Ο Ζητιάνος. Ψιλή κουβέντα με τον Kanello Cob

...για τη φύση που δέχεται τα ερπετά και στην ουσία δεν αναγνωρίζει καλό ή κακό. Δεν υπάρχει θεία δίκη. Δεν υπάρχει θεός, είναι μόνο άνθρωποι που εκμεταλλεύονται ανθρώπους.

Διάβασα τον Ζητιάνο του Ανδρέα Καρκαβίτσα (1865 – 1922) με αφορμή τη διασκευή του σε κόμιξ από τον Kanellos Cob (Kανέλλος Μπίτσικας) για τις εκδόσεις Polaris. Αναζητώντας στοιχεία γύρω από το πρωτότυπο έργο και τον δημιουργό του, έμεινα εντυπωσιασμένος με την ιστορία που κρύβεται πίσω από αυτή τη νουβέλα.

Ο Καρκαβίτσας φυλακίστηκε δύο φορές. Τη δεύτερη για πολιτικούς λόγους το 1916, επειδή αντέδρασε στο κίνημα του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, και χρειάστηκε η προσωπική μεσολάβηση του ίδιου του Βενιζέλου για την απελευθέρωσή του. Αυτό δεν έχει τόσο σημασία. Σημασία έχει ο λόγος που ο Καρκαβίτσας κρατήθηκε πρώτη φορά για είκοσι μέρες σε στρατιωτική φυλακή. Αιτία ήταν η καταγραφή των ταξιδιωτικών του εντυπώσεων το 1890 από το χωριό Κάρβαρα της ορεινής Ναυπακτίας, τόπο καταγωγής του Τζιριτόκωστα, κεντρικού χαρακτήρα του Ζητιάνου, που δημοσίευσε σε δώδεκα συνέχειες στα χρονογραφήματα που έγραφε τότε στο περιοδικό Εστία με τίτλο «Κράβαρα – Οδοιπορικές σημειώσεις»:

«Έτσι οι άντρες λείπουν σε ταξίδι δυο και τρία χρόνια. Διασχίζουν θάλασσες, περνούν ποταμούς, ανεβαίνουν βουνά και κατεβαίνουν κοιλάδες, χτυπούν την πόρτα των μεγάρων των πλουσίων αλλά και το καλύβι των φτωχών, κοιμούνται στις πόρτες των εκκλησιών αλλά και στις πόρτες των καπηλειών. Δέχονται τη δραχμή της χήρας αλλά και το χαρτονόμισμα του πλούσιου, τις φτυσιές των παιδιών και τις κοροϊδίες του κόσμου, παλεύουν για ένα κόκκαλο με τα σκυλιά, και για τα απομεινάρια του τραπεζιού με τις γάτες, υπομένουν αγόγγυστα τις δυσκολίες που τους φέρνει η φύση αλλά και τις δυσκολίες που τους φέρνει η αστυνομία… Τίποτα πιο υπομονετικό, τίποτα πιο πεισματάρικο από αυτούς. Έκαναν σκοπό της ζωής τους να ξεγελάσουν την ανθρωπότητα όλη και το πέτυχαν. Τίποτα δεν τους εμποδίζει σε αυτό: ούτε η Φύση, ούτε οι νόμοι, ούτε οι διαφορετικές γλώσσες, ούτε τα ξένα ήθη και έθιμα, ούτε οι άνθρωποι, ούτε τα θηρία. Εμπρός, πάντα εμπρός: έτσι περνάει η ζωή τους…. χωρίς χαρά, χωρίς γέλιο, χωρίς διασκέδαση αρκεί μόνο να γεμίζει το σακούλι».

«Διότι, αφού είνε αλήθεια ότι οι άνθρωποι λαµβάνουν αισθήµατα και ιδέας αναλόγους τη φύσει εν τη οποία ζώσιν, οι Κραβαρίται δεν ήτο δυνατόν να είνε άλλως παρά ποταποί και αποτεθαρρηµένοι. Από του καλητέρου αυτών, του ζώντος µέσω πλούτου και δόξης, µέχρι του µικροτέρου, του τρεφοµένου µε κορόµηλα και αγριαπίδια, από του ανωτέρου αξιωµατικού, του φέροντος σπάθην εις την ζώνην και διατάσσοντος, µέχρι του ρυπαρού νυκτοκλέπτου πάντες έχουν την αυτήν ψυχικήν εκδήλωσιν εξ όλου των του ατόµου, είνε ορεινοί αλλ’ ορεινοί άτολµοι. Επί της αλβανικής αυτών µορφής φαίνεται η εξυπνάδα και η δολιότης, η φυσική ευχέρεια των προσωπικών µυών εις εκδήλωσιν όλων των αισθηµάτων. Το σώµα των είνε συνεσταλµένον, ωσεί αποκαµόν υπό τον φόρτον της πενίας, αι δε χείρες των µακροδάκτυλοι φαίνονται πλασµέναι διά την επαιτείαν ή την λαθροχειρίαν. Όπως δε η φυσική αύτη κατάστασις του τόπου διέπλασε τον άνθρωπον ούτω και ο άνθρωπος διέπλασε τας παραδόσεις του…»

Πέρα απ΄τη φυλάκισή του, αντιμετώπισε και μια σειρά δημόσιων διαμαρτυριών στον τύπο της εποχής, καθώς και δυο προκλήσεις σε μονομαχία από πολίτες που, έχοντας καταγωγή από το συγκεκριμένο χωριό, ένιωθαν να θίγονται από τις περιγραφές του:

«Αθήνα, 28 Ιανουαρίου, 1891

Οι Κραβαρίται –ευχαρίστως σου γράφω– εφιλοτημήθησαν να μου κάμουν μεγάλην ρεκλάμαν, που ούτε εις το όνειρο μου επερίμενα ποτέ, ούτε θα την απέκτων και αν έκαμνα εκατοντάδα διηγημάτων έξοχων. Εχολώθησαν οι άνθρωποι παρεξηγήσαντες τα όσα έγραψα εις την Εστίαν δια τον τόπο τους και άρχισαν εις τας εφημερίδας μέγαν πάταγον δια την βεβήλωσιν του οποίον έκαμα εγώ ο υβριστής. Και δεν αρκεί τούτο, αλλ’ εζήτησαν εν σώματι και πνεύματι την τιμωρίαν μου από το Υπουργείον και τούτο εν τω δικαιώματί του, μ’ ετιμώρησε με εικοσαήμερον κράτησιν, παραθέσαν όλην την περικοπήν του έργου προς δικαιολόγησιν της αποφάσεώς του. Δεν με μέλει δια την τιμωρίαν, όσο με μέλει διότι εστρέβλωσαν όλην την περικοπήν και θ’ αναγνωσθεί ούτως εστρεβλωμένη, χωρίς να βγαίνει έννοια, εις όλους τους στρατιωτικούς κύκλους του Αρχηγείου. Αλλ’ οι Κραβαρίται δεν ηρκέσθησαν έως εδώ. Μ’ έστειλαν δύο προσκλήσεις μονομαχίας μέχρι τούδε, κι εγώ διόρισα τον Ρούκην μάρτυρά μου κι είναι πιθανόν μετά την λήξιν της ποινής μου να κουμπουριασθούμε. Αλλά πάντοτε, εννοείς ρωμαίικο κουμπούριασμα. Τώρα έρχονται άλλοι με όλως αντιθέτως διαθέσεις κι εγώ ποζάρω τώρα ως μέγας συγγραφέας κι έχει ακόμα ο θεός! Τα επερίμενες συ από εμένα αυτά; Εγώ ποτέ» (Γράμμα του Καρκαβίτσα στον φίλο του και επίσης λογοτέχνη Κώστα Χατζόπουλο, 1891).

Στις 9 Απριλίου 1896, θα δημοσιεύσει τον Ζητιάνο σε 49 συνέχειες ως επιφυλλίδα στην Εστία. Στη νουβέλα αυτή, που βασίζεται κατά μεγάλο μέρος σε αυτές τις οδοιπορικές σημειώσεις, ο Καρκαβίτσας περιγράφει την άφιξη του Τζιριτόκωστα, ενός ζητιάνου και συγχρόνως διακριμένου μέλους της κοινωνίας των Κράβαρων, στον θεσσαλικό κάμπο και συγκεκριμένα στο χωριό Νυχτερέμι, καθώς και τις καταστροφές που η άφιξή του θα φέρει στις ζωές των κατοίκων του χωριού.

Το πρώτο επεισόδιο του Ζητιάνου στην επιφυλλίδα της Εστίας

Ο Ζητιάνος έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα από τουλάχιστον δεκαοχτώ εκδοτικούς οίκους και έχει μεταφραστεί σε πέντε γλώσσες (ολλανδικά, αγγλικά, ιταλικά, γερμανικά και γαλλικά). Τον Οκτώβριο του 2019, έγινε η πρώτη διασκευή του σε κόμιξ από τον Kanellos Cob για τις εκδόσεις Polaris.

Τόσο για το πρωτότυπο έργο όσο και για τη διασκευή του, μιλήσαμε με τον Κανέλλο, συνοδεύοντας την κουβέντα μας με το «παρήγορο ποτό, των πόνων το βάλσαμο, το μακάριο λίκνισμα της ψυχής του φτωχού» σε κάποιο μπαρ της Κυψέλης.

Ο πρώτος άξονας της συζήτησής μας περιστράφηκε κυρίως γύρω από τεχνικά θέματα, όπως το λόγο που έγινε η επιλογή της συγκεκριμένης νουβέλας, τη διάρκεια που χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί η μεταφορά και το φόβο της αναμέτρησης με το πρωτότυπο.

«Μου πρότειναν οι εκδόσεις Polaris, γιατί είχαμε ήδη δουλέψει με τον Γιώργο Γούση για τον Μπλε Κομήτη. Την είχαν έτοιμη την ιδέα για τον Ζητιάνο, ενώ εγώ τότε, τον Μάιο του 2018, ήμουν στον Καναδά σε μια δύσκολη φάση. Μου λένε Ζητιάνος, Καρκαβίτσας, το ψιλοθυμόμουνα από το σχολείο και κάπως χτύπησε φλέβα. Το κατεβάζω να το διαβάσω. Στην αρχή με ξένισε πάρα πολύ ο λόγος. Σκέψου ότι το ξεκίνησα και το άφησα τρεις φορές⸱ με δυσκόλεψε η γλώσσα για το πώς θα το μεταφέρω όλο αυτό σε σενάριο. Μετά, συνειδητοποίησα ότι αυτό που με χάνει είναι οι περιγραφές, οι οποίες τελικά έπρεπε να φύγουν όλες και να πάνε στο εικονογραφικό κομμάτι. Οι περιγραφές του Καρκαβίτσα για τη φύση είναι το μόνο γλυκό κομμάτι και αυτό βοήθησε και στην εικονογράφηση. Και όλο αυτό το κοντράστ με όλη αυτή τη σαπίλα που παρουσιάζει μέσα στην κοινωνία που εκτυλίσσεται. Έπαιξα με τη διήγηση και τους διαλόγους και έμεινα πιστός κατά 95% στο κείμενο⸱ ό,τι πρόσθεσα ήταν απλά για να βοηθήσει τη διήγηση και το ρυθμό. Δεν ήθελα να ξεφύγω καθόλου.

Δούλεψα με σύστημα. Δεν είχα ξανακάνει μεταφορά σεναρίου. Επειδή ήταν και η πρώτη μου φορά, το πήρα και πολύ πατριωτικά, οπότε είχα φτιάξει ένα μπλάκμπονρτ με ποστ ιτ, και επί δυο μήνες ανέλυα τις σκηνές, με σκοπό να φτιάξω το δικό μου εικονογραφικό κομμάτι. Είχα φτιάξει ένα πίνακα σαν τις αστυνομικές ταινίες που προσπαθούν να βρουν το μυστήριο με νήματα και βελάκια, για να συνδέσω τις καταστάσεις και να δω πώς θα γίνει. Στην αρχή, του είχα δώσει μια άλλη μορφή, είχα ξεκινήσει από το δεύτερο κεφάλαιο, για να έχει μια σειρά χρονολογική. Μετά, κατάλαβα ότι δεν υπάρχει λόγος και ήταν ωραίο όπως είχε χτιστεί το πρωτότυπο. Ο λόγος που ήθελα να κάνω εγώ το σενάριο είναι ότι τις περισσότερες φορές ένας σεναριογράφος θα σε κατευθύνει τελείως, μέχρι και στα καρέ, ακόμα και τις μοίρες που θα είναι γυρισμένο ένα πρόσωπο, κάτι που δεν σου αφήνει καμία πρωτοβουλία και γίνεσαι εκτελεστικό όργανο.

Μέτα, ήταν το εικονογραφικό κομμάτι, αυτό ήταν το μεγαλύτερο πακέτο για να γίνει.Ξεκίνησα τον Οκτώβρη και, εξαιτίας μιας σειράς δυσκολιών λόγω της επιστροφής μου στη Γαλλία, στην ουσία το ξαναέπιασα τον  Μάιο του 2019 που βρήκα σπίτι. Μηδέν διακοπές, φουλ ον εφτά στα εφτά, δωδεκάωρα, φτάσαμε τέλη Αυγούστου αρχές Σεπτέμβρη.»

Ο Τζιριτόκωστας είναι ένας αντιήρωας, ένας πραγματικός βίλεν με την ιδιότητα του ζητιάνου. Ολόκληρη τη νουβέλα τη διαπερνάει η έκφραση ενός διαταξικού μισανθρωπισμού, που αναβλύζει σχεδόν από κάθε του γραμμή. Υπάρχουν πολλές ερμηνείες για το τι αντιπροσωπεύει ο Ζητιάνος. Για παράδειγμα, μετά το θάνατο του Καρκαβίτσα, τον Νοέμβριο του 1922, ο Φώτης Πολίτης στην εφημερίδα Πολιτεία, προσπαθώντας να δώσει ένα συμβολικό περιεχόμενο, γράφει: «Ο Τζιριτόκωστας δεν είναι απλώς ένας κοινός τύπος Κραβαρίτη. Είναι ο Έλλην πολιτικός, ο Έλλην επιστήμων, ο Έλλην χρηματιστής ή έμπορος, ο ολέθριος “έξυπνος” Ρωμηός της εποχής μας». Μοιραία, η κουβέντα πηγαίνει στο τι αντιπροσωπεύει για τον Κανέλλο ο Ζητιάνος και ποιες προεκτάσεις έχει για τον ίδιο το έργο αυτό.   

Ο Φώτης Πολίτης γράφει για τον Ζητιάνο στην εφημερίδα Πολιτεία τον Νοέμβριο του 1922

«Ένα παράδειγμα. Όταν ήμουν στο τέταρτο κεφάλαιο, στο σημείο που καίνε ζωντανό τον Βαλαχά τον τελωνοφύλακα μέσα στο σπίτι του επειδή πιστεύουν ότι είναι βρικόλακας, ήταν τον Σεπτέμβρη του 2018, που έγινε αυτό που έγινε με τον Ζακ Κωστόπουλο. Και αυτόματα έγινε όλη αυτή η σύνδεση στο μυαλό μου. Μαθαίνουμε ότι υπάρχει ένα τέρας. Και δεν ρωτάμε. Σκάμε όλοι με φωτιές, για να κάψουμε το τέρας. Το ίδιο με τον Κωστόπουλο. Είναι ένας άνθρωπος εγκλωβισμένος σε ένα κοσμηματοπωλείο. Αυτόματα, γίνεται πρεζόνι και κλέφτης και τον σκοτώνουν. Και έχουμε εκατόν τριάντα χρόνια απόσταση από αυτό. Οπότε, βλέπεις ότι η συνθήκη είναι η ίδια, ακόμα και σε μια πόλη, όχι στην ύπαιθρο. Και αυτό είναι που κάνει και το κείμενο διαχρονικό.

Από κει και μετά, έχεις και άλλες συνθήκες, ρε παιδί μου, τύπου μισογυνισμός, πατριαρχία, διαφθορά (ο Βαλαχάς ο τελωνοφύλακας που φεύγει για πάει να πάρει τη μίζα για τα λαθραία), Εκκλησία, θρησκοληψία και τα συναφή, οπότε το κείμενο θεωρείται άνετα σύγχρονο, με την έννοια της κριτικής που ασκεί στην κοινωνία.

Κάποια άλλη στιγμή, το συζήταγα με την κολλητή μου και της έλεγα ότι ο Ζητιάνος συμβολίζει το κεφάλαιο, το οποίο θα πάρει οποιαδήποτε μορφή τη στιγμή που θα δει ότι υπάρχει κέρδος. Ο Ζητιάνος στην ουσία παίρνει όλες τις μορφές, για να εκμεταλλευτεί και να έχει κέρδος και εξουσία. Η κολλητή μου απαντούσε, όχι μαλάκα δεν είναι το κεφάλαιο. Ο ζητιάνος είναι ο λούμπεν τύπος, μέσα από την ιστορία του οποίου βλέπεις για ποιο λόγο έχει γίνει λούμπεν, για ποιο λόγο ο σκοπός του είναι η εκμετάλλευση, γιατί, και ψυχογραφικά, βλέπεις ότι ξεκίνησε να κάνει αυτό που έκανε, επειδή κάποτε τον εξαπάτησαν και τον ντρόπιασαν.    

Σκεπτόμενος και αναλύοντας ποια είναι η φύση του Ζητιάνου, ποιος είναι αυτός ο τύπος, τι είναι αυτός ο τύπος, κατάλαβα ότι στην ουσία είναι ένας φακός που ρίχνει φως σε όλη τη σκατίλα της ανθρώπινης υπόστασης, που λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε μπορεί να προκαλέσει την καταστροφή.

Για μένα, ο Ζητιάνος γενικότερα είναι ρισπέκτ ως περσόνα. Αυτό που επίσης μου αρέσει είναι ότι στο τέλος το κακό κερδίζει, ότι φεύγει από την εποχή του ρομαντισμού και μπαίνει στον χαρντ κορ ρεαλισμό. Στην τελευταία σελίδα του κόμιξ, που είναι τα λόγια του Καρκαβίτσα, λέει για τη φύση που δέχεται τα ερπετά και στην ουσία δεν αναγνωρίζει καλό ή κακό. Δεν υπάρχει θεία δίκη. Δεν υπάρχει θεός, είναι μόνο άνθρωποι που εκμεταλλεύονται ανθρώπους. Αυτό είναι το μήνυμα ουσιαστικά, το οποίο είναι μαύρο αλλά είναι ρεαλιστικό.»

Ο τρόπος που διδάσκεται η λογοτεχνία στο σχολείο αλλά και η αντίληψη που έχει για αυτή μια μεγάλη μερίδα όσων ασχολούνται μαζί της θυμίζουν καμιά φορά τη σχέση που έχει ο ιατροδικαστής με το αντικείμενο της δουλειάς του. Ιδίως στην κλασική λογοτεχνία, είναι εντελώς οκέι αν της φέρεται κανείς όχι σαν έναν οργανισμό που είναι ακόμα ζωντανός, αλλά σαν έναν παγωμένο σώμα που χρειάζεται μετρήσεις επιμέρους οργάνων, τοξικολογικές εξετάσεις, αναφορές και εκθέσεις. Καμιά φορά, δεν είναι σπάνιο, ακόμα χειρότερα κι από νεκροτόμο, της φέρονται όπως ο νεκροθάφτης, που μένει μόνο να πάρει τα μέτρα ενός πτώματος προκειμένου να το χωρέσει σε ένα πολυτελές, βεβαίως, φέρετρο. Με ποιον τρόπο, άραγε, αυτή η πρώτη αποστροφή για τα κλασικά αριστουργήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ριζωμένη στα παιδικά και εφηβικά χρόνια, ξεπερνιέται; Είναι μήπως η διασκευή σε κόμιξ ένας τρόπος να ζωντανέψουν τα έργα αυτά και να συνδεθούν μαζί τους νέες γενιές ανθρώπων εκατόν τριάντα χρόνια μετά;

«Γενικότερα, το κόμιξ είναι ένα μέσο διήγησης και έκφρασης, το οποίο δεν χαίρει μεγάλης εκτίμησης. Εμένα ποτέ δεν με ενδιέφερε η πιο μέινστριμ πλευρά του κόμιξ όπως την ξέρουμε. Ήμουν πάντα επικεντρωμένος στην κοινωνική διάσταση. Να διηγηθώ μια ιστορία. Από την άλλη, τα κλασικά κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, επειδή έχουν αυτό το παλιακό, δεν θα το αγγίξεις τόσο πολύ, επειδή καταρχάς τα μαθαίνεις στο σχολείο, οπότε αυτόματα δημιουργείται μια αποστροφή, και επίσης υπάρχουν συγγραφείς σύγχρονοι που πιο εύκολα θα μιλήσουν στην ψυχή του αναγνώστη. Νομίζω είναι σημαντικό να γίνονται προσεγμένες δουλειές και αυτά τα κείμενα να μεταφέρονται σε κόμιξ. Πιστεύω βοηθάει, γιατί η εικόνα πάντα διευκολύνει την ανάγνωση. Η βάση είναι εκεί, στο πρωτότυπο κείμενο, και το στοίχημα είναι να καταφέρεις να την αναδείξεις. Αν το καταφέρεις αυτό, έχεις ένα σύγχρονο μέσο που σου διηγείται κάτι παλιό. Έτσι κι αλλιώς, οι ιδέες είναι εκεί, διαχρονικές, δεν αλλάζουν.»