπασμα καταρτίστηκε εν σπουδή δίχως να ξέρει γιατί πηγαίνει στην Αίγινα ή μάλλον ξέροντας ότι συνοδεύει καταδίκους. Ο ίδιος ο ιατροδικαστής ο κύριος Πέτρος Τζαφέρης δεν ήξερε καλά-καλά γιατί τον πήραν άρον-άρον και τον κουβάλησαν στο βαπόρι.

Αλλά τι το όφελος όλες αυτές οι προφυλάξεις όταν η αόρατη φωνή από το ακουστικό του τηλεφώνου μετέδωσε στο αυτί του δημοσιογράφου την επικείμενη είδηση; Και κάτι που ξέρει ο δημοσιογράφος φυσικά θα το μάθει κι ο συνάδελφος του. Και όταν πηγαίνει κάπου ο συντάκτης βεβαίως θα τον ακολουθεί σαν σκιά και φωτορεπόρτερ του. Και όταν βρεθούν ξαφνικά στο βαπόρι της γραμμής μερικοί δημοσιογράφοι και άλλοι τόσοι φωτορεπόρτερ δεν είναι δυνατόν να μην γίνει σούσουρο…

Ο Σωτήρχαινας τσιρίμπασης

 Στη φυλακή οι ακτίνες είναι ανοιχτές. Είναι ώρα επισκέψεων. Οι φυλακισμένοι περιφέρονται στις αυλές. Μαζί με αυτούς νταής μεταξύ των νταήδων και ο Σωτήρχαινας. Ο διευθυντής των φυλακών κύριος λόγω ακριβώς των επισκεπτών έχει παραμείνει στο γραφείο του όπου μαθαίνει από τους κρατούμενους τα καθέκαστα. Και πριν προφτάσει να σταυροκοπηθεί για το ξαφνικό του πράγματος βλέπει μπροστά του τον γέροντα ιερέα Αιγίνης με ένα μπογαλάκι και το πετραχήλι του…

Εντωμεταξύ ο Σωτήρχαινας που τα έχει μάθει όλα προσπαθεί να επικοινωνήσει με τους άλλους δύο μελλοθάνατους, τον Ναπολέοντα Λουκά και τον Νικόλα Δανιήλ. Αυτοί όμως βρίσκονται σε άλλη ακτίνα. Αρκείται να τους ειδοποιήσει και να του δώσει την εντολή της αντίστασης. Ο ίδιος μαζί με δέκα άλλους βαρυποινίτες, «συνδωματίτες» του, οχυρώνεται στο κελί του και πιάνει την πόρτα. Οι μακαντάσηδες που έχουν προφανώς αγχέμαχα όπλα και εργαλεία του εργαστηρίου, είναι αποφασισμένοι να υπερασπιστούν μέχρι εσχάτων τον νταή τους. Φαντάζεται κανείς τι γίνεται σε όλη την φυλακή. Αφενός η φυσική ταραχή των καταδίκων που εκνευρίζονται σε κάθε επικειμένη εκτέλεση. Αφετέρου ο Σωτήρχαινας ο οποίος με το νταηλίκι του, με τα λεφτά του και με το γόητρο του «θανατηφόρου» έχει αναδειχθεί πραγματικός τσιρίμπασης της φυλακής.

Όταν ο διευθυντής της φυλακής λαμβάνει την εντολή να τον απομονώσει, πράγμα που θα κατόρθωνε φυσικά ευκολότατα, εάν είχε καταλλήλως ειδοποιηθεί, βρίσκεται προ του οχυρωμένου κελιού του μελλοθάνατου. Βέβαιος για την τύχη του, ο Σωτήρχαινας, έχει το θράσος μέχρι του να διατάξει να ανοίξουν την κλειστή πόρτα του κελιού.

Στέκεται στη μέση και στρίβει το αρειμάνιο μουστάκι του. Προκαλεί, σαρκάζει, συμβουλεύει να τον αφήσουν ήσυχο αν δεν θέλουν να γίνουν «σφαχτήρια εδώ μέσα». Ούτε δέχεται διαπραγματεύσεις.

Ο Σωτήρχαινας έχει δώσει εντολές να ειδοποιηθούν οι άνθρωποι του των Αθηνών και να επέμβουν στο υπουργείο, να σηκώσουν κόσμο, να ματαιώσουν την εκτέλεση.  

Αυτή όλη η φασαρία διαρκεί επί ώρες. Έως τα μεσάνυχτα. Γνώστης των πραγμάτων και προσβλέπων τα δυσάρεστα ενδεχόμενα μιας ενόπλου συρράξεως ο διευθυντής κύριος Μαυροειδής περί το μεσονύχτιο αναγκάζεται να συντάξει επίσημο έγγραφο προς τον εισαγγελέα κύριο Παπαγιάννη για να του ζητήσει την αναβολή της εκτέλεσης. Ο Παπαγιάννης δείχνει πρωτοφανή ψυχραιμία και απόλυτη ευψυχία.

Ξέρει καλά τι επακόλουθα μπορεί να έχει η εντολή. Αντιτάσσεται και δεν δέχεται το έγγραφο. Δεν έχει να δώσει παρά μια μόνο εντολή, να απομονωθεί ο Σωτήρχαινας. Το πώς; Αυτό δεν είναι δικός του λογαριασμός. Ή και αν είναι, να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα…

Η παράδοση του Σωτήρχαινα

Αλλά και εδώ πάλι ο Μαυρειδής δρα με περίσκεψη. Βάζει τον υπομοίραρχο κύριο Σηφηκάκη να αναφερθεί προς τα πατριωτικά αισθήματα του επίσης Κρητικού Μανουσέλη που είναι πρωτοπαλίκαρο του Σωτήρχαινα:

«Θα χάσω τα γαλόνια μου, Μανουσέλη, τα ακούς;»

Το πατριωτικό αίσθημα νικά. Ο Μανουσέλης εγκαταλείπει τον νταή. Ο Σωτήρχαινας αντιλαμβάνεται το δυσχερές της θέσης του και θέτει τους όρους του.

«Χαλάλι να γίνει. Φευγάτε όμως! Θα παραδοθώ στις τρεις!»

Και μόνο με αυτόν τον όρο ο μελλοθάνατος θα παραδοθεί περί την τρίτη πρωινή. Αυτός και δυο άλλοι θα ζητήσουν τότε τον ιερέα για να εξομολογηθούν σαν καλοί χριστιανοί. Ζητούν χαρτί και καλαμάρι και γράφουν. Ο Λουκάς γράφει στην γυναίκα του και αφήνει 60 δραχμές. Ο Δανιήλ στη δική του 3.100 και τέλος ο Σωτήρχαινας γράφει και αφήνει τα υπάρχοντα του στη μητέρα του.

Το ξόδι

Έχει ήδη πλησιάσει η 4η πρωινή. Πολλοί Αιγινήτες έχουν ξαγρυπνήσει όπως και οι δημοσιογράφοι άλλωστε, οι οποίοι χάρης στα έκτακτα μέτρα που λήφθηκαν μπορούν να εργαστούν πράγματι άνετα.

Στις 4:15 ο Σωτήρχαινας πρώτος φόρεσε τα καινούρια του τσαρούχια, χτενίστηκε και έστριψε και πάλι το μουστάκι του, συγυρίστηκε σαν γαμπρός και δηλώνει ότι θέλει να ξεκινήσουν αμέσως.

«Μια που είναι να γίνει ας γίνει»

Ασπάζεται τους φύλακες. Η φρουρά έχει ενισχυθεί με ένα άγημα πεζοναυτών. Βγαίνουν από τη φυλακή προπορευόμενοι του ιερέως κυρίου Μεγαρίτη ο οποίος ψάλλει τα νεκρώσιμα. Ακολουθεί ο ίδιος ο Σωτήρχαινας περιστοιχιζόμενος από τους άνδρες του αποσπάσματος. Στέκεται στο κατώφλι της φυλακής και απευθύνεται στο πλήθος με κλασικό πια: «Σχωράτε κι’ ο Θεός σχωρές σας!».

Ακολουθούν δυο άλλοι που προσπαθούν να τον μιμηθούν σε όλα. Συμπεριλαμβανομένων και των δημοσιογράφων η συνοδεία κλείνει. Ο τόπος της εκτέλεσης είναι μακριά, έξω στην Φανερωμένη. Το ξόδι διαρκεί πολλή ώρα. Διότι οι μελλοθάνατοι περπατούν σιγά, γιατί έτσι το θέλει ο Σωτήρχαινας. Φύλακες και αξιωματικοί τον χαϊδεύουν. «Όλο με το καλό». Οπότε ο Σωτήρχαινας μερακλώνεται. Και ενώ ο παπάς ψάλει νεκρώσιμα αυτός αρχίζει να τραγουδάει το τραγούδι που από καιρό ήδη έχει ταιριάξει ο Δανιήλ για την διαιώνιση της μνήμης του Νταή. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο θρυλικός ήρωας πίστευε ότι θα εκτελούνταν. Το τραγούδι ήταν καμωμένο για να ψάλει την δόξα στα χωριά της Λειβαδιάς. Τραγουδούν μαζί του και οι άλλοι δύο μελλοθάνατοι με ύφος μερακλωμένων ξενύχτηδων:

«Έλα μανούλα να με δεις

Και να με καμαρώσεις.

Με παν οι χωροφύλακες

με χέρια σταυρωμένα,

μώχουν λιτάρια δώδεκα,

αλσύδες δεκαπέντε.

Πάνε να με σκοτώσουνε

Στης Αίγινας τα πεύκα…»

Και όταν παύει το τραγούδι, αρχίζει η φοβερή λογοδιάρροια του Σωτήρχαινα. Βγάζει λόγο. Με στόμφο:

«Δημοσιογράφοι! Βρε, κύριοι δημοσιογράφοι, ακούστε να σας πω!»

Λέει ασυναρτησίες, ένα είδος εκλογικού λόγου, και στο τέλος: «…το οποίο δεν φταίω εγώ»

«Αμ, ποιος φταίει;»

«Ο Κίνιας, ο γερουσιαστής της Λειβαδιάς. Πρώτα αυτός. Και έπειτα ο Κουτσοπέταλος ο βουλευτής! Αυτοί έπραξαν και ‘γω πληρώνω. Αυτοί έφαγαν και ‘γω τα ξερνώ από την μύτη!»

Ούτε προσέχει ούτε αναφέρει τους άλλους δύο μελλοθάνατους. Δεν τους λογαριάζει. Σαν να μην υπάρχουν. Εξακολουθεί:

«Κύριοι εφημεριδοφάγοι… Άπαξ το άδικο δεν ευλογείται! Το δίκιο θα φανεί μια μέρα! Θέλω να το γράψετε. Γιατί μια μέρα θα βρεθούν οι ένοχοι!»

«Ποιοι είναι Σωτήρχαινα;»

«Σας είπα, ο γερουσιαστής και ο βουλευτής!»

«Αυτοί σκότωσαν το παιδί;»

«Όχι βέβαια. Αυτοί περί συμφέρον, άπαξ το παιδί το έκλεψε ο Καραγιάννης και το σκότωσε ο Αϊβαλιώτης!…»

Ομιλεί και περπατάει. Διασκελίζει τα χαμόκλαδα, προσπαθεί να μην χαλάσει την τσάκιση του καφέ παντελονιού του και καμαρώνει τα τσαρούχια του. Θέλει χαρτί και μολύβι να γράψει αυτά που είπε:

«Για να μείνουν!»

Και σταματάει το ξόδι. Γράφει με αλυσοδεμένα χέρια.

«Από σας τους δημοσιογράφους θέλω, επειδής ο Κίνιας ο δολοφόνος, που εκμεταλλεύτηκε τον τύπο, θέλω, άμα ανακαλυφθούν, να μου ικανοποιήσουν δια το μεγάλο άδικο που μου γίνεται.

Γ. Σωτήρχαινας»

Και όταν τελειώσει αυτό, προσφέρεται να μοιράσει αυτόγραφα.

Σωτήρχαινας Εκτέλεση
Ο Λουκάς, ο Σωτήρχαινας και ο Δανιήλ την στιγμή που διαβάζεται η απόφαση της εκτέλεσης

Στον τόπο της εκτέλεσης

Έτσι ενώ η αυγή ροδίζει τον ουρανό του Σαρωνικού, λίγο προ της 5ης πρωινής, φθάνουν στον τόπο της εκτέλεσης στην θέση της Φανερωμένης. Ο Σωτήρχαινας διαλέγει μόνος του την θέση, θέλει να τον βάλουν στη μέση. Τριάντα έξη χωροφύλακες λαμβάνουν θέση απέναντι τους. Γεμίζουν τα όπλα τους προφανέστατα συγκινημένοι.

Ο Σωτήρχαινας απασχολείται διαρκώς με την πόζα που θα πάρει μπρος στους φωτορεπόρτερ. Σιάζει το παντελόνι του, στρίβει τον αρειμάνιο, κορδώνεται. Ούτε προσέχει τους άλλους.

Ένας φωτογράφος: «Χαμογέλασε Γιώργη!»

Χαμογελάει. Στρέφει από όπου θέλει ο καθένας. Ο επικεφαλής διατάσσει.

«Παρά πόδα, αρμ!…»

Ταραγμένοι οι χωροφύλακες προτείνουν τα όπλα. Ο επικεφαλής σταματά, εξηγεί πως πρέπει να γίνουν τα πράγματα και επαναλαμβάνει το πρόσταγμα. Ο εισαγγελέας διατάζει τον γραμματέα να αναγνώσει την απόφαση. Και τραβιέται σε μια απόσταση εμφανώς συγκινημένος. Αργότερα χλωμός ακόμα θα πει: «Άλλο να μιλάς από την έδρα και άλλο να παρίστασαι σε τέτοια σκηνή! Αλλά είχα καθήκον να επιμείνω…».

Ο γέρων ιερέας, τα έχει κυριολεκτικώς χάσει. Μένει πελιδνός σαν κερωμένος. Ενώ ο ιατροδικαστής κύριος Τζαφέρης, με ένα βαθύτατο ανθρωπιστικό συναίσθημα, προσπαθεί να δώσει στους χωροφύλακες να καταλάβουν πως δεν πρέπει να τυραννιστούν οι μελλοθάνατοι με μαρτυρικό ψυχορράγημα. Ψυχραιμότατος ο γραμματέας αναγιγνώσκει την απόφαση:

«Το Δικαστήριο των εν Πειραιεί συνέδρων, συνεδριάσαν δημόσια, επ’ ακροατήριω […] Δια ταύτα επιβάλλει την ποινή του θανάτου εις τους Γεώργιον Σωτήρχαινα, Ναπολέοντα Λουκά και Νικόλαον Δανιήλ…»

Τελείωσε και αυτό.

«Επί σκοπόν!»

Οι κάνες προτείνονται.

«Μια στιγμή!»

Πάλι ο Σωτήρχαινας θέλει να βγάλει λόγο. Πάλι κορδώνεται, πάλι στρίβει το μουστάκι του. Και μέσα σε αυτή την τραγωδία, μακάβρια κωμική λεπτομέρεια, αρχίζει τώρα και ο Λουκάς να στρίβει κι αυτός τα γέρικα μουστάκια του. Ο Σωτήρχαινας βγάζει το λόγο του.

«Εγώ σας λέω το λοιπόν πως αν αποκαλυφθεί το έγκλημα, πια κανείς σας να μην πάει να δικαστεί ποτέ στο δικαστήριο Πειραιώς!»

Ως αν να πηγαίνει κανείς γυρεύοντας να δικαστεί στα κακουργιοδικεία…

Σωτήρχαινας Εκτέλεση
Οι μελλοθάνατοι Ο Λουκάς, ο Σωτήρχαινας ο Δανιήλ λίγο πριν την εκτέλεση τους. Μεταξύ των δυο πρώτον ο υπενωματάρχης Λαδάς που συνέλαβε τον Σωτήρχαινα. Δεξιά ο επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος, Πανταζής

Το ψυχορράγημα

Και πάλι η διαταγή.

«Επί σκοπόν!»

Από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο ο ουρανός όλο και φωτίζει. Εκεί κάτω ο Σαρωνικός απλώνει το βαθύ του γέλιο.

«Πυρ!»

Η ξηρά ομοβροντία. Πέφτουν και οι τρεις. Οι δύο με τα μούτρα. Ο Σωτήρχαινας έχει στριφογυρίσει για να πέσει ανάσκελα. Τρεις υπενωμοτάρχες δίνουν τις χαριστικές βολές. Τον Σωτήρχαινα τον πυροβολεί ο υπενωμοτάρχης Λαδάς ο οποίος και τον συνέλαβε. Ακάθεκτος σπεύδει ο γιατρός Τζαφέρης με την προσπάθεια πάντα να συντομευθεί το ψυχορράγημα. Διατάζει και δεύτερη χαριστική βολή στον Σωτήρχαινα.

«Στ’ αυτί»

Τον εξετάζει. «Δεν πέθανε! Γρήγορα. Και άλλη! Στο μάτι!»

Η εντολή εκτελέστηκε.

«Τελείωσε».

Τρία κάρα με ισάριθμα νεκροκρέβατα ανεβαίνουν αργά την πλαγιά.

Σωτήρχαινας Εκτέλεση
Το πτώμα του Σωτήρχαινα μετά την εκτέλεση

Μ. Γοργός

Παρακολουθήστε τα ρεπορτάζ του Μ. Γοργού μέσα από το ηλεκτρονικό περιοδικό του red n’ noir

«θα σε σκοτώσω μόλις πάμε σπίτι»

Βιρχίνια δικαστήριο

Η Βιρχίνια είναι επιζώσα έμφυλης βίας και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών. Η ίδια κατήγγειλε πως εδώ και 15 χρόνια, ο σύζυγός της την κρατούσε αιχμάλωτη σε ένα καθεστώς συνεχούς παρακολούθησης και τρομοκρατίας, ασκώντας σε βάρος της βία διαφόρων μορφών. Στις 24 Φεβρουαρίου 2022 η Βιρχίνια κατάφερε να δραπετεύσει και να πάει στην Αθήνα.

Στις 14 Μαρτίου 2022, ο εν διαστάσει σύζυγος της κατέθεσε ασφαλιστικά μέτρα στη Λάρισα με αίτημα την αποκλειστική επιμέλεια των παιδιών τους. Στις 16 Μαρτίου 2022 συζητήθηκε η προσωρινή διαταγή και η Πρόεδρος Πρωτοδικών Λάρισας απέρριψε το αίτημα του συζύγου. Στις 23 Μαρτίου 2022 με απόφαση του δικαστηρίου, η Βιρχίνια κέρδισε την προσωρινή επιμέλεια των παιδιών της!

Ασφαλιστικά μέτρα και αποκλειστική επιμέλεια παιδιών

Στις 20 Ιουνίου 2022 συνεκδικάζονταν η υπόθεση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της Βιρχίνια κατά του εν διαστάσει συζύγου της, μέσω των οποίων ζητάει την αποκλειστική επιμέλεια των παιδιών, διατροφή γι’ αυτά και να μην την πλησιάζει σε απόσταση 100 μέτρων. Συγχρόνως εκδικάζονταν η αίτηση του καταγγελλόμενου από την ίδια ως κακοποιήτη της, ο οποίος αξιώνει να επιστρέψει «η γυναίκα του» στο σπίτι του στην Λάρισα για το καλό των παιδιών.

Το αίτημα του, με απλά λόγια, είναι να μην μπορέσει να συνεχίσει να μένει στην ασφάλεια που θεωρεί η ίδια ότι της παρέχει η Αθήνα αλλά να αναγκαστεί να επιστρέψει στην Λάρισα στο σπίτι από το οποίο η ίδια καταγγέλλει ότι δραπέτευσε.

Η υπόθεση δικάστηκε εξ αναβολής (από 10 Μαΐου 2022). Η έδρα δεν δέχτηκε την δεύτερη αναβολή που ζήτησε ο συνήγορος του επιχειρηματία στον χώρο της εστίασης κύριου Π., Αλέξης Κούγιας, οπότε τον ρόλο της εκπροσώπησης του ανέλαβε κάποιος νεαρός μαθητευόμενος του γνωστού ποινικολόγου.

Βιρχίνια δικαστήριο

Στο κτίριο 5

Σε αυτήν την μικρή αίθουσα του ισογείου του κτιρίου «5» της Ευελπίδων, η παραμικρή κίνηση των διαδίκων είχε την δικιά της αξία. Έτσι, η καθαρότητα της τρεμάμενης φωνής της Βιρχίνια όταν κατέθετε τα μαρτύρια του έγγαμου βίου της και τους λόγους για τους οποίους κινδυνεύει ήταν αυτή που κυριάρχησε στις συνειδήσεις του ακροατηρίου.

Από την άλλη πλευρά, αν την συμπεριφορά και το εριστικό ύφος του αντίδικου της, την είχε κάποιος μάρτυρας σε ποινική υπόθεση, θα είχε αμέσως εισπράξει τις αυστηρές συστάσεις και επιπλήξεις της έδρας. Αντ’ αυτού και παραδόξως, η Πρόεδρος και οι δυο δικάστριες, μού φάνηκε να τον αντιμετωπίζουν σχεδόν στοργικά.

Βιρχίνια δικαστήριο

Η εξέταση της Βιρχίνια

Πρόεδρος: Όλοι οι παράγοντες της δίκης, να ξέρετε, το καλό των παιδιών θέλουν. Σας το λέω γιατί έτσι είναι. Εσείς, γιατί δεν μπορείτε να ζήσετε στην Λάρισα και να δραστηριοποιηθείτε εκεί; Στην πόλη που γεννήθηκαν τα παιδιά, που μεγάλωσαν, που έχουν όλο αυτό που λέμε την προηγούμενη ζωή τους;

Βιρχίνια: Γιατί υπήρχε βία σωματική από τον Μάιο του 2021 όμως δυστυχώς υπήρχε και από πριν και επί χρόνια, βία λεκτική και ψυχολογική. Όταν η μεγάλη κόρη μου ήταν δυο χρονών ήταν η πρώτη φορά που με έδιωξε από το σπίτι…

Πρ: Παρόλα αυτά κάνατε προσπάθειες, κάνατε και δεύτερο παιδί, κάτι σημαίνει αυτό…

Βιρ: Ναι, αγαπούσα τον άντρα μου και προσπαθούσα για το καλό των παιδιών μου.

Πρ: Δηλαδή ανεχθήκατε πράγματα;

Βιρ: Πάρα πολλά, πάρα πολλά. Την πρώτη φορά με εδίωξε από το σπίτι και με έψαξε πρώτα να μην έχω πάνω μου χρήματα να μην έχω ούτε κινητό, ήταν το 2010.

Πρ: εσείς ήσασταν ποτέ οικονομικά ανεξάρτητη στην Λάρισα;

Βιρ: Δεν ήμουν, γιατί εγώ όταν τον γνώρισα μόλις είχα τελειώσει το πανεπιστήμιο. Τον γνώρισα 21 χρονών και παράτησα την ζωή μου για να πάω με έναν άνθρωπο που αγάπησα.

Πρ. Στην Λάρισα θα μπορέσετε να δραστηριοποιηθείτε;

Βιρ: Δεν μπορώ, γιατί κινδυνεύει η ζωή μου.

Πρ. Για ποιον λόγο;

Βιρ. Μου είχε βάλει κάμερες στο υπνοδωμάτιο.

Πρ. Κοιτάξτε, αυτό είναι ένα περιστατικό…

Βιρ: Με είχε δυο μήνες χωρίς κινητό να μην έχω επικοινωνία με κανέναν, στην δουλειά που ήμουν επίσης και εκεί μου είχε κάμερες.

Πρ. Στην αστυνομία είπατε όμως ότι δεν…

Βιρ: Γιατί ήταν μαζί μου, ήταν με τον δικηγόρο του μαζί, γιατί με απείλησε, είπε «θα σε σκοτώσω μόλις πάμε σπίτι». Και μετά με έπιανε από το λαιμό, με έβριζε με τραβούσε από τα μαλλιά, όλα αυτά τα είδε η μικρή μου τεσσάρων χρονών, και τα λέει, τα λέει στον κόσμο, λέει «ο μπαμπάς μου θέλει να κάνει κακό στην μαμά» και κάθε φορά που ερχόταν να μου μιλήσει έτρεμε. Κατουρήθηκε πάνω της μια φορά από τον φόβο που έχει στον πατέρα της. Τα περισσότερα τα έκανε μπροστά στο παιδί μου. Όταν με έβαλε και με τραβούσε με κάμερα με το κινητό, εγώ γονατισμένη, μου λέει «θα σε τραβήξω και θα ανεβάσω στο διαδίκτυο», η κόρη μου ήταν μπροστά τεσσάρων χρονών και τον παρακαλούσα.

Πρ. γιατί να σας ανεβάσει στο διαδίχτυο;

Βιρ: Γιατί ήθελε να δείξει σε όλους ότι είμαι πουτάνα, συγγνώμη για την έκφραση, και η χειρότερη γυναίκα του κόσμου και μου έλεγε πρέπει να μιλήσεις και να πεις τι είσαι. Με απειλούσε να λέω πράγματα. Μια άλλη φορά ήταν η κόρη μου με μια φίλη της γειτόνισσα και με είχε κλειδώσει στο δωμάτιο για δεκαπέντε λεπτά ούτε τουαλέτα, ούτε νερό ούτε φως. Μου λέει δεν θα βγεις από ‘κει, και πήρε την κόρη μου, την πήγε δίπλα, και επέστρεψε, με άρπαξε από τα μαλλιά και με χτυπούσε στο κεφάλι και παντού και μου έκλεγε «θα σε σκοτώσω με την καραμπίνα που είναι κάτω». Εγώ δεν κοιμόμουν, είχα κανόνες , με είχε βάλει να γράψω κανόνες ότι δεν μπορώ να κοιμηθώ συγκριμένες ώρες μέχρι να έρθει. Ήταν πάρα πολλοί κανόνες.

Πρ: Τι κανόνες;

Βιρ: Ο ένας ήταν ότι δεν μπορώ να ξαπλώσω μέχρι να έρθει, ήταν πολλά, μου είπε «θα πάρεις χαρτί και μολύβι και θα τους γράψεις και θα τα κάνεις μέχρι να αποφασίσω τι θα σε κάνω». Με απειλούσε ότι θα μου βάλει ναρκωτικά στις αποσκευές μου για να με βάλουν φυλακή. Πάρα πολλές απειλές συνέχεια.

Πρ. Οι γονείς του ζουν;

Βιρ: Η μητέρα του ήξερε. Έχω καλές σχέσεις μαζί της αλλά το μόνο που έλεγε πάντα ήταν κάνε υπομονή… Όταν άρχισαν τα βίαια περιστατικά δεν μπορούσα να μιλήσω πουθενά γιατί είχε κάμερες σε όλο το σπίτι.

Πρ. Είχε κάμερες για την ασφάλεια σας.

Βιρ: Για την ασφάλεια μου μέσα στην τουαλέτα; Ήρθε η κουμπάρα μου, το μόνο άτομο που επέτρεψε να με επισκεφτεί πήγε τουαλέτα και…

Πρ: Τώρα όμως προτίθεται, εντάξει τότε υπήρχε ένταση, τώρα προτίθεται να σας παραχωρήσει την οικεία του όπου διαμένατε, το σπίτι που μεγάλωσαν τα παιδιά, που έζησαν εκεί και έχουν αναμνήσεις, να φύγει ο ίδιος και να μείνει με την μητέρα του και να συμβάλει και οικονομικά. Τι λέτε εσείς;

Βιρ: Να ρισκάρω την ζωή μου και των παιδιών μου;

Πρ. Γιατί; Η σχέση των παιδιών με τον πατέρα τους δεν είναι καλή; Δεν τον αγαπάνε;

Βιρ. Η μεγάλη μου κόρη ζορίζεται, δυσκολεύεται. Το κάνει (σσ: να διαμένει στην Λάρισα με τον πατέρα της δυο ΣΚ τον μήνα) επειδή είναι απόφαση δικαστηρίου. Υπάρχει περιστατικό που πήγε να επιτεθεί και στην ίδια, πήγε να την…

Πρ. Καλώς

Βιρ: Πήγε να την χτυπήσει και ‘γώ μπήκα σαν ασπίδα και έκλαιγε.

Πρ. Ακούστε, ακούστε. Την λύση του να μείνουν στο σπίτι όπου μεγάλωσαν τα παιδιά και να σας βοηθάει και οικονομικά; Όχι λόγια δηλαδή…

Πατρίκιος Πατρικουνάκος-Συνήγορος Βιρχίνιας: Ούτε διατροφή δεν έχει δώσει κυρία πρόεδρε, τι ακριβώς εξετάζουμε;

Πρ. Είναι αποφάσεις του δικαστηρίου που εκτελούνται

Συνήγορος: Που δεν εκτελούνται…

Πρ. Δεν μπορούν τα παιδιά να έχουν ένα σταθερό περιβάλλον, όχι με πολλές μετακινήσεις; Να έχουν τα παιδιά ένα σταθερό περιβάλλον, αυτό είναι το σημαντικό. Αφού δεν μένετε στην ίδια πόλη θα πρέπει να του δώσετε τη δυνατότητα να έχει περισσότερο χρόνο με τα παιδιά. Εμπιστεύεστε τα παιδιά σας σε μια επικοινωνία διευρυμένη; Δηλαδή μέρες με διανυκτέρευση;

Βιρ: Φοβάμαι πάρα πολύ

Πρ: Γιατί; Έχει κάνει κάτι σε βάρος των παιδιών; Αν διανυκτερεύσουν με τον πατέρα τους πιστεύεται ότι κινδυνεύουν;

Βιρ: Προσπαθεί με τον τρόπο του να τις αλλάξει πράγματα στο μυαλό τους. Μου το λένε συνέχεια και η μεγάλη και η μικρή. Τις χρησιμοποιεί ως μέσω για πράγματα.

Πρόεδρος: Γιατί μετά από τόσα επιλέξατε την συγκριμένη εκείνη στιγμή να φύγετε;

Βιρ: Γιατί ήξερα ότι εκείνη την μέρα είχε το μυαλό του στην δουλειά του, γιατί ήταν Τσικνοπέμπτη και θα ήταν όλη μέρα στην δουλειά του, και δεν θα ήταν όλη την ώρα στις κάμερες. Εγώ δεν πήρα τίποτα από εκείνο το σπίτι, με ένα σακίδιο έφυγα, ούτε καν βαλίτσα, δραπέτευσα στην κυριολεξία, πήρα τα δυο παιδάκια μου και έφυγα με την ψυχή στο στόμα γιατί κινδύνευε η ζωή μου.

Πρ. Γιατί δεν το κάνατε κάποια άλλη στιγμή;

Βιρ: Γιατί δεν είχα την βοήθεια ούτε χρήματα ούτε τον τρόπο να μιλήσω με κανέναν. Είχα μιλήσει με την πρεσβεία μου (σσ: Βενεζουέλας) και τους είπα δεν μπορώ, κινδυνεύει η ζωή μου και είχα μιλήσει και με το κέντρο γυναικών στην Λάρισα. Στην πρεσβεία ήταν το πιο ασφαλές μέρος, να μείνω εκεί. Δεν είχα κανέναν, δεν με άφηνε να μιλάω με κανένα ούτε ήθελα να ρισκάρουν οι φίλοι μου.

Πρ. Μάλιστα. Το δικαστήριο ήθελε απλά να διευκρινίσει κάποια πράγματα. Για ελάτε εσείς κύριε Π. αφού είμαστε ευρωπαϊκό δικαστήριο και έχουμε ισότητα των όπλων…

Η εξέταση του επιχειρηματία στον χώρο της εστίασης κυρίου Π.

Πρ: Πώς είναι η σχέση σας με τα παιδιά;

Π: Αρίστη

Πρ: Σε περίπτωση που γίνει δεκτό το αίτημα σας, και η λύση που προτείνετε, να δώσετε δηλαδή την οικογενειακή στέγη για την γυναίκα και τα παιδιά, πως διαφυλάσσετε…

Π: Δίνω την ζωή μου.

Πρ: …πως διαφυλάσσετε μια ήρεμη ζωή για τα παιδιά.

Π: Τι θέλει να κάνω η κυρία; Μπορώ να δεχτώ τα ασφαλιστικά μέτρα να μην την πλησιάζω στα 200-300 μέτρα, να μπω φυλακή, να πληρώσω πρόστιμο. Κυρία μου να σας πω κάτι, η ζωή μου όλη είναι τα παιδιά, και η γυναίκα μου, ακόμα την αγαπώ.

Πρ: Ακούστε, δεν είστε το μοναδικό ζευγάρι που χωρίζει. Το θέμα είναι ότι τα τέκνα δεν θέλουν ψυχολόγους, θέλουν γονείς. Τον γονεϊκό ρόλο λοιπόν, ανεξάρτητα από τι έχτε μεταξύ σας, μπορείτε να τον υποστηρίξετε αν έρθουν στην Λάρισα;

Π: Χίλια τα εκατό. Χίλια τα εκατό. Όχι εκατό τα εκατό, χίλια τα εκατό. Και η κυρία το γνωρίζει.

Πρ: Ξεκινάτε λάθος, είναι η μητέρα των οπαιδιών.

Π: Σωστά, και η γυναίκα μου το γνωρίζει.

Πρ: Εν διαστάσει… Λοιπόν τον νομοθέτη δεν ενδιαφέρει ούτε το συμφέρον της μητέρα ούτε του πατέρα αλλά των παιδιών. Θέλει τα τέκνα να έχουν ένα ήρεμο περιβάλλον και γονείς δίπλα τους,. Μπορείτε να υποστηρίξετε τον ρόλο σας αυτόν αν τα παιδιά έρθουν στην Λάρισα να μείνουν;

Π: Διαχειρίζομαι επιχείρηση, διαχειρίζομαι ανθρώπους, αυτό που σας λέω είναι εκατό τα εκατό, χίλια τα εκατό, δυο χιλιάδες τα εκατό… Το σωστό είναι αυτό.

Έξω από την αίθουσα

Φυσικά έχουν σημασία τα όσα διαμείβονται σε μια δικαστική αίθουσα. Σημασία όμως έχει και το τι γίνεται στους διαδρόμους ή στο προαύλιο της Ευελπίδων.

Αξίζει, υπό αυτήν την έννοια, να σημειωθεί ότι ο εν διαστάσει σύζυγος της Βιρχίνια και εν προκειμένω αντίδικός της, την πλησίασε από πίσω, κόλλησε πάνω της και της ψιθύρισε στο αυτί της την λέξη «σ’ αγαπώ». Κάτι που δεν συνέβη σε τυχαίο χρόνο αλλά λίγα λεπτά αφού είχε καταγγελθεί ενώπιον του δικαστηρίου για ψυχολογική, λεκτική και φυσική βία. Λίγα λεπτά μετά αφού η καταγγέλλουσα με τρεμάμενη φωνή εξηγούσε σε ένα δικαστήριο τον φόβο τον οποίον νιώθει για τον ίδιο. 

Αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι όταν καθίσαμε απέναντι από την Ευελπίδων για έναν καφέ και μια μικρή συνέντευξη με την Βιρχίνια μαζί και με τις υπόλοιπες αλληλέγγυες γυναίκες από το «Σπίτι των Γυναικών για την Ενδυνάμωση και τη Χειραφέτηση» που είχαν καλέσει σε συγκέντρωση, ο ίδιος καθόταν στο διπλανό τραπέζι κοιτώντας απειλητικά και στέλνοντας μας «φιλάκια».   

Σε αναμονή της απόφασης

Η απόφαση αναμένεται να εκδοθεί μέχρι τον Αύγουστο. Τι θα αποφασίσει άραγε το δικαστήριο απέναντι σε ένα διακύβευμα που είναι στην βάση του προβληματικό; Θα επιβάλει με απόφαση του σε μια γυναίκα να κατοικήσει στον τόπο επιλογής του εν διαστάσει συζύγου της «για το καλό των παιδιών»; Διακύβευμα μάλλον προβληματικό ακόμα και αν θεωρηθεί ότι δεν κινδυνεύει…

Άμωμοι εν οδώ

Τηλέμαχος Μπασιάκος

Ο Τηλέμαχος Μπασιάκος από την 8η πρωινή της σημερινής ημέρας, 1 Ιουλίου 1925, δεν υπάρχει πλέον στην ζωή.

Ευτυχέστεροι είναι εκείνοι που δεν έτυχε να παρακολουθήσουν τις τελευταίες στιγμές του καταδικασμένου για το έγκλημα της Μαλακάσας και να ζήσουν μαζί του το μαρτύριο ενός μελλοθάνατου. Οι υπόλοιποι, εκείνη οι οποίοι είχαν την ατυχία να παρασταθούν το πρωί στον τουφεκισμό του, δοκίμασαν ένα αίσθημα βαθύτατης αηδίας και αποκαρδίωσης όταν βρέθηκαν προ της συντελεσμένης ασχήμιας. Ένας κατάδικος, του οποίου δεν διαλευκάνθηκε καν ακόμη πλήρως η έκταση και το βάθος της ενοχής του, οδηγήθηκε στον θάνατο.

Μια μερίδα ανθρώπων, μερίδα της κοινωνίας η οποία απώλεσε ασφαλώς το αίσθημα του ανθρωπισμού και της αιδούς, εστράτευσε νύχτα από τα μπαρ, τα καμπαρέ και τα ντάνσιγκ της Αθήνας προς τον τόπο της εκτέλεσης, για να παραστεί στον θάνατο του καταδίκου, με την περιέργεια που παρακολουθεί μια συναυλία ή μια θεατρική πρώτη.

Ο τρόπος της σημερινής εκτέλεσης του Μπασιάκου αποτέλεσε ένα ανεξήγητο αίσχος. Κανείς ποτέ δεν φαντάστηκε ότι ο τυφεκισμός ενός καταδικασμένου σε θάνατο θα καθίστονταν μια αληθινή πανήγυρης, μια πολυτελής πομπή υστερικώς έκφυλου κόσμου, ο οποίος έσπευσε να παρακολουθήσει με αχαρακτήριστη διαγωγή τον θάνατο ενός κακούργου.

Ένα μακρό, φρικτό, αγωνιώδες ταξίδι με τον κατάδικο και την συνοδεία επικεφαλής και με μια μακρά πομπή περίεργων όπισθεν, σπευδόντων με αληθινή λύσσα να προλάβουν, μήπως χάσουν το μοναδικό θέαμα.

Κινηματογραφικές μηχανές απαθανάτιζαν την ασχήμια αυτή και πρόσθεταν νέα. Σε όλη αυτή την πομπή και εξευτελισμό κάθε σοβαρότητας και κάθε αξιοπρέπειας ο μόνος που φάνηκε αξιοπρεπής ήταν ο μελλοθάνατος. Πρόκειται να διαπιστώσω ότι ο Μπασιάκος φάνηκε να είναι ο μόνος που συναισθάνθηκε την σοβαρότητα της στιγμής. Αυτός και οι άντρες του αποσπάσματος, οι οποίοι υπέφεραν πραγματικά ως απλοί εκτελεστές των διαταγών και των αποφάσεων.

Το αίσχος της διαπόμπευσης

Αλλά το αίσχος του τρόπου της εκτέλεσης δεν περιορίσθηκε μόνο στη υστερική περιέργεια του κόσμου. Το δίωρο αυτό ταξίδι από τις φυλακές του Παλιού Στρατώνα μέχρι του Αγίου Μερκουρίου δεν γνωρίζουμε σε ποιανού την μεγαλοφυή έμπνευση οφείλεται. Μεγαλύτερος όμως χλευασμός των τελευταίων στιγμών ενός μελλοθάνατου και σκληρότερη διάθεση των στιγμών αυτών δεν ήταν δυνατόν να επινοηθεί.

Η εκτέλεση γινόταν, ασφαλώς, να γίνει πανταχού αλλού. Στο Γουδί ή άλλου, όχι όμως εκεί που έγινε. Καμία σκοπιμότητα δεν ήταν δυνατόν να δικαιολογήσει την επιλογή το σημείου αυτού. Μήπως επρόκειτο περί επιβολής πρόσθετου τιμωρίας στον καταδικασμένο σε θάνατο, Μπασιάκο ή περί αφυπνίσεως των τύψεων αυτού; Μήπως επρόκειτο να παραδειγματιστούν οι άλλοι εγκληματίες και να μην μιμηθούν πράξεις όπως η δολοφονία Μωραΐτη;

Η σημερινή εκτέλεση υπήρξε ένα ανεξίτηλο αίσχος. Αίσχος για την μερίδα του κοινού η οποία παρακολούθησε την εκτέλεση με υστεριώδη ενθουσιασμό και σαν να βρίσκεται σε πανηγύρι ή γιορτή και αίσχος για τις αρχές οι οποίες διανοήθηκαν την εκτέλεση της ποινής στον Άγιο Μερκούριο.

Η ψυχραιμία του Μπασιάκου

Η ψυχραιμία του Μπασιάκου υπήρξε αληθώς εξαιρετική. Κάτι το μοναδικό. Ο κατάδικος καθ’ όλη τη νύχτα στις φυλακές του Παλαιού Στρατώνα, την αυγή και κατόπιν κατά την εκκίνηση ως και καθ’ όλο το μαρτύριο της διαδρομής, καθ’ όλη την διάρκεια του «ταξιδιού του θανάτου», ούτε μια στιγμή λιποψύχησε ούτε κατ΄ ελάχιστο δείλιασε. Αρνούμενος την ενοχή του ουδέν ήθελε να πει.

Από την χθεσινή νύχτα είχε διαβιβαστεί η διαταγή της εκτέλεσης του υπό το Α’ Σώμα Στρατού και του Φρουραρχείου, το οποίο προέβη στον καταρτισμό του αποσπάσματος που θα τον παρελάμβανε εκ των φυλακών του Παλιού Στρατώνα και του εκτελεστικού αποσπάσματος, το οποίο από την 5η πρωινή βρίσκονταν στον τόπο της εκτέλεσης στο σημείο που ακριβώς βρέθηκε το πτώμα του Μωραΐτη, όπως δια της διαταγής ορίζονταν.

Η διαταγή όμως κρατούνταν μέχρι τη νύχτα απολύτως μυστική και κανείς δεν γνώριζε το μέρος που θα γίνει η εκτέλεση. Για αυτό και πολλοί, από βαθιάς νύχτας, είχαν μεταβεί στο Γουδί και ανέμεναν μάταια. Οι φρονιμότεροι όμως νοίκιασαν αυτοκίνητα και διανυκτέρευσαν έξω από τις φυλακές για να παρακολουθήσουν εκ του ασφαλούς την μεταφορά του καταδίκου.

Ολόκληρη η πλατεία του Μοναστηρακίου, οι πέριξ αυτής δίοδοι και ο προ της Αγοράς χώρος είχαν κατακλεισθεί από το μεσονύχτιο με αυτοκίνητα και κόσμο πάσης τάξης, ηλικίας και φύλου. Σε όλα τα πρόσωπα ήταν ζωγραφισμένη η αγωνία.

«Πότε θα τον βγάλουν;»

«Που θα τουφεκισθεί;»

«Τι να λέει άραγε; Θα μαρτυρήσει τίποτε;»

Οι ερωτήσεις αυτές, διασταυρωνόταν καθ’ όλη την νύχτα μέχρι την εκκίνηση της συνοδείας.

Η ανθρώπινη περιέργεια και η διανοητικότητα του κοινού, έπρεπε να κορεσθούν. Τι κι αν θα γίνονταν αυτό με αίμα συνανθρώπου;

Η ώρα παρέρχεται

Η ώρα παρέρχεται με την αγωνία του κοινού. Στο προαύλιο των φυλακών εντωμεταξύ έχουν συγκεντρωθεί αξιωματικοί του φρουραρχείου και της χωροφυλακής, δημοσιογράφοι, φύλακες και κάποιοι ελαφρώς κατάδικοι οι οποίοι συζητούν, οι πρώτοι για την διευθέτηση της μεταφοράς και της εκτέλεσης, οι δεύτεροι για την τήρηση της τάξης, οι δημοσιογράφοι για την συλλογή πληρέστερων πληροφοριών ενώ οι τελευταίοι σχολιάζουν το γεγονός της εκτέλεσης και γελούν ασυναίσθητα ή αφήνουν στεναγμό συμπάθειας για τον νεαρό μελλοθάνατο.

Με την πάροδο όμως της ώρα η νευρικότητα επιτείνεται. «Πότε επιτέλους;», ο λαός διψά. Θέλει να κορέσει το ένστικτο του.

Ένα αυτοκίνητο σταθμεύει προ των φυλακών την 3η πρωινή. Κίνηση. Είναι ο φρούραρχος κύριος Ζέρβας. Εισέρχεται στις φυλακές και ζητάει πληροφορίες, δίνει διαταγές.

«Η παρουσία τους με πληροφορεί»

Εισέρχεται τέλος στο κελί του Μπασιάκου, ο οποίος είναι ξαπλωμένος και σκεπασμένος με σεντόνι. Σηκώνεται, φοράει κουστούμι φανελένιο.

«Κοιμήθηκες Μπασιάκο;» ρωτάει ο Ζέρβας.

«Όχι δεν μπόρεσα να κοιμηθώ».

«Μήπως θέλεις να ησυχάσεις; Να σε αφήσουμε;»

«Όχι…»

Αμέσως, εγείρεται, πλένεται και με όλη τη ψυχραιμία, πραγματική άραγε ή προσποιητή, ντύνεται σίγα-σιγά όπως θα ντύνονταν αν επρόκειτο να μεταβεί σε τελετή ή εσπερίδα. Φοράει γκρι κοστούμι θερινό, μεταξωτό πουκάμισο με ρίγες, γραβάτα φλοτάν ολομέταξη, κάλτσες μεταξωτές ριγέ και κόκκινα σκαρπίνια. Τελείωσε η τουαλέτα και συμπληρώνεται με ένα ψαθάκι οδοντωτό καινούριο. Κάθεται σε ένα σκαμνί. Οι φύλακες τον ρωτούν.

«Γιατί ντύθηκες;»

«Η παρουσία τους με πληροφορεί…» τους απανταει και υπομειδιάζει. Ήταν το μειδίαμα του ειρωνεία προς την ζωή, προς την κοινωνία προς τους συγκεντρωμένους, προς τη ειμαρμένη; Ή ήταν μειδίαμα εσχάτης περιφρόνησης προς το σύμπαν και αυτήν ακόμα την θεότητα; Δεν αποκλείεται τίποτα από αυτά, αφού και των Αχράντων Μυστηρίων δεν καταδέχτηκε να κοινωνήσει.

Διανομή επιστολών

Εντωμεταξύ οι δημοσιογράφοι προσπαθούν να αποσπάσουν από τον ζώντα νεκρό τις τελευταίες λέξεις. Προσπαθούν να τον κάνουν να ομολογήσει ό,τι στο δικαστήριο δεν ομολόγησε. Του κάκου όμως. Ο Μπασιάκος επαναλαμβάνει το στερεοτυπικό: «Είμαι αθώος. Δεν έχω τίποτα να πω.»

Αλλά στην επιμονή του δεν δύναται να αρνηθεί και από το βάθος του κελιού του αποστέλλει στους δημοσιογράφους σημειώματα φιλικά ή υβριστικά, αναλόγως των συμπαθειών τις οποίες έχει για τον έκαστο.

Το σημείωμα προς εμένα γράφει με τα μεγάλα άσχημα κεφαλαία γράμματα του: «Γνωρίζω τον δολοφόνο αλλά έχω κάποιο μεγάλο μυστικό, το οποίο δεν δύναμαι να αποκαλύψω όσο ζω. Έδωσα τον λόγο της τιμής μου. Για να τηρήσω τον λόγο μου και να κρατήσω το μυστικό μου, δεν σημαίνει κι αν πεθάνω.»  

«Μεταλαμβάνει ο δούλος», «Δεν θέλω»

Όλα πλέον είναι έτοιμα. Και η συνοδεία και τα αυτοκίνητα και οι αξιωματικοί. Πρέπει όμως να πληρωθεί και ο θρησκευτικός τύπος. Είναι ανάγκη να εξομολογηθεί ο ετοιμοθάνατος και να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων. Πρέπει να κοινωνήσει το αίμα του κυρίου, αφού με το αίμα του εντός ολίγου θα κορεστεί και το ένστικτο χιλιάδων ανθρώπων και συνανθρώπων του.

Στις 5:10 ο ιερέας του Αγίου Γεωργίου, Παπά-Κώστας, εμφανίζεται στο προαύλιο των φυλακών. Φοράει το πετραχήλι του και πορεύεται προς το κελί του Μπασιάκου. Η είσοδος του χαιρετίζεται εκ μέρους του καταδίκου με την έγερση του και την αποκάλυψη της κεφαλής.

Προτείνετε σε αυτόν να εξομολογηθεί. Δεν δέχεται όμως. Ο ιερέας εξέρχεται και απευθύνεται απελπιστικός προς τον φρούραρχο, τον επιθεωρητή των φυλακών κύριο Γλυκοφρύδη και τους αξιωματικούς ώστε να ζητήσει από αυτούς να πείσουν τον Μπασιάκο να εξομολογηθεί. Εισέρχονται όλοι άλλα ο Μπασιάκος ανθίσταται.

«Μεταλαμβάνει ο δούλος του θεού…» ψιθυρίζει ο ιερέας και προχωρεί προς τον κατάδικο.

«Δεν θέλω» είναι η πλήρης στερεάς αποφασιστικότητας απάντηση του Μπασιάκου. Έχει καλώς. Δικαίωμα του είναι.

Ο Μπασιάκος διπλώνει ένα κομμάτι χαρτιού επιμελώς και το αποκρύπτει με προσοχή στην εμπρός και άνω μικρή τσέπη της περισκελίδας του. Ρωτώντας τον τι είναι αυτό δεν παίρνω απάντηση παρά ακόμα ένα μειδίαμα.

Χειροπέδες για τελευταία φορά

Ο επικεφαλής του αποσπάσματος, λοχαγός Φ. Πολίτης προχωρεί προς τον Μπασιάκο και θέτει στα χέρια του για τελευταία φορά τις χειροπέδες.

Οι συνοδοί παραλαμβάνουν τον ζώντα νεκρό και κατευθύνονται προς την έξοδο των φυλακών. Ο Μπασιάκος προχωράει με σταθερό βήμα και βλέπει ατενώς. Είναι καταβεβλημένος. Μοιάζει σαν να είναι εξαϋλωμένος. Μια αχλής καλύπτει το πρόσωπο του.

«Τηλέμαχε τι θα μας πεις;»

«Δεν έχω τίποτα»

Φτάνουμε στην εξώθυρα. Γίνεται έρευνα και τα ευρεθέντα επ’ αυτού χρήματα αναιρούνται για να παραδοθούν στους γονείς του. Ο Μπασιάκος κάνει απότομη στροφή για να αποφύγει τον φωτογραφικό φακό.

«Εδώ δεν θέλω, έξω που θα πάμε», λέει

Ακολουθεί η επιβίβαση και το αυτοκίνητο του οποίου προηγείται έτερο με συνοδεία στρατιωτών.

«Εμπρός στην Μαλακάσα» διατάσσει ο Φρούραρχος.

Η εκκίνηση γίνεται στις 5:15.

Άμωμοι εν οδώ

Στο αυτοκίνητο του καταδίκου κάθονται οι υπολοχαγός Παλαιολόγου και ο λοχαγός Παπανικολάου. Δίπλα του ο ιερέας αρχίζει να ψάλει την νεκρώσιμο ακολουθία.

«Άμωμοι εν οδώ αλληλούια…»

Πίσω από το αυτοκίνητο αυτό ακολουθούν άλλα, σωρεία αυτοκινήτων, που αποτελούν την πένθιμο συνοδεία. Χαίρε Καίσαρ…

Σημείο αναχωρήσεως δίνει ο επικεφαλής της φρουράς λοχαγός Πολίτης. Το υπ. αρίθμ. 401 νοσοκομειακό αυτοκίνητο οδεύει δια της οδού Αιόλου με κατεύθυνση προς την Ομόνοια. Όλη εκείνη η ανθρωποπλημμύρα η κατακλύζουσα την πλατεία του Μοναστηρακίου, θα πληροφορηθεί την εκκίνηση λίγα λεπτά αργότερα.

«Φεύγει!»

Και απότομα όλα τα τροχοφόρα τίθενται σε κίνηση. Παντός είδους επιφωνήματα ακούγονται και διαταγές προς τους σοφέρ δίνονται.

«Από την οδό Αιόλου»

«Τράβα από την οδό Αθηνάς για να βγεις μπροστά»

«Κόβε κόσμο και μη σε νοιάζει σοφέρ!»

Εντωμεταξύ το τραγικό αυτοκίνητο οδεύει προς την πλατεία Ομονοίας. Προηγείται αυτού το φέρον τον Φρούραρχο και μερικούς άλλους αξιωματικούς. Πλήθος περίεργων έχει συγκεντρωθεί στην πλατεία Ομόνοιας αναμένοντας να δει το αυτοκίνητο για να πεισθεί ότι όντως το δράμα λαμβάνει τέλος δια της εκτελέσεως.

Είναι αδύνατον να προχωρήσει το αυτοκίνητο από τον κόσμο. Οι μέχρι της στιγμής εκείνης αργούντες σοφέρ αγκαζάρονται από τους περίεργους οι οποίοι δεν διστάζουν να δώσουν ολόκληρο το περιεχόμενο του πορτοφολιού τους για να απολαύσουν το τραγικό θέαμα της εκτέλεσης. Δια της λεωφόρου Πατησίων τρέχουμε με ταχύτητα προς την Μαλακάσα.

Οι πρώτες ακτίνες του ηλίου περιλούουν το αυτοκίνητο που φέρει τον κατάδικο. Βλέπει για τελευταία φορά τον ήλιο. Τις οίδε ποιοι λογισμοί βάρυναν αυτήν την στιγμή την σκέψη του μελλοθάνατου.

Ας τον αφήσουμε εγκάθειρκτο και αλυσοδεμένο εντός του αυτοκινήτου. Είναι ανάγκη να φτάσουμε πρώτοι στον τόπο της εκτέλεσης. Το αυτοκίνητο αναπτύσσει όλη του την ταχύτητα και εξερχόμαστε των Αθηνών.

Προς την οδό Τατοϊου

Αφήνουμε τους Ποδαράδες και εισερχόμαστε στην οδό Τατοϊου. Ο ήλιος τώρα προβάλει μεγαλοπρεπής. Σκορπά την ζωή στην οργώσα φύση ενώ ένας άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να αναπνεύσει για τελευταία φορά την δροσιά της υπαίθρου. Ένθεν και ένθεν της οδού υψούνται δέντρα, σχηματίζοντας οιονεί στοίχους κατά παραγωγή ανεπτυγμένη.

Αρχίζει και το μαρτύριο. Νέφη σκόνης υψώνονται εκτυφλωτικά. Αναπνέουμε διαρκώς σκόνη και προχωράμε. Φτάνουμε στο δάσος του Τατοϊου. Εδώ είμαστε υποχρεωμένοι να σταματήσουμε για να υποστούμε την ανάκριση των περίεργων. Μάταια ο σοφέρ διαμαρτύρεται και απειλεί με τους τροχούς του τους τυράννους μας περίεργους.

«Κάνε πέρα γιατί θα πέσω μεσ’ τα όλα»

«Αν μπορείς κόψε μας»

«Πέστε μας βρε παιδιά, το φέρνουν;»

Απαντάμε με μια φωνή καταφατικώς. Το μαρτύριο όμως της επί τόπου ανακρίσεως δεν πρόκειται να λάβει τέλος.

«Πως είναι; Μιλάει;»

Τους διαβεβαιώνουμε πως είναι ψυχραιμότατος και ευδοκούν να μας αφήσουμε να περάσουμε.

Διασχίζουμε το δάσος του Τατοΐου ενώ ως τονωτικό στην γενική ατονία μας έρχεται η ευωδία του Πεύκου και της ρητίνης. Καίτοι οι ακτίνες του ήλιου άρχισαν να γίνονται δραστικές, η δροσιά εντός του δάσους εκείνου είναι διαπεραστική.

Φτάνουμε στο 20ο χιλιόμετρο. Λίγα χιλιόμετρα ακόμα και φτάνουμε στο τόπο της εκτέλεσης και εν ταυτώ του εγκλήματος. Πλησιάζουμε προς την Μαλακάσα πλέον. Στην απέναντι ραχούλα διακρίνουμε τον Άγιο Μερκούριο. Πίσω από την ρεματιά προ ενός έτους ο Μοραΐτης ανεβρέθηκε σκελετός. Εκδικητής ο νόμος ο ανθρώπινος οδηγεί εκεί τον θύτη του.

«Φτάνουμε!», έτσι τουλάχιστον ειδοποιεί ο σοφέρ.

Και πράγματι σειρά ατελεύτητος αυτοκίνητων από τον Άγιο Μερκούριο μέχρι την ρεματιά της Μαλακάσας, πιστοποιεί ότι εκεί αναμένουν πολλοί, πάρα πολλοί περίεργοι για να απολαύσουν το τραγικό θέαμα.

Οδεύουμε προς την ρεματιά. Στην ύπερθεν του τόπου εκτέλεσης ραχούλα, πλήθη κόσμου περιμένουν να δουν τον μελλοθάνατο να πίπτει υπό τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος. Ό,τι έχει να επιδείξει σε πώρωση ψυχής η μεταπολεμική Ελλάδα εμφανίστηκε σήμερα το πρωί στη Μαλακάσα. Έκλυση ήθους. Αίσχος θεάματος. Τι μπορεί να προσθέσει κανείς αντικρίζοντας την ανθρωπόμαζα εκείνη; Σιωπούμε όμως και το τραγικό αυτοκίνητο προχωράει προς τον τόπο της εκτέλεσης. Νεκρική σιγή επικρατεί αμέσως την οποία διαταράσσει μόνο οι διαταγές των επικεφαλής αξιωματικών και η σκαπάνη των τραγικών νεκροθαπτών του μελλοθάνατου.

«Σςς»

«Νάτο το αυτοκίνητο…»

Οι επί της εκτελέσεως κινούνται νευρικά. Παρ’ αυτούς ο αδελφός του δολοφονηθέντος Μοραΐτη έχει κι αυτός το πρόσταγμα. Υποδεικνύει το μέρος ένθα πρέπει να ταφεί. Ως καλύτερο τούτου υποδεικνύει το μέρος που βρέθηκε το πτώμα του αδελφού του. Ένας αξιωματικός όμως συνιστά στον Μοραΐτη ησυχία.

Η εκτέλεση 

«Προσοχή!»

Είναι το παράγγελμα του ανθυπασπιστή επί της εκτελέσεως του Κυριακού. Και στην συνέχεια:

«Παρουσιάστε αρμ!»

Ανοίγει η θύρα του τραγικού αυτοκινήτου. Ίλιγγος συγκινήσεως διατρέχει το πλήθος εκείνο. Ο μελλοθάνατος κατέρχεται αργά-αργά εκ του αυτοκινήτου και εν μέσω δυο αξιωματικών προχωράει προς το σημείο στο οποίο πρόκειται να σταθεί. Είναι ολίγον καταβεβλημένος και διατηρεί την ψυχραιμία του.

Εκείνη την στιγμή κάθε ψυχή δεν είναι δυνατόν παρά να συγκινηθεί.  Ένας ψίθυρος συμπάθειας ακούγεται από παντού. Ψίθυρος συμπάθειας προς την νεότητα η οποία μετά από λίγες στιγμές πρόκειται να κρυφτεί υπό την γη.

«Το κακόμοιρο».

Έστω η τελευταία αυτή συμπάθεια, εξιλεώνει και το πλέον στυγερό έγκλημα όταν ο θάνατος παγώνει δια της σιωπής του το περιβάλλον. Η φύση. Αλλά αυτή οργιάζει γύρω σε χρώμα ελπίδας ενώ για έναν άνθρωπο έστω και κακούργο η ανεξάντλητος εις πίστωση προσδοκίας θεά δεν πλησιάζει προς τον χώρο που δεσπόζει τώρα ο θάνατος.

Παρά τούτον, τον θάνατο, ο παραμυθητής των τελευταίων στιγμών, ο μύστης των βουλών κάποιας υπερφυσικής δύναμης, ο τραγικός ιερέας περιβεβλημένος με τα άμφια της ιερουργίας, προχωράει ωχρός και με τρέμοντα πόδια προς τον απερχόμενο μετ’ ολίγον προς το άγνωστων.

«Άγιος ο Θεός».

Αποκαλύπτονται οι πάντες, ενώ οι εκτελεστές, παιδιά που τα γέννησε και αυτά μητέρα δεν δύναται να κρύψουν την συγκίνηση τους μέχρι τέλους. Μόλις που μπορούν να συγκρατήσουν τα όπλα.

«Άμωμοι εν οδώ…». 

Σταυροκοπείται ο μελλοθάνατος και το παράδειγμα του ακολουθεί το πλήθος.

Ώρα 7:55. Ο κύριος Δοντάς, γραμματέας του Στρατοδικείου, αναγιγνώσκει την απόφαση. Ο μελλοθάνατος σιγεί. Πλησιάζει προς αυτόν ο αντιπρόσωπος του κυβερνητικού επιτρόπου και με χαρακτηριστική συγκίνηση λέει.

«Θέλεις να πεις τίποτα;»

«Όχι», απαντά με σθένος ο λίγες έχει στιγμές εν τη ζωή.

«Θέλεις να παραγγείλεις τίποτα στον πατέρα σου;»

«Όχι.»

«Θα γίνει η εκτέλεση.»

«Εμπρός», απαντά ο μελλοθάνατος.

Οδηγείτε κατόπιν προς το σημείο ένθα πρόκειται να σταθεί. Τον οδηγεί ο αξιωματικός κύριος Πολίτης προς το μέρος εκείνο ενώ συγχρόνως του υποβάλλεται η ερώτηση αν θέλει να του δέσουν τα μάτια και αν θέλει να γονυπετήσει.

«Όχι», απαντά.

Προχωρούν οι αστυνομικοί και του σφίγγουν το χέρι. Είναι ο ύστατος χαιρετισμός.

«Αποκαλυφθείτε» λέει σε τόνο φωνής ήρεμο ο αξιωματικός. Με χαρακτηριστική χειρονομία ο Μπασιάκος αποκαλύπτεται, σταυρώνει τα χέρια και αναμένει.

«Επί σκοπόν!»

Λίγα δευτερόλεπτα ακόμα και ο θάνατος θα στήσει το βασίλειο του στο ερημικό εκείνο μέρος.

«Πυρ!»

Μια ομοβροντία. Και ένα σώμα κλονίζεται προς τα εμπρός, κάμπτεται και πίπτει προς τα πίσω ύπτιο. Ο Μπασιάκος νεκρός. Ένας σπασμός παραμορφώνει το πρόσωπο του. Υπολείπεται η νόμιμος τελειωτική βολή. Την δίνει ο ανθυπασπιστής κύριος Κυριακού. Δεν τηρεί όμως τον τύπο της «επαφής» και υποχρεούται να πυροβολήσει και δεύτερη φορά.

Λιποθυμίες και υστερικές κραυγές είναι η απόλαυση του θεάματος. Τουλάχιστον πεντακόσια αυτοκίνητα, δυο χιλιάδες άτομα, άνδρες και γυναίκες, βρίσκονται στον τόπο της εκτέλεσης. Είχαν κινήσει πριν ακόμα χαράξει και ήταν στο Άγιο Μερκούριο κατά τις πρωινές ώρες περίεργοι να αντικρίσουν το διασκεδαστικό, το πρωτότυπο θέμα της εκτέλεσης.

Ύστερα από τον κόρον των διάφορων κέντρων, μόνο ο οξύς ερεθισμός μιας θανατικής εκτέλεσης ήταν ικανός να συγκινήσει τις εκφυλισμένες αισθήσεις. Και όταν μετά τους πυροβολισμούς αντήχησαν μερικές κραυγές φρίκης και σημειώθηκαν λιποθυμίες αφετέρου ακολούθησαν γέλωτες και αστεϊσμοί.

Τελευταία πράξη η αφαίρεση από τα θυλάκια του νεκρού των διάφορων αντικειμένων. Επιμελώς διπλωμένο ένα σημείωμα το οποίο κρατάει ο λοχαγός κύριος Νίκος Παπανικολάου. Αποσύρεται σε μικρή απόσταση και το διαβάζει. Γίνεται κάτωχρος. 

Πλησιάζω τον λοχαγό για να δω τι περιέχει το σημείωμα. Μια φωτογραφία της φίλης του και με τα όμορφα, πεζά, καλλιγραφικά γράμματα της η φράση: «Το έκανα χωρίς να το θέλω».

Τέσσερις στρατιώτες εκτελούν χρέη νεκροθαφτών. Τον παραλαμβάνουν δυο εκ των ποδών και δυο εκ της κεφαλής και τον φέρουν προς την τελευταία του κατοικία. Το δράμα έληξε. Το χώμα έριξε στην λήθη ένα έγκλημα και αφάνισε μια ζωή νέα. Ο Τηλέμαχος Μπασιάκος είναι ήδη στο τάφο του τον ερημικό. Ας μην ταράξουμε τον ύπνο του τον αιώνιο με την αναμόχλευση ενός εγκλήματος δια το οποίο και θανατώθηκε.

Μ. Γοργός

Παρακολουθήστε τα ρεπορτάζ του Μ. Γοργού μέσα από το ηλεκτρονικό περιοδικό του red n’ noir

Ας πεθάνει μια φορά κι ένας άντρας!


*Από την εισήγηση της Ειρήνης Δαφέρμου (αρχειονόμου, φεμινίστριας και μπαλαρίνας στα Μπολσόι) στην παρουσίαση του βιβλίου «Καημένε Αθανασόπουλε» στο πλαίσιο του 2ου books n’ beer fest.

Το βιβλίο «Καημένε Αθανασόπουλε;» είναι μια crime non-fiction νουβέλα του Τάσου Θεοφίλου που καταπιάνεται με το δικαστικό σκέλος της υπόθεσης δολοφονίας και τεμαχισμού του εργολάβου Μίμη Αθανασόπουλου με βασικές κατηγορούμενες την Φούλα Αθανασοπούλου και τη μητέρα της Άρτεμις Κάστρου.

Λέει ο Τάσος στην εισαγωγή του πως μεταγράφει κάτω από το όνομα ενός μυθιστορηματικού προσώπου, του δημοσιογράφου Μ. Γοργού, τις ανταποκρίσεις διαφόρων δημοσιογράφων από τη δίκη που συγκλόνισε τον Μεσοπόλεμο και που μας απασχολεί ακόμη και σήμερα, όχι μόνο ως μια ιστορική υπόμνηση του παρελθόντος αλλά ως μια επίμονη συγκαιρινή τριβή. Λέει, λοιπόν, πως εκείνος δεν έγραψε, μετάγραψε, αλλά εγώ δεν τον πιστεύω. Δεν πιστεύω πως οι δημοσιογράφοι της εποχής επιφύλαξαν τόσο τρυφερό βλέμμα για την Φούλα, τέτοια κατανόηση για την Άρτεμις και τόσο χώρο για τις δικές τους αφηγήσεις. Νομίζω πως έγραψε για να αποκαταστήσει, έγραψε για να χαρίσει εκείνα που στερήθηκαν δύο γυναίκες, τρεις με την υπηρέτρια, από τον βίαιο και κακοποιητή Αθανασόπουλο. Έγραψε για να ξαναγράψει μια ιστορία που μας στοιχειώνει ακόμη και σήμερα, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.

Τον Ιούλιο του 2015 η Cilem Dogan παραδόθηκε στην αστυνομία αφού είχε δολοφονήσει τον άντρα της, βρισκόμενη σε αυτοάμυνα. Στην ερώτηση των αστυνομικών εάν το είχε μετανιώσει απάντησε «Γιατί να πεθαίνουμε πάντα οι γυναίκες; Ας πεθάνει μια φορά κι ένας άντρας. Τον σκότωσα για την τιμή μου». Η φράση αυτή -ας πεθάνει μια φορά κι ένας άντρας- έγινε σύνθημα στα χείλη του φεμινιστικού τουρκικού κινήματος που βρέθηκε αυτοστιγμεί στο πλευρό της. Η Cilem από το 2013, οπότε και παντρεύτηκε τον κακοποιητή άντρα της, έζησε σε ένα περιβάλλον τρομακτικής βίας, η ίδια και η δύο ετών κόρη τους, μέχρι το 2015 που τον σκότωσε. Μέχρι τότε, είχε πάρει 9 φορές ασφαλιστικά μέτρα εναντίον του. «Περπατούσα στους διαδρόμους των δικαστηρίων με μελανιές παντού στο πρόσωπό μου για να πάρω τα ασφαλιστικά μέτρα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Δεν είχα άλλη επιλογή (από το να τον σκοτώσω)», θα πει η ίδια. Όταν του ζήτησε να πάρουν διαζύγιο, εκείνος της απάντησε ότι θα σκοτώσει εκείνη και όλη της την οικογένεια. «Ποτέ δεν αμφέβαλα για εμένα, ποτέ δε με ρώτησα Αν είμαι Δολοφόνος. Γιατί πέθαινα κάθε μέρα. Δεν είμαι Δολοφόνος. Πήγαινα στο κρεβάτι με έναν δολοφόνο κάθε μέρα».

[το 2016 στη δίκη καταδικάζεται σε 15 χρόνια φυλάκιση, η οικογένεια της πληρώνει την εγγύηση και βγαίνει από την φυλακή περιμένοντας το εφετείο. Το φεμινιστικό κίνημα κάνει την φράση της σύνθημα περηφάνιας και διεκδίκησης του δικαιώματος στην αυτοάμυνα. Η φίλη μου η Έσρα που μου μετέφερε την ιστορία της, κι έμαθε δίπλα στις φεμινίστριες από την Τουρκία τη γλώσσα της χειραφέτησης, μου είπε κάποτε, «ξέρεις, η βία δεν φέρνει βία, η βία φέρνει αυτοάμυνα», κι ήταν ό,τι πιο συγκλονιστικό έχω ακούσει στο γιατί είναι δικαίωμα μας. Δυστυχώς το Εφετείο της Cilem έγινε στα τέλη του 2021. Ο Ερντογάν είχε επικρατήσει σχεδόν ολοκληρωτικά. Η Τουρκία δεν συμμετείχε πια στη σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, αυτό για το οποίο είχε παλέψει στον δρόμο το φεμινιστικό κίνημα της χώρας, η σύμβαση για την προστασία των γυναικών από την έμφυλη βία, δεν ίσχυε πια στο κράτος στο οποίο υπογράφτηκε. Η Cilem κρίθηκε ξανά ένοχη και φυλακίστηκε. Γίνονται προσπάθειες για να βγει σύντομα και ελπίζουμε να είναι επιτυχείς].

«Ποτέ δεν αμφέβαλα για εμένα, ποτέ δε με ρώτησα Αν είμαι Δολοφόνος. Γιατί πέθαινα κάθε μέρα. Δεν είμαι Δολοφόνος. Πήγαινα στο κρεβάτι με έναν δολοφόνο κάθε μέρα»

Τα λόγια της Cilem θα μπορούσαν να είναι τα λόγια της Φούλας, ήταν τα λόγια της Φούλας, κι ας όπλισε η μία το χέρι της κι η άλλη όχι. Η Φούλα για πέντε ολόκληρα χρόνια κοιμάται με τον δολοφόνο της, τον εργολάβο Μίμη Αθανασόπουλο, όταν βέβαια της κάνει την χάρη να γυρίσει σπίτι και να κοιμηθεί μαζί της. Μόνο που η Φούλα τον περιμένει, τον λαχταρά να έρθει, να αλλάξει, να την αγαπήσει, να γίνει σύζυγος κανονικός, να παίξει τον ρόλο του κι εκείνη επιτέλους τον δικό της. Αυτό για τον οποίο προετοιμάστηκε από μικρό παιδί από τη μάνα της και μια κοινωνία ολόκληρη. Σύζυγος, Νοικοκυρά, Μητέρα.

Πρέπει να φτιάξουμε αυτό το κάδρο των γυναικών του 1930 για να καταλάβουμε πως είναι δυνατόν αυτό που η ίδια περιγράφει ως απαγωγή, εξαναγκασμό σε γάμο και βιασμό, να γίνεται η συνθήκη μέσα στην οποία εγκλωβίζεται και τελικά παραμένει με δική της θέληση. Πρέπει να μπορέσουμε να ανακαλέσουμε τις ιστορίες που ειπώθηκαν την ώρα που τυλίγαμε ντολμαδάκια στις κουζίνες των γιαγιάδων μας, πρέπει να θυμηθούμε εκείνη τη γυναίκα που είπε τρεις φορές μέσα στην εκκλησία δεν θέλω να τον παντρευτώ κι όταν ο παππάς σταμάτησε το μυστήριο, έβγαλε όπλο ο πατέρας της και του πε «παππά πάντρευγε», να νιώσουμε τις ιστορίες των συνοικεσίων, να καταλάβουμε πως οι γιαγιάδες μας, οι πιο πολλές από αυτές, γνώρισαν τον βιασμό ως σεξουαλική πράξη και αυτό ήταν η κανονικότητά τους. Έτσι η Φούλα δεν έκανε τίποτα διαφορετικό από ότι έκαναν οι περισσότερες γυναίκες εκείνη την εποχή. Αγάπησε τον απαγωγέα και βιαστή της, γιατί ήταν άντρας της, γιατί αυτό έπρεπε να κάνει, γιατί κάπως έπρεπε να ζήσει, κι ας ήταν το σώμα της ο αδιάψευστος μάρτυρας της σφαγής, από το πρώτο λεπτό αντιστεκόμενο, με σπυριά που έσταζαν πύον και αιμορραγίες που την άφηναν σχεδόν λιπόθυμη.

Διαβάζοντας την απολογία της μητέρας της, Άρτεμις Κάστρου, της κακούργας πεθεράς, που την άφησε στην ιστορία, γράφοντας την πιο μεγάλη του επιτυχία ο Μοντανάρης Ιάκωβος, με το γνωστό ρεμπέτικο «κακούργα πεθερά» το οποίο και ηχογραφήθηκε πριν καν την έναρξη της δίκης το 1931, στάθηκα σε τούτο το σημείο: «επειδή ήμουν άρρωστη τον παρακάλεσα να συνοδεύσει την Φούλα στο Ωδείο, διότι η κυρία Αύρα Θεοδωροπούλου ετοίμαζε τότε μια συναυλία και η Φούλα θα πήγαινε στις πρόβες, ως μαθήτρια που ήταν».

Είμαστε στο 1920 κι η συνοδεία αυτή θα απόβαινε μοιραία, αφού ήταν τότε που ο Μίμης Αθανασόπουλος απαγάγει την Φούλα και την εξαναγκάζει σε γάμο. Όμως, η Φούλα θα πήγαινε στο Ωδείο να βρει την Αύρα Θεοδωροπούλου, την χρονιά ακριβώς που η δασκάλα της ίδρυσε τον Σύνδεσμο για τα Δικαιώματα της Γυναίκας, είμαστε στο 1920, κι η Φούλα ζει στην Αθήνα, με δασκάλα την Αύρα, προπολεμική φεμινίστρια και σοσιαλίστρια, όλα θα μπορούσαν να ήταν διαφορετικά, θέλω να πω, ο Μίμης της στέρησε μία ατέλειωτη σειρά από ευκαιρίες για χειραφέτηση και ζωή. Είμαστε στο 1920 και η Λιλή Μπέτσικα γράφει στο Νουμά: «Κόσμε τι κοιτάς; Σου πάτησα/τα ιερά σου ένα προς ένα/τις εκκλησίες σου εγώ τις έφτυσα/και με τάγιο σου ποτήρι/Ήπια και τα πάθη μου άναψα/τα τρανά κι έκφυλα πάθη/και ρημάχτρα σου εγώ γίνηκα,/εγώ το άθλιο το μολυντήρι./Κόσμε τι κοιτάς; Ψηλότερα/έχτισα εκκλησίες καινούργιες/πουχουν λειτουργούς τρανότερους/τ’ Όμορφο και την Αλήθεια./Έκφυλη, μεγάλη και έκφυλη/το σταυρό σου κάμε, κόσμε,/κι όλα τα ιερά στα πάτησα/κι όλα σου τα παραμύθια»1. Κι ενώ υποθέτω -αλλά μάλλον δεν θα το μάθουμε και ποτέ- πως τόσο η Φούλα όσο και η μάνα της η Άρτεμις, αγνοούν τα σωματεία και τα ιδρύματα της Αύρας Θεοδωροπούλου και την καμπάνια της για την αναμόρφωση των πτωχών νεανίδων, των ορφανών του πολέμου, και των δικαιωμάτων των γυναικών, αλλά και την εκρηκτική ποίηση της Λιλής Μπέτσικα, τα bains mixtes, τον γυμνισμό στην Πάρνηθα, την Πολυδούρη και τα καφέ σαντάν, τις εκτροπές μιας νεολαίας των αστικών κέντρων που συνδεόταν με επαναστάσεις και καλλιτεχνικά ρεύματα σε ένα μεταπολεμικό τοπίο που βιαζόταν να ζήσει,

Ένα είναι σίγουρο,

Δεν τα αγνοούν ο Πρόεδρος, ο Εισαγγελέας και η πλειονότητα των ενόρκων στη δίκη που θα οδηγηθούν μάνα, κόρη, παραδουλεύτρα και μικρανεψιός το 1932 για τη δολοφονία του Μίμη Αθανασόπουλου. Είναι σίγουρο πως όχι μόνο δεν τα αγνοούν, αντιθέτως, πάνω σε αυτά θα αναδείξουν τη δίκη ως ένα σύμβολο της επανακωδικοποίησης της πατριαρχίας που συντελείται σκληρά στον ελληνικό Μεσοπόλεμο, και εντείνεται όσο πλησιάζουμε στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Η πειθάρχηση των γυναικείων σωμάτων στην υπηρεσία της πατρίδας, της οικογένειας και της θρησκείας είναι ακρογωνιαίος λίθος των σχεδίων για ένα καθαρό έθνος που θα πάει νικηφόρα στον πόλεμο που ετοιμάζεται. Κι έτσι διαβάζουμε πως δίπλα στο πλήθος που προσπαθούσε να λιντσάρει τις φόνισσες του Αθανασόπουλου, «κάψιμο, καρμανιόλα, κρεμάλα στις κακούργες! Ας αφήσουν τις ψεύτικες συγκινήσεις!», υπήρχε διακριτικά εντός της αιθούσης «πολυμελείς ομάδες κομψών και χαριτωμένων υπάρξεων, κυρίων και δεσποινίδων […] το γεγονός δε ότι οι άγνωστες στις δύο μελλοθάνατες ντεμουαζέλες, έκαναν τόσες περιποιήσεις και τόσα δώρα ως και πουδριέρες χάρισαν, τις ζημίωσε στις συνειδήσεις των ενόρκων «Μα σχολή συζυγοκτόνων θα ανοίξουμε τώρα; Τι συμπάθειες είναι αυτές;», λέει ένας εξ αυτών, ή μέσα στην αίθουσα των ενόρκων την ώρα της συνεδρίασης για την απόφαση, ο υπέρμαχος της θανατικής καταδίκης εξανίσταται σε όσους έχουν αντίρρηση επί της αγχόνης: «Τι είναι αυτά που λέτε; Τι ανθρωπισμός και συγκινήσεις; Μήπως θέλετε να διαλύσουμε την ελληνική οικογένεια;». Τη δυναμική, άλλωστε, που μπορεί να είχε αυτό το πλήθος, την εκφράζει στην ανάγνωση της καταδικαστικής για αυτές απόφαση, ο συνήγορος υπεράσπισης των γυναικών, Μπαρτζώκης, ο οποίος, προσπαθώντας να τις εμψυχώσει, λέει στην Κάστρου «Θα κάνουμε στην ανάγκη και συλλαλητήριο!».

Προς τη συμμόρφωση του γυναικείου σώματος

-δεν θυμάμαι, είπαμε πως καμία από τις δύο δεν σκότωσε τον
Αθανασόπουλο; Ίσως και όχι, κι αν δεν το είπαμε είναι επειδή δεν είχε απολύτως
καμία σημασία, είναι σα να ρωτάω σήμερα, σκότωσε τα παιδιά της η Πισπιρίγγου ή
ήταν κακοποιητής ο Τζόνι Ντεπ;

Προς τη συμμόρφωση του γυναικείου σώματος, στο πανηγύρι αυτό του μισογυνισμού, θα προστρέξει η επιστήμη, η εγκληματολογία, η ψυχιατρική, ολόκληρος ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός, κι έτσι ο Εισαγγελέας θα επικαλεστεί τις επιστημονικές μεθόδους της δικαστικής αστυνομίας που «δεν χρησιμοποιήσαν κανένα αναχρονιστικό μέσο, αντιθέτως, χρησιμοποίησε ένα συγχρονισμένο, την επίδειξη των ενδυμάτων του θύματος, πράγμα το οποίο είναι σαν αυτοψία», για να συνεχίσει πως η… αυτοψία δεν απέδειξε τίποτα περί των ισχυρισμών για βασανισμούς -εννοεί τους συνεχόμενους βιασμούς της Φούλας από τον Αθανασόπουλο- και ξυλοδαρμούς. Ή ο γιατρός Καρτσώνης που θα φωνάξει «Σας λέω ότι κατά την επίσημη ιατρική στατιστική, το ογδόντα τοις εκατό των τεμαχισμών το έχουν κάνει γυναίκες».

Μια σύντομη πτήση στις ιατροδικαστικές υπηρεσίες του σήμερα, που δυσκολεύονται εξόχως να τοποθετηθούν μετά επιστημονικής βεβαιότητας για την ενδοσυντροφική έμφυλη βία και τους βιασμούς, ή διευκολύνονται εξόχως να αναιρέσουν τις καταγγελίες της Γεωργίας Μπίκα, είναι η ενοχλητική υπενθύμιση της ιστορικής συνέχειας της μισογυνικής δυτικής επιστήμης, είναι ο λόγος που κανένα σύνθημα δεν είναι πιο ανατρεπτικό στα θεμέλια του πατριαρχικού καπιταλισμού εντός των δικαστικών αιθουσών από το Αδερφή μου σε Πιστεύω, είναι ο λόγος που ένα χειμαρρώδες φεμινιστικό κίνημα κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1980 θα απαιτήσει την εξαίρεση των ιατροδικαστικών υπηρεσιών από τις δίκες για βιασμό και θα θέσει στο κέντρο τη συναίνεση, για να το παλέψει ξανά το 2019, είναι ο λόγος που το 2006 θα διεκδικήσουμε την αναγνώριση του βιασμού εντός γάμου και αλήθεια, δεν γνωρίζω πόσες καταδίκες έχουμε με αυτό τον νόμο; Ποια Φούλα του 2022 κέρδισε δικαστήριο για βιασμό εντός γάμου;

Ξαναγυρνώντας στην ιστορίας μας, η ψυχιατρική θα χρησιμοποιηθεί και ως εργαλείο υπεράσπισης της Άρτεμις Κάστρου, η οποία σύμφωνα με τον κ. Κοροπούλη, «κληθείς όπως παράσχω τις πρώτες βοήθειες [αναφέρεται σε περιστατικό λιποθυμίας της Κάστρου μέσα στο δικαστήριο], ενέπηξα ολόκληρη καρφίτσα στο γόνατο χωρίς να τρέξει ούτε σταγόνα αίμα, τούτο αποτελεί δείγμα προχωρημένης υστερίας, η οποία κατά τους ποινικολόγους και ψυχιάτρους, αποτελεί λόγο μετριάζοντα τον καταλογισμό της πράξης». Μόνο ως υστερική μπορεί μια κακοποιημένη γυναίκα να απαντήσει στην βία που δέχεται. Όμως, δεν υπάρχει τίποτα πιο τρελό σε αυτή την ιστορία από το γεγονός ότι καταδικάστηκαν δύο γυναίκες σε θάνατο για έναν φόνο που διέπραξε ένας άντρας μέσα στο σπίτι τους – ο οποίος θα λάβει ποινή ισόβια και θα πεθάνει νεότατος μέσα στην φυλακή 4 χρόνια μετά, αποτέλεσμα της «καλοπέρασης» στα χέρια της αστυνομίας κατά την ανάκρισή του, θα πω εγώ. Δεν υπάρχει τίποτα πιο υστερικό, από τη σκιαγράφηση από τις δικαστικές αρχές και τους μάρτυρες κατηγορίας «μιας φαντασιακής έκφυλης ανηθικότητας της θηλυκότητας που δεν σεβόταν την καθεστηκυία τάξη», όπως θα μας πει η Τζανάκη στην Ιστορία της [μη] κανονικότητας2. Μάνα και κόρη κατέφευγαν σε αυτές τις εκτροπές, όχι γιατί δεν είχαν λογική, αλλά γιατί αρνήθηκαν την ηθική και το δίκαιο της κοινωνίας. Εάν εγκατέλειπε τον βίαιο σύζυγό της η Φούλα, θα αντιμετωπιζόταν ως υστερική και η πράξη της θα χαρακτηριζόταν εγκληματική, γενετήσια ανωμαλία, όπως την περιγράφει ο ιατροδικαστής Βάφας την ίδια περίοδο σε εγχειρίδιο του που διδάσκεται στο Πανεπιστήμιο3.

Η Φούλα μόνο νεκρή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τίμια γυναίκα, μόνο νεκρή θα μπορούσε το σώμα της να έχει σημασία. Νεκρή, δολοφονημένη από τον σύζυγό της, κακοποιημένη καθημερινά από τον ίδιο, όταν θα είχε απωλέσει πια κάθε έννοια ανθρώπινου από πάνω της, τότε θα μετρούσε το σώμα της για την πατριαρχία. Κι αφού δεν τα κατάφερε να δολοφονηθεί σιωπηλά ως όφειλε, υπέστη στην αίθουσα των δικαστηρίων την μήνιν των δικαστών. «Ποια ήταν η αιτία που σας βασάνιζε; Χαρτόπαιζε; Έπαιζε; Μήπως είχε μάθει για την κακή σου διαγωγή;», γιατί κάτι θα του κανε κι αυτή, δεν μπορεί, «Πως επέτρεψες να σου μιλούν περί ερώτων του συζύγου σου; Εσύ μια ανεπτυγμένη!», γιατί δεν θα έπρεπε να μπαίνει σε «κουτσομπολιά», μορφωμένη γυναίκα, ούτε και να επιτρέπει σε τρίτους να εισβάλουν στο πέπλο σιωπής της αγίας ελληνικής οικογένειας.

«Η εύλογος εξήγησις», περί της θανατικής ποινής από τα χείλη του Εισαγγελέα

«Μόλυναν τη συζυγική εστία στην κοινή συνείδηση. Μόλυναν τη συζυγική παστάδα και γέμισαν αμφιβολίες αν ένας σύζυγος είναι πλέον ασφαλής στην οικία του, στην οικογένεια του, στις αγκάλες της συζύγου του. […] Οι κατηγορούμενες δολοφόνησαν τον Αθανασόπουλο για να είναι ελεύθερες να επιδίδονται στην πορνεία ακωλύτως και για να αποκτήσουν τα καλά, το χρήμα το οποίο θα έπαιρναν από τον Αθανασόπουλο.[…] Αυτά που είπε η κατηγορούμενη περί διαστροφών και ορέξεων του θύματος, τα απορρίπτω στο πρόσωπό της. Διότι έπρεπε να αισχύνεται να λέγεται κυρία, όταν έρχεται στο Κακουργιοδικείο να πει αυτά, έστω κι αν πρόκειται να της επιβληθεί η εσχάτη των ποινών».

Ποιος γαμπρός θα κοιμάται ήσυχος κι όχι με ένα περίστροφο κάτω από το προσκεφάλι;

“κοιμάμαι με ένα σφυρί
κάτω απ’το μαξιλάρι
σε περίπτωση που κάποιος μπει ξανά
ύπουλα
στο δωμάτιό μου και σαν να μην έφτανε
το βάσανο να ‘χω ένα σίδερο
κάτω απ’το κεφάλι,
υπάρχει ακόμη ένα πρόβλημα”,
Adelaida Ivanova, το Σφυρί4.

Κέρασε η Άρτεμις κι η Φούλα λίγο από τον καθημερινό μας φόβο, η αυτοάμυνα είναι η επιστροφή του φόβου στον καταπιεστή, και ακριβώς γι’αυτό δεν μας αναγνωρίζεται ως δικαίωμα. Δεν θα αναγνωρίσουν τα πατριαρχικά, ταξικά και ρατσιστικά δικαστήρια το δικαίωμά μας στη ζωή.

«Πέφτει βαριά η βάρβαρη απόφαση, πέφτει βαρύ το βέβαιο τέλος
Πέφτει βαριά η άδικη σαν τον δικαστή ετυμηγορία
Πέφτει βαριά στις πλάτες μου σαν αμόνι:
Σήμερα ένας άντρας αθωώθηκε»,
λέει σε ένα άλλο ποίημα της η Ivanova.

Κι έτσι σκέφτομαι τα δικαστήρια σαν το προκεχωρημένο φυλάκιο του αστικού κράτους, εκείνο το πιο ανθεκτικό στις κοινωνικές αλλαγές, εκείνο που μπορεί να έχουν περάσει 100 χρόνια από τη δίκη της Φούλας και της Άρτεμις και τρία φεμινιστικά κύματα, αλλά ακόμη πέφτουν βαριά στις πλάτες μας σαν αμόνι, και σήμερα ένας άντρας αθωώθηκε.

___

1 Όπως το βρήκα στο βιβλίο της Δήμητρας Τζανάκη «Η ιστορία της [μη] κανονικότητας», 2016,
εκδόσεις Ασίνη, σελ. 156

2 ό.π. σελ. 227

3 σελ. 228

4 Η ποιητική συλλογή Το σφυρί κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του περιοδικού Τεφλόν






Ο Θεός

Θεός

Η Γωγώ Λιανού και οι Ιστορίες από τον ακάλυπτο κάθε Πέμπτη  -ως από μηχανής Θεός- στο ηλεκτρονικό περιοδικό του red n’ noir

Προσεκτικά προσεύχομαι και το κάνω δύο φορές τη μέρα.
Ύστερα, σκύβω και δίνομαι στον ένα θεό μου, με τα πόδια ανοιχτά.
Φτύνω στο τέλος, το σπέρμα στον καθρέφτη.
Δεν υπάρχει λόγος.
Ήθελα απλά ένα φαντασμαγορικό τέλος για το τέλος του Θεού μου.
Για το δικό μου τέλος.
Μουτζουρώνω στον καθρέφτη τ’ όνομα σου και βάζω τα δάχτυλα μου μέσα μου.
Γλύφομαι.
Μου λείπεις.
Δεν υπάρχει λόγος.
Απλά ήθελα μια αγάπη για να βγάλω το καλοκαίρι.
Στη ζωή μου, τίποτα το σπουδαίο.
Προσεύχομαι δύο φορές τη μέρα.
Κάνω έρωτα πάνω στα σεντόνια που μου άφησες.
Τρέχω στο δρόμο πολύ ντυμένη, να ιδρώσω, να βγάλω τα ρούχα όσο γίνεται πιο γρήγορα.
Μπροστά σου γονατίζω.
Σκύβω.
Ανοίγω τα πόδια.
Αν δε μπεις μέσα μου εσύ, τότε για ποιον Θεό μιλάμε;

Διαβάστε Ιστορίες από τον Ακάλυπτο στο ηλεκτρονικό περιοδικό του red n’ noir.

Βρείτε τα βιβλία της Γωγώ Λιανού στο βιβλιοκαφέ red n’ noir (Δροσοπούλου 52, Κυψέλη).

Τσεκάρετε και αγοράστε βιβλία της Γωγώ Λιανού στο ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο του red n’ noir:

Είναι οκ να γίνουν τα ισόβια «πραγματικά ισόβια»;

πραγματικά ισόβια

Υπήρχε από τότε που θυμάμαι να παρακολουθώ το δικαστικό ρεπορτάζ, ίσως από τις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού στις αρχές των μακρινών 90’s, μια θέση της ακροδεξιάς στην Ελλάδα που την επανέφερε στην δημόσια συζήτηση με κάθε σχετική αφορμή: Η αυστηροποίηση των ποινών, με μόνιμη επωδό άλλοτε την επαναφορά της θανατική ποινής και άλλοτε την επιμήκυνση του χρόνου κράτησης στην περίπτωση της ποινής των ισοβίων από 25 χρόνια σε «πραγματικά ισόβια».

Το εντυπωσιακό είναι, ότι με αφορμή τις πρόσφατες δίκες και ορισμένες καταδίκες βιαστών και γυναικοκτόνων, επανέρχεται το συντηρητικό αίτημα της αυστηροποίησης της ονομαστικής ποινής των ισοβίων, με προοδευτικό, εντός ή εκτός εισαγωγικών, πρόσημο.

Και είναι αλήθεια ότι ντύνεται πάντα με τα ίδια σκεπτικά, που περιστρέφονται γύρω από διαπιστώσεις και λεκτικά πυροτεχνήματα περί της μη λειτουργίας των νόμων, περί αυθαιρεσίας, περί αναντιστοιχίας της ονομαστικής ποινής και του περιεχομένου της, περί της αναποτελεσματικότητας των ποινών ή ακόμα περισσότερο ως μια νομική καινοτομία «δείγμα ότι τίποτε δεν λειτουργεί» την στιγμή μάλιστα που από πάντα στην Ελλάδα τα ισόβια είχαν μέγιστο όριο τα 25 χρόνια ακόμα και όταν ήταν ενεργή η θανατική ποινή.

Με αφορμή αυτήν την εξέλιξη ζήτησα από πέντε ανθρώπους, δικηγόρισσες, επιστημόνισσες και επιστήμονες του Ποινικού Δικαίου, πέντε καθόλου τυχαία και άσχετα με την ουσία και τον πυρήνα της συζήτησης πρόσωπα, να γράψουν δυο λόγια σχετικά με το για ποιον λόγο δεν είναι καθόλου οκ αυτό το αίτημα.

Δημήτρης Κόρος: Δρ Σωφρονιστικής πολιτικής, ειδικός επιστήμονας νομικής ΔΠΘ

Η φυλακή είναι ένα φιάσκο σε σχέση με τους ίδιους της τους στόχους, έλεγε ο μεγάλος καταργητιστής εγκληματολόγος Thomas Mathiesen (1933-2021).

Γενικώς αν είχε επιτύχει η φυλακή τον σκοπό της θα το είχαμε καταλάβει, αν είχε επιτύχει η θανατική ποινή στις Η.Π.Α. και όπου αλλού συνεχίζει να εφαρμόζεται δεν θα είχαμε ανθρωποκτονίες, αν είχε επιτύχει ο κώδικας του Χαμουραμπί του 1754 π.Χ. ίσως δεν θα είχαμε ανάγκη έκτοτε να τιμωρούμε το έγκλημα, κ.ο.κ.

Η φυλακή υπάρχει και επεκτείνεται περισσότερο επειδή επιτελεί άλλους, μη διακηρυγμένους, σκοπούς (συμβολικούς, πολιτικούς, ιδεολογικούς), παρά για τη επίδρασή της στη μείωση του εγκλήματος.

Οπότε, αν η φυλακή είναι ένας αποτυχημένος (από άποψη αντεγκληματικής πολιτικής) θεσμός, σε τι θα χρησίμευε η αύξηση του χρόνου έκτισης της ποινής της ισόβιας κάθειρξης;

Είναι αλήθεια πως το έγκλημα συσπειρώνει την κοινωνία γύρω από τον εγκληματία και εναντίον του, επανεπιβεβαιώνοντας τις κοινές αξίες. Και τα αδικήματα που επισύρουν ποινή ισόβιας κάθειρξης (συνήθως) είναι αυτά που προκαλούν περισσότερο την κοινή γνώμη (εκτός, βέβαια, από τη νομοθεσία για τα ναρκωτικά, που τιμωρεί βάναυσα τα χαμηλότερα στρώματα του «υποκόσμου» αφήνοντας ανέγγιχτα τα αφεντικά του εγκλήματος, και η οποία ευθύνεται για τον τεράστιο αριθμό ισοβιτών στις ελληνικές φυλακές).

Έτσι, βλέπουμε πέρα από τη συσπείρωση ενάντια στον εγκληματία και τη συσπείρωση κατά της υποτιθέμενα επιεικούς αντιμετώπισής του από το ποινικό σύστημα, επειδή τα ισόβια δεν σημαίνουν ισόβια (αισθάνεται ο πολίτης ότι οι λέξεις δεν έχουν νόημα) και ο τάδε ή ο δείνα φονιάς ή παιδόφιλος θα κυκλοφορεί ελεύθερος σύντομα ξανά.

Τούτα φυσικά δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Η φυλακή στην Ελλάδα δεσπόζει στο οπλοστάσιο κατά του εγκλήματος, συγκριτικά με άλλες χώρες της Δύσης. Το Συμβούλιο της Ευρώπης στην έκθεσή του τον Δεκέμβριο του 2018 αναφέρει πως η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό φυλάκισης στην Ευρώπη, με τα ποσοστά εγκληματικότητας να είναι τα ίδια ή και χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Τα προτάγματα ενάντια στον θεσμό της φυλακής πάντα συναντάνε ως έσχατη κριτική το ερώτημα «τι κάνουμε με τον παιδόφιλο, με τον βιαστή», με την κριτική αυτή να συναντάται τόσο στον συντηρητικό λόγο όσο και στον λόγο φεμινιστικών κινημάτων. Κατά την Taylor θα πρέπει να ασκηθεί κριτική στον «φεμινισμό του εγκλεισμού» (“carceral feminism”), ο οποίος προτάσσει την καταφυγή σε έναν υπερμισογυνικό θεσμό που αναπαράγει την πατριαρχική βία και την κουλτούρα του βιασμού. Στις Η.Π.Α. είναι αξιοσημείωτη η κινηματική θεώρηση που δεν μπορεί να δει τον καταργητισμό χωρίς φεμινισμό και τον φεμινισμό χωρίς καταργητισμό, αναγνωρίζοντας ότι η στείρα πρόταξη της τιμωρητικότητας δεν έχει να προσφέρει ούτε στο ελάχιστο στην κατ’ ουσία αντιμετώπιση της βίας της πατριαρχίας.

Άρα, για να κλείνω: στην Ελλάδα έχουμε περισσότερη φυλακή από όσο θα χρειαζόταν για μια σύγχρονη φιλελεύθερη αντεγκληματική πολιτική (αν θέλουμε να μιλάμε με αυτούς τους όρους και όχι με προδιαφωτιστικές κραυγές). Η επένδυση στην τιμωρητικότητα ως πανάκεια φτωχαίνει τον διάλογο, μας αφαιρεί επιχειρήματα και τα προσφέρει απλόχερα στο στρατόπεδο του αντιπάλου.

Δημήτρης Κόρος

Άννυ Παπαρρούσου: Δικηγόρος

Τον τελευταίο καιρό έχει ανοίξει μία συζήτηση για την πραγματική έκτιση της ισόβιας κάθειρξης κατά το παράδειγμα των ΗΠΑ. Το ανώτατο όριο των 25 ετών για την ισόβια κάθειρξη που ισχύει στην Ελλάδα, καθώς και οι διατάξεις που ρυθμίζουν το καθεστώς της αποφυλάκισης των ισοβιτών σε πιο σύντομο χρόνο, έχουν τεθεί για λόγους που σχετίζονται με την επικράτηση μιας ορθολογικότερης αντίληψης, που συνυπολογίζει τις συνέπειες της στέρησης της ελευθερίας και του εγκλεισμού, δεν προτάσσει την καθαρά τιμωρητική διάσταση της ποινής, αλλά επιχειρεί να συγκεράσει διαφορετικά συμφέροντα συντηρώντας εν τέλει την προσδοκία του ισοβίτη ότι κάποτε, ίσως να ανακτήσει την ελευθερία του. Η τάση για αυστηροποίηση των ποινών παρακάμπτει την ανθρωπιστική θεώρηση του ζητήματος και αξιώνει όλο και μεγαλύτερη καταστολή που οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα αυταρχικό κράτος, που  χρησιμοποιεί τα μέσα καταναγκασμού ως μηχανισμό εδραίωσης της οντότητάς του. Η ποινή στα πλαίσια του τρέχοντος δικαιικού συστήματος επιτελεί συγκεκριμένο έργο που προσδιορίζεται σαφώς τόσο από τη θεωρία, όσο και το νομικό πλαίσιο. Η τυχόν αλλαγή του πλαισίου έκτισης προτάσσοντας τον δια βίου εγκλεισμό, παρεκκλίνει σημαντικά και ανατρέπει στην ουσία το συνολικό πνεύμα του λεγόμενου ποινικού σωφρονισμού προς το αυστηρότερο χωρίς επαρκή αιτιολογία. Γιατί σκοπός της ποινής σύμφωνα με τα κρατούντα, δεν είναι μόνο η τιμωρία του δράστη και η ικανοποίηση του θύματος, αλλά και ο σωφρονισμός, ο οποίος καθίσταται άνευ αντικειμένου αν η ισόβια κάθειρξη μεταβληθεί σε δια βίου κράτηση.

Άννυ Παπαρρούσου

Αναστασία Γκόνη – Καραμπότσου: Δικηγόρος με ειδίκευση στα ζητήματα έμφυλης ισότητας

Τα τελευταία δύο χρόνια, έπειτα και από το λεγόμενο ελληνικό «me too», η ενσωμάτωση από τον κυρίαρχο μιντιακό και πολιτικό, λόγο αποσπασματικών όψεων των διεκδικήσεων των φεμινιστικών κινημάτων, όπως η αναγνώριση της έμφυλης βίας, επιχείρεται να αξιοποιηθεί από την κυβέρνηση με σκοπό την περαιτέρω εμβάθυνση της ποινικής καταστολής, του δόγματος «μηδενική ανοχή» και «νόμος και τάξη».

Η αύξηση των, ήδη υψηλών, προβλεπόμενων ποινών σε μια σειρά από αδικήματα, όπως αυτό του βιασμού, και η αποκλειστική πρόβλεψη της ποινής της ισόβιας κάθειρξης στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση είναι κινήσεις απόλυτα ενταγμένες σε αυτή την κατεύθυνση, ενώ ο ίδιος ο Υπουργός Δικαιοσύνης τις συνδέει με την προσπάθεια της κυβέρνησης να «στηρίξει» τα θύματα έμφυλων εγκλημάτων1.   

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όλες τις θεωρίες για την αποτρεπτική λειτουργία των ποινών. Έρχονται, επίσης, σε ακόμα μεγαλύτερη σύγκρουση με τα εμπειρικά συμπεράσματα των τελευταίων ετών σε χώρες της Λατινικής Αμερικής στις οποίες, παρότι δοκιμάστηκε η αύξηση των ποινών, δεν υπήρξε μείωση στα ποσοστά των περιστατικών έμφυλης βίας.

Φυσικά η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά πως η αύξηση των ποινών καμία στήριξη δεν παρέχει στα θύματα/επιζώσες έμφυλης βίας, τα οποία η ίδια πριν λίγους μήνες έθεσε σε ακόμη πιο ευάλωτη θέση με τις αλλαγές στο Οικογενειακό Δίκαιο. Αυτό που επιδιώκει είναι αφενός να αποπροσανατολίσει από την αντίφαση μεταξύ του λόγου και της πολιτικής της, δηλαδή, ότι διακηρύσσει ότι λαμβάνει μέτρα προστασίας για τα θύματα ενώ δεν έχει λάβει κανένα απολύτως μέτρο, έχοντας, αντίθετα, επιδεινώσει τη θέση του και αφετέρου, να ενισχύσει περαιτέρω τα αντιδραστικά ιδεολογήματα που θεωρούν τους δράστες έμφυλων εγκλημάτων «τέρατα», των οποίων η εξόντωση θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα.

Αναστασία Γκόνη – Καραμπότσου

Ιωάννα Στεντούμη: Δικηγορος – ΜΔΕ Ποινικού Δικαίου και Εγκληματολογίας

Τον τελευταίο καιρό ακούγεται όλο και πιο συχνά η σκλήρυνση της ποινικής αντιμετώπισης σε μια σειρά από αδικήματα. Είναι και οι μόνες σχετικές εξαγγελίες που ακούμε από πλευράς πολιτείας για την αντιμετώπιση του εγκλήματος και βάλλουν ενάντια σε δημοκρατικές κατακτήσεις, σχετικές με την επανένταξη του δράστη στο κοινωνικό σύνολο και την κατά το δυνατόν ανθρώπινη έκτιση της ποινής. Χωρίς καμία αναφορά στο δημόσιο λόγο για τα αίτια, οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά, ταξικά, που οδηγούν σε παραβατικές συμπεριφορές, το κράτος αποσείεται των ευθυνών του για τις συμπεριφορές αυτές που τυποποιούνται εκάστοτε ως εγκληματικές και αναγάγει το έγκλημα σε καθαρά ατομική επιλογή και ευθύνη. Αφενός όμως, όπως όλα τα κοινωνικά φαινόμενα, έτσι και το έγκλημα, έχει κοινωνικές αιτίες και αποτυπώνει κοινωνικές δυναμικές. Αφετέρου, από κανένα ερευνητικό δεδομένο δεν προκύπτει ότι μια τέτοια επιλογή σκλήρυνσης της ποινικής καταστολής, θα φέρει τη μείωση των εγκλημάτων -μάλλον η αντίθετη τάση αποτυπώνεται. Οι ΗΠΑ είναι ένα κλασικό παράδειγμα σκληρών ποινών – με τη θανατική ποινή να είναι το αποκορύφωμα αυτών – αλλά και έξαρσης του εγκλήματος.  Περαιτέρω, οι σκοποί της ειδικής πρόληψης δεν ικανοποιούνται: σκοπός είναι η παύση μιας παραβατικής συμπεριφοράς και η κοινωνική επανένταξη του εγκληματία. Η αντιμετώπισή του πιο σκληρά και μάλιστα χωρίς υλοποίηση και άλλων εναλλακτικών πρακτικών και μέτρων, το μόνο που εξασφαλίζει, είναι ότι και ο ίδιος θα υιοθετήσει πιο σκληρές μεθόδους, όντας πλέον αποκομμένος από κοινωνικούς δεσμούς και κίνητρα βελτίωσης μιας συμπεριφοράς. Ταυτόχρονα ο δράστης εργαλειοποιείται για τους σκοπούς της γενικής πρόληψης, το οποίο και είναι απαράδεκτο για ένα κράτος δικαίου και έχει αποδειχθεί αναποτελεσματικό. Με λίγα λόγια, δε μας λείπουν οι ποινές, μας λείπει ένα κοινωνικό κράτος που δε θα εξαθλιώνει και περιθωριοποιεί ολόκληρες κοινωνικές ομάδες.

Ιωάννα Στεντούμη

Αθηνά Μιχαλακέα: Δικηγόρος, Υπ. Δρ. Κριτικής Θεωρίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου

Το αίτημα της αύξησης των ποινών επανέρχεται συχνά στο προσκήνιο, όχι μόνο από την συντηρητική πλευρά του πολιτικού φάσματός, όπως είναι αναμενόμενο, αλλά συχνά και από μεμονωμένα άτομα ή συλλογικότητες, που στοχεύουν στην κοινωνική απελευθέρωση. Για παράδειγμα, μέρος του φεμινιστικού κινήματος και ορισμένων συμμάχων του, ως απάντηση στα αυξανόμενα περιστατικά έμφυλης βίας, διεκδικεί μεγαλύτερες ποινές για τους δράστες. Εδώ βεβαίως εντοπίζεται μία αντίφαση: πώς είναι δυνατόν ο στόχος της κοινωνικής απελευθέρωσης να συμβαδίζει με το αίτημα της όξυνσης του πιο σκληρού από τους κρατικούς θεσμούς, αυτόν της φυλακής; Κάθε φορά που έρχονται στη δημοσιότητα ιδιαιτέρως ειδεχθή εγκλήματα, ακούμε πως «τα ισόβια πρέπει να είναι ισόβια» -όταν δεν μπαίνει δια της πλαγίας οδού ένα αίτημα επαναφοράς της θανατικής ποινής ή και των βασανιστηρίων. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει βεβαίως κρίνει ότι η ισόβια κάθειρξη δεν μπορεί να ισοδυναμεί με βιολογικό θάνατο του καταδικασθέντος, καθώς κάτι τέτοιο θα συνιστούσε απάνθρωπη κι εξευτελιστική μεταχείριση του τελευταίου (Sandor Varga κ.α. κατά Ουγγαρίας, 17.6.2021). Για να είναι συμβατή η ποινή με την ΕΣΔΑ, πρέπει να υφίστανται: α) μια προοπτική απελευθέρωσης για τον κρατούμενο και β) μια δυνατότητα επανεξέταση της ποινής του. 

Στην πραγματικότητα, όπως και η  θανατική ποινή, έτσι και η επέκταση του χρόνου κάθειρξης έχει ρόλο καθαρά εκδικητικό, μέσω αυτών το κράτος αναδιπλώνεται ως τιμωρός. Για αιώνες υπήρχε η αντίληψη ότι οι δημόσιες εκτελέσεις θα λειτουργούσαν αποτρεπτικά για το κοινωνικό σύνολο ως προς την τέλεση νέων αδικημάτων. Αντίστοιχα, και οι πολυετείς ποινές φυλάκισης ονομαστικά έχουν παιδαγωγική λειτουργία για το κοινωνικό σύνολο. Βέβαια, όπως αποδεικνύει πλήθος ερευνών, η αυστηροποίηση των ποινών εν γένει, ελάχιστη επίδραση έχει στη μείωση της εγκληματικότητας.

Οι φυλακές όπως τις γνωρίζουμε σήμερα είναι εφεύρεση της νεωτερικότητας. Παλαιότερα υπήρχαν φυσικά χώροι κράτησης για τους υπόδικους, όμως σταδιακά εδραιώθηκε η αντίληψη πως, εάν οι άνθρωποι φυλακίζονταν για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα θα είχαν μια ευκαιρία να αναλογιστούν τις πράξεις τους και ίσως να αλλάξουν∙ η ιδέα του σωφρονισμού είναι αυτή που υπάρχει στον πυρήνα των σύγχρονων ποινικών συστημάτων και επιβάλει την παραμονή στην φυλακή ως την κύρια ποινή. Όμως, ο σχεδιασμός των σύγχρονων φυλακών στοχεύει και στο να κρατάει τους έγκλειστους μακριά από την κοινωνία, προκειμένου αυτή  να προστατευθεί. Κι εδώ γεννάται ακόμα μια αντίφαση: πώς μπορεί να επιτευχθεί σωφρονισμός μέσω της απομόνωσης και της επιτήρησης; Πώς είναι δυνατόν εγκλεισμός των ανθρώπων σε ένα εξορισμού βίαιο περιβάλλον να τους μετασχηματίσει προς το καλύτερο, και όχι να διαιωνίζει την βία; Αν οι μήνες του εγκλεισμού στο σπίτι μας λόγω της καραντίνας επιδείνωσαν την ψυχική υγεία των περισσότερων, τότε ενδεχομένως και να μπορούμε να φανταστούμε -εάν θέλουμε- πόσο επιβαρύνεται η ψυχική υγεία των κρατουμένων από την παραμονή στην φυλακή, και να σκεφτούμε την επόμενη φορά που θα εκφέρουμε κάτι σαν «σε 20 χρονάκια θα είναι έξω».

Τέλος, μία μικρή μα αναγκαία σημείωση. Στον αντίποδα του φιλελεύθερου φεμινισμού, για τον οποίο δεν υπάρχουν ταξικές ή φυλετικές διαφορές (ή εμφανίζονται μόνο σαν μια αποπολιτικοποιημένη πολιτική ταυτοτήτων), και για τον οποίο η απάντηση στην έμφυλη βία είναι «περισσότερο κράτος – περισσότερη τιμωρία» (φυλακιστικός φεμινισμός  – carceral feminism), τις απαντήσεις, εδώ και δεκαετίες, προσπαθεί να δώσει ο μαύρος φεμινισμός. Μαζί με τα κινήματα της επανορθωτικής (restorative) και μετασχηματιστικής (transformative) δικαιοσύνης, και πρόσφατα με τις πρωτοβουλίες Defund/Abolish the Police και Black Lives Matter, αναζητείται μια άλλη ιδέα για τη δικαιοσύνη, πέρα από τους κρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς αλλά και την ίδια την αντίληψη της τιμωρίας και της ανταπόδοσης. Για τον ουσιαστικό κοινωνικό μετασχηματισμό, για έναν κόσμο χωρίς φυλακές που θα είναι εφικτός. Ο δρόμος είναι τραχύς και δύσκολος, αλλά αξίζει να τον διασχίσουμε.

Αθηνά Μιχαλακέα

____

1Χαρακτηριστική η ανάρτηση του Τσιάρα την 8η Μαρτίου 2022: αλλά και ακόμη πιο πρόσφατα.

Το βιβλιοπωλείο του red n’ noir προτείνει σχετικά βιβλία:

Τα «Απόκρυφα στοιχεία του αναρχισμού»

Απόκρυφα στοιχεία του αναρχισμού

Η παρουσίαση του βιβλίου της Erica Lagalisse: «Τα απόκρυφα στοιχεία του αναρχισμού» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις FireBrand έγινε το Σάββατο 7 Μαϊου 2022 στο βιβλιοκαφέ red n’ noir (Δροσοπούλου 52, Κυψέλη).

Αποσπάσματα, συνόψεις και περιλήψεις

Μιλήσανε ο Χρίστος Ηλιόπουλος, ο Κωστής Α. Πέτρου (μεταφραστής του βιβλίου) και η Erica Lagalisse (συγγραφέας του βιβλίου).

Περίληψη της παρέμβασης του μεταφραστή Κωστή Α. Πέτρου

Ως μεταφραστής είχα τον ρόλο ενός διάμεσου, δηλαδή την όσο δυνατόν ορθότερη απόδοση από τη μία γλώσσα στην άλλη του πολυσχιδούς έργου της Erica… Εκτός από τις πλούσιες παραπομπές της συγγραφέα, υπάρχουν επιπλέον παραπομπές και βιβλιογραφικές αναφορές στην ελληνική έκδοση για να παρέχουν στις αναγνώστριες και στους αναγνώστες είτε επιπλέον απαραίτητες πληροφορίες είτε επιπλέον πηγές για περαιτέρω διευκρινήσεις και εξηγήσεις ώστε να γίνει το κείμενο προσβάσιμο σε όλο και μεγαλύτερο αριθμό αναγνωστών και αναγνωστριών […]

Στα παράρτημα, λοιπόν, της ελληνικής έκδοσης υπάρχει κείμενο στο οποίο γίνεται ιστορική αναδρομή και διασαφηνίσεις των λέξεων «σύντροφος» και «συναγωνιστής» με αφορμή τη λέξη «comrade», όπως και ένα επιπλέον άρθρο της Erica σε μορφή (αυτο)συνέντευξης και στο οποίο καταπιάνεται και για το ζήτημα του κορονοϊού, με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Συνωμοσία των Βασιλέων, Ταξική Πάλη και Κορονοϊός» […]

Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να μοιραστώ την άποψη της Donna Kossy που είχε εντρυφήσει στο ζήτημα των συνωμοσιολόγων, και όπου στο έργο της  Kooks: A Guide to the Outer Limits of Human Belief, όπου μεταξύ των άλλων αναφέρει: «Οι θεωρίες συνωμοσίας είναι σαν τις μαύρες τρύπες -απορροφούν όλα όσα έρχονται στο διάβα τους, ανεξαρτήτως περιεχομένου ή προέλευσης… Όλα όσα έχεις ποτέ γνωρίσει ή βιώσει, ανεξάρτητα από το πόσο ‘ανούσια’ είναι, μόλις έρθουν σε επαφή με το σύμπαν των συνωμοσιών, περιβάλλεται και καλύπτεται από μία μοχθηρή σημασία. Αμέσως μόλις βρεθούν μέσα σ’ αυτό, η δίνη μεγαλώνει σε μέγεθος και ισχύ, απορροφώντας όλα όσα αγγίζεις»… Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να μην προβληματίζει όσες και όσους παρατηρούν ότι συνάνθρωποί μας έχουν μία ροπή και έλξη προς τέτοιου είδους θεωρίες […]

Ας δούμε τι συμβαίνει και στην περίπτωση του φαινομένου των «fake news», δηλαδή των «ψευδών ειδήσεων».  Ποιο είναι το βαθύτερο πρόβλημα; Η διασπορά ψευδών ειδήσεων και η παραπληροφόρηση -που όντως υφίσταται στις μέρες μας- περιορίζεται σε μία ομάδα ημιμαθών και ερασιτεχνών στο διαδίκτυο ή στα κοινωνικά δίκτυα, ή έχει πλέον προκύψει ζήτημα ελέγχου και διάδοσης της πληροφορίας; […]

Αλλά δεν υπάρχουν λεγόμενα έγκριτα μέσα που κατά περιόδους αναπαράγουν ή προβάλουν ειδήσεις που σκοπίμως δημιουργούν σύγχυση, διασπείρουν φήμες ή ενισχύουν φόβους και προκαταλήψεις που εξυπηρετούν τα συμφέροντα πολιτικών ή και οικονομικών παραγόντων; Αν, λοιπόν, δεν υπάρξει μία προσεκτικότερη προσέγγιση, υπάρχει ο κίνδυνος να ταυτιστούν οι όποιες δικαιολογημένες αμφισβητήσεις και αντιρρήσεις σε διάφορες πολιτικές και οικονομικές μεθοδεύσεις με αβάσιμες συνωμοσιολογίες ώστε να στιγματιστούν και να περιθωριοποιηθούν ως τέτοιες.

Κωστής Α. Πέτρου

Σύνοψη της εισαγωγικής τοποθέτησης του Χρίστου Ηλιόπουλου

Καλησπέρα σε όλους και όλες. Βρίσκομαι με πολλή μεγάλη χαρά και τιμή εδώ σήμερα, για να προλογίσω ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και σημαντικό βιβλίο, το οποίο, ταυτόχρονα, αποτελεί και το πρώτο εκδοτικό εγχείρημα του πολύ καλού φίλου και συντρόφου Γιώργου Κουτσοδιάκου, υπό τις εκδόσεις Firebrand.

Η εν λόγω δουλειά της Έρικα ανοίγει και στην Ελλάδα μια συζήτηση που στο εξωτερικό αποτελεί ήδη μια πολύχρονη πραγματικότητα. Ανάγνωση των ριζοσπαστικών κινημάτων και, ειδικότερα, της Αναρχίας, με όρους πνευματικούς, θεολογικούς, μυστικιστικούς. Η πολυτιμότητα της συνεισφοράς της εντοπίζεται σε τρία επίπεδα.

Πρώτον, προσεγγίζει τη συζήτηση αυτή πολιτικοφιλοσοφικά: ο Αναρχισμός, φύσει και θέσει, δεν πρέπει και δεν μπορεί να έχει ιδεολογικά στεγανά. Ο a priori εξοβελισμός οποιασδήποτε πνευματικότητας υποδηλώνει έναν δογματισμό που δεν προσιδιάζει στην αναρχική σκέψη.

Δεύτερον, εμβαθύνει στη συζήτηση αυτή ιστορικά: πέρα από την πνευματική πολιτικοριζοσπαστική δράση των χιλιαστικών κινημάτων του Μεσαίωνα, οι Ελευθεροτέκτονες και οι Μυστικές Εταιρείες του 16ου και 17ου αιώνα – αυτοί οι φορείς τού Διαφωτισμού και της εναντίωσης στα εξουσιαστικά μοντέλα διακυβέρνησης – αναπτύχθηκαν μέσα σε, και έκαναν χρήση ενός, καθαρά μυστικιστικού/ θεολογικού/ πνευματικού πλαισίου.

Τρίτον, συνδέει τα δύο παραπάνω στοιχεία με σημείο τομής τους μια αντιαποικιοκρατική/ αντιπατριαρχική καταγγελία. Οι ανθρωπολογικές της ακαδημαϊκές καταβολές και η κινηματική της δράση σε συλλογικότητες για την υποστήριξη του Ζαπατίστικου αγώνα, συμπυκνώνονται στην περίπτωση της Μαγδαλένα, μιας αυτόχθονος Ζαπατίστριας η οποία με το που αρθρώνει έναν πιο πνευματικό λόγο αντιμετωπίζεται καχύποπτα και υποτιμητικά από τους δυτικοευρωπαίους και «ορθολογιστές» συντρόφους τής συλλογικότητας. Εδώ, η Έρικα επισημαίνει την αντίφαση του να αποδεχόμαστε την αναφορά σε μυστικιστικά / πνευματικά στοιχεία όταν αυτή προέρχεται από αυθεντίες τύπου «ακαδημαϊκός» και «άντρας» αλλά να την απαξιώνουμε όταν προέρχεται από μία αυτόχθονα γυναίκα μέσου ή χαμηλού μορφωτικού επιπέδου.

Διάβασα το βιβλίο με πολλή προσοχή και με μεγάλο ενδιαφέρον. Θεωρώ πως αποτελεί έναν από τους καλλίτερους εναρκτήριους γύρους μιας συζήτησης που, ιδανικά, θα μας απασχολήσει για πολύ καιρό.

Κλείνω αυτό το σύντομο προλόγισμα παραπέμποντας σε κάτι που η ίδια η Έρικα σημειώνει στην σελίδα 143 – και για να χαριτολογήσω, άραγε είναι τυχαία η «μυστικιστική» σύνδεση των αριθμών 1, 4, και 3 μέσω των δύο βασικών αριθμητικών πράξεων;  – της ελληνικής έκδοσης: «[η] διατήρηση ενός καθαρού διαχωρισμού μεταξύ της ‘πνευματικότητας’ και της ‘ριζοσπαστικής πολιτικής’ […] οριοθετεί το ριζοσπαστικό φαντασιακό γενικότερα».

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Χρίστος Ηλιόπουλος

Αποσπάσματα από την παρουσίαση της συγγραφέως  Erica Lagalisse (ανθρωπολόγου από Καναδά)

Όταν έγραφα το «Απόκρυφα Στοιχεία του Αναρχισμού» κατά την περίοδο 2006 -2016, ανησυχούσα ήδη μήπως αντιμετωπίζουν οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες του τόπου μου τους «θεωρητικούς συνωμοσιών» ως κάτι το παθολογικό, εκείνους [δηλαδή] που ανησυχούσαν για την «11η Σεπτεμβρίου [2001] ως δουλειά εκ των έσω», κάτι που ήταν την εποχή εκείνη του συρμού. Οι φίλες και οι φίλοι μου τόνισαν το πώς οι «θεωρητικοί συνωμοσίας» αστόχησαν (οι αναλύσεις τους δεν ήταν επαρκώς δομημένες [structural], και αντί αυτού επικεντρώθηκαν στα άτομα), και από πολλές απόψεις είχαν δίκιο. Αλλά φαινόταν επίσης ότι υπήρχε μία ταξική πολιτική της υπόληψης στο παιχνίδι. Φαινόταν να είναι πιο σημαντικό για ορισμένους από τους αναρχικούς μου φίλους να ξεχωρίζουν από τους αμόρφωτους θεωρητικούς συνωμοσιών παρά να προσπαθούν να τους ριζοσπαστικοποιήσουν, κάτι που φοβόμουν ότι στην πραγματικότητα θα έδινε στον νεοφασισμό τη δυνατότητα να αναπτυχθεί.

Όταν κυκλοφόρησε η αγγλική έκδοση του βιβλίου το 2019, το πλαίσιο είχε ήδη αλλάξει και στη θέση του ήταν η διακυβέρνηση της Αμερικής από τον Ντόναλντ Τραμπ, πλάθοντας ο ίδιος «θεωρίες συνωμοσίας», και με τις δημοφιλείς «θεωρίες συνωμοσίας» να ξεφεύγουν όλο και δεξιότερα, το οποίο ήταν ήδη μία πολύ δυσάρεστη κατάσταση.

Τώρα, παντού οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν [ως τώρα] την πανδημία ως προκάλυμμα για την επέκταση του αυταρχισμού και της επιτήρησης, και από τα λίγα που γνωρίζω γύρω από την πανδημία στην Ελλάδα, η κατάσταση που επικρατεί εδώ είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Και γίνεται όλο και δυσκολότερο σε πολλά μέρη να εκφραστεί μία κριτική για αυτόν τον αυταρχισμό, ο οποίος παρουσιάζεται ως «δημόσια υγεία», για πολλούς λόγους, ένας από τους οποίους είναι η χρήση της κατηγορίας «θεωρίας συνωμοσίας» με σκοπό τον συσχετισμό της εύλογης κριτικής με τον παράλογο τρόπο σκέψης. Εάν η δεξιά έχει καταλάβει αρκετό χώρο στη διάρκεια της πανδημίας, δεν είναι μόνο επειδή ανόητοι άνθρωποι έχουν αρχίσει να πιστεύουν να πιστεύουν σε ανόητες θεωρίες συνωμοσίας, πράγμα που είναι αλήθεια, αλλά είναι επίσης επειδή τώρα ακόμα και λογικά άτομα με υγιή σκεπτικισμό για το θέμα των «Μεγάλων Φαρμακευτικών» [«Big Pharma»] κατατάσσονται με ευκολία και μεγαλοστομία στην ίδια κατηγορία με όσους ανθρώπους πιστεύουν ότι ο κόσμος διοικείται από εβραίους εξωγήινους σαυράνθρωπους […]

Το βιβλίο αρχίζει την εποχή της πρώιμης νεωτερικής Ευρώπης, όπου τα κινήματα αμφισβητούσαν την εξουσία μιλώντας μία χριστιανική γλώσσα. Κάποια στιγμή, η μορφή τους αλλάζει από μιλλεναριστικό κίνημα, που υποκινούταν από ένα χαρισματικό άτομο, σε αιρετικά κινήματα με οργανωτικές δομές και προγράμματα για αλλαγή. Τι συνέβη άραγε; Εν μέρει αυτό έχει να κάνει με μη-χριστιανικές μυστικιστικές δοξασίες που άρχισαν να κυκλοφορούν στην Ευρώπη στη διάρκεια των Σταυροφοριών. Η πλατωνική φιλοσοφία, η πυθαγόρεια γεωμετρία, τα ισλαμικά μαθηματικά, τα εβραϊκά μυστικιστικά κείμενα και οι ερμητικές πραγματείες «επανακαλύφθηκαν» όλα κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης, η οποία οδήγησε στον «Διαφωτισμό», αλλά αυτή η σύνθεση οδήγησε επίσης σε νέα ισοπεδωτικά – εξισωτικά εγχειρήματα από τα κάτω.

Αρχίζουμε, λοιπόν, να αντιλαμβανόμαστε, καθ’ όλη τη διάρκεια της παρουσίασης μου, πώς το «παραμύθι της απομάγευσης» του Διαφωτισμού είναι απλά ένα παραμύθι. Η δίωξη της «μαγείας» και των «μαγισσών» χρησίμευε για την επιβολή της ιδιωτικής περιουσίας και τη μετατροπή των γυναικών σε (ανα)παραγωγούς της εργασίας, στο πλαίσιο που όρισε η Silvia Federici. Το θέμα [που τονίζεται εδώ] είναι ότι την ίδια στιγμή που έχεις αυτά τα άτομα να καίνε μάγισσες, αυτοί είχαν αυλικούς μάγους – δεν ήταν τόσο ότι η μαγεία αποτελούσε πρόβλημα, όσο από το ποιος/ποια την ασκούσε […]

Όταν φτάνουμε στο ζήτημα των «συνωμοτικών» μυστικών εταιρειών, το οποίο έχει γίνει αντικείμενο σκανδαλώδους εκμετάλλευσης, χρειάζεται να έχουμε υπόψη τα εξής:

Πρώτον) ναι, ορισμένοι τέκτονες ήταν επαναστάτες. Δεύτερον) άλλοι επαναστάτες δεν ήταν τέκτονες, αλλά έκαναν χρήση της δομής των στοών και των κοινωνικών τους δικτύων για την προώθηση του σκοπού τους. Τρίτον) ωστόσο, άλλοι απλώς υιοθέτησαν την τεκτονική εικονογραφία και το τεκτονικό οργανωτικό στυλ όταν ανέπτυσσαν τις δικές τους [επαναστατικές] οργανώσεις επειδή αυτά είχαν αποκτήσει συμβολική ισχύ και νομιμότητα. Δεν είναι δυνατόν, εκ των υστέρων, να γίνει διάκριση μεταξύ των φαινομένων ή κατά την άποψη μου δεν είναι κάτι σημαντικό. Το σημαντικό σημείο είναι ότι στις αρχές του 19ου αιώνα οι επαναστατικές αδελφότητες αντλούσαν μεγάλο μέρος της δύναμής τους από τη σχέση τους με τα προαιώνια μυστικά και τη μαγική δύναμη, καθώς επίσης ότι ο συναφής τρόπος κοινωνικής οργάνωσης ήταν καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη αυτού που γνωρίζουμε ως σύγχρονος επαναστατισμός [revolutionism].

Δεν πρόκειται να αναπαράγω ολόκληρο τον διάλογο εδώ (επαναλαμβάνω: πρέπει να αγοράσετε το βιβλίο), αλλά βασικά όλα ξεκίνησαν από έναν καθηγητή πανεπιστημίου στη Βαυαρία το 1776, ο οποίος ήθελε την πλήρη διάλυση του κράτους και της Εκκλησίας, καθώς επίσης του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας – της κληρονομιάς. Αυτό ήταν κάτι ιδιαίτερα ριζοσπαστικό για την εποχή εκείνη, και όλα αυτά [τα παραπάνω] σχετίζονταν με μία μείξη [επιρροών], από τον Ρουσσώ, τα Ελευσίνια μυστήρια και τη μυστική οργάνωση των πυθαγορείων. Ο αριθμός αυτών των καθηγητών και φοιτητών αυξήθηκε και έγιναν μέλη τεκτονικών στοών για να ριζοσπαστικοποιήσουν στο κίνημά τους όσους στην εποχή μας θα αποκαλούσαμε προοδευτικούς. […]

Πέραν του Μπακούνιν, ήταν αναρίθμητοι οι αριστεροί της εποχής που ήταν κοινωνοί της πνευματικότητας της «Νέας Εποχής». Ασχολούμαι με τους οουενιστές, την πρώιμη φεμινίστρια Άννα Μπεζάντ, τον Τολστόι, το πώς κίνησε το ενδιαφέρον αναρχικών του 19ου αιώνα η θεοσοφία της Μπλαβάτσκυ. Αφιερώνω μία ολόκληρη ενότητα στον Δαρβίνο, και στην επιρροή της [θεωρίας της] εξέλιξης στην επανάσταση, και μιλάω για τον Σαρλ Φουριέ, που βάσισε το πολιτικό του σχέδιο σε αυτό που ο ίδιος αποκάλεσε «Νόμος της Παθιασμένης Έλξης» – μία σειρά αντιστοιχιών στη φύση που διατηρούν την αρμονία στο σύμπαν και θα μπορούσαν να εφαρμόζονται στην ανθρώπινη κοινωνία.

[Ο Πλωτίνος Ροδοκανάκης ήταν] ο πρώτος ευρωπαίος αναρχικός στο Μεξικό [και] μοίραζε μπροσούρες σχετικά με τον πανθεϊσμό. Ο [Αυγκούστο Σέζαρ] Σαντίνο, που μετέπειτα έγινε σύμβολο της επανάστασης των «Σαντινίστας», τον συνεπήρε η θεοσοφία και τον έδιωξαν από την Τρίτη Διεθνή. Διατρέχω εδώ τα παραδείγματα εν τάχει, χωρίς να δίνω εξέταση στις αποικιακές συναντήσεις. Στο βιβλίο εξερευνούμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια την κοσμολογική σύνθεση – συγχώνευση [fusion], που διέπει τον σύγχρονο επαναστατισμό και εξακολουθεί αυτό να γίνεται. Καθώς επίσης, υπάρχει η πιθανότητα αυτή η σύνθεση – συγχώνευση να βρίσκει την τελευταία της έκφραση στον σημερινό επιλεκτικό ενθουσιασμό των αναρχικών για τις ιθαγενικές κουλτούρες και κοσμολογίες […]

Λοιπόν, μία σημαντική σύνθεση εδώ είναι ότι ο σοσιαλισμός και ο αποκρυφισμός εδώ αναπτύχθηκαν με έναν αλληλοσυμπληρωματικό τρόπο στη διάρκεια του 19ου αιώνα, και όπως ακριβώς η αλχημεία του Νεύτωνα σε μεγάλο βαθμό παραβλέπεται, έτσι και ο νόμος του Φουριέ για την παθιασμένη έλξη ξαναγράφεται στις σελίδες των συμβατικών ιστοριών της αριστεράς ως ένα όραμα «μίας αρμονικής κοινωνίας βασισμένης στο ελεύθερο παιχνίδι των παθών». Καθώς ο μαρξιστικός «επιστημονικός σοσιαλισμός» έγινε ηγεμονικός στη διάρκεια του 20ου αιώνα, για όλους τους σύνθετους λόγους που αυτό έγινε, η πνευματική πτυχή του σύγχρονου επαναστατισμού γίνεται (απο)κρυφή, δηλαδή αποκρύβεται. Η απόκρυφη φιλοσοφία χαρακτηρίζεται τώρα ως «παρηγοριά» σε αγχογόνες περιόδους κοινωνικής αλλαγής. Για τον Αντόρνο, ο αποκρυφισμός είναι εξίσου ένα «πρωτόγονο» κατάλοιπο και ένα αποτέλεσμα του «φετιχιστικού χαρακτήρα του εμπορεύματος», κάνοντας χρήση ενός τυπικού κυκλικού (και αποικιοκρατικού) συλλογισμού, σύμφωνα με τον οποίον η κοσμοαντίληψη του αποκρυφισμού είναι λάθος επειδή είναι ανιμιστική και αντιστρόφως – «μία μεταστροφή στη μαγική σκέψη». Ξανά και ξανά βλέπουμε ότι το ενδιαφέρον για τον αποκρυφισμό παρουσιάζεται είτε ως πρόξενος απάθειας στις μάζες είτε ως [προνομιακός] χώρος των αντιδραστικών ελίτ. Η χρήση της θεοσοφίας της Μπλαβάτσκυ από τους φασίστες και τους ευγονιστές επισημαίνεται συχνά, και είναι αλήθεια ότι αυτές οι συνδέσεις υπάρχουν […]

Όταν λαμβάνεται υπόψη η σχέση μεταξύ της «μαγείας» με τα αντισυστημικά κινήματα, ενδεχομένως η οποιαδήποτε ντετερμινιστική φόρμουλα να είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Όταν προσεγγιστεί από προνομιούχους με μία δίψα για την εξουσία, η «μαγεία» μπορεί να χρησιμεύσει για να δικαιολογήσει και να προωθήσει τις φιλοδοξίες των ελίτ. Ωστόσο, χωρίς τη μαζική εμφάνιση τόσο πολύ υλικού που χαρακτηρίστηκε ως «αρχαία σοφία», η οποία βοήθησε να εντοπιστεί με τριγωνισμό η λαϊκή θρησκεία, ο σύγχρονος υλισμός και η κοινωνική δυσαρέσκεια με πολλούς τρόπους, μπορεί να μην βλέπαμε ποτέ την άνοδο του σύγχρονου «σοσιαλισμού» και «αναρχισμού» όπως τα ξέρουμε τώρα.

Μέρος της πρόκλησης για την αντιμετώπιση των «θεωριών συνωμοσίας» είναι ότι ο τρόπος που συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε τη φράση αυτή καθαυτή προδίδει το πώς τα συστήματα εξουσίας στρεβλώνουν τις ιδέες μας. Αν τα κριτήρια που συνήθως χρησιμοποιούμε για να ορίσουμε μία «θεωρία συνωμοσίας» εφαρμόζονταν με συνέπεια, τότε ο ισχυρισμός του Τζορτζ Μπους του νεότερου για την κατοχή όπλων μαζικής καταστροφής από τον Σαντάμ Χουσεΐν θα μπορούσε να θεωρηθεί μία θεωρία συνωμοσίας, αλλά δεν είναι: συνήθως ο όρος «θεωρία συνωμοσίας» αφορά το ποιος μιλάει, το ποιος επιτρέπεται να διατυπώνει θεωρίες. Αλήθεια, αν υπάρχει ένα μόνο πράγμα που είναι μια αλήθεια που παραμένει σταθερή όσον αφορά τη «θεωρία συνωμοσίας» είναι ότι η φράση αυτή χρησιμοποιείται για τον αποκλεισμό ερασιτεχνικών θεωριών εξουσίας από την έγκριτη εξέτασή τους.

Και μάλλον θα σταματήσω εδώ για τώρα. Έχω κάποια άλλα πράγματα που θα μπορούσα να πω γύρω από τη «μυστική εταιρεία», τη δύναμη του «απόκρυφου», και εδώ εννοώ όχι τη μαγεία, αλλά οργάνωση στα κρυφά*, κρυμμένες και κρυμμένοι, σε αντίθεση με το διαδίκτυο [*λογοπαίγνιο, διότι το απόκρυφο έχει δύο έννοιες στα αγγλικά, εκτός τη γνωστή, αυτό που είναι κρυμμένο]. Και θα μπορούσα να μοιραστώ μαζί σας επιπλέον κάποιες άλλες σκέψεις για την πρακτική πρόκληση των θεωριών συνωμοσίας σήμερα. Αλλά γνωρίζω εκ πείρας ότι αν καταπιαστώ με αυτές, κάποια άλλα ζητήματα σχετικά με τον αναρχισμό, και την ιστορία, και τη διαθεματικότητα, ορισμένες φορές χάνονται [σε όλο αυτό]. Έτσι, μας προσκαλώ να ξεκινήσουμε μία κουβέντα, και καθώς αυτή εξελίσσεται μη διστάσετε να με ρωτήσετε γύρω από τις θεωρίες συνωμοσίας.

Erica  Lagalisse

Αγοράστε το βιβλίο από το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο του red n’ noir

Βιβλία που μπορεί να σας ενδιαφέρουν: