Η κινηματογραφική απόδραση 8 κομμουνιστών από τις φυλακές Συγγρού την άνοιξη του 1931

Μεσοπολεμικές crime non fiction αφηγήσεις

Ο υποδιευθυντής της Αστυνομίας Πειραιώς κύριος Πολυχρονόπουλος αν διάβαζε την Ακρόπολη εκείνη τη μέρα, 16 Απριλίου του 1931, θα μάθαινε ότι μετά από δημοψήφισμα ο Βασιλιάς Αλφόνσο ΙΓ’ της Ισπανίας είχε καθαιρεθεί. Έτσι αποφάσισε ο ισπανικός λαός δυο μέρες πριν. Θα μάθαινε επίσης ότι σύντομα επέστρεφε ο γνωστός δημοσιογράφος της εφημερίδας Δημήτρης Σβολόπουλος από την μπολεσεβίκικη Ρωσία και  η εφημερίδα προετοίμαζε το αναγνωστικό της κοινό για μια σειρά από σχετικά ρεπορτάζ.  

Όχι τόσο επειδή μέσω μιας σειράς συμπτώσεων η ζωή του, ένα μήνα περίπου μετά, θα επηρεαζόταν από τα γεγονότα, αλλά περισσότερο από επαγγελματική διαστροφή, υποθέτω πως αυτό που θα τον ενδιέφερε περισσότερο είναι η δεσπόζουσα είδηση της τρίτης σελίδας, σύμφωνα με την οποία κάτι σπάνιο, που θυμίζει απίθανες αφηγήσεις τρομακτικών αστυνομικών μυθιστορημάτων, συνέβη στις φυλακές Συγγρού τη νύχτα της 14ης προς 15η Απριλίου του 1931! Πριόνισμα και γκριτσάνισμα του καγκελόφραχτου παράθυρου, αρπαγή και φίμωση του σκοπού-στρατιώτη, στιλπνά περίστροφα μέσα στην ψυχρή απριλιάτικη νύχτα.  

Κατάπληκτη έμεινε και η υπηρεσία των φυλακών, ο άτυχος διοικητής  κύριος Μαρκόπουλος και όλοι οι ανώτεροι υπάλληλοι του υπουργείου Δικαιοσύνης, οι οποίοι διεξήγαγαν όλη τη μέρα ανακρίσεις. Από τις ανακρίσεις αυτές προκύπτει η σειρά των γεγονότων:

Οι 32 κομμουνιστές

Στο δεύτερο θάλαμο των φυλακών Συγγρού, στην πλευρά που βλέπει προς το εξωτερικό προαύλιο, ήταν εγκάθειρκτοι 32 κομουνιστές. Η έλλειψη επαρκούς αριθμού κελιών εμπόδιζε την κατά μονάς εγκάθειρξή τους. Επιπλέον, οι 16 από αυτούς είχαν μεταφερθεί πριν λίγες μέρες από τις φυλακές Άσσου και Κεφαλληνίας και λόγω εορτών του Πάσχα δεν είχε κανονιστεί η οριστική κατανομή τους. Το καγκελόφραχτο παράθυρο εκ του οποίου έγινε η απόδραση απέχει από το έδαφος πάνω από τέσσερα μέτρα, τα σίδερά του είναι στερεότατα και επιπλέον η σκοπιά βρίσκεται απέναντί του, ώστε ο σκοπός-στρατιώτης να αντιλαμβάνεται κάθε κίνηση μέσα από αυτό.

Επίσης, οι κρατούμενοι δεν έδωσαν καμιά αφορμή για να δημιουργηθεί υπόνοια απόδρασης στην υπηρεσία των φυλακών, ώστε να τους διασκορπίσει σε διάφορα κελιά.

Ο κυριότερος παράγοντας         

Ο κυριότερος παράγοντας του θρασύτατου πραξικοπήματος, το κυριότερο σκέλος της απόδρασης είναι ο δεκανέας Γρηγόριος Γρηγοριάδης. Άνευ αυτού τίποτα και με αυτόν όλα. Ήταν της κλάσης 1929Β και μετά από λίγο καιρό η κλάση του θα απολυόταν. Αντί της ήσυχης ιδιωτικής ζωής που τον περίμενε, προτίμησε το κλαρί ή το στρατοδικείο όταν συλληφθεί. Καταγόταν από τη Χαλκίδα και αρχικά ήταν υπόδειγμα στρατιώτη. Οι τις στρατιωτικής υπηρεσίας προϊστάμενοί του βεβαιώνουν ότι δεν είχε υποδείξει κομμουνιστικά φρονήματα ούτε άλλη αφορμή είχε δώσει ώστε να σωφρονιστεί καταλλήλως. Εξακολουθούσε να τηρεί τακτική πειθαρχία στρατιώτη. Στις φυλακές Συγγρού τοποθετήθηκε πριν δυο μέρες ως δεκανέας αλλαγής. Η υπηρεσία αυτή συνίστατο στο να τοποθετεί και να αλλάζει κατά τα ορισμένα χρονικά διαστήματα τους σκοπούς στις θέσεις τους. Ακριβώς αυτή η ειδική υπηρεσία τού έδωσε την ευκαιρία να συντελέσει το πλείστον στην απόδραση των κρατουμένων ομοϊδεατών του.

Τι έκανε           

Τις δυο προηγούμενες μέρες συνομιλούσε με τους κομμουνιστές κρατούμενους στον προαναφερθέντα θάλαμο. Συγκεκριμένα, συνομιλούσε με τον Μαρκοβίτη και τον Χάιτα, που φέρονται ως αρχηγοί του όλου πραξικοπήματος. Η συνομιλία τους δεν γέννησε υποψίες, καθώς το ίδιο φαινόμενο επαναλαμβανόταν συχνά. Άλλωστε, δεν έγινε ιδιαιτέρως, αλλά καθώς αυτός βρισκόταν στο προαύλιο και οι κρατούμενοι στο παράθυρο. Τόσο ο κύριος Ζωγράφος του υπουργείου Δικαιοσύνης όσο και ο ταγματάρχης του Φρουραρχείου κύριος Γιωτάκος, οι οποίοι διεξάγουν ανακρίσεις, δεν πιστεύουν ότι έγινε η συνεννόηση μέσω συνομιλίας αλλά με μικρά σημειώματα που ρίπτονταν από το παράθυρο προς αυτόν.

Θεωρείται ακόμα βέβαιο ότι ο Γρηγοριάδης ήταν εκ των δραστηριότερων στρατιωτικών στελεχών του ερυθρού κόμματος και ότι γι’ αυτό διατάχθηκε να βοηθήσει στην απόδραση. Οπωσδήποτε είναι βέβαιο ότι το τελευταίο διήμερο ενήργησε με το παραπάνω για να επιτύχει η απόδραση των κομμουνιστών.

Δυο μέρες πριν την απόδραση, αποπειράθηκε να ναρκώσει όλους τους φρουρούς, δίνοντάς τους γλυκίσματα κοκ στα οποία υπήρχε ειδική υπνωτική σκόνη. Κατά περίεργη σύμπτωση, οι στρατιώτες αποποιήθηκαν τα γλυκίσματα, πλην δύο οι οποίοι τα έθιξαν ελαφρά.

Ο Γρηγοριάδης δεν απελπίστηκε από την αποτυχία αυτή του πρώτου τολμήματος και αποφάσισε να ενεργήσει πιο δραστήρια.

Δεξιά του ορόφου των φυλακών και προς το μέρος που βρίσκεται το κελί της απόδρασης υπάρχει μια υπερώος σκοπιά. Ειδικός διάδρομος επί του ορόφου επιτρέπει στον σκοπό να αντιλαμβάνεται τα συμβαίνοντα στην μπροστά πλευρά των φυλακών. Με αυτόν τον τρόπο, ο στρατιώτης της σκοπιάς, περπατώντας κατά τον κανονισμό κατά μήκος του υπερώου αυτού διαδρόμου, θα έβλεπε την απόδραση.

Ο Γρηγοριάδης, κατά τη νυχτερινή αλλαγή εκείνη την τρίτη μέρα του Πάσχα, είπε στον προορισθέντα για αυτή στρατιώτη Σπυλιώτη να μην μεταβεί.

«Δεν υπάρχει λόγος να κάνεις τέτοιον περίπατο εκεί πάνω και να πουντιάσεις μέσα στη νύχτα.»

«Μα αν το μάθει ο ανθυπολοχαγός», παρατήρησε ο στρατιώτης.

«Πού θα το μάθει; Αφού εγώ δεν θα σε αναφέρω. Άλλωστε όλοι κοιμούνται, ποιος κουνιέται μέσα από τη φυλακή μετά από τέτοιο φαγοπότι.»

Ο Σπυλιώτης δεν υπέκυψε στον πειρασμό του ύπνου και πήγε στη θέση του. Αντί όμως να κάνει τη διαδρομή, κλείστηκε μέσα στην πλινθόκτιστο υπερώων σκοπιά, ώστε πλέον του ήταν αδύνατον να βλέπει τι γινόταν στην πρόσοψη και προπάντων στο μέρος του κελιού των δραπετών. Έτσι, ο Γρηγοριάδης και οι αναμένοντες την απόδραση εξασφαλίστηκαν κατά το ήμισυ.

Η παραπλάνηση του στρατιώτη     

Έμενε τώρα η απομάκρυνση του στρατιώτη που ήταν  εγκατεστημένος στη σκοπιά που βρισκόταν στην αυλή και η οποία έβλεπε κατευθείαν στο κελί της απόδρασης. Ο Γρηγοριάδης είχε εγκαταστήσει σε αυτήν έναν αγαθούλη φαντάρο. Ο ίδιος αυτός διηγείται τα παθήματά του.

Τι αφηγείται ο Σουλιώτης 

«Λίγο μετά τα μεσάνυχτα χθες, με πλησίασε ο δεκανεύς Γρηγοριάδης και μου είπε ότι του πονούσε το κεφάλι και έπρεπε να πάω να του αγοράσω ασπιρίνη στη στάση Χαροκόπου. Εγώ καταρχάς αρνήθηκα κατηγορηματικώς. Ο Γρηγοριάδης όμως άρχισε να μου λέει πως αν έφευγα δεν είχε καμιά σημασία, εφόσον αυτός ήταν  δεκανεύς παραλαβής. Τι να κάμω; Εδέχθηκα. Είναι αλήθεια ότι καθ’ όλο το από το φυλακών μέχρι της στάσεως του Χαροκόπου διάστημα δεν μου πέρασε από το νου καμιά υποψία για το προμελετημένο σχέδιο του Γρηγοριάδη και των αποδρασάντων οκτώ κομμουνιστών, μετά των οποίων σας λέγω εντίμως δεν με συνέδεε τίποτα. Όταν γύριζα με την ασπιρίνη και τα τσιγάρα, εσκέφθην αμέσως τον δεκανέα, τον οποίον καθώς σας είπα εγκατέλειψα υποφέροντα από μεγάλη κεφαλαλγία, και επιτάχυνα το βήμα μου δια να τον ανακουφίσω το ταχύτερον. Αλλά τη στιγμή που επερνούσα τη γέφυρα του ηλεκρικού κατευθυνόμενος εις τα φυλακάς, με εσταμάτησαν ο δεκανεύς Γρηγοριάδης μετά δύο άλλων κομμουνιστών, οίτινες κρατούσαν περίστροφα εις τα χέρια των.» Στο σημείο αυτό ο Σουλιώτης, μεταφερόμενος νοερώς εκ νέου στη στιγμή εκείνη, μας λέει με τρόμο: «Δεν επρόφθασα να αρθρώσω λέξη, διότι και οι τρεις εν μια φωνή με ηπείλησαν ότι θα με σκοτώσουν εάν άνοιγα το στόμα μου και παρεδόθην εις αυτούς δια να με φιμώσουν και ακολούθως να με δέσουν. Τότε προσπάθησα να δραπετεύσω, αλλά με αντιλήφθησαν και το ξύλο που έφαγα δεν περιγράφεται. Διετάχθην να τους ακολουθήσω και πάλι, παρακάτω δε συναντήσαμε και τους άλλους δραπέτας, ολίγον δεν μακρύτερα άλλους δέκα κομμουνιστάς, οίτινες τους ανέμεναν. Και τώρα όλοι πλέον μαζί, προχωρούμε και φθάνουμε στο ηλεκτρικό εργοστάσιο ΦΩΣ παρά τα Πετράλωνα. Εδώ και πάλι μου προτείνουν να τους ακολουθήσω, όταν δε τους ηρνήθην με υποχρέωσαν να παραμείνω εκεί μέχρις ότου διαβούν τα σίδερα του ηλεκτρικού, διερχόμενοι από ένα μικρό γεφυράκι που ευρίσκεται ακριβώς στα Κάτω Πετράλωνα. Από εκεί διέκρινα ότι ηκολούθησαν το δρόμο που φέρει προς το μνημείο του Φιλοπάππου». Ο αγαθός φανταράκος τελειώνει την αφήγησή του σταυροκοπούμενος: «Πώς δεν με σκότωσαν! Και θα βρω τώρα και τον μπελά μου…» Και δακρύζει.        

Από τα παρσίματα πάντως των ανακρίσεων που διεξήγαγαν ο ταγματάρχης κύριος Γκιτάκος με τον υπολοχαγό κύριο Στεφανάκο τα γεγονότα έρχονται ως εξής:

Θα είχε παρέρθει η πρώτη πρωινή, όταν ο δεκανέας Γρηγοριάδης, πλησιάζοντας τη σκοπιά  του Σουλιώτη, του είπε ότι υποφέρει από φοβερό πονοκέφαλο. Έπιανε τη μέση του και το κεφάλι του, λέγοντας:

«Καημένε, δεν μπορώ να ησυχάσω απόψε και θα μου σπάσουν τα μηνίγγια. Πας να μου πάρεις λίγη ασπιρίνη επάνω στου Χαροκόπου από κανένα περίπτερο;»

Ο φανταράκος αρνήθηκε κατ’ αρχάς:

«Κυρ-δεκανέα, θα βρω τον μπελά μου. Μήπως έλθει η έφοδος».

Ο δεκανέας τον καθησύχασε:

«Δεν έχει καμιά σημασία αυτό. Θα μείνω εγώ στη θέση σου να φυλάω, ωσότου γυρίσεις».

Υπό την πίεση των παρακλήσεων και των συστάσεων του δεκανέα, ο φανταράκος δέχθηκε.

Πήρε δέκα δραχμές για να πάρει ασπιρίνη και αναχώρησε. Η νύχτα ήταν αρκετά συννεφώδης και, όπως ο ίδιος βεβαιώνει, βραδυπορούσε. Έφτασε στου Χαροκόπου, ψώνισε ό,τι τον είχαν παρακαλέσει και επέστρεψε. Κοντά στη γέφυρα όμως του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, έπεσε θύμα ενέδρας. Τρεις άγνωστοι κακοντυμένοι με κούκους και χωρίς λαιμοδέτες, εκ των οποίων ο ένας πολύ εύσωμος, του επιτέθηκαν και άρχισαν να τον γρονθοκοπούν. Περίστροφα του άγγιξαν το πρόσωπο και ο εύσωμος αλήτης του είπε:

«Τσιμουδιά αν βγάλεις, θα σε σκοτώσουμε σαν σκυλί!»

Υπό την απειλή των περιστρόφων, ο Σουλιώτης, χωρίς να βγάλει τσιμουδιά, τους ακολούθησε. Τον οδήγησαν στα Κάτω Πετράλωνα σε ένα ερημικό μέρος δίπλα στο ηλεκτρικό εργοστάσιο ΦΩΣ. Εκεί, για κάθε ενδεχόμενο, του έδεσαν το στόμα με μαντίλι. Για την ώρα της απολύσεώς του και τη σκηνή αυτή ο στρατιώτης Σουλιώτης πέφτει σε ελαφρά σύγχυση και αντίφαση. Ενώ αρχικά, όταν τον απελευθέρωσαν, έλεγε ότι διέκρινε και τον δεκανέα Γρηγορίου, στην ενώπιον του κυρίου Γκιτάκου κατάθεση δεν υποστηρίζει το ίδιο με βεβαιότητα.

«Ήσαν πολλά πρόσωπα στο σκοτάδι», λέει. «Καμιά δεκαριά πρόσωπα. Μου φαίνεται πως είδα και τον δεκανέα. Άκουσα μόνο ξάστερα τον παχύ άνθρωπο να λέγει: “Αφήστε τον τώρα. Θα έχουν φύγει όλοι”. Και εξαφανίσθηκαν».

Η απόδραση      

Οπωσδήποτε σε πολύ κακό χάλι ο αγαθός φανταράκος επέστρεψε στις φυλακές Συγγρού. Μόλις προ ολίγων λεπτών, ο υπαξιωματικός του φρουραρχείου Κωστόπουλος, ενεργώντας την τακτική του έφοδο και αντιλαμβανόμενος εγκαταλελειμμένη τη σκοπιά της πρόσοψης, κάλεσε τη φρουρά σε συναγερμό. Ο Σουλιώτης τού διηγείται τι του συνέβη και ο ανθυπολοχαγός της φρουράς κύριος Ξενόφος, μετά από έρευνα, αντιλαμβάνεται την απόδραση. Από το προαναφερθέν κελί είχε σπάσει ένα από τα σίδερά του. Από το πρεβάζι αυτού κρέμονται πλεγμένες μακριές λουρίδες κουβερτών, περιτυλιγμένες εν είδει σκοινιού. Στη βάση του τοιχώματος εντοπίζεται και ένα μικρό οδοντωτό δρεπάνι, με το οποίο οι δραπέτες απέκοψαν το σίδερο. Είχε αποκοπεί το μεσαίο του κεντρικού τετραγώνου του καγκελόφρακτου παράθυρου, ώστε να δημιουργηθεί κενό από το οποίο να διέρχεται με ελαφρά πίεση το ανθρώπινο σώμα.

Ο Σουλιώτης απουσίασε ολόκληρη ώρα και υπολογίζεται ότι κατάφεραν να δραπετεύσουν μόλις λίγα λεπτά πριν καταφτάσει η έφοδος.

Ποιοι δραπέτευσαν

Όταν ειδοποιήθηκε η εσωτερική υπηρεσία και οι δεσμοφύλακες όρμησαν στο κελί των δραπετών, διαπίστωσαν ότι από τους κρατούμενους κομμουνιστές έλειπαν οι 8. Οι άλλοι, είτε διότι αυτό πραγματικά συνέβαινε είτε όχι, φαίνονταν κοιμώμενοι. Οι δραπέτες ήταν οι κυριότερες φυσιογνωμίες των κρατουμένων αυτών και του κομμουνιστικού κόμματος. Είχαν δραπετεύσει οι: Ανδρόνικος Χάιτας, Λευτέρης Αποστόλου, Περικλής Καρασκόγιας, Κωνσταντίνος Ευτυχίδης, Παπαρήγας Δημήτρης, Ορφεύς Οικονομίδης, Βασίλειος Ασίκης και Μάρκος Μαρκοβίτης (ο καταδικασμένος για τις γνωστές σκηνές του Ουλαμού Καλπακιού).

Περί του τόπου της κατεύθυνσης των δραπετών καμιά σαφής πληροφορία δεν υπάρχει. Το σίγουρο είναι ότι μαζί τους έφυγε και ο δεκανέας Γρηγοριάδης.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, οι δραπέτες θα κατευθυνθούν στη Ρωσία ή σε άλλο κράτος του εξωτερικού. Ειδοποιήθηκαν κατόπιν της υπόνοιας αυτής όλες οι λιμενικές αρχές του κράτους και κινητοποιήθηκαν σμήνη αστυνομικών προς ανακάλυψη του κρησφύγετου των δραστών.\

Οι πληροφορίες της ειδικής ασφάλειας

Η διεύθυνση ειδικής ασφάλειας είχε την πληροφορία ότι μέλη του κομμουνιστικού κόμματος, ως και του αρχειομαρξιστικού, κατέβαλλαν προσπάθειες για να πετύχουν την εκ των φυλακών Συγγρού απόδραση των ομοϊδεατών τους. Η ειδική ασφάλεια δια εγγράφου της κατέστησε γνωστές τις παραπάνω πληροφορίες στα υπουργεία Εσωτερικών και Δικαιοσύνης και στο αρχηγείο της Χωροφυλακής. Τα έγγραφα αυτά απεστάλησαν την 19η του προηγούμενου μήνα, ουδεμία μέριμνα όμως ελήφθη για να προληφθεί η μελετώμενη απόδραση.

Βραδύτερα, η ειδική ασφάλεια πληροφορήθηκε ότι οι συγκεκριμένοι των φυλακών Συγγρού ενεργούν προπαγάνδα, όπως και ότι ασκείται ένα καθημερινό γυμνάσιο. Επίσης, κατά πληροφορίες της, καμιά επίβλεψη κομμουνιστών δεν γινόταν.

Η ανακοίνωση του υπουργείου Δικαιοσύνης

«Η υπηρεσία, έχουσα υπόψη τας δοθείσας σε αυτή πληροφορίας εκ της Γενικής Ασφάλειας δια την προσπάθεια προς απόδρασιν των κομμουνιστών, έλαβε πάντα τα μέτρα, τα οποία ηδύνατο να λάβει με τα μέσα άτινα διαθέτει το Κράτος.

Ατυχώς, οσαδήποτε μέτρα και να λαμβάνονται, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικώς πάντοτε τοιαύται προσπάθειαι, εφ’ όσον δεν υπάρχουσι δια τους φυλακισμένους ούτε κτίρια ασφαλή με ανάλογον χώρον ούτε προσωπικό κατάλληλο και επαρκές αριθμητικώς. Η ύπαρξη μόνον των δύο τούτων προϋποθέσεων εξασφαλίζει την κράτησιν των καταδίκων εν ταις φυλακαίς.

Πάντα σχεδόν τα προπολεμικά κτίρια των φυλακών μας, άτινα χρησιμοποιούνται και ήδη, πλην των αγροτικών φυλακών, είτε δημόσια είναι είτε ιδιωτικά, ου μόνον εις άθλιον κατάσταση ευρίκονται, αλλά και εντελώς ανεπαρκή είναι δια τον διπλάσιον σχεδόν αριθμόν των κρατουμένων σήμερον.

Ειδικώς, αι φυλακαί Συγγρού περιλαμβάνουν σήμερα 480 κρατούμενους, ενώ ο χώρος αυτός προορίσται δια 250 μόνον.

Το προσωπικό των φυλακών αντί να αυξηθεί αναλόγως προς τον αυξηθέντα αριθμόν των κρατουμένων, τουναντίον, ηλαττώθη υποχρεωτικώς, χάριν οικονομικών⸱ και ουχί μόνον τούτο, αλλ’ ούτε δια την πλήρωσιν των κενών θέσεων έχει ακόμα συναινέσει η υπηρεσία του Δημοσίου Λογιστικού, καίτοι υπεδείχθη αυτή δια πολλών εγγράφων του υπουργείου ότι επιβάλλεται να γίνει το ταχύτερον η πλήρωσις διά λόγους ασφαλείας.

Τέλος, δια του ανακοινωθέντος, τονίζεται ότι ο γενικότερος λόγος, όστις κυρίως συνέβαλε εις την απόδρασιν, είναι το γεγονός ότι αι φυλακαί έχουν δύο είδη φρουράς, εκ των οποίων η εξωτερική αποτελείται από άπειρους κληρωτούς, οι οποίοι δεν έχουν σαφή συνείδησιν των καθηκόντων τους.»

Το υπουργείο Δικαιοσύνης απεύθυνε έγγραφα προς τα υπουργεία Εσωτερικών και Στρατιωτικών, δια των οποίων ζητάει οι αποστελλόμενοι φρουροί στις φυλακές να διαλέγονται ανάμεσα στους καλύτερους στρατιώτες.

Επίσης, διαβιβαστήκαν προς όλους τους εισαγγελείς του κράτους τηλεγραφήματα, δια των οποίων εντέλλονται να φροντίσουν για την ένταση των προφυλακτικών μέτρων στις φυλακές, προκειμένου να αποτρέψουν τον κίνδυνο νέας απόδρασης.

Επίσης, όπως ανακοίνωσε ο κύριος Αβραάμ, στο προσεχές υπουργικό συμβούλιο θα εισηγηθεί το ζήτημα της οργάνωσης ειδικού σώματος φυλάκων, το οποίο θα χρησιμοποιείται για την εξωτερική φρούρηση αντί των στρατιωτών.

Η διαφυγή στη Σοβιετική Ένωση

Περίπου ένα μήνα μετά την απόδραση, την Κυριακή 17 Μαΐου, κατά τις δύο το μεσημέρι, 20 περίπου άτομα φτάνουν σε ένα ερημικό σημείο στη Βουλιαγμένης. Είναι 5 γυναίκες και οι υπόλοιποι είναι άνδρες μέτριας περιβολής. Έχουν φέρει μαζί τους κρύα φαγητά. Δύο κρατάνε μαντολίνα και ένας τρίτος κρατάει κιθάρα. Άλλοι κρατάνε στάμνες, στις οποίες υπάρχει κρασί και νερό. Κάθονται όλοι και τρώνε με κέφι και με όρεξη. Κανείς δεν γίνεται να υποψιαστεί ότι το πρόσχαρο αυτό σύνολο ανθρώπων που γλεντάει είναι η ομάδα των καταζητούμενων δραπετών και άλλοι ομοϊδεάτες τους.

Η παραθαλάσσιος αυτή ευωχία εξακολούθησε μέχρι τις εφτάτο απόγευμα. Έχει αρχίσει να επέρχεται το λυκόφως της εσπέρας, όταν δυο άτομα κατευθύνονται και συνομιλούν με δυο άτομα του ευθυμούντος ομίλου. Κατόπιν, αποχωρούν.

Λίγο μετά, ο αστυνομικός Γιαννόπουλος καταφτάνει στην οικία του αστυνομικού υποδιευθυντή κύριου Πολυχρονόπουλου και του γνωστοποιεί ότι οι 8 κομμουνιστές θα φύγουν το απόγευμα εκείνο για τη Ρωσία με το πλοίο «Ίλιτς». Δεν γνωρίζει όμως περισσότερες λεπτομέρειες.   

Ο κύριος Πολυχρονόπουλος αναπτύσσει την επιβαλλόμενη για την περίσταση δραστηριότητα. Ενώ βάζει το λαιμοδέτη του, τηλεφωνεί προς το λιμεναρχείο, ζητώντας πληροφορίες για το αν απέπλευσε το «Ίλιτς». Του απαντούν ότι μόλις πριν δέκα λεπτά είχε παραλάβει θεωρημένα τα χαρτιά του και έχει τεθεί υπ’ ατμόν. Ήταν μόλις μετά τις οχτώ.

Εντωμεταξύ, ο όμιλος των 20 γλεντζέδων, μετά την αναχώρηση των δυο αυτών ατόμων, τα μαζεύει από τη Βούλα και βαδίζει προς το Καβούρι. Δυο αυτοκίνητα τυχαίως διερχόμενα τους μεταφέρουν προς τα εκεί, χωρίς οι σοφέρ να γνωρίζουν την ταυτότητα των επιβατών τους.

Ο αστυνομικός υποδιευθυντής, παραλλήλως και αγνοώντας τα ως άνω εκτιθέμενα, σπεύδει στο λιμεναρχείο και, παραλαμβάνοντας τον υπολιμενάρχη κύριο Κολινάκη, φτάνει στο «Ίλιτς» με μια βενζινάκατο. Το προλαβαίνει τη στιγμή που σηκώνει τις άγκυρές του.

Τον αστυνομικό και τον λιμενικό αξιωματικό υποδέχεται στην πόρτα της ανεμόσκαλας ο πλοίαρχος του «Ίλιτς». Ένας τύπος ευτραφούς ανθρώπου, ξυρισμένος τελείως και με ζωηρούς οφθαλμούς. Στο πλευρό του στέκει ο σύντροφος Σκουρίνιν που υπηρετεί στην αθηναϊκή σοβιετική πρεσβεία ως διπλωματικός ακόλουθος, στην ουσία όμως, κατά συγκεκριμένες πληροφορίες, είναι αρχηγός του τμήματος της ΓκεΠεΟυ στη χώρα μας. Παραβρίσκονται ακόμα και άλλοι αξιωματικοί του πλοίου και τρεις ογκώδεις ρώσοι ναύτες, οι οποίοι φαίνονται πιο εξαγριωμένοι από τους άλλους.  

Ο πλοίαρχος δεν κρύβει την οργή του από την πρώτη στιγμή. Αποκαλέι τον κύριο Πολυχρονόπουλο βάναυσο και απρεπή, διότι του θίγει το σεβασμό του στους ελληνικούς νόμους.

«Εγώ», είπε, «ουδέποτε παρέβην τους νόμους της χώρας σας. Ποτέ μου δεν πήρα λαθρεπιβάτη, αν και μπορούσα να το κάνω επανειλημμένως. Ιδού μια απόδειξη ότι σέβομαι τους νόμους της χώρας σας».

Διατάζει τότε να του φέρουν ένα ημερολόγιο του πλοίου, σε μια σελίδα του οποίου αναφέρεται ότι παρέδωσε ένα λαθρεπιβάτη προ διμήνου στο λιμεναρχείο Πειραιώς.

«Τον συνάντησα», είπε, «πέντε ώρες έξω από τον Πειραιά και με παρακάλεσε να τον μεταφέρω με το πλοίο μου στη Ρωσία. Τον πήρα πάνω και γύρισα και τον παρέδωσα».

Ο κύριος Πολυχρονόπουλος του παρατηρεί δρυμέως ότι έχει σαφείς πληροφορίες περί της φυγής 8 λαθρεπιβατών και τον ρωτάει πώς αφού το κανονικό δρομολόγιο είναι να αναχωρήσει για Κωνσταντινούπολη και Ρωσία το απόγευμα της Δευτέρας, αναχωρεί Κυριακή.

Ο πλοίαρχος, θορυβηθείς, δίνει απάντηση ότι επείγουσες διακομιστικές ανάγκες απαιτούν την παρουσία του πλοίου το επόμενο βράδυ και, προς επίρρωση των ισχυρισμών του, δίνει την άδεια να ερευνηθεί το πλοίο του προς όλα τα σημεία. Αυτό γίνεται χωρίς να ανακαλυφθεί τίποτα.

Κατόπιν, ο μπολσεβίκος πλοίαρχος, επινεύοντας με μειδιάματα τον σύντροφο Σκουρίνιν, παίρνει ένα χαρτί και γραφεί στη ρωσική γλώσσα μακροσκελή διαμαρτυρία και βεβαίωση ότι ουδέποτε παρέλαβε ή θα παραλάβει λαθρεπιβάτες. Η βεβαίωση αρχίζει ως εξής:

«Εγώ, ο πλοίαρχος του “Ίλιτς”, σκάφος της Ενώσεως Σοβιετικών Δημοκρατιών της Ρωσίας, δίδω το λόγο της τιμής μου ότι ουδέποτε μετέφερον εις το έδαφος της ΕΣΣΔ ή θα μεταφέρω λαθρεπιβάτες εις τούτο».

Περαιτέρω, αφού βεβαιώνει ότι ουδέποτε αναμείχθη το σκάφος του με οποιαδήποτε πολιτική κίνηση της Ελλάδας, καταλήγει ως εξής:

«Διαμαρτύρομαι για την ανάρμοστον συμπεριφορά του έλληνος αστυνομικού Πολυχρονόπουλου και του υπολιμενάρχου Κολινάκη, διατυπωσάντων εναντίον μου βαριές υπόνοιες και διότι εγένοντο πρόξενοι καθυστερήσεως του δρομολογίου μου, δια την οποία και επιφυλάσσομαι να διεκδικήσω τη νόμιμη αποζημίωσιν!»     

Μετά από αυτό, ο κύριος Πολυχρονόπουλος και ο υποπλοίαρχος διαπεραιώνονται στον Πειραιά. Κανένα μέσο παρακολούθησης του «Ίλιτς» δεν κατέστη δυνατό να βρεθεί την ώρα εκείνη, ώστε να παρεμποδιστεί η επιβίβαση των φυγάδων στην ανοιχτή θάλασσα. Πολυάριθμοι αστυνομικοί έχουν διασκορπιστεί κατά μήκος της Φαληρικής ακτής μέχρι των πιο απομακρυσμένων σημείων και παρακολουθούν τον πλου του «Ίλιτς». Αυτό ανοίγεται προς τις Φλέβες και εκεί εξαφανίζεται στο ανοιχτό πέλαγος. Οι ενεδρεύσαντες ως τα ξημερώματα αστυνομικοί αποχωρούν στις πέντε το πρωί, με τη βεβαιότητα ότι οι δραπέτες δεν επιβιβάστηκαν επί του «Ίλιτς».

Την ίδια ώρα στο Καβούρι…

Περί τις οκτώμισι,  περίπου δηλαδή όταν διαπληκτίζονταν οι έλληνες αξιωματικοί με τους μπολσεβίκους ναυτικούς, στο μικρό ακροατήριο του Καβουριού εμφανίστηκε μια βενζινάκατος, φαιού χρώματος. Επ’ αυτής επιβιβάστηκαν τα 13 άτομα εκ του προαναφερθέντος ομίλου των γλεντζέδων. Πριν την επιβίβασή τους, όπως λέει ο πληροφοριοδότης στον υπαστυνόμο κύριο Πολυχρονόπουλο, και επειδή λίγο πιο μακριά βρίσκονταν μερικοί ψαράδες, υπό τύπου αστειότητας, φιλήθηκαν με τις γυναίκες, οι οποίες επιπλέον φώναζαν ότι ήταν τρέλα να κάνουν περίπατο με τη βενζίνα σε τέτοια φουσκοθαλασσιά.

Προστίθεται ότι οι τρεις εκ των επιβατών ωθούνται από τους υπόλοιπους για να ανέλθουν στη βενζινάκατο, ενώ οι άλλοι δύο φαίνονται δυσαρεστημένοι. Το σκότος εμποδίζει τον πληροφοριοδότη να αντιληφθεί την όλη ψυχολογική κατάσταση των φυγάδων. Μόλις επιβιβάζονται οι 13, η βενζινάκατος πλέει ολοταχώς προς το ανοιχτό πέλαγος και απομακρυνθείσα του Καβουριού καταφτάνει ανοιχτά των Φλεβών.

Έτερος πληροφοριοδότης βεβαιώνει ότι είδε τη βενζινάκατο στις έντεκα το βράδυ να συναντιέται με το «Ίλιτς», το οποίο ανέκοψε την ταχύτητά του για πέντε περίπου λεπτά. Ο πληροφοριοδότης αυτός έπλεε με ψαροκάικο χωρίς βενζινομηχανή και λέει ότι λόγω της τρικυμίας δεν κατόρθωσε να προσεγγίσει το «Ίλιτς«». Αντιλήφθηκε όμως θόρυβο και άκουσε ήχους φωνών, υποθέτοντας πως αναβιβάζονταν λαθραία εμπορεύματα. Μετά από λίγα λεπτά, συνάντησε τη βενζινάκατο κενή, πλέουσα ολοταχώς προς Πειραιά. Ο πρώτος πληροφοριοδότης βεβαιώνει ότι η γυναίκα και οι τρεις εναπομείναντες άνδρες της εικοσαμελούς παρέας, αντί να περιμένουν την επιστροφή της βενζινάκατου, αναχώρησαν μετά από λίγα λεπτά κατευθυνόμενοι προς την Αθήνα τραγουδώντας.

Ανατροπή στις έρευνες

Την επόμενη μέρα, η υπόθεση λαμβάνει νέα τροπή. Από τις ανακρίσεις προκύπτουν λίαν επιβαρυντικά στοιχεία κατά του αστυνομικού Γιαννόπουλου, ως διευκολύνοντος τη φυγή των κομμουνιστών κατά τη νύχτα της Κυριακής, ώστε να μην συλληφθούν.

Κατά τις ανακρίσεις αυτές, ο ρόλος του Γιαννόπουλου έγκειται στο εξής: Αυτός έχει έναν γαμπρό, ονόματι Φωτόπουλο, πρώην μηχανικό του υπουργείου Γεωργίας, αποβληθέντα της υπηρεσίας λόγω της κομμουνιστικής του ιδεολογίας. Τώρα εργάζεται στη εταιρεία Μακρή. 

Στην οικία του, που βρίσκεται στη διασταύρωση Μενάνδρου και Σαπφούς, οι δραπέτες διέμειναν μερικές ημέρες μέχρι το Σάββατο. Κατά την τελευταία νύχτα, ο υπαστυνόμος Γιαννόπουλος συναντήθηκε με αυτούς στην οικία του γαμπρού του και συνομίλησε μαζί τους επί μακρόν. Όλως περιέργως, το αστυνομικό αυτό όργανο δεν έσπευσε να εξέλθει στο δρόμο και να καλέσει δια σφυριγμάτων αστυφύλακες για να τους συλλάβουν, αλλά παρέμεινε μαζί τους μέχρι των πρωινών ωρών. Επιπλέον, αυτός ειδοποίησε την προϊσταμένη του αρχή ότι οι κομμουνιστές πρόκειται να διαφύγουν δια βενζινόπλοιου στο εξωτερικό, λίγα μόλις λεπτά πριν την αναχώρηση του «Ίλιτς«. Κατά την επίσημη ανακοίνωση, η όλη συμπεριφορά του Γιαννόπουλου υπήρξε παραπλανητική για το έργο των καταδιωκτικών αρχών.

Ο αστυνομικός Γιαννόπουλος, από την πλευρά του, ισχυρίζεται ότι αρχικά δεν γνώριζε την ταυτότητα των δραστών, και όταν αυτή του αποκαλύφθηκε δεν αντέδρασε άμεσα για να μην δώσει στόχο, και με την πρώτη ευκαιρία ειδοποίησε τον ανώτερό του υπαστυνόμο Πολυχρονόπουλο.

Παρεμφερείς πληροφορίες αναφέρουν ότι αυτός προέβει στην κατά την τελευταία στιγμή γνωστοποίηση των σχεδίων των κομμουνιστών, διότι αντελήφθη ότι ένα πρόσωπο εκ των γνωριζόντων το καταφύγιό τους στην οικία του Φωτόπουλου ερχόταν σε επαφή με την αστυνομία.

Ο Φωτόπουλος επίσης συνελήφθη κατά διαταγή του εισαγγελέα Κιουρτσάκη, ο οποίος παρακολουθεί και εποπτεύει την ενεργούμενη παρά των αστυνομικών ανάκριση.

Επίσης, ο κύριος Ρεμαντάς διέταξε τη διενέργεια διοικητικής ανακρίσεως κατά του υπαστυνόμου κυρίου Πολυχρονόπουλου, και αυτό διότι δεν ανέφερε στους προϊσταμένους του τις πληροφορίες που είχε, και γι’ αυτό δεν επιτεύχθηκε η σύλληψή τους, η οποία θα πετύχαινε αν ζητούνταν η συνδρομή των αστυνομικών διευθύνσεων Πειραιά και Αθηνών.