Ο (καθόλου) τυχαίος θάνατος του ατυχούς αστυφύλακα Γυφτοδημόπουλου

Ρεσιτάλ κινηματικής καγκουριάς στον Ελληνικό Μεσοπόλεμο

Όπου ο υπουργός Εσωτερικών Κωνσταντίνος Λιδωρίκης δέχεται ένα δυσάρεστο τηλεφώνημα

Το απόγευμα της 1 Αυγούστου 1931 ο υπουργός Εσωτερικών Κωνσταντίνος Λιδωρίκης μαζί με τον αρχηγό της Αστυνομίας Πόλεων κύριο Ρεμαντά, τον κύριο Νάσκο και τον κυρίο Παπαδημητρίου μειδιούν ικανοποιημένοι. Η περίφημη «αντιπολεμική μέρα» των κομμουνιστών είχε παρέλθει ησυχότερη από κάθε άλλη προηγούμενη. Ούτε μύτη δεν είχε ανοίξει στην Αθήνα και τον Πειραιά. Ούτε καν μια προλεταριακή κραυγή δεν είχε ακουστεί. «Επρόκειτο περί όνου σκιάς» σχολιάζει ο υπουργός, «καθώς η δράση των ερυθρών πρακτόρων της Μόσχας η οποία είχε λεχθεί ότι θα πάρει μορφή γενικού σαματά σε ολόκληρη την χώρα, υπήρξε τελικώς άφαντη.»

Με την γενική ησυχία που παρουσίαζε η πρωτεύουσα έμεινε σε όλους η εντύπωση που είχε αποκομίσει ο υπουργός μέχρι και περίπου στις 10 το βράδυ από τις πληροφορίες που του μετέδιδαν τα Τμήματα της Αθήνας, του Πειραιά και των πόλεων της υπόλοιπης χώρας.

«Οι συγκεντρώσεις των κομμουνιστών προλήφθηκαν λόγω των εξαιρετικών μέτρων του αστυνομικού διευθυντή Πολυχρονόπουλου», σχολιάζει ο κύριος Ρεμαντάς. «Αναμένουμε μόνο την τελευταία συγκέντρωση στην Δραπετσώνα μεταξύ του Καφενείου Παράδεισος και του γνωστού από παλιότερες κομμουνιστικές ταραχές χοροδιδασκαλείου Χονδροματίδου. Προς τα εκεί ο κύριος Πολυχρονόπουλος διασκόρπισε πολυάριθμα όργανα του τα οποία άλλοτε ήρεμα και άλλοτε με μικροεπεισόδια απομάκρυναν τους κομμουνιστές.»

Εκείνη την ώρα χτυπάει το τηλέφωνο. Από το ακουστικό αντηχεί στο υπουργικό γραφείο η διαβίβαση της πληροφορίας: «Κύριε υπουργέ! Πριν πέντε λεπτά οι κομμουνιστές τουφέκισαν ένα αστυφύλακα στην Δραπετσώνα!»

Κατάπληξη και γενική σαστιμάρα προκαλείται από την αναγγελία.

Όπου ο Γυφτοδημόπουλος συλλαμβάνει το ταραχοποιοί στοιχείο του Πειραιά Κωνσταντίνο Σαρίκα

Είχε παρέλθει μόλις 8:30 το απόγευμα όταν έξω από το Καφενείο Παράδεισος εμφανίστηκε μια πενταμελής παρέα κομμουνιστών που φώναζε: «Ζήτω η Γ’ Διεθνής! Κάτω ο πόλεμος! Κάτω οι πατρίδες!»

Ανάμεσα τους ο Κωνσταντίνος Σαρίκας. Σημειωμένος ως ταραχοποιό στοιχείο του Πειραιά και καταδικασμένος κατ’ επανάληψη για την ιδεολογία του, την οποία είχε πάντοτε εκδηλώσει με ταραχώδη επεισόδια. Από καιρό είχε γίνει άφαντος και πιστεύονταν ότι είχε καταφύγει στην Ρωσία. Με μια λέξη θεωρείται ένας από τους άσσους των ελλήνων μπολσεβίκων.

H μικρή περίπολος, στην οποία άνηκε ο Γυφτοδημόπουλος, σπεύδει να τον συλλάβει. Ο Σαρίκας προσπαθεί να αντισταθεί αλλά ο Γυφτοδημόπουλος, γνωστός ανάμεσα στους συναδέλφους του για την γενναιότητα και την σωματική σωματική ρώμη, τον πιάνει από τον καρπό του δεξιού χεριού και τον ακινητοποιεί παραλύοντας του κάθε αντίσταση. Οι σύντροφοι του Σαρίκα την ίδια στιγμή διαφεύγουν με κατεύθυνση προς τα εμπρός πηδώντας από ένα ύψωμα. Κρατώντας τον σφιχτά από το δεξί χέρι τον μεταφέρει στο κοντινό αστυνομικό σταθμό Ταμπουρίων. Διασκελίζει τον ανώμαλο και ερημικό δρόμο  προς το νοτιοδυτικό μέρος της παλιάς Πυριτιδαποθήκης. Ελάχιστα φωτίζεται από τον έναστρο ουρανό και κανείς διαβάτης δεν υπάρχει. Μόνο στο κατώφλι της μικρής και μοναδικής στο σημείο αυτό οικείας, άφωνη καταρχήν και τρομαγμένη κατόπιν, η Θεοδώρα Βούλγαρη παρέστη ακουσίως μάρτυρας της δολοφονίας…

Όπου η Θεοδώρα Βούλγαρη βλέπει πως ο ατυχής αστυφύλαξ Γυφτοδημόπουλος πέφτει θανάσιμα τραυματισμένος

«Καθόμουν έξω από την εξώπορτα του σπιτιού μου μαζί με το παιδάκι μου. Θα ήταν η ώρα εννιά και περίμενα να γυρίσει ο άνδρας μου για να φάμε. Ο δρόμος ήταν έρημος. Σε μια στιγμή άκουσα βήματα, είδα τρεις ανθρώπους με κατεβασμένα τα καπέλα τους να περπατάνε σιγά-σιγά κατά το δεξί μέρος του τοίχου μου και να συνομιλούν χαμηλοφώνως. Μια στιγμή έκαναν πως ήθελαν να ουρήσουν εκεί στη μέση του δρόμου.

“Μπα κακό χρόνο να έχετε, μπρος τα μάτια μου” είπα μέσα μου και γύρισα το κεφάλι μου κατά την άλλη μπάντα.

Μετά άκουσα μια φράση: “Από εδώ θα πάει”. Φαίνεται πως τον παρακολουθούσαν από ώρα. Την στιγμή εκείνη άνοιξαν το βήμα τους. Τότε άκουσα ποδοβολητά και ύστερα δυο τρεις σφυριξιές και άμα προσπέρασαν τον δυστυχισμένο άνθρωπο γύρισαν απότομα, στάθηκαν απέναντι του με τα πιστόλια στο χέρι και του φώναξαν: “Στάσου, απάνω τα χέρια σου!”. Ο αστυφύλακας δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Σήκωσε τα χέρια του. Το αίμα μου πάγωσε. Μπήκα αμέσως με το παιδί μέσα από την πόρτα, την άφησα μισάνοιχτη και κοίταξα. Ένας από τους τρεις αγνώστους φώναξε: “Να λοιπόν πόσο αξίζετε” και συγχρόνως άκουσα έναν πυροβολισμό. Είδα τον αστυφύλακα να πέφτει ενώ τον πυροβολούσαν κι άλλοι δύο.»  

Ο Σαρίκας καταφέρνει μια λυσσασμένη γροθιά στο κεφάλι του Γυφτοδημόπουλου. Την ίδια στιγμή ακούγεται μια φωνή:

«Αριστερά σύντροφε!» κάνοντας συγχρόνως μια χειρονομία. Ο Σαρίκας καταλαβαίνει τι πρόκειται να συμβεί. Κάνει αμέσως τρία-τέσσερα βήματα αριστερά του αστυφύλακα. Αφήνει τον Γυφτοδημόπουλο «ελεύθερο στόχο» για τα περίστροφα των συντρόφων του ο οποίος δέχεται την πρώτη σφαίρα στην καρωτίδα ενώ την ίδια στιγμή άλλη ομοβροντία ακούγεται από τα άλλα δύο περίστροφα. Ο αστυφύλακας θανάσιμα τραυματισμένος παλεύει στο χώμα τον αγώνα του θανάτου.

Η Θεοδώρα Βούλγαρη κατειλημμένη από ένα είδος κρίσης κραυγάζει μόνη ζητώντας βοήθεια μέσα στο σπίτι της:

«Παναγία μου! Παναγία μου! Βοήθεια! Βοήθεια! Τον σκοτώνουν.»

Όπου εμφανίζεται ο αστυφύλαξ Μιχαλονάκος

Τις κραυγές της έντρομης Βούλγαρη ακούει ο αστυφύλακας Μιχαλονάκος. Εκείνη την στιγμή οι τρεις -συν ένας πια- άντρες αποχωρώντας τον βλέπουν να πλησιάζει. Αδειάζουν τα περίστροφα τους εναντίον του. Καμία σφαίρα δεν το πετυχαίνει. Ο Μιχαλονάκος κρύβεται πίσω από το σπίτι της Βούλαγαρη και πυροβολεί πίσω. Ούτε αυτός τους πετυχαίνει. Φταίει και το σκοτάδι. Οι τέσσερεις διασκορπίζονται πίσω από το νεκροταφείο. Ο Μιχαλονάκος σπεύδει προς το μέρος του οιμώζοντας συναδέλφου του σφυρίζοντας ταυτοχρόνως καλώντας σε βοήθεια.

Όπου εμφανίζεται ο Αστυνομικός Διευθυντής κύριος Πολυχρονόπουλος

Αμέσως καταφθάνουν ομάδα αστυφυλάκων και πλήθος περίεργων. Ανάμεσα στους πρώτους καταφθάνει ο Αστυνομικός Διευθυντής κύριος Πολυχρονόπουλος που καθορίζει σχέδιο κεραυνοβόλου δράσης και διατάσει την μεταφορά του βαριά τραυματισμένου Γυφτοδημόπουλου. Κάθε βοήθεια ωστόσο του είναι μάλλον περιττή. Πεθαίνει στην διαδρομή για το νοσοκομείο.

Ο Πολυχρονόπουλος, διασκορπίζει ομίλους οργάνων στην γύρω περιοχή. Διατάζει να του φέρουν μια ασετιλίνη με την οποία κάνει αυτοψία στον τόπο του κακουργήματος. Στο σημείο εντοπίζει έναν κάλυκα. Όπως θα διαπιστωθεί αργότερα πρόκειται για την δολοφονική σφαίρα. Συγχρόνως γίνονται έρευνες στα σπίτια κομμουνιστών που θα εξακολουθήσουν ολόκληρη την νύχτα προσλαμβάνοντας μορφή γενικής εξερεύνησης στα Ταμπούρια, την Δραπετσώνα και την Κοκκινιά. Συλλαμβάνονται τριάντα περίπου κομμουνιστές και κατάσχονται πολυάριθμα πιστόλια, μαχαίρια, καψύλλια δυναμίτιδας και πολυποίκιλα άλλα φονικά όπλα.

Όπου μια αυτόπτης μάρτυρας οδηγεί σε συλλήψεις

Η Αγλαΐα Κασοπούλου κατευθυνόταν τυχαία προς το μέρος από αντίθετη κατεύθυνση. Φτάνει όταν οι δράστες πυροβολούν ανεπιτυχώς κατά του αστυφύλακα Μιχαλονάκου. Έπειτα βλέπει τους δύο να τρέχουν προς την διασταύρωση των οδών Ψαρών και Αγίου Δημητρίου.

Με βάση την μαρτυρία της επιτεύχθηκε η σύλληψη των δραστών από την περίπολο του αστυνόμου Μανωλάτου και αρχιφύλακα Βασιλά. Αυτοί αντιλήφθηκαν σε απόσταση ενός τέταρτου από τον τόπο του εγκλήματος να πλησιάζουν τρία άτομα ακριβώς πίσω από την «Αναστάσεως» και παρά τον συνοικισμό «Ευγενία».

Ο Μανωλάτος θεωρώντας τους ως υπόπτους τους διατάζει να σταματήσουν. Σταματούν πράγματι όμως ο νεαρότερος αφήνει να πέσει κάτι από τα χέρια του ενώ ο δεύτερος υψώνει απειλητικά μια σιδερένια ράβδο που κρατούσε στα χέρια του. Τον κάνουν όμως, οι κάννες των αστυνομικών νυφαλιώτερο. Αφήνει κι αυτός να πέσει από τα χέρια του το σιδερένιο όργανο και να τον συλλάβουν.

Γίνεται αμέσως εύρυνα με την βοήθεια ηλεκτρικών φανών και συλλέγονται η σιδηρά ράβδος και το περίστροφο το οποί ο νεότερος της ομάδας είχε ρίξει. Είναι τύπου «Μπράουνιγκ» ακόμα ζεστό. Ο κάτοχος του τρέμει κυριολεκτικά όσο εξετάζεται το περίστροφο. Δηλώνει ότι ονομάζεται Εμμανουήλ Βοσινάκης και μένει στον Πειραιά. Οι άλλοι δύο ονομάζονται Δ. Κουνιγελάκης και Νικόλαος Κουλετάκης. Μεταφέρονται στο 6ο τμήμα.

Εκεί τους περιμένει ο κύριος Πολυχρονόπουλος. Τους υποβάλλει σε μακρά και ξεχωριστή ανάκριση. Δεν αρνούνται ότι είναι κομμουνιστές, αρνούνται όμως ότι γνωρίζουν τα περί του εγκλήματος. Όμως υπάρχουν κάποια στοιχεία. Ο κάλυκας ταιριάζει με το πιστόλι το οποίο βρέθηκε στον Βοσυνάκη από το οποίο λείπει μια σφαίρα…

(Ακολουθεί)  

Το βιβλιοπωλείο του red n’ noir προτείνει βιβλία:

Καμία δημοσίευση για προβολή