Οι περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς ΙΙΙ

Η Περιπέτεια του Σμαραγδένιου Διαδήματος / Τρίτο μέρος

Ο Χολμς μειδίασε, αλλά το πρόσωπό του έμεινε απαθές.    
    
«Θα ήθελα τώρα», είπε, «να ανέβω στο πρώτο πάτωμα. Ίσως υπάρξει ανάγκη να ξαναβγώ έξω πριν ανέβω».

Εξέτασε βιαστικά όλα τα παράθυρα και στάθηκε περισσότερο εμπρός στο παράθυρο του διαδρόμου που έβλεπε στο δρομίσκο. Το άνοιξε και εξέτασε προσεκτικά το πεζούλι με το φακό του. «Ας ανέβουμε τώρα», είπε.

Το γραφείο του τραπεζίτη ήταν απλούστατα επιπλωμένο, με ένα γκρίζο χαλί, ένα μεγάλο γραφείο και έναν καθρέφτη. Ο Χολμς πήγε πρώτα στο γραφείο και εξέτασε την κλειδαριά.

«Τι κλειδί χρησιμοποίησαν για να το ανοίξουν;»

«Εκείνο που υπέδειξε ο ίδιος ο γιος μου, το κλειδί του ντουλαπιού της αποθήκης.»
«Το έχετε;»

«Αυτό που είναι πάνω στο τραπέζι.»

Ο Σέρλοκ Χολμς το πήρε και άνοιξε το γραφείο.

«Είναι αθόρυβη κλειδαριά. Δεν είναι περίεργο που δεν σας ξύπνησε ο κρότος της. Αυτή τη θήκη έχει το διάδημα;»

Άνοιξε τη θήκη και βγάζοντας το διάδημα το ακούμπησε στο τραπέζι. Ήταν ένα θαυμάσιο κόσμημα με ωραιότατα διαμάντια. Στη μια άκρη του ήταν στραβωμένο και έλειπε ένα κομμάτι με τρία διαμάντια.

«Ορίστε, κύριε Χόλντερ», είπε ο Σέρλοκ Χολμς, «η αντίθετη άκρη εκείνης που είναι σπασμένη. Σας παρακαλώ να το σπάσετε.»

Ο τραπεζίτης οπισθοχώρησε.

«Ποτέ!»

«Ε λοιπόν, θα προσπαθήσω εγώ.»

Ο Χολμς έβαλε όλη του τη δύναμη, χωρίς να κατορθώσει να το σπάσει.

«Αισθάνομαι ότι αρχίζει να υποχωρεί», είπε, «αλλά, αν και έχω εξαιρετικά δυνατά δάκτυλα, θα χρειαζόμουν πολλή ώρα για να το σπάσω. Και τι θα συνέβαινε αν το κατόρθωνα; Θα έκανε έναν κρότο σαν πυροβολισμό. Δεν θα ήταν δυνατόν να γίνει αυτό μέσα στο δωμάτιο, χωρίς να το ακούσετε από το κρεβάτι σας». 

«Δεν ξέρω πια τι να υποθέσω. Όλο και σκοτεινότερη γίνεται η υπόθεση αυτή.»

«Όλα όμως θα διαφωτιστούν γρήγορα. Τι φρονείτε, δεσποινίς Χόλντερ;»

«Ομολογώ ότι συμμερίζομαι την απορία του θείου μου.»

«Ο γιος σας δεν φορούσε υποδήματα όταν τον είδατε;»

«Δεν είχε παρά μόνο το πουκάμισο και το παντελόνι.»

«Ευχαριστώ! Με την άδειά σας, κύριε Χόλντερ, θα συνεχίσω τις έρευνές μου έξω.»
Έφυγε και, μετά από μία και πλέον ώρα, επανήλθε με τα πόδια γεμάτα χιόνια.

«Νομίζω πως είδα τώρα ό,τι ήθελα, κύριε Χόλντερ. Τώρα φεύγω, διότι θα σας φανώ περισσότερο χρήσιμος στο σπίτι μου.»

«Αλλά τα διαμάντια, κύριε Χολμς, πού είναι;»

«Δεν μπορώ να σας το πω.»

Ο τραπεζίτης έσφιξε τα χέρια.

«Δεν θα τα ξαναδώ ποτέ πια», φώναξε. «Και ο γιος μου; Μου δίνετε ελπίδες;»

«Η γνώμη μου δεν άλλαξε καθόλου.»

«Τότε, για όνομα του θεού, τι είναι αυτή η φρικώδης τραγωδία που μου συνέβη;»

«Αν θέλετε να έρθετε αύριο στο σπίτι μου το πρωί μεταξύ εννιά και δέκα, θα είμαι ευτυχής να σας τα εξηγήσω όλα. Αν εννόησα καλά, μου δίνεται κάθε ελευθερία για να βρω τα διαμάντια.»

«Θα δώσω όλη μου την περιουσία για να τα βρω.»

«Ωραία. Θα εξετάσω την υπόθεση ως αύριο. Εις το επανιδείν. Πιθανόν να γυρίσω εδώ πάλι πριν νυχτώσει.»

Ήταν φανερό για μένα ότι ο φίλος μου είχε ήδη βρει τη λύση. Πολλές φορές κατά την επιστροφή μας προσπάθησα να τον ρωτήσω, αλλά απέφευγε διαρκώς, ώστε αναγκάστηκα να παραιτηθώ από  την προσπάθεια. Η ώρα ήταν τρεις όταν φτάσαμε στο σπίτι. Πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό του, από το οποίο εξήλθε μετά από λίγο ντυμένος ως αλήτης.

«Πιστεύω πως είμαι καλός», είπε, ρίχνοντας ένα βλέμμα στον καθρέπτη. «Θα ήθελα, αν μπορούσες, να έρθεις και εσύ μαζί μου Ουότσον, αλλά φοβάμαι ότι θα βλάψεις την υπόθεση. Δεν ξέρω και εγώ ακόμα αν βρίσκομαι στα ίχνη ή αν απατώμαι. Εν πάση περιπτώσει, θα το μάθω γρήγορα. Ελπίζω να επιστρέψω γρήγορα».

Πήγε στον μπουφέ, πήρε ένα σάντουιτς, το έβαλε στην τσέπη του και έφυγε.

Είχα πάρει το τσάι μου στις πέντε, όταν επανήλθε πολύ ευδιάθετος και κρατώντας στα χέρια του ένα παλιό παπούτσι με λάστιχο. Το έριξε σε μια γωνία και πήρε ένα φλιτζάνι τσάι.

«Μπήκα σπίτι περνώντας», είπε, «και θα ξαναφύγω».

«Πού;»

«Στο απέναντι μέρος του Ουέστ Εντ. Θα απουσιάσω ίσως για λίγο καιρό. Μην με περιμένεις.»

«Και πώς πάει η δουλειά;»

«Έτσι κι έτσι. Δεν έχω παράπονα. Γύρισα στο σπίτι του τραπεζίτη, χωρίς να μπω ξανά μέσα. Είναι ένα χαριτωμένο πρόβλημα και είμαι ενθουσιασμένος γιατί το έλυσα. Αλλά δεν έχω καιρό να φλυαρώ. Θα βγάλω αυτά τα ύποπτα ρούχα και θα γίνω πάλι εγώ.»

Έβλεπα από τον τρόπο του ότι ήταν απολύτως ικανοποιημένος. Τα μάτια του έλαμπαν και τα συνήθως ωχρά μάγουλά του ήταν κόκκινα. Ανέβηκε στο δωμάτιο και μετά από λίγα λεπτά επανήλθε με το συνηθισμένο του σακάκι και έφυγε αμέσως.
Τον περίμενα ως τα μεσάνυχτα και βλέποντας ότι δεν έρχεται πήγα να κοιμηθώ. Δεν γνωρίζω τι ώρα επέστρεψε, αλλά όταν το πρωί κατέβηκα για το πρόγευμα τον βρήκα εκεί, ευδιάθετο πολύ, να πίνει καφέ και να διαβάζει εφημερίδα.

«Θα με συγχωρέσεις διότι άρχισα να τρώω χωρίς εσένα, Ουότσον», μου λέει, «αλλά μην λησμονείς ότι ο πελάτης μας πρόκειται να έρθει νωρίς».

«Αλήθεια, πέρασε ήδη η ενάτη! Και νομίζω μάλιστα πως έρχεται…»

Το κουδούνι είχε χτυπήσει πράγματι. Ο τραπεζίτης μπήκε. Μου έκανε κατάπληξη η αλλοίωση του προσώπου του, το οποίο ήταν οικτρό στη θέα. Εισήλθε συρόμενος μάλλον.

«Δεν γνωρίζω», είπε, «τι έκανα για να με χτυπά τόσο πολύ η μοίρα. Πριν δύο μόλις ημέρες, ήμουν ένας άνθρωπος ευτυχής και ευδαίμων. Σήμερα ,δεν μου μένει παρά ένα ατιμασμένο γήρας. Η ανεψιά μου Μαίρη με εγκατέλειψε».

«Σας εγκατέλειψε;»

«Ναι. Το κρεβάτι της έμεινε άθικτο σήμερα το βράδυ και έφυγε αφήνοντας ένα γράμμα στο τραπέζι της. Να τι γράφει:

‘‘Αγαπητέ μου θείε,
Αισθάνομαι ότι υπήρξα η αφορμή της δυστυχίας σας και ότι αν φερόμουν διαφορετικά τίποτα δεν θα συνέβαινε. Δεν μπορώ πια ποτέ να είμαι ευτυχής υπό τη στέγη σας και πρέπει να σας εγκαταλείψω για πάντα. Μην ανησυχείτε για το μέλλον μου γιατί είναι εξασφαλισμένο και ιδίως μην με αναζητήσετε γιατί θα χάσετε τον κόπο σας. Εφ’ όρου ζωής θα είμαι η αφοσιωμένη σας,
Μαίρη’’

Τι σημαίνει αυτό το γράμμα, κύριε Χολμς; Μήπως αυτοκτόνησε;»

«Όχι, όχι καθόλου! Και ίσως αυτή είναι η καλύτερη λύση. Μπορώ να σας βεβαιώσω, κύριε Χόλντερ, ότι πλησιάζει το τέλος των βασάνων σας.»

«Νομίζετε; Τι μάθατε, κύριε Χολμς; Γνωρίζετε πού είναι τα διαμάντια;»

«Δίνετε τρεις χιλιάδες λίρες για τα τρία;»

«Δίνω δέκα.»

«Περιττό. Τρεις χιλιάδες αρκούν. Θα χρειαστεί ίσως και μια μικρή αμοιβή. Έχετε το βιβλιάριο των επιταγών μαζί σας; Γράψτε τέσσερις χιλιάδες.»

Ο τραπεζίτης υπέγραψε. Ο Χολμς πήγε στο γραφείο του, άνοιξε το σύρτη και έβγαλε ένα τριγωνικό τεμάχιο χρυσού με τρία διαμάντια, το οποίο έδωσε στον τραπεζίτη.

«Το βρήκατε;» φώναξε έξαλλος από χαρά. «Σώθηκα! Σώθηκα!»

«Έχετε και ένα άλλο χρέος ακόμα, κύριε Χόλντερ», είπε ο Χολμς.

«Χρέος; Πόσο είναι; Θα σας πληρώσω.»

«Όχι εμένα. Χρωστάτε να ζητήσετε βαθύτατη συγγνώμη από τον ευγενικό εκείνο γιο σας, ο οποίος συμπεριφέρθηκε ως αληθινός ευπατρίδης.»

«Ώστε ο Αρθούρος δεν έκλεψε τις πέτρες;»

«Σας το είπα χθες, σας το επαναλαμβάνω και σήμερα ότι ο γιος σας είναι αθώος.»

«Είστε βέβαιος; Ας τρέξουμε αμέσως να του αναγγείλω την αλήθεια.»

«Τη γνωρίζει ήδη. Όταν ξεκαθάρισα το πρόβλημα, έχοντας μια συζήτηση μαζί του και βλέποντας ότι δεν ήθελε να μιλήσει, του τα είπα εγώ όλα. Αναγκάστηκε τότε να ομολογήσει ότι είχα δίκαιο και μου έδωσε ακόμα μερικές λεπτομέρειες που μου χρειάζονταν.»

«Εξηγείστε μου λοιπόν αυτό το μυστήριο!»

«Αμέσως. Αλλά πιο πριν, θα σας ανακοινώσω κάτι το πολύ λυπηρό για σας και για μένα. Υπήρχε συνεννόηση μεταξύ του Σερ Τζορτζ Μπόρνελ και της ανεψιάς σας Μαίρης. Έφυγαν μαζί.»

«Η Μαίρη μου; Αδύνατον!»

«Δυστυχώς, είναι αλήθεια. Ούτε εσείς ούτε ο γιος σας δεν γνωρίζατε τον πραγματικό χαρακτήρα του ανθρώπου αυτού που τον είχατε φίλο σας. Είναι ο πλέον επικίνδυνος άνθρωπος της Αγγλίας, ένας κατεστραμμένος χαρτοπαίχτης χωρίς καρδιά και συνείδηση. Η ανεψιά σας δεν το γνώριζε επίσης. Όταν της ψιθύρισε ερωτικούς λόγους, πίστεψε σε αυτόν. Ο σατανάς ενέπνεε αυτόν τον άνθρωπο και στο τέλος η δυστυχής κοπέλα κατάντησε παιχνίδι στα χέρια του. Κάθε βράδυ είχε ραντεβού μαζί του.»

«Δεν το πιστεύω, δεν το πιστεύω!» φώναξε ο τραπεζίτης.

«Ε λοιπόν, θα σας διηγηθώ τι συνέβη στο σπίτι σας προχθές το βράδυ. Η ανεψιά σας, όταν νόμισε ότι αποσυρθήκατε στον κοιτώνα σας, κατέβηκε σιγά σιγά και πήγε να συνομιλήσει με τον εραστή της στο παράθυρο που βλέπει στο δρομίσκο. Τα ίχνη των ποδιών του έμειναν καθαρά στο χιόνι. Του ανέφερε δε το διάδημα. Εκείνος, του οποίου το πάθος για το χρυσάφι αφυπνίσθηκε, πίεσε την ανεψιά σας να κάνει ό,τι της πει. Υπάρχουν βλέπετε γυναίκες, στις οποίες ο έρωτας κυριαρχεί οποιουδήποτε άλλου καθήκοντος. Μόλις είχε λάβει τις οδηγίες του και σας άκουσε να κατεβαίνετε. Έκλεισε τότε βιαστικά το παράθυρο και σας διηγήθηκε την ιστορία της καμαριέρας που είχε βγει για να συναντήσει τον εραστή της. Ο γιος σας Αρθούρος πήγε να κοιμηθεί, αλλά έμεινε άγρυπνος γιατί συλλογιζόταν το χρέος του. Στο μέσο της νύχτας, άκουσε έναν ελαφρύ θόρυβο μπροστά στην πόρτα του, σηκώθηκε, την άνοιξε και διέκρινε κατάπληκτος την ξαδέλφη του που, βαδίζοντας με προσοχή, έμπαινε στο γραφείο σας. Τρομαγμένος πέρασε ένα ρούχο πάνω του και περίμενε στη σκιά. Η ανεψιά σας βγήκε μετά από λίγο, έχοντας μαζί της το διάδημα. Κατέβηκε τη σκάλα. Εκείνος τρέμοντας την ακολούθησε και τότε έντρομος την είδε να ανοίγει το παράθυρο, να δίνει το κόσμημα σε κάποιον που περίμενε στο δρόμο και να επιστρέφει στο δωμάτιό της.

»Μόλις εξαφανίστηκε εκείνη που αγαπούσε, ο γιος σας όρμησε ξυπόλητος καθώς ήταν, πήδηξε στο χιόνι και έτρεξε στο δρομίσκο προς τον άγνωστο, τον οποίο και έφτασε. Ο Σερ Τζορτζ Μπόρνουελ του ζήτησε να φύγει. Ακολούθησε άγρια πάλη, κατά τη διάρκεια της οποίας οι δυο άντρες τραβούσαν μεταξύ τους το διάδημα. Ο Αρθούρος χτύπησε με μια γροθιά τον Σερ Τζορτζ και τον τραυμάτισε στο μάτι. Υποχώρησε τότε, και ο γιος σας, κρατώντας πλέον το διάδημα, έφυγε και ανέβηκε στο γραφείο σας. Τότε μόνο αντιλήφθηκε ότι το κόσμημα είχε στραβώσει και προσπάθησε να το διορθώσει, όταν φτάσατε εσείς.»

«Είναι δυνατόν;» ψιθύρισε ο τραπεζίτης.

«Τον εξοργίσατε βρίζοντάς τον, τη στιγμή που εκείνος περίμενε συγχαρητήρια. Δεν μπορούσε να πει την αλήθεια, χωρίς να ενοχοποιήσει εκείνη που αγαπούσε. Αποφάσισε να φυλάξει το μυστικό του.»

«Και γι’ αυτόν λοιπόν, κατόπιν, άρχισε να κλαίει και λιποθύμησε βλέποντας το διάδημα! Θεέ μου, πώς δεν το κατάλαβα! Και ο γιος μου ζητούσε την άδεια να απουσιάσει για πέντε λεπτά. Θα ήθελε φαίνεται να δει μήπως τα διαμάντια πέσανε κάτω στο χιόνι!»

«Όταν έφτασα στο σπίτι σας, αναζήτησα ίχνη στο χιόνι. Εμπρός στο μαγειρείο, κάποια γυναίκα είχε σταθεί να κουβεντιάσει με έναν άνθρωπο που είχε ξύλινο πόδι. Σκέφτηκα ότι θα ήταν η υπηρέτρια με τον μανάβη. Στο δρομίσκο όμως ανακάλυψα άλλα ίχνη, σοβαρότερα. Υπήρχε διπλή σειρά βημάτων ενός άντρα με παπούτσια και μια άλλη διπλή σειρά ανθρώπου ξυπόλητου. Βεβαιώθηκα ότι ο ξυπόλυτος ήταν ο γιος σας. Παρακολούθησα τα ίχνη αυτά, τα οποία με οδήγησαν στο παράθυρο του διαδρόμου, όπου ο άνθρωπος με τα παπούτσια παρέμεινε φαίνεται πολύ. Κατόπιν, παρακολούθησα τη δεύτερη σειρά των βημάτων του και έφτασα σε απόσταση εκατό περίπου μέτρων στο δρομίσκο. Εκεί, τα παπούτσια είχαν αντιμετωπίσει τον ξυπόλητο άνθρωπο και έγινε πάλη. Το χιόνι ήταν καταπατημένο και υπήρχαν μερικές σταγόνες αίματος. Ο άνθρωπος έτρεξε κατόπιν φεύγοντας, ενώ η συνέχεια των σταγόνων αίματος έδειχνε ότι αυτός είχε πληγωθεί.    
      
»Μπαίνοντας στο σπίτι, εξέτασα με το φακό το παράθυρο. Εκεί, διέκρινα το ίχνος ενός γυμνού ποδιού βρεγμένου. Σχημάτισα λοιπόν αμέσως τη γνώμη μου. Κάποιος είχε σταθεί κάτω από το παράθυρο. Ένας άλλος του έφερε από μέσα το διάδημα. Ο γιος σας, ακούγοντας κρότο και βλέποντας τα συμβαίνοντα, καταδίωξε τον κλέφτη, πάλεψε μαζί του και έτσι το διάδημα έσπασε. Όλα πλέον ήταν καθαρά για μένα. Έμενε τώρα να εξακριβώσω ποιος ήταν ο κλέφτης και ποιος είχε δώσει το διάδημα.
»Είχα από πάντα την αρχή ότι όταν αποκλείσεις το αδύνατο, όσο απίθανο και να φαίνεται κάτι μετά είναι η αλήθεια. Γνώριζα ότι εσείς δεν είχατε φέρει έξω το διάδημα, άρα δεν έμενε λοιπόν παρά η ανεψιά σας και οι υπηρέτες.

»Αλλά αν επρόκειτο για τους υπηρέτες, γιατί ο γιος σας να κατηγορηθεί αν ήταν αθώος. Ενώ για την ανεψιά σας είχε λόγο, εξαιτίας του προς αυτή σφοδρού έρωτά του, να φυλάξει το μυστικό, αφού μάλιστα η αποκάλυψή του θα την ατίμαζε. Όταν θυμήθηκα ότι είδατε τη νέα στο παράθυρο και ότι λιποθύμησε βλέποντας πάλι το διάδημα, η υποψία μου μεταβλήθηκε σε βεβαιότητα. Και ποιος ήταν ο συνένοχός της; Ένας εραστής προφανώς, το μόνο πρόσωπο που θα είχε τη δύναμη να την κάνει να λησμονήσει τη συμπάθεια και την ευγνωμοσύνη της προς εσάς. Γνώριζα ότι βγαίνετε σπάνια και πως ο κύκλος των φίλων σας είναι περιορισμένος. Μεταξύ όμως αυτών, ήταν και ο Σερ Τζορτζ Μπόρνελ. Είχα ακούσει να μιλούν για αυτόν ως ένα επικίνδυνο υποκείμενο. Ο άνθρωπος λοιπόν με τα παπούτσια θα ήταν εκείνος και τα διαμάντια βρίσκονταν στην κατοχή του. Αν και αναγνωρίστηκε από τον Αρθούρο, μπορούσε να θεωρεί τον εαυτό του ασφαλή, γιατί ήταν αδύνατον ο γιος σας να τον καταγγείλει χωρίς να ενοχοποιήσει την ίδια του την οικογένεια.

»Τώρα φαντάζεστε εύκολα τα μέσα που χρησιμοποίησα. Πήγα στο σπίτι του Σερ Τζορτζ μεταμφιεσμένος σε αλήτη, γνωρίστηκα με τον καμαριέρη του, ο οποίος με πληροφόρησε ότι ο κύριός του είχε τραυματιστεί στο κεφάλι την παρελθούσα νύχτα, και με έξι σελίνια απέκτησα μια ασφαλή απόδειξη, αγοράζοντας ένα ζεύγος παλιών του υποδημάτων. Τα πήρα μαζί μου και είδα ότι εφαρμόζονται ακριβώς στα ίχνη που είχα παρατηρήσει στο χιόνι.»

«Είδα πράγματι έναν αλήτη να περιφέρεται χθες στο δρομίσκο.»

«Ακριβώς. Εγώ ήμουν. Αφού λοιπόν βρήκα τον άνθρωπό μου, γύρισα και άλλαξα ρούχα. Αλλά μου έμεινε ακόμα το λεπτότερο μέρος του έργου μου. Δεν ήταν δυνατή η μήνυση για να μην ξεσπάσει σκάνδαλο και γνώριζα ότι ένας παλιάνθρωπος σαν τον Σερ Τζορτζ θα αντιλαμβανόταν ότι έχουμε δεμένα χέρια. Πήγα να τον δω. Κατ’ αρχάς φυσικά τα αρνήθηκε όλα. Κατόπιν, μόλις του εξήγησα με όλες τις λεπτομέρειες τι συνέβη, θέλησε να κάνει θόρυβο και άρπαξε ένα εγχειρίδιο από μια πανοπλία. Εγώ τότε του πρότεινα το πιστόλι μου πριν προφτάσει να κινηθεί. Του είπα ότι θα του πληρώναμε τα διαμάντια που είχε στην κατοχή του για χίλιες λίρες το καθένα. Αυτό τον έκανε να φανεί μετανοημένος για το έργο του.

‘‘Να πάρει ο διάβολος!’’ είπε. ‘‘Τα πούλησα και τα τρία για εξακόσιες λίρες’’. Του ζήτησα τη διεύθυνση του κλεπταποδόχου, υποσχόμενος ότι δεν θα καταδιωχτεί. Πήγα αμέσως εκεί και μετά από πολλές διαπραγματεύσεις πήρα τα διαμάντια για χίλιες λίρες το καθένα. Πήγα κατόπιν να δω τον γιο σας στη φυλακή, του ανακοίνωσα ότι όλα διορθώθηκαν και τέλος επέστρεψα να κοιμηθώ στις δύο το πρωί, αφού εργάστηκα πολύ καλά και έμεινα ευχαριστημένος.»

«Σώσατε την Αγγλία από ένα μεγάλο σκάνδαλο», είπε ο τραπεζίτης εγειρόμενος. «Και τώρα, πρέπει να τρέξω στον γιο μου να του ζητήσω συγγνώμη. Όσο για την καημένη τη Μαίρη, δεν θα μπορούσατε άραγε, κύριε Χόλμς, να ανακαλύψετε πού βρίσκετε τώρα;»

«Μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι βρίσκεται εκεί που είναι και ο Σερ Τζορτζ Μπόρνουελ. Και οπωσδήποτε, όποιες κι αν είναι οι αμαρτίες της, θα λάβουν γρήγορα μια ικανοποιητική τιμωρία.»

ΤΕΛΟΣ