Η ληστεία της Πέτρας ΙΙΙ

Από την άλλη πλευρά του τουφεκιού | Σε ένα κόκκινο σούρουπο ξεκίνησε η ληστρική τους ζωή, που σε μια μαύρη αυγή θα τελειώσει

Κεφάλαιο 5 (5 Μαρτίου 1930)

Εκείνο το βράδυ, κανένα από τα δυο αδέλφια δεν κοιμήθηκε ούτε πολύ ούτε καλά. Στις δύο τα μεσάνυχτα, είχανε μια, όχι ακριβώς αναπάντεχη, σίγουρα όμως αρκετά δυσάρεστη επίσκεψη. Ήταν ο διευθυντής της φυλακής, που πήγε πρώτα στον Γιάννη και μετά στον Θύμιο να τους απαγγείλει την απόφαση της κυβέρνησης. Δεν αντέδρασαν. Μπορεί κανείς να πει ότι το περίμεναν. Η αίτηση χάριτος που είχαν κάνει είχε απορριφθεί και πριν λίγες μέρες εκτέλεσαν τους Κουμπαίους. Η σειρά τους πλησίαζε και αυτό ήταν προφανές. Την τελευταία βδομάδα, τους είχαν περιορίσει ακόμα και τη μεταξύ τους επικοινωνία και ούτε στη μάνα τους δεν επέτρεπαν να τους δει στο επισκεπτήριο.

«Θέλεις να αφήσεις καμιά παραγγελία για τη μητέρα σου και τους συγγενείς;» ρωτάει τον Γιάννη ο διευθυντής.

«Ναι», του λέει ο Γιάννης. «Φέρε χαρτιά». 

Αμέσως μετά, έρχεται ο παπάς να τους εξομολογήσει και να τους μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων. Υπάρχει το ενδεχόμενο πως ο Γιάννης εξήγησε στον παπά ότι μάλλον δεν προλαβαίνει να εξομολογηθεί μέχρι το πρωί και ότι έχει να περάσει και από τον Θύμιο να του πει τα ίδια από την αρχή. Ίσως να του πρότεινε τη λύση μιας συνοπτικής εκδοχής. Είναι επίσης πιθανόν πως ο παπάς συμφώνησε, γιατί μόνο έτσι εξηγείται ότι μέχρι τις τρεις το χάραμα είχανε τελειώσει. Από δω και πέρα ο θεός βοηθός αν στρέχει έτσι η αίτησή τους για τον Παράδεισο, αλλά, για να λέμε την αλήθεια, κανείς δεν πιστεύει πως κάποιος από τους δύο πληροί τις προϋποθέσεις. Υπάρχουν σίγουρα άλλοι με καλύτερα βιογραφικά για τη θέση, που πιθανόν να πιάνουν πολλά περισσότερα μόρια από δαύτους. Έτσι τελειώνει η ληστρική τους ζωή. Από την άλλη πλευρά του τουφεκιού. Είναι σχεδόν βέβαιο πως δεν πλαστήκαμε για να ζούμε αιώνια. Τουλάχιστον όχι αυτοί. Να σε τουφεκίζουν, κάπως πάει και έρχεται. Από την προσωπική τους εμπειρία, σίγουρα θα έχουν καταλήξει στην ισχυρή πεποίθηση πως το χειρότερο είναι να σου παίρνουν το κεφάλι.

Κεφάλαιο 6 (Άνοιξη του 1919)

Ο Γιολδάσης και ο Μπέτσος λέγανε πως όπου τους συναντήσουν θα τους ξεμπερδέψουν. Οι Ρεντζαίοι τούς κάλεσαν στη δεξιά ράχη του Μιτσικελίου να παίξουμε τουφεκιές, όμως αυτοί θέλανε να τους πετύχουν με καραούλι και μπαμπεσιά. Τότε ήταν που τα αδέλφια αποφάσισαν να τελειώνουνε μαζί τους. Έσερναν όπου πήγαιναν τα τουφέκια τους και ψάχνανε ευκαιρία να τους βρούνε και να κλείνουν εκκρεμότητες. Η ευκαιρία ήρθε ένα σούρουπο. Τους πέτυχαν στη ράχη του βουνού.

«Κάντε το σταυρό σας γιατί θα πεθάνετε», τους φωνάζει ο Γιάννης.

Ο Γιολδάσης σηκώνει το τουφέκι του. Ο Μπέτσος κάνει να τρέξει για να πιάσει ταμπούρι σε μια μεγάλη πέτρα στην άκρη του βουνού. Ο Γιάννης δεν αφήνει τη στιγμή να χαθεί. Το τουφέκι του είναι γεμάτο. Σκοπεύει και πατάει τέσσερις φορές τη σκανδάλη. Μπαμ-μπαμ, μπαμ-μπαμ. Δυο σφαίρες ρίχνει στον έναν, δυο σφαίρες στον άλλον. Ο Γιολδάσης τρώει τις δυο στο μέτωπο και πέφτει κάτω χωρίς να βγάλει τσιμουδιά. Ούτε που τις άκουσε. Ο Μπέτσος χτυπιέται στη μέση, χάνει την ισορροπία στην ακριανή πέτρα και προσπαθεί να κρατηθεί λίγες στιγμές πριν να γονατίσει. Τελικά, κατρακυλάει κάτω στη χαράδρα. Τον βλέπει ο Γιάννης να πέφτει στο βάραθρο. Γκρεμίζεται με το κεφάλι κάτω και τα πόδια στον ουρανό. Χίλια κομμάτια φτάνει στη γη. Γίνεται ένας σωρός από κρέατα, αίματα και κόκαλα.

«Έτσι σας έπρεπε!»

Και έτσι, με αυτά και με εκείνα, κυλούσε ήρεμα η ζωή, πότε στο Ανώγι πότε κάτω στα χειμαδιά της Φιλιππιάδας. Τώρα, έπαιρναν βεβαίως περισσότερες προφυλάξεις.

Δεν έκλεβαν ακόμα, καθώς τα πεσκέσια πήγαιναν και έρχονταν στα λημέρια τους. Τους τα έστελναν οι ίδιοι οι καραγκούνηδες, άλλοι από υπολογισμένο συμφέρον και άλλοι από φόβο, και τους παράγγελναν ότι έπρεπε να τους θεωρούνε φίλους τους. 

Να ησυχάσουνε πια είναι αδύνατον. Έχουνε μπει στο χορό και δύσκολο είναι να ξεμπλέξουνε. Έχουνε πάρει τρεις ζωές και οι συγγενείς ζητούν το αίμα των σκοτωμένων τους πίσω. Έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο το πάρε-δώσε αίματος, που δεν ξέρει κανείς πλέον ποιος τελικά χρωστάει σε ποιον, και αυτά τα ζητήματα είναι λεπτά για να λυθούν με λογιστικές εξισώσεις.  

Τα πράγματα έγιναν κατά πώς τα προβλέψανε, αλλά πιο γρήγορα από ό,τι περιμένανε. Στο σπίτι του Γιολδάση, είχαν μαζευτεί οι συγγενείς αυτού και του Μπέτσου και ορκιστήκαν να τους πάρουν τα κεφάλια για να εκδικηθούν. Διάλεξαν τους τέσσερις καλύτερους από το συγγενολόι τους. Από τους είκοσι ενδιαφερόμενους διάλεξαν τον Γιάννη και τον Θύμιο Γιολδάση, αδελφούς του σκοτωμένου. Επίσης τον Γιάννη Μπάρο και τον Θύμιο Γιολδάση, ξαδέλφια του σκοτωμένου. Αναρωτιέται κανείς αν χάθηκαν τα άλλα ονόματα στο χωριό ή αν είναι όλοι μόνο Θύμιοι και Γιάννηδες. Ίσως να υπήρχε κάποιος συμβολισμός. Αυτοί οι τέσσερις πήραν τα βουνά με τα τουφέκια τους και προσπαθούσαν να τους βρούνε σε κατάλληλο μέρος να τους τη σφυρίξουν. Τους παρήγγειλαν τότε τα αδέλφια να ησυχάσουν και τους εξήγησε ο Γιάννης σε ένα γράμμα πως οι δικοί τους είχαν σκοτώσει τον πατέρα τους και αυτοί τους σκοτώσανε μετά. Άρα, με βάση τους δικούς τους υπολογισμούς, είναι πάτσι σε αίμα.

Αυτοί φαίνεται κρατούσαν άλλα τεφτέρια που τους έβγαζαν ζημιωμένους, και αντί για άλλη απάντηση τους μήνυσαν ότι άμα τους εύρισκαν θα τους έπαιρναν τα κεφάλια και θα τα κρεμούσαν στην πλατεία του Ανωγίου να τα φτύσει όλος ο κόσμος. Αν και καθόλου δεν τους ευχαρίστησε η απάντηση, αφού αυτοί οι τρόποι είναι κατά κοινή ομολογία απαράδεκτοι, προσπάθησαν ωστόσο να μην ανταμώσουνε, για να αποφύγουνε την αιματοχυσία. Άδικα. Ο Βαγγέλης Χρηστάκης, στη στοά του οποίου έμεναν, τους πρόδωσε για να πάρει λίγα κατοστάρικα, και ένα μεσημέρι βρέθηκαν κυκλωμένοι από όλες τις μεριές. Μια στιγμή ο Γιάννης τα χάνει. Ο Θύμιος τού δίνει κουράγιο.

«Πιάσε πόστο», συμβουλεύει και πέφτει μπρούμυτα σ’ ένα λάκκο.

Το τουφεκίδι ξεκινάει. Τριάντα τουφεκιές αλλάξανε. Τα ταμπούρια που έχουνε πιάσει οι Ρεντζαίοι είναι όπως τα θέλουν, ενώ οι άλλοι ξέρουν από σκοποβολή όσο ο Θύμιος από γαλλικά. Οι σφαίρες τους κάνουν του κεφαλιού τους. Όλες τους πηγαίνουν στα χαμένα. Εκτός από μία, που γρατζουνάει τον ώμο του Γιάννη. Δεν γίνεται όμως το ίδιο και με των Ρεντζαίων, που πειθαρχούν σε ό,τι τις διατάξουνε. Ύστερα από τις δεκαπέντε τουφεκιές, ο Γιάννης και ο Θύμιος Γιολδάσης μένουν στον τόπο. Οι άλλοι δύο μένουν με κομμένο το αίμα μπροστά σε αυτήν την εξέλιξη και ρίχνουν σφαίρες στον αέρα. Τελικά παραδίνονται.

«Παραδινόμαστε», δηλώνουν.

«Πετάξτε τα τουφέκια», τους λέει ο Γιάννης. Τα πετάνε και αρχίζουν να κλαίνε.

«Εμείς δεν φταίμε!»

«Φτου να χαθείτε, δειλοί», τους μαλώνει ο Θύμιος.

Και οι δυο τους κλαίνε. Περισσότερο τρέμει από φόβο εκείνος ο Μπάρος.

«Καπετάν Γιάννη», φωνάζει. «Εγώ δεν φταίω, με πήραν με το στανιό. Μη με σκοτώσεις, καπετάν Γιάννη. Τι να έκανα; Συγγενής ήμουνα και τους ακολούθησα».

Ο άλλος ο Γιολδάσης δεν λέει τίποτα. Τρέμει μόνο και δεν μιλά.

«Ελάτε κοντά», τους προστάζει.

Πλησιάζουν. Ο Θύμιος παίρνει τα τουφέκια τους και τ’ ανοίγει. Έχουν δυο σφαίρες το καθένα μέσα, αλλά είναι χτυπημένες.

«Να τους την ανάψω;» ρωτάει θυμωμένος τον αδελφό του. «Αυτοί παρά λίγο να μας ξεκάνουν».

Ο Γιάννης δεν τον αφήνει και γυρνάει σ’ αυτούς.

«Γδυθείτε! Βγάλτε και τα τσαρούχια σας!»

Ο Μπάρος και ο Γιολδάσης κάνουν ό,τι τους λέει χωρίς να πουν λέξη. Μένουν μόνο με τα εσώρουχα. Ο Θύμιος τους φτύνει και τους στέλνει κατ’ ανέμου, προειδοποιώντας τους: 

«Αν άλλη φορά σας απαντήσω στο δρόμο μου, δεν θα τη γλιτώσετε. Και πείτε και στους άλλους ότι ο Θύμιος ο Ρέντζος δεν χωρατεύει».

Έτσι, ολοτσίτσιδοι, τράβηξαν για το Ανώγι και μαζεύτηκαν οι χωριάτες να τους δουν σ’ αυτήν την κατάσταση. Ήταν δύση όταν σκοτώσανε τον Θύμιο και τον Γιάννη Γιολδάση. Σε κείνο το κόκκινο σούρουπο ξεκίνησε για τα καλά η ληστρική τους ζωή, που σε μια μαύρη αυγή θα τελειώσει.

(Το επόμενο Σάββατο στο red n’ noir: Έτσι ήταν γραφτό μου να μην γνωρίσω τον κόσμο. Κλείστηκα νωρίς στις φυλακές και έμεινα χρόνια εκεί μέσα… / Ράι, ράι!  λέει. Δηλαδή «ήμαρτον, ήμαρτον» όπως λέμε εμείς ελληνικά)