Υπόθεση, Ουλαμού Καλπακίου. Η σκευωρία του ελληνικού Μεσοπολέμου που κατήγγειλε ο Αϊνστάιν

Ο μεσοπολεμικός ανταποκριτής του red n’ noir καταγράφει τα γεγονότα από την αίθουσα του δικαστηρίου | Ίσως οι κομμουνιστές φαντάροι να ήταν πράγματι και λιγουλάκι απείθαρχοι | Αντιστοιχεί όμως η ποινή του θανάτου; | Τι κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας | Ο ανθυπολοχαγός Φατούρος ήταν πράγματι μεγάλος μαλάκας | Τι απολογήθηκαν οι κατηγορούμενοι | Τι αποφάσισε το αναθεωρητικό δικαστήριο για τους εφτά καταδικασμένους σε θάνατο κομμουνιστές | Μια χαρά τους πήγε | Ούτε του παπά μην το πεις | Γεια σου Αϊνστάιν, μερακλή

Τρίτη 13 Γενάρη 1931

Από το πρωί της Τρίτης 13 Γενάρη του 1931, υπάρχει έκτακτη κίνηση στην οδό Ακαδημίας. Είναι προφανές ότι κάτι εξαιρετικό συμβαίνει. Στην είσοδο του αναθεωρητικού δικαστηρίου έχουν τοποθετηθεί αστυφύλακες, ενώ υπάρχει ισχυρή στρατιωτική φρουρά σε διάφορα σημεία των γύρω πεζοδρομίων για την πρόληψη σκηνών από τους κομμουνιστές. Αυτά τα μέτρα τελικά προκαλούν την περιέργεια των διαβατών, που δημιουργούν ασυνήθη συρροή κόσμου γύρω από το δικαστικό κτίριο.

Αυστηρές διατυπώσεις επίσης λαμβάνονται για τους προσερχόμενους. Απαγορεύεται γενικώς η είσοδος του πλήθους στην αίθουσα του δικαστηρίου, προπαντός σε ανθρώπους εναντίον των οποίων θα μπορούσαν να εγερθούν υπόνοιες ότι θα προκαλέσουν τυχόν επεισόδια ή θα προβούν σε οποιαδήποτε εκδήλωση κατά τη δίκη. Αλλά και εκείνοι στους οποίους επιτρέπεται η είσοδος υφίστανται  την απαραίτητη σωματική έρευνα, από την οποία δεν εξαιρούνται ούτε οι δημοσιογράφοι.

Σε λίγο ξεκινάει η αναθεωρητική δίκη των επτά στρατιωτών του πειθαρχικού Ουλαμού Καλπακίου. Κατηγορούμενοι είναι οι Μάρκος Μαρκοβίτης, Γιάννης Πανούσης, Βλατάς, Ι. Γαμβέττας, Τσακίρης, Κορδελλάς και Αδαμόπουλος. Οι δύο πρώτοι είναι καταδικασμένοι από το στρατοδικείο Ιωαννίνων σε θάνατο και ο τρίτος σε ισόβια. Οι υπόλοιποι τέσσερις έχουν ελαφρύτερες ποινές.

Το ενδιαφέρον της ελληνικής κοινωνίας έχει προκληθεί από τη σκληρότητα των επιβληθεισών ποινών και εκδηλώθηκε με διάφορους τρόπους υπέρ των κατηγορουμένων. Έλληνες διανοούμενοι και πολλές οργανώσεις Ελλήνων και ξένων επιστημόνων έχουν σπεύσει να διαμαρτυρηθούν για την καταδίκη των εφτά φαντάρων. Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει ο Άλμπερτ Αϊνστάιν. Με αφορμή την υπόθεση, ο αθηναϊκός τύπος αποκάλυψε σε σειρά άρθρων και ρεπορτάζ όλα τα αίσχη που διαπράχθηκαν κατά το παρελθόν στο Καλπάκι, την ελληνική αυτή Σιβηρία, στην οποία στέλνονται κομμουνιστές και απείθαρχοι στρατιώτες και επικρατεί ένα καθεστώς αχαρακτήριστης βαρβαρότητας.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, την 1η Σεπτεμβρίου του 1930, οι στρατιώτες του Πειθαρχικού Ουλαμού Καλπακίου διατάχθηκαν να επισκευάσουν ένα δρόμο στο χωριό. Ο στρατιώτης Βλατάς δεν υπάκουσε και τότε ο διοικητής του, ανθυπολοχαγός Φατούρος, τον απέστειλε δέσμιο στα Ιωάννινα. Την επόμενη μέρα, οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν να εκτελέσουν υπηρεσία. Προσήλθε τότε ο ανθυπολοχαγός Φατούρος και τους κάλεσε ονομαστικώς να δουλέψουν. Εκείνοι, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, όχι μόνο αρνήθηκαν, αλλά επιπλέον επιτέθηκαν εναντίον του διοικητή. Ο φοιτητής Φιλολογίας Πανούσης κατηγορείται πως χτύπησε τον Φατούρο από πίσω, ενώ συγχρόνως και οι λοιποί κατηγορούμενοι, οπλισμένοι με ρόπαλα, επιτέθηκαν κατά της φρουράς, η οποία τελικά κατάφερε και επανέφερε την τάξη. Αυτά αναφέρει το παραπεμπτικό βούλευμα.

Η αναθεωρητική δίκη ξεκινάει στις 9:30. Οι κατηγορούμενοι κάθονται στο εδώλιο, ο ένας κοντά στον άλλον, περικυκλωμένοι από χωροφύλακες. Είναι όλοι τους νέα παιδιά, φέρουν τη συνήθη χακί στολή του στρατιώτη και είναι ωχροί. Ακριβώς στη μέση έχουν τον Μαρκοβίτη και τον Πανούση, που, κι ας έχουν καταδικαστεί σε θάνατο, παρακολουθούν την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας με φυσιογνωμία που δεν προδίδει άλλη ψυχική κατάσταση από ψυχραιμία και γαλήνη.

Πίσω από τους κατηγορούμενους, διακρίνεται ένας παπάς με σεβάσμια άσπρα γένια. Είναι ο πατέρας του φοιτητή Πανούση. Έχει έρθει από το χωριό του για παρακολουθήσει τη δίκη. Η αγωνία ζωγραφίζεται καθαρά στο πρόσωπο του γέροντα, ενώ απεναντίας ο γιος, μολονότι έχει καταδικαστεί σε θάνατο, επιδεικνύει καταπληκτική ψυχραιμία.

Πρώτος εξετάζεται ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας Φατούρος, ανθυπολοχαγός του Ουλαμού Καλπακίου το χρόνο κατά τον οποίο έγινε το επεισόδιο. Είναι μετρίου αναστήματος, έχει μάλλον χοντρά χαρακτηριστικά προσώπου, κόκκινα μαλλιά και φοράει κόκκινες μπότες.

Πρόεδρος: Από πότε είστε διοικητής του Ουλαμού Καλπακίου;

Μάρτυρας: Προ επτά μηνών περίπου από τα γεγονότα.

Πρόεδρος: Μπορείς να μας πεις πώς γίνεται στο Καλπάκι η εργασία των πειθαρχούμενων και των κομμουνιστών στρατιωτών και πώς περνούσαν οι στρατιώτες εκεί;

Μάρτυρας: Περνούσαν καλύτερα ίσως από τους άλλους στρατιώτες.

Πρόεδρος: Είχατε χωρίσει τους κομμουνιστές από τους πειθαρχημένους;

Μάρτυρας: Μάλιστα.

Πρόεδρος: Και τρέφονται από αυτό το συσσίτιο όλοι;

Μάρτυρας: Μάλιστα.

Πρόεδρος: Πού κοιμόντουσαν;

Μάρτυρας: Σε σκηνές.

Πρόεδρος: Πώς ήταν αυτές οι σκηνές; Μήπως έβαζαν κρύο;

Μάρτυρας: Είχαμε βάλει ψάθες στις τρύπες και δεν έμπαινε το κρύο. Κάτω υπήρχε βέβαια χώμα. Αλλά οι άντρες είχαν κρεβάτια και κουβέρτες. Τους είχαμε μάλιστα και κουνουπιέρες.

Πρόεδρος: Μήπως κανείς κομμουνιστής ή άλλος στρατιώτης απείθαρχος προσεβλήθη εκεί από πλευρίτιδα και εξακολουθούσατε να τον έχετε στο Καλπάκι;

Μάρτυρας: Όχι, κύριε πρόεδρε, αυτό έγινε στη μεθόριο.

Πρόεδρος: Μήπως τους βρίζετε; Μήπως τους συμπεριφέρεστε βάναυσα;

Μάρτυρας: Όχι… Όχι, κύριε πρόεδρε! Η συμπεριφορά μου ήταν πολύ καλή αναλόγως.

Πρόεδρος: Πείτε μας λοιπόν πώς έγινε το επεισόδιο.

Μάρτυρας: Είχαμε πάρει διαταγή να κατασκευάσουμε δρόμο στον μεθοριακό τομέα, αλλά οι κατηγορούμενοι παραπονέθηκαν ότι εργάζονται πολύ. Ο Βλατάς πρώτος, την προηγούμενη μέρα του επεισοδίου, δηλαδή την 1η Σεπτεμβρίου, και μετά των κανονικών ωρών εργασίας, είχε αρνηθεί να πιάσει δουλειά, διότι έλεγε ότι δεν ήρθε η κανονισμένη ώρα και τον έστειλα στις φυλακές Ιωαννίνων. Την επόμενη μέρα και οι άλλοι απειθάρχησαν. Ένας είπε ότι δεν δουλεύει και προτιμά να συμμεριστεί την τύχη του Βλατά. Όταν όμως μου είπε ο λοχίας αυτά, πήγα προσωπικά κι άρχισα να τους διατάζω ονομαστικώς, έναν-έναν. Φαίνεται ότι ήταν συνεννοημένοι και την ώρα εκείνη με περιέβαλαν και μου επιτέθηκαν.

Πρόεδρος: Ήσασταν κοντά;

Μάρτυρας: Ναι, πήγα και τους είπα “πηγαίνετε”, αλλά αυτοί μου επιτέθηκαν.

Πρόεδρος: Μήπως φερθήκατε βάναυσα; Μήπως πιάσατε κανέναν και τον σπρώξατε;

Μάρτυρας: Ναι, έπιασα τον Μαρκοβίτη και τον έσυρα.

Πρόεδρος: Μήπως έπεσε κάτω από το σπρώξιμο;

Μάρτυρας: Όχι

Η κατάθεση  ολοκληρώνεται με τον Φατούρο να πέφτει σε συνεχείς αντιφάσεις, οι οποίες επισημαίνονται από τον πρόεδρο της έδρας. Η συνεδρίαση διακόπτεται για την επόμενη μέρα.

Τετάρτη 14 Γενάρη 1931

Το ενδιαφέρον του κοινού για τη δίκη αυξάνεται. Από τις 9:00 το πρωί οι ακροατές προσέρχονται στην αίθουσα, η οποία γεμίζει ασφυκτικά, ενώ εξακολουθούν τα ίδια αυστηρά μέτρα. Η δίκη ξεκινάει στις 10:10, με τη συνέχιση της εξέτασης του Φατούρου από τους κατηγορούμενους. Το λόγο παίρνει ο Βλατάς, απευθύνοντας ερωτήσεις στον μάρτυρα. Ο Φατούρος, απαντώντας, αρνείται ότι υποδέχτηκε με ξύλο τον Βλατά στον Ουλαμό Καλπακίου. Αρνείται επίσης ότι τους έστειλε σε μια υπόγεια καταπακτή, που την ονόμασε πειθαρχείο, με δυο μόνο κουβέρτες για να πουντιάσουν. Παραδέχεται όμως ότι κατόπιν διαταγής του διοικητή του τάγματος έδειρε τον Αραβαντινό, τον Ροΐδη και άλλους. Όταν ο Βλατάς τον ρωτάει αν ανάγκασε τον στρατιώτη Γαζέπη, που ήταν άρρωστος, να εργαστεί, ο Φατούρος απαντάει ότι είχε μόνο ελάχιστο πυρετό. Του λέει επίσης πως τον στρατιώτη Σοφιανό, ενώ είχε αιματουρία τον έβαζε να δουλεύει, και πως τον Παπαγγέλου και τον Γαλιάδη τους έκλεισε στο υπόγειο και αρρώστησαν.  Εξαιτίας του τώρα ο Παπαγγέλου είναι φθισικός και πήρε δύο χρόνια αναστολή. Τον κατηγορεί ακόμα πως ο στρατιώτης Ψυχίτσας  τρελάθηκε στο Καλπάκι, για να πάρει την απάντηση ότι ο Παπαγγέλου ήταν φθισικός από πριν, ενώ ο Ψυχίτσας δεν τρελάθηκε αλλά έκανε τον τρελό για να φύγει.

Κατόπιν, το λόγο παίρνει ο στρατιώτης Πανούσης. Τον ρωτάει αν τον έχει χτυπήσει στη δουλειά, για να πάρει την απάντηση ότι τον έσπρωξε λιγάκι και αυτό ήταν όλο.

Το λόγο παίρνει ο Μαρκοβίτης. Τον ρωτάει πώς γίνεται να φτιάξανε ρόπαλα από τα ξύλα αφού δεν είχαν εργαλεία. Ο Φατούρος απαντάει πως δεν ξέρει. Ρωτάει αν ήρθαν αργότερα με τον λοχία και τους φρουρούς και αν τους δέσανε στο δέντρο. Ο Φατούρος το παραδέχεται.

«Είπες ότι η συμπεριφορά σου ήταν πατρική», λέει ο Μαρκοβίτης. «Αλλά εσύ δεν μεθοκοπούσες στο χωριό και ερχόσουνα ύστερα μεθυσμένος και μας έδερνες;» Ο πρόεδρος απαγορεύει στον κατηγορούμενο να μεταχειρίζεται υβριστικές εκφράσεις για τον μάρτυρα. Ο κυβερνητικός επίτροπος χαρακτηρίζει τις φράσεις ως οφειλόμενες σε θρασύτητα. Παρεμβαίνει η υπεράσπιση, τονίζοντας ότι πρόκειται για πραγματικά γεγονότα και ότι δύο άνθρωποι καταδικασθέντες άδικα σε θάνατο είναι υπερβολή να κατηγορηθούν για θρασύτητα, όταν προσπαθούν να υπερασπιστούν τα κεφάλια τους.

Μετά από μια μικρή διακοπή της δίκης όταν η έδρα επανέρχεται, οι κατηγορούμενοι Πανούσης και ο Γαμβέτας παύουν τους δικηγόρους που είχαν διορίσει οι οικογένειές τους, έτσι ώστε όλοι οι κατηγορούμενοι να έχουνε ενιαία υπεράσπιση, αποτελούμενη αποκλειστικά από τους δικηγόρους τους οποίους διόρισε η Εργατική Βοήθεια.

15 Ιανουαρίου 1931

Η δίκη συνεχίζεται με τις απολογίες και την αγόρευση του κυβερνητικού επιτρόπου. Πρώτος απολογείται ο καταδικασμένος σε ισόβια Βλατάς, ο οποίος λέει:

«Είμαι ένας φτωχός αγρότης των πέριξ του Ηρακλείου Κρήτης και ο πατέρας μου είναι και αυτός ένας αγρότης φτωχός. Το σπίτι μας θέλαμε να το στερεώσουμε με τη δουλειά μας, αλλά τα οικονομικά βάρη που ρίπτει το σημερινό κράτος εις τους ώμους των αγροτών, οι φόροι και τα εντάλματα εχειροτέρευαν καθημερινώς την κατάστασή μας. Το ίδιο συνέβαινε με όλους τους αγρότες της Κρήτης, όταν τέλος ξεσηκώθηκαν με τα γνωστά συλλαλητήρια της Κρήτης».

Συνεχίζει λέγοντας πως όταν είδε να στέλνεται στρατός για να χτυπήσει τους αγρότες της Κρήτης, πείστηκε ότι ο  στρατός χρησιμοποιείται κατά των εργαζομένων και πτωχών αγροτών και απέκτησε κουμμουνιστικές πεποιθήσεις. Αργότερα, βρέθηκε και ο ίδιος ως στρατιώτης ένοπλος με άλλους συναδέλφους του αντιμέτωπος των αγροτών, οι οποίοι είχαν εξεγερθεί ενάντια στην επιβολή φόρων, και έτσι ενισχύθηκαν οι πεποιθήσεις του. Για τα γεγονότα στο Καλπάκι είπε ότι τον υποδέχτηκε ο Φατούρος ρωτώντας τον αν είναι πειθαρχημένος ή κομμουνιστής. Αφού απάντησε κομμουνιστής, ο Φατούρος τον χτύπησε και του είπε: «Και το λες βρε κτήνος ότι είσαι κομμουνιστής;»

Μετά, περιγράφει τις συνθήκες στο Καλπάκι. Κοιμόταν με βρεγμένα ρούχα και τους στέλνανε άρρωστους να δουλεύουνε και να  ξεχερσώνουν ξυπόλητοι τα χωράφια μέσα στη λάσπη. Τους φόρτωναν ξύλα και τους έδερναν συχνά. Ο Γαζέπης έφυγε από τη δουλειά και βρέθηκε με δύο οκάδες υγρό στα πλευρά του. Ο Παπαγγέλου έγινε φθισικός και ο Γαλλιάδης πλευρίτωσε, ο Σοφιανός είχε αιματουρία, ο Γρηγοριάδης ξερνούσε γουλιές αίμα. Παρόλα αυτά, ο Φατούρος έλεγε στους σκοπούς: «Βάλτε τους να δουλεύουν και σκοτώστε τους αν τύχει⸱ εγώ είμαι υπεύθυνος». Και συγχρόνως τους έδερνε. Υποστηρίζει επίσης ότι επίτηδες τους έστειλαν στο Καλπάκι για να τους εξοντώσουν με ύπουλα μέσα, αλλά «αν ήθελαν», καταλήγει, να τους σκοτώσουν επειδή είναι κομμουνιστές έπρεπε να τους το πουν καθαρά και να τους ντουφεκίσουν.

Στην συνέχεια, απολογείται ο καταδικασμένος σε θάνατο Μάρκος Μαρκοβίτης. Ούτε αυτός αρνείται ότι είναι κομμουνιστής. Ήταν φοιτητής αλλά αποβλήθηκε, γιατί αγωνιζόταν με τους φτωχούς συμφοιτητές του κατά τις αριστοκρατικοποιήσεως του Πανεπιστημίου. Στον στρατό εξεγέρθηκε η συνείδησή του για την κατάσταση των συνστρατιωτών και σε αυτό συντέλεσε ακόμα περισσότερο η διαμορφωμένη γνώμη του ότι όλα τα καπιταλιστικά κράτη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, προετοιμάζουν νέους πολέμους. Τέλος, προσθέτει ότι για να καταπνίγεται κάθε διαμαρτυρία ως προς τα γεγονότα αυτά ιδρύθηκε ο Ουλαμός Καλπακίου, όπου στέλνονται ως διοικητές άνθρωποι δοκιμασμένοι για την εξοντωτική δράση τους κατά των κομμουνιστών στρατιωτών.

Μετά από ερώτηση του προέδρου, αρνείται ότι επιτέθηκε με ρόπαλο στον διοικητή του, όπως κατηγορείται, αλλά, απεναντίας, η φρουρά επιτέθηκε με εφ’ όπλου λόγχη και με τον διοικητή εναντίον τους. «Εγώ ήμουν μπρος στον διοικητή με το πιστόλι και βλέποντας το βέβαιο θάνατο που με απειλούσε προσπάθησα να αμυνθώ. Του έστριψα την κάννη του περιστρόφου αλλού και αυτό έγινε δύο φορές. Την τρίτη με χτύπησε και με πήραν τα αίματα. Ήθελαν ύστερα να μας δέσουν στα δέντρα και ξέραμε τι μας περίμενε. Για τα γεγονότα του Καλπακίου σας λέγω τα εξής: Εμείς βρεθήκαμε μπροστά σε μία προσχεδιασμένη δολοφονική επίθεση, κι αν δεν μας έριξε καταπάνω μας ο Φατούρος, αυτό οφείλεται στην υπεράσπισή μας εκείνη τη στιγμή. Αν είχαμε σκοπό να επιτεθούμε, όπως μας κατηγορούν, μπορούσαμε να οργανώσουμε αποτελεσματικότερα μια τέτοια επίθεση. Αλλά ούτε πέρασε από το νου μας σκέψη επίθεσης».

Μετά από ολιγόλεπτη διακοπή, ξεκινάει να απολογείται ο επίσης καταδικασμένος σε θάνατο Γιάννης Πανούσης.

Λέει ότι στάλθηκε στο Καλπάκι κατόπιν εγγράφου του Πανεπιστημίου προς την Ειδική Ασφάλεια. Εκεί, τον χτύπησε και ο Φατούρος και η φρουρά. Εκθέτει την άθλια κατάσταση του ουλαμού και τις τραγικές συνθήκες υπό τις οποίες εργάζεται στον καταυλισμό, και αρνείται ότι στο γνωστό επεισόδιο χτύπησε τον Φατούρο. Αποκαλύπτει επίσης ότι ο διοικητής του τομέα προκαλύψεως κύριος Γεωργίου, ο οποίος μετέβη να ενεργήσει ανάκριση, θέλησε να συμβιβάσει τα πράγματα και τους πρότεινε να εξακολουθήσουν υφιστάμενοι το αφόρητο καθεστώς του Καλπακίου για να τους απαλλάξει από την κατηγορία, αλλά αυτοί δεν θέλησαν, γιατί προτίμησαν να κατηγορηθούν ώστε να έρθουν στο φως τα αίσχη του Καλπακίου.

Ακολουθούν οι απολογίες των υπόλοιπων τριών καταδικασμένων σε ελαφρύτερες ποινές. Οι Γαμβέτας, Κορδελλάς και Αδαμόπουλος εκθέτουν τα ίδια περιστατικά. Ο Αδαμόπουλος, καθηγητής Θεολογίας, περιγράφει ένα επεισόδιο όπου ο Φατούρος ήταν μεθυσμένος και ξέσπασε με βρισιές εναντίον του. Του πήρε μάλιστα από τις φιλολογικές σημειώσεις του αποσπάσματα του Καντ και του Γκαίτε, καθώς επίσης και ποιήματα του Χάινε, ως κομμουνιστικά.

Κάποτε φτάνει η ώρα της αγόρευσης του κυβερνητικού επιτρόπου, στην οποία συνοπτικά ισχυρίζεται πως «η υπόθεση η οποία δικάζεται προκάλεσε την προσοχή ολόκληρης της κοινής γνώμης, απασχόλησε τη βουλή και την κυβέρνηση και τον τύπο, και προκάλεσε ενδιαφέρον και πέραν των ορίων του κράτους λόγω της ιδιότητας των κατηγορουμένων, οι οποίοι είναι κομμουνιστές και αποβλέπουν πάντοτε να θορυβούν». Εκφράζει την έκπληξή του «διότι το δικαστήριο έλαβε και διαμαρτυρίες αστικών σωματείων, συλλόγων και οργανώσεων, διότι διανοούμενοι και μεγάλη μερίδα του αστικού τύπου συνήργησαν σε εκδηλώσεις συμπάθειας υπέρ των κατηγορουμένων», κάτι που χαρακτηρίζει ως κοινωνική αναρχία. Μιλάει για πολλή ώρα σχετικά με τις αρχές του κομμουνισμού και λέει ότι οι σοσιαλιστικές ιδέες υπήρξανε πάντοτε ωραίες αλλά απραγματοποίητες και ερχόμενος στο ζήτημα του Καλπακίου λέει πως «αν ο ουλαμός ο οποίος ιδρύθηκε εκεί χρησιμεύσει για τη δυσφήμιση του στρατεύματος, ας όψονται εκείνοι που εξέλεξαν τα ακατάλληλα πρόσωπα ως διοικητάς». Κατακρίνει τη διοίκηση του Φατούρου και λέει ότι «οι κατηγορούμενοι δεν επρομέλετησαν τις σκηνές, αλλά ετήρησαν στάσιν η οποία πρέπει να χαρακτηριστεί ως απόπειρα βιαιοπραγίας κατά ανώτερου». Συνεχίζοντας, κατακρίνει τη στάση του κράτους, του κλήρου, των διανοουμένων, των δημοσίων υπαλλήλων και της αστικής τάξης, γιατί δεν έκαναν τίποτε για τη διαφώτιση του λαού. Κατέληξε στο ότι αποδεικνύεται ότι συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις και πρότεινε για τους Πανούση και Μαρκοβίτη, καταδικασμένους σε θάνατο, να κηρυχθούν ένοχοι απόπειρας βιαιοπραγίας κατά ανώτερου όχι εκ προμελέτης αλλά με βάση το άρθρο 49 το οποίο ορίζει ποινή πρόσκαιρων δεσμών. Για τον καταδικασμένο σε ισόβια προτείνει να κηρυχθεί επίσης ένοχος απόπειρας με μέτρια σύγχυση και να του επιβληθεί η ποινή της ειρκτής. Τους υπόλοιπους κατηγορούμενους τους αφήνει στην κρίση του δικαστηρίου.

16 Ιανουαρίου

Η απόφαση εκδίδεται την επόμενη ημέρα. Τα χειρότερα για τους κατηγορούμενους έχουν αποφευχθεί. Πανούσης: φυλάκιση 5 χρόνων. Μαρκοβίτης: φυλάκιση 4,5 χρόνων. Γαμβέττας 3,5 χρόνια. Βλατάς 1,5. Αδαμόπουλος 10 μήνες. Τσακίρης 6 μήνες.