Σπορ και κοινωνικές αντιστάσεις: Ψιλή κουβέντα με τον Νάσο Μπράτσο

Μια ιστορία των κοινωνικών αντιστάσεων στην Ελλάδα μέσα από το ποδόσφαιρο, από τον Μεσοπόλεμο μέχρι τη Μεταπολίτευση

Το Σπορ και Κοινωνικές Αντιστάσεις του Νάσου Μπράτσου είναι, με έναν τρόπο, η συνέχεια του προηγούμενου βιβλίου του Αθλητισμός και Κοινωνικά Κινήματα.  Μια ιστορία των κοινωνικών αντιστάσεων στην Ελλάδα μέσα από τα σπορ, και κυρίως μέσα από το ποδόσφαιρο, από τον Μεσοπόλεμο μέχρι τη Μεταπολίτευση. Είναι μια συλλογή μαρτυριών και αρχειακού υλικού που συγκέντρωσε ο Νάσος Μπράτσος.

«Όσες ομάδες κρατάγανε κάποια αρχεία με το τι είχανε κάνει, μπορεί να ήταν και ένα  μπακαλόχαρτο που έγραφε ότι το 1943 παίξαμε με τους τάδε, είναι μια πηγή στην οποία μπορεί να αναφερθεί κάποιος. Άλλα αρχεία καταστράφηκαν, διότι με την υποχώρηση των Γερμανών καήκαν σπίτια, κοινότητες, σκοτώθηκαν άνθρωποι⸱ υπήρχε η φυσική καταστροφή λόγω των γεγονότων. Όμως υπήρχε και η άγνοια, αργότερα, να θεωρούν ότι είναι παλιατσαρία –παλιά χαρτιά– και να μην έχουν συνειδητοποιήσει την αξία τους, με αποτέλεσμα πολλές φορές να πετάγονται στα σκουπίδια.

Τα αρχεία από τον Κεραυνό Κερατέας, για παράδειγμα, διασώθηκαν από κάδο σκουπιδιών. Πέταγαν από την παλιά κοινότητα Κερατέας ό,τι χαρτούρα είχαν και ένας καθηγητής, ο οποίος είχε μεγάλη τριβή με την ιστορία, τα είδε και τα έσωσε από εκεί. Στο Μοσχάτο, που έχω βρει κάτι χαρτιά, τα σώσανε τελευταία στιγμή, όταν, μετά από πλημμύρα, ένας φύλακας τα βρήκε μουλιασμένα και θεώρησε ότι πρέπει να τα πετάξει. Τον πέτυχαν με τις  σκουπιδοσακούλες στα χέρια. Πολλές φορές ο κόσμος δεν αντιλαμβάνεται την αξία της ιστορίας που γράφει γιατί είναι η καθημερινότητά του και πολλά πράγματα χαθήκαν έτσι.

Εφημερίδες είναι σπάνιο να βρεις από την Κατοχή, γιατί τα έντυπα είναι πολύ λίγα, πράγμα λογικό, γιατί και το χαρτί ήταν λίγο και τα έξοδα πολλά, αλλά ήταν και φιλτραρισμένα από τη λογοκρισία.»

Τα σπορ, είτε ως θέαμα είτε ως εμπόρευμα είτε ακόμα και ως δραστηριότητα, είναι βασικό πεδίο στο οποίο οι εξουσίες επενδύουν για μια σειρά από κοινωνικούς, πολιτικούς, οικονομικούς και προπαγανδιστικούς λόγους. Από την άλλη όμως, μέσα από το βιβλίοτου Νάσου Μπράτσου, προκύπτει πως παράλληλα είναι και ένα πεδίο που αναπτύσσονται κοινωνικές αντιστάσεις.

Ο Νάσος Μπράτσος αναφέρει πως αυτή είναι μάλλον μια ιστορία που ξεκινάει από την περίοδο του Μεσοπολέμου

«Το βασικό είναι ότι ενώ το ποδόσφαιρο αρχικά ήταν λαϊκό άθλημα –με την έννοια ότι μπορούσαν να το παίζουν σε μια αλάνα με ένα κουρέλι, δεν ήθελε δηλαδή ιδιαίτερη υποδομή και αναπτύχθηκε σε περιοχές που υπήρχε συγκέντρωση βιομηχανικών εργατών λόγω της δομής της οικονομίας τότε –, διεκόπη βίαια λόγω του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου και συνολικά του πακέτου των Βαλκανικών και της Μικρασιατικής Καταστροφής. Αυτό σημαίνει ότι στις εργατογειτονιές μετά τον πόλεμο υπήρχε κοινωνική δυσαρέσκεια, οπότε φτιάχτηκε μια κουλτούρα αθλητική και αντιπολεμική, κυρίως από τους πρόσφυγες, που είχαν αναπτύξει τον τομέα του αθλητισμού.

Αυτό το βλέπανε και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και, υπολογίζοντας ότι ξαναπάνε για πόλεμο, επένδυσαν ξανά στον αθλητισμό, προκειμένου να προσεγγίσουν κομμάτια της νεολαίας.

Πιο καλά το έκαναν ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ, γιατί ήταν η πιο σκληρή εκδοχή των επιλογών αυτών: του μιλιταρισμού και της πολεμοκαπηλείας. Ακριβώς επειδή αυτό το είχαν δει οι σοσιαλιστικές ομάδες που υπήρχαν πριν τον Α’ Παγκόσμιο, καθώς και τα κουμμουνιστικά κόμματα που είχαν φτιαχτεί, δημιουργήσανε μια δομή που ονομάστηκε Κίνημα του Εργατικού Αθλητισμού. Εκεί, συμμετείχαν πολλές ομάδες, οι οποίες ήταν δομημένες –και καταστατικά– πάνω σε αυτή την επιλογή. Ήταν τόσες πολλές στην Ευρώπη, που κάνανε δικά τους πρωταθλήματα και δικές τους ομοσπονδίες. Άρα, υπήρχαν δυο παράλληλες διοργανώσεις, οι επίσημες κρατικές και οι άλλες, που όμως είχαν μεγάλο εύρος και έφταναν μέχρι και στην τοπική αυτοδιοίκηση.  

Οι επίσημες διοργανώσεις είδαν σαν εχθρό τους το αντιπολεμικό αθλητικό κομμάτι, με αποτέλεσμα να τους δημιουργούνε συνεχώς προβλήματα, μέχρι και απευθείας επιθέσεις στρατού και χωροφυλακής. Ένα τέτοιο περιστατικό ανακάλυψα όταν δούλευα την ιστορία των συνδικάτων. Σε έναν αγώνα στον Βόλο που έχει πάει μια ομάδα από την Αθήνα, αρχίζουν ξαφνικά να φωνάζουν όλοι μαζί οι φίλοι και των δύο ομάδων αντιπολεμικά συνθήματα, στη συνέχεια κάνουν διαδήλωση και τους χτυπάει η χωροφυλακή.

Στον Μεσοπόλεμο, υπήρχε η λογική του μποϊκοτάζ σε φασιστικές αθλητικές δραστηριότητες. Κορυφαίο γεγονός ήταν η Ολυμπιάδα του Βερολίνο το 1936 και η Λαϊκή Ολυμπιάδα στην Ισπανία. Αυτό δεν σημαίνει ότι όσοι πήγαν σε αποστολές στο Βερολίνο ήταν φασίστες. Υπήρχε η κρατική αποστολή κάθε φορά που διάλεγε κάποιους αθλητές και υπό αυτή τη λογική εξηγείται ότι από τις ΗΠΑ πήγε ο Τζέσε Οόυενς, που ήταν μαύρος, και τους ξεφτίλισε. Η Λαϊκή Ολυμπιάδα από την άλλη πήγε να γίνει σαν αντίπραξη. Στην ουσία, μόνο ξεκίνησε η τελετή έναρξης, γιατί τη χτύπησε ο Φράνκο με βομβαρδισμό. Όταν γύρισαν οι έλληνες αθλητές που πήγαν εκεί, είχε γίνει η διδακτορία του Μεταξά, ο οποίος τους περίμενε και τους ταλαιπώρησε με διώξεις.»

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των φασιστικών και ναζιστικών καθεστώτων

«Η διαφορά του Χίτλερ με τον Μουσολίνι είναι ότι ο Μουσολίνι δεν επένδυε στα αποτελέσματα για την ανωτερότητα της άριας φυλής. Αποτέλεσμα της χιτλερικής  πρακτικής ήταν ότι ενώ τους αθλητές που ήταν πολυνίκεις γερμανοί τους είχε στα όπα-όπα, όταν άρχιζαν να χάνουν τους έτρωγε το μαύρο σκοτάδι.

Αυτό που επιχείρησε να κάνει και ο Μεταξάς στην Ελλάδα ήταν οι μετονομασίες σωματείων τα οποία δεν του δήλωσαν πίστη (πίστη για τον Μεταξά ήταν να συμμετέχουν στις παρελάσεις που έκανε). Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι τους άλλαζε όνομα, ξήλωνε τη διοίκηση και σταματούσαν να έχουν ρίζα με το παρελθόν τους. Για παράδειγμα, ο Μακεδονικός Θεσσαλονίκης είχε ιδρυθεί ως Προσφυγική Ένωση Θεσσαλονίκης. Ο Μεταξάς επειδή θεωρούσε ότι οι πρόσφυγες είναι ένα κομμάτι που δεν τον κοιτάει με καλό μάτι, τους έπαιρνε και το όνομα της ομάδας. Συγχρόνως, κατέβαζε ομάδες της ΕΟΝ, της φασιστικής νεολαίας της εποχής, ή υποχρεώνε ομάδες που ήταν μεικτές να παίρνουν το όνομα της ΕΟΝ, ώστε να εμφανίζεται με το ζόρι η ομάδα ως φασιστική στον τίτλο. Δεν το δούλεψε πολύ αυτό το πράγμα, γιατί ξεκίνησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και δεν ξέρω αν είχε και την οργανωτική δυνατότητα να το κάνει.

Ο Μουσολίνι επένδυσε στον αθλητισμό και με έργα. Έδινε την υλικοτεχνική υποδομή για να στηρίξουν αυτό που κάνανε. Ο Μεταξάς εδώ ούτε προλάβαινε ούτε είχε και τα λεφτά να το κάνει.»

Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και Κατοχή

«Φτάνουμε στην κατάκτηση της Ευρώπης από τους Γερμανούς.Οι Γερμανοί είχαν τη λογική ότι μέσω του αθλητισμού θέλανε να περάσουν τα δικά τους μηνύματα και επέλεξαν να επιτρέψουν ελεγχόμενη αθλητική δραστηριότητα. Ένας λόγος ήταν για να κάνουν τον κόσμο να ξεχνάει την καθημερινότητά του, να ασχολείται με το τόπι και όχι να τους βάλουν κανένα φουρνέλο, και ένας άλλος για να δείξουν ότι η άρια φυλή υπερισχύει στους αγώνες. Στην πραγματικότητα, όπου το κάνανε αυτό οργανωμένα στήνανε τον αγώνα.

Στο πρώτο μου βιβλίο, αναφέρω ότι έστησαν πρωτάθλημα στην Ουκρανία και όταν η ομάδα των Ουκρανών που ήταν αντιφασίστες κέρδιζε όλες τις γερμανικές ομάδες, έφτασαν στο σημείο να τους απειλήσουν με εκτέλεση αν δεν κάτσουν να χάσουν. Δεν κάτσανε να χάσουνε και τους εκτέλεσαν, όχι φυσικά επί τόπου στο γήπεδο. Υπάρχουν και ταινίες για αυτό, στην Ελλάδα έχει κυκλοφορήσει η πιο ξεφτιλισμένη εκδοχή που παίζει τερματοφύλακας ο Σταλόνε.

Στην Ελλάδα, έγιναν κάνα δυο περιστατικά με Γερμανούς, αλλά οι αντίστοιχοι αγώνες ήταν περισσότερο αυθόρμητοι, από κομμάτια γερμανικών στρατευμάτων τα οποία δεν είχαν τέτοια γραμμή από πάνω: παίξτε για να κερδίσετε. Καταγράφονται περισσότερο αγώνες που είναι στο πλαίσιο μιας καθημερινότητας.

Oι Ιταλοί έπαιζαν με Έλληνες σποραδικά και εκεί βλέπουμε ότι, παρότι ήταν χαλαρά τα πράγματα, αξιοποιούσαν τη δυνατότητα που τους έδινε το γεγονός ότι είχαν το πάνω χέρι για να αλλάζουν το αποτέλεσμα. Περιγράφω στο βιβλίο ένα περιστατικό που έπαιζαν οι Ιταλοί με τους Έλληνες στην Κόρινθο και επειδή χάνανε στο ημίχρονο, το κρατήσανε μία ώρα μέχρι να φέρουν ενισχύσεις από το Λουτράκι…

Από την πλευρά της Αντίστασης, υπήρχαν δυο λόγοι για να μπουν σε αυτή την λογική. Από τη μία, η δυνατότητα να μαζεύεται κόσμος νόμιμα στο γήπεδο, ώστε να διευκολύνεται η ανταλλαγή πληροφοριών, οι συγκεντρώσεις, η επικοινωνία. Αν βρίσκονταν πέντε σε μια πλατεία κινούσαν τις υποψίες, ενώ στο γήπεδο έκαναν έναν κλοιό με άλλους δέκα, ώστε να μην τους ακούνε. Και υπήρχε και η δυνατότητα για το φευγιό του κόσμου. Έπαιζε, παραδείγματος χάριν, ο Κεραυνός Κερατέας με ομάδες αθηναϊκές. Πήγαιναν ως φίλαθλοι από την Αθήνα και κατά τη διάρκεια του αγώνα τους περίμεναν άνθρωποι σε σπηλιές για να φύγουν για τη Μέση Ανατολή και αυτό το πράγμα δεν κινούσε υποψίες.

Σταδιακά, η ενασχόληση με τον αθλητισμό, άρχισε να γίνεται και πιο οργανωμένα με την ίδρυση δύο φορέων. Αρχικά με την Ένωση Ελλήνων Αθλητών, που ήταν ένας φορέας που είχε ιδρυθεί πριν την Κατοχή και προσπάθησε να ενώσει τους αθλητές του στίβου⸱ όταν είχε φτιαχτεί δεν τσούλησε πολύ, όμως έμεινε το καταστατικό. Οι ίδιοι άνθρωποι που πήγαν να κάνουν την Ένωση Ελλήνων Αθλητών την περίοδο του 1930 αξιοποίησαν το καταστατικό και μέσω της Ένωσης διοργανώνανε τουρνουά, όπου μάζευαν βοήθεια για  τους φυματικούς αθλητές στην αρχή και μετά το επεκτείνανε στη διοργάνωση συσσιτίων. Σήμερα, θυμόμαστε μόνο το όνομα του Λαμπράκη από εκείνη τη φουρνιά, κυρίως γιατί έμεινε γνωστός λόγω της δολοφονίας του.

Υπήρχαν και οι επίσημες αρχές, ο ΣΕΓΑΣ και η ΕΠΟ, οι οποίες όμως συνεργάζονταν κυρίως με τους Γερμανούς και υπήρχε μια κόντρα ανάμεσα σε κομμάτια που ήταν ο κρατικός μηχανισμός της Κατοχής και σε κομμάτια της Αντίστασης. Έχουμε παραδείγματα όπου πολλοί αγώνες εξελίχθηκαν σε αντικατοχικές διαδηλώσεις. Όπως ο αγώνας του Παναθηναϊκού με την ΑΕΚ στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, που τελικά δεν έγινε ποτέ. Είχαν αποφασίσει να δώσουν τις εισπράξεις σε φυματικούς αθλητές και ο τότε πρόεδρος του Παναθηναϊκού τους ανακοίνωσε ότι δεν θα γίνει αυτό το πράγμα και ότι ο διαιτητής θα είναι αυστριακός αξιωματικός. Το θεώρησαν παρέμβαση των κατακτητών στη διαδικασία και αποφάσισαν να μην παίξουν. Οι παίχτες το ανακοίνωσαν στους θεατές, οι οποίοι τα ξήλωσαν όλα και κάνανε διαδήλωση μέχρι την Ομόνοια.

Μετά έχουμε την ΕΠΟΝ, η οποία, καθώς είναι οργάνωση νεολαίας, φτιάχνει και κομμάτι παρέμβασης στον αθλητισμό, όπου συγκεντρώνει κομμάτια αθλητών επωνύμων εκείνης της δεκαπενταετίας, από τον Μεσοπόλεμο και μετά.

Στη μετεμφυλιακή περίοδο, αρκετοί από αυτούς που είχαν πάρει μέρος σε αυτές τις δραστηριότητες βρεθήκαν άλλοι εκτελεσμένοι, άλλοι φυλακισμένοι, άλλοι εξόριστοι⸱ και εκεί τελειώνει η ιστορία όλη…»

Η περίοδος της δικτατορίας

«Η δικτατορίανομίζω είναι η απόδειξη ότι αυτοί που πήραν καλύτερα το μάθημα για το τι μπορεί να ξεπηδήσει μέσα από τη λαϊκή διάσταση του αθλητισμού είναι οι δικτάτορες. Είχαν οργανωμένο σχέδιο παρέμβασης στον αθλητισμό, παράλληλα με την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Τις πρώτες μέρες, απαγόρευσαν τη διεξαγωγή των αγώνων που είχαν προγραμματιστεί, για να μην συγκεντρωθεί κόσμος στα γήπεδα. Πολλοί από αυτούς ήταν και συνεργάτες των Γερμανών ή είχαν ζήσει στην κατοχική περίοδο, οπότε δεν ήταν μια γνώση που τους ερχόταν από αλλού, οι ίδιοι είχαν την εμπειρία.

Ακολούθως, ξήλωσαν από αθλητικά σωματεία διοικήσεις που δεν τους ήταν αρεστές, υποχρέωσαν σωματεία σε συγχωνεύσεις εμφανίζοντας τη λογική ότι από μικρά σωματεία φτιάχνουν κάτι μεγαλύτερο, αλλά στην πραγματικότητα έτσι μπορούσαν να ελέγχουν καλύτερα, γιατί με χιλιάδες μικρά σωματεία δεν μπορείς να το κάνεις. Φυτεύουν και μέσα στις διοικήσεις στρατιωτικό επίτροπο, δηλαδή αξιωματικό ο όποιος παρακολουθεί τη συνεδρίαση προκειμένου να συζητούν για αθλητικά θέματα και να μην βάζουν άλλα πράγματα στο τραπέζι.

Κάτι ακόμα είναι ότι υποχρεώνουν σε μετονομασίες με βάση το Κυπριακό. Έχουμε κάτι εξαιρετικά βλακώδες: σωματεία που έχουν την λέξη Ένωση να υποχρεώνονται σε αλλαγή ονόματος, γιατί αν πηγαίνουν οι φίλαθλοι στο γήπεδο και φωνάζουν Ένωση, θα το ακούν οι τούρκοι πράκτορες και θα θεωρούν ότι γίνεται προπαγάνδα υπέρ την ένωσης με την Κύπρο. Αφήνουν βέβαια την ΑΕΚ απ’ έξω, γιατί είναι μεγάλο σωματείο και θα υπήρχαν αντιδράσεις. Η λογική μπορεί να μην παλεύεται, αλλά δείχνει σε τι λεπτομέρειες μπαίνανε.

Επίσης, φτιάχνουν δικό τους σύστημα μεταγραφών, το οποίο παραβιάζουν όποτε θέλουν, και ομάδες που τις έχουν στο στόχαστρο δεν τις αφήνουν να ανέβουν κατηγορία με αστείες δικαιολογίες, όπως πληθυσμιακά δεδομένα.»

Από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα

«Τελειώνοντας η δικτατορία, είχε μείνει αυτός ο κόσμος στους συλλόγους, οπότε ακολούθησε προσπάθεια αποχουντοποίησης. Διάφοροι παράγοντες της εποχής της χούντας είχαν μείνει και μετά. Και ακριβώς για να στηρίξουν τις επιλογές της χούντας στο ποδόσφαιρο και έχοντας εξασφαλισμένη την ατιμωρησία, είχαν αποκτήσει διάφορες συνήθειες δωροδοκιών και στησίματος αγώνων, τις οποίες τις κουβαλάγανε και στη μεταπολιτευτική περίοδο και τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ έντονη αυτή η κατάσταση. Μετά, στη Μεταπολίτευση, μπαίνει πιο πολύ ο επαγγελματισμός γενικά στο ποδόσφαιρο και το μπάσκετ, αλλάζουν πολύ τα δεδομένα και γίνεται επάγγελμα για κάποιους ανθρώπους.

Παρόλαυτα, παραμένουν τα ερασιτεχνικά σωματεία, τα οποία καλύπτουν τις ανάγκες του κόσμου χωρίς εμπορευματική λογική –τουλάχιστον χωρίς να την ακολουθούν με την ένταση που το κάνουν τα άλλα σωματεία. Η Κυψέλη είναι γεμάτη από τέτοια σωματεία.

Φτάνουμε στις μέρες μας, σε ορισμένες διοικήσεις σωματείων που αντιλαμβάνονται ότι είναι κομμάτι της κοινωνίας και παίρνουν διάφορες πρωτοβουλίες τις οποίες πολύ δύσκολα θα έκανε ένα επαγγελματικό σωματείο, όπως το να στηρίζουν πρόσφυγες συστηματικά, να πηγαίνουν επισκέψεις σε τόπους θυσίας την περίοδο της Κατοχής, να συμμετέχουν σε εκδηλώσεις ιστορικής μνήμης ή και να εκφράζουν μειονοτικές ομάδες.

Υπάρχουν δύο παραδείγματα μέσα στο βιβλίο. Πρώτο παράδειγμα είναι ο Αθλητικός Σύλλογος Ρομά Ζευγολατιού, που φτιάχτηκε γι’ αυτό το λόγο. Για να δώσει τη δυνατότητα στα παιδιά να ασχολούνται με τον αθλητισμό, μήπως και τραβηχτούν από παραβατικές μορφές λόγω των γκέτο στα οποία ζουν. Δεύτερο παράδειγμα είναι η Αδελφοσύνη, που είναι οι μουσουλμάνοι της Ρόδου, η οποία, παρότι είναι ομάδα που φτιάχτηκε από πολιτιστικό σύλλογο μουσουλμανικό, δεν έχει διαχωρισμούς για το ποιοι θα παίζουν⸱ οι μισοί είναι στα χαρτιά χριστιανοί, οι αλλοι μισοί είναι μουσουλμάνοι. Επιπλέον, πήραν και κύπελλο ήθους, που σημαίνει ότι δεν βρίζουν μέσα στο γήπεδο και δεν κάνουν ιστορίες, άρα έχει μια άλλη λογική αυτό το πράγμα και υπάρχουν κάποια σωματεία που έχουν αυτή τη λογική.»

Η κερκίδα ως πεδίο κοινωνικής παρέμβασης

«Το βλέπουμε και στις κερκίδες παγκόσμια, όχι μόνο στην Ελλάδα, ότι καούρα των επίσημων αρχών είναι το “όχι πολιτική στις κερκίδες”, το οποίο είναι μύθος, γιατί πολιτική κάνουν οι ίδιοι και γι’ αυτό κάνουν και παρεμβάσεις αν δουν πολιτικό πανό και τους παίρνει. Γιατί υπάρχουν και περιπτώσεις που είναι πιο μαζικές και δεν τους παίρνει να παρέμβουν. Υπάρχει και ένα κομμάτι που πάτησε στη λογική αυτή και το αξιοποίησε προς όφελός του, όπως η Χρυσή Αυγή τη δεκαετία του 1990 με τον Σύλλογος Φίλων της Εθνικής Γαλανόλευκη Στρατιά με αρχηγό τον Παναγιώταρο και κάτι τέτοιους τύπους. Δίνω βάρος στο βιβλίο σε αυτή τη λογική, ότι όσο τους αφήνεις έδαφος, το αξιοποιούν…»