«Αχ! Βαχ! Μ’ έφαγες!»

Μια σύντομη έρευνα του red n’ noir για το τατουάζ το 1929 | Από πού προέρχεται η συνήθεια του στιγματισμού | Ποια τατουάζ συνηθίζουν οι φυλακισμένοι κατά την περίοδο του ελληνικού Μεσοπολέμου | Ποια οι γυναίκες των οίκων ανοχής

«Αι αρχαίαι συνήθειαι των αγρίων και των πρωτόγονων», γράφει ο Λομπρόζο, «διεσώθησαν μέχρι σήμερον δια μέσου των τάξεων εκείνων, αι οποίαι διετήρησαν (όπως τα θαλάσσια βάθη διατηρούν την αυτή θερμοκρασίαν) τας συνήθειας, τας δεισιδαιμονίας, τα πάθη, τας ματαιοδοξίας και την επίδειξιν του γυμνού».

Το 1929, ο στιγματισμός είναι όχι μόνο γνώρισμα απλής λαϊκότητας του στιγματισμένου, αλλά έχει ακόμα ειδικότερο χαρακτήρα. Τα «Αχ! Βαχ! Μ’ έφαγες!» των βαρυποινιτών, οι καρδιές διαπερασμένες από τα στιλέτα του πάθους και τα «Εφ’ όρου ζωής» είναι κάποιες από τις απεικονίσεις που βλέπουμε στα στήθη των γυναικών και των ανδρών της ειδικής τάξεως που επιβλέπει η αστυνομία.

Εμπρός στο στιγματισμό αναγνωρίζουμε αμέσως ορισμένη τάξη ανθρώπων, χωρισμένη σε τρεις κύριους κλάδους. Σε εκείνον των εργατικών, εκείνον του «κακού δρόμου» και εκείνον του στρατώνα, ιδιαίτερα του ναυτικού. Στον δεύτερο κλάδο, του «κακού δρόμου» της φυλακής ή του οίκου ανοχής, οφείλουμε να περιλάβουμε τα δύο φύλλα, ο βίος των οποίων κοινωνικώς δεν παρουσιάζει ουσιώδεις διαφορές.   

Στον κλάδο αυτόν οφείλεται και η σχεδόν θρυλική  -δια μέσου των λαϊκών στρωμάτων όλων των κλιμάτων- φήμη του τατουάζ, διότι αυτοί οι τύποι της φυλακής, του χασισοποτείου, του χαμαιτυπείου έδωσαν στην προϊστορική παράδοση του στιγματισμού το χρώμα της ειδικής αισθηματολογίας η οποία εκλαϊκεύθηκε δια μέσου των μυθιστορημάτων.

Η πολύχρωμος απεικόνιση της θρυλικής γοργόνας στο μπράτσο του χασισοπότη ή το ερωτικό βέλος που σχίζει στα δύο την καρδιά της δυστυχισμένης γυναίκας του χαμαιτυπείου, όλα τα χρωματοκεντημένα σύμβολα στο δέρμα των καταδίκων υπήρξαν αρκετά για να κεντήσουν την περιέργεια και, μεταξύ του πλήθους, πολλές φορές και ένα είδος θαυμασμού προς τον περιπετειώδη και αλλόκοτο άνθρωπο, που μαζί με την ψυχή του παρέδωσε και το δέρμα του στη μοίρα της απώλειας.

Τα σύμβολα και τα ρητά που έχει συλλέξει η εγκληματολογία, ασχολούμενη ειδικά με τις συνθήκες και την ψυχολογία των στιγματισμένων, αποτελούν ολόκληρο κεφάλαιο.

«Κάλλιον ο θάνατος παρά να αλλάξω» είναι μια φράση που στολίζει συχνά το μπράτσο ή το στήθος του κατάδικου κάτω από μια νεκροκεφαλή. Άλλη μια φράση είναι η «Άνθις του κατέργου» ή «Τιμή εις τους μάρτυρας της αδικίας» ή «Φίλος της εναντιότητας» ή «Θάνατος στις άπιστες» ή «Ζήτω η εκδίκησις» ή «Το κάτεργο είναι η μοίρα μου».

Στο κατάστικτο στήθος ενός κατάδικου η αστυνομία διάβασε και αυτούς τους στίχους, οι οποίοι μαρτυρούν ότι η ποίηση δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο του καφενείου αλλά καλλιεργείται και στη φυλακή.

«Το παρελθόν μ’ εγέλασε

Το  σήμερον με τυραννεί

Το μέλλον με τρομάζει»

Εξίσου περίεργη επιγραφή είναι εκείνη με την οποία άλλος κατάδικος κέντησε την πλάτη του. Κάτω από ένα σταυρό, τον οποίον περιβάλλει η αφιέρωση «Στη μάνα μου», διαβάζει κανείς τον φοβερό όρκο: «Θάνατος στους βλάκες».

Διασκεδαστική είναι επίσης η βεβαίωση μιας ιέρειας της Αφροδίτης, ισχυριζόμενης ότι «Εκείνος που θα αγαπήσω μετά τον Λέοντα δεν θα είναι παρά χήνα».