Ανεπίδοτη Επιστολή: Kουβέντα με τον Λεωνίδα Β.

Νοέμβρης 1973

«Ο πατέρας μου γενικά έγραφε, κυρίως λογοτεχνία και ποίηση. Η συγκεκριμένη μαρτυρία όμως έχει ενδιαφέρον και σαν ιστορία. Είναι ένα κείμενο που το είχε γράψει κάποιες εβδομάδες μετά τα γεγονότα του Νοέμβρη του 1973 και προοριζότανε για να το στείλει σε ένα φιλικό και συντροφικό του ζευγάρι που ήταν τότε στο Παρίσι, στους οποίους τελικά και αφιερώνεται αυτή η έκδοση. Για διάφορους λόγους τότε δεν το έστειλε, προφανώς εξαιτίας της λογοκρισίας, γιατί θα γινόταν έλεγχος στο ταχυδρομείο, καθώς και ο ίδιος ήταν φακελωμένος και οι άνθρωποι που ήταν στο Παρίσι. Έτσι, έμεινε στο συρτάρι, δεν τους το έστειλε, το κράτησε, και γενικά μέσα στα χρόνια, τις μέρες αυτές της επετείου, και εγώ του έλεγα αλλά και εκείνος ήθελε να το εκδώσουμε, και τελικά έμελε να βγει μετά θάνατον και να μην προλάβει να το δει τυπωμένο. Έλεγε: δεν στάλθηκε εκεί που ήταν να σταλεί, να μείνει τουλάχιστον σαν μαρτυρία.»

Σε αυτές τις λίγες φράσεις, ο Λεωνίδας Βαλασόπουλος, γιος του Γιάννη Βλάσση (Φλεβάρης 1938 —Αύγουστος 2019), συμπυκνώνει την αξία, τη σημασία και τη φόρτιση αυτής της έκδοσης που έγινε με δική του πρωτοβουλία.

Το γεγονός ότι αυτή η επιστολή δεν έφτασε στη ώρα της στους αρχικούς της παραλήπτες, ίσως κάνει την αξία της μεγαλύτερη, καθώς η επίδοσή της γίνεται τελικά με τρόπο που την μετατρέπει σε ανοιχτή επιστολή ή καλύτερα σε ένα ντοκουμέντο για εκείνο το τετραήμερο του 1973, που τόσο έχει ταλαιπωρηθεί και κατασυκοφαντηθεί.

Η έκδοση αυτή —τυχαία αλλά σίγουρα όχι από κάποια ευτυχή συγκυρία— συμπίπτει χρονικά με την έκδοση του βιβλίου του Ιάσονα Χανδρινού Όλη Νύχτα Εδώ, το οποίο είναι μια εξαντλητική συλλογή και επιμέλεια μαρτυριών ανθρώπων που πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Αν το βιβλίο του Χανδρινού είναι μια διείσδυση στον πυρήνα των γεγονότων με ένα μεγεθυντικό φακό, η Ανεπίδοτη Επιστολή του Γιάννη Βλάσση μοιάζει περισσότερο με μια κάτοψή τους.

Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία αυτή θα κινδύνευε να μείνει σε κάποιο βαθμό αφώτιστη, αν ο Λεωνίδας δεν μας μετέφερε κάποιες προφορικές περιγραφές και διευκρινίσεις που πολλαπλασιάζουν την αξία αυτού του χρονικού.   

«Φαίνεται, κατά τη γνώμη μου, ότι πολλά πράγματα δεν καταγράφονται σαφώς, αλλά υπάρχουν πράγματα που υπονοεί και πράγματα που αιωρούνται. Ήταν γραμμένο επί χούντας και με προοπτική να σταλεί κι όλας. Υπήρχε ένα στοιχείο αυτολογοκρισίας μέσα. Εμένα μου είχε αναφέρει πολλά περισσότερα γεγονότα, ειδικά σε σχέση με τις συγκρούσεις και με την καταστολή, τι εκτυλίχτηκε εκείνες τις μέρες στη Αθήνα. Στο κείμενο λείπει όλο αυτό. Η διήγηση δεν αναφέρεται καθόλου στο τι γίνεται μέσα στο Πολυτεχνείο, μόνο στο τι γίνεται έξω στους γύρω δρόμους. Υπήρχε η πρόθεση να καταγράψει τα πράγματα αλλά, για λόγους ασφάλειας, όχι εντελώς ανοιχτά.

Σαν γραπτό, πέρα από τη συναισθηματική αξία που έχει για μένα επειδή είναι πατέρας μου, κατά τη γνώμη μου, συμβάλλει στο να σπάσουν τα κλασικά στερεότυπα που ξέρουμε, ή αυτά που προσπαθεί να περάσει το καθεστωτικό αφήγημα, ως μία  κατάληψη αποκλειστικά φοιτητών, παρότι προφανώς ως τέτοια ξεκίνησε.

Περιγράφει και το κλίμα της συμπαράστασης του κόσμου έξω, όπως και κάτι ακόμα που για μένα είναι πολύ σημαντικό. Αναφέρεται στις συγκρούσεις στην πλατεία Κάνιγγος μετά την εισβολή του τανκς, κάτι που δείχνει ότι η εξέγερση δεν τέλειωσε αμέσως και ούτε ο κόσμος έσπασε αμέσως ή φοβήθηκε τόσο πολύ. Δείχνει ένα κλίμα έντασης και σύγκρουσης, ακόμα και την επόμενη μέρα.

Η αλήθεια είναι ότι έχουν βγει πολλές μαρτυρίες και διηγήσεις μέσα στα χρόνια, άλλες πιο ειλικρινείς και τίμιες, κατά τη γνώμη μου, άλλες ίσως με λίγη δόση σπέκουλας. Μέσα στα χρόνια, έχουν υπάρξει διηγήσεις, και προσωπικές αλλά και άλλες, πάνω στις οποίες χτίστηκαν καριέρες πολιτικές. Νομίζω έχει μια αξία, γιατί μιλάει σε εντελώς ανθρώπινο επίπεδο και περιγράφει πολλές φορές το φόβο που ένιωσε ο ίδιος, και που φαντάζομαι υπήρχε, περιγράφει πολύ το γεγονός ότι στους δρόμους δεν ήταν μόνο ο υπερπολιτικοποιημένος κόσμος και πώς ο ίδιος συμμετείχε με τον τρόπο του στην εξέγερση, που σίγουρα δεν ήταν κάτι που περιοριζόταν σε μια φοιτητική διαμαρτυρία, περιορισμένη στο χώρο του Πολυτεχνείου. Ακόμα και η διήγηση που κάνει για τις συγκρούσεις στο δρόμο, για το πώς η αστυνομία και ο στρατός κινήθηκαν στους δρόμους, ειδικά εκείνο το βράδυ.

Ένα άλλο που, κατά τη γνώμη μου, έχει ενδιαφέρον είναι ότι επειδή ο ίδιος ήταν εργαζόμενος του ΟΤΕ, έτσι γλίτωσε, όπως περιγράφει, κατά κάποιο τρόπο τη σύλληψη εκείνο το βράδυ, γιατί μπόρεσε και μπήκε στο κτίριο του ΟΤΕ στη Γ’ Σεπτεμβρίου. Περιγράφει την κατάσταση που επικρατούσε το βράδυ εκείνο μέσα στο κτίριο, όπου ήταν γεμάτο εσατζήδες μέχρι και στις ταράτσες και γινόταν έλεγχος ακόμα και στους ίδιους τους εργαζόμενους. Και βγαίνει και το πόσο για την ίδια τη χούντα η εξέγερση σαν γεγονός ήταν πολύ σημαντικό, κάτι βέβαια που προκύπτει από το γεγονός ότι επανέφεραν το στρατιωτικό νόμο.

Αν και ο ίδιος ήταν πολιτικοποιημένος από μικρός, αριστερός και την περίοδο εκείνη ήταν ενταγμένος στο ΚΚΕ Εσωτερικού, δείχνει ωστόσο ότι το Πολυτεχνείο ήταν κάτι πολύ ευρύ, στο οποίο συμμετείχαν άνθρωποι που κατέβηκαν στο δρόμο τρεις και τέσσερις μέρες, και εκεί επίσης είναι η αξία της αφήγησης αυτής. Στην αποκατάσταση των χιλιάδων ανώνυμων.»

Εκτότε, και κυρίως τα τελευταία χρόνια, πολλά ήταν τα αφηγήματα που προσπάθησαν να παρουσιάσουν το Πολυτεχνείο είτε με τρόπο που να μοιάζει σαν μια ανώδυνη φοιτητική γιορτή, που διακόπηκε από την ασύμμετρη απάντηση της εισβολής ενός τανκς, είτε αμφισβητώντας την ένταση και την έκταση της καταστολής, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να αμφισβητείται η ύπαρξη των δεκάδων νεκρών.

Στη μαρτυρία του Γιάννη Βλάσση αναφέρεται εμμέσως ότι από την ταράτσα του ΟΤΕ ενδεχομένως να υπήρχαν ελεύθεροι σκοπευτές. Ωστόσο, κάτι τέτοιο απλώς υπονοείται. Έτσι, μοιραία, τίθεται το ερώτημα για το αν υπήρξε κάποια προφορική μαρτυρία σχετικά με αυτό το γεγονός.

«Εγώ θυμάμαι, μέσα στα χρόνια, ότι και ο ίδιος και οι συνάδελφοί του το είχαν σαν δεδομένο πως εκείνο το βράδυ, το περιγράφει εμμέσως και προκύπτει κάπως από τη διήγηση, υπήρχαν ελεύθεροι σκοπευτές στην ταράτσα του ΟΤΕ της Γ’ Σεπτεμβρίου και στο κτίριο του υπουργείου Δικαιοσύνης, Γ’ Σεπτεμβρίου και Μάρνης, στο κτίριο που τώρα είναι το Εργατικό Κέντρο Αθηνών. Είναι πολλές οι μαρτυρίες που πιστοποιούν το γεγονός.

Υπάρχει και ένας κλασικός ακροδεξιός μύθος, που έχει ειπωθεί και από χείλη υπουργών, όπως Άδωνης και Βορίδης, ότι δεν υπήρχαν νεκροί στο Πολυτεχνείο, με την έννοια ότι δεν υπήρχαν νεκροί μέσα στο κτίριο του Πολυτεχνείου. Η αλήθεια είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των καταγεγραμμένων νεκρών ήταν στους γύρω δρόμους και, όποιος το δει πιο συγκεκριμένα, κυρίως στη Γ’ Σεπτεμβρίου, την Πατησίων και σε κεντρικούς δρόμους που αντιστοιχούν σε δράση ελεύθερων σκοπευτών από αυτά τα δύο συγκεκριμένα κτίρια.

Επίσης, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι το κτίριο εκείνο του ΟΤΕ ήταν το βασικό κτίριο που είχε ο ΟΤΕ τότε στο κέντρο της Αθήνας, οπότε ήταν λογικό και για το κράτος να βάλει τις δυνάμεις του για να το υπερασπιστεί σε περίπτωση που… Ήταν ένα κτίριο που θα προφύλασσαν και θα χρησιμοποιούσαν κι όλας ως βάση παρακρατικών στοιχείων, τα οποία μέσα στην ανωνυμία θα δρούσαν στο πλευρό της αστυνομίας και του στρατού.

Ως προς αυτό το σημείο, η αφήγηση λοιπόν το αφήνει λίγο θολό, καθώς δεν λέει «ναι, με βεβαιότητα ξέραμε ότι κάποιοι πυροβολούν από την ταράτσα», αλλά λέει ότι «εγώ βρέθηκα μέσα στο κτίριο και μου είπαν οι συνάδελφοι του έβδομου ορόφου, του τελευταίου, ότι στην ταράτσα δεν μπορεί να βγει κανείς γιατί είναι κλειδωμένη απ’ έξω…»Οπότε, νομίζω, για να είναι κλειδωμένη απ’ έξω, τη στιγμή που στους γύρω δρόμους γινόταν μακελειό, καταλαβαίνουμε όλοι τι μπορεί να κάνανε αυτοί που ήταν κλειδωμένοι στην ταράτσα ενός τόσο κομβικού κτιρίου για τη χούντα.

Για μένα επίσης είναι και πολύ συγκινητικό το πώς περιγράφει ότι κόσμος αφήνει τη  δουλειά του για να πάει στο Πολυτεχνείο. Θυμάμαι να μου εξηγεί ότι, επειδή το να μην πάει κάποιος εκείνη τη μέρα στη δουλειά του ήταν μια δήλωση πολύ ξεκάθαρη, πολύς κόσμος αυτό που έκανε ήταν να πηγαίνει τις πρώτες πρωινές ώρες πριν πάει για δουλειά ή να προσπαθεί να το σκάσει για λίγη ώρα. Έχει κι αυτό τη σημασία του, αν και δεν έφτασε βέβαια σε σημείο να γίνουν απεργίες ή να φύγει μαζικά κόσμος από τη δουλειά. Αυτό τουλάχιστον ξέρω από την εμπειρία του πατέρα μου που είναι λίγο ιδιαίτερη, με την έννοα ότι ως υπηρεσία τούς είχαν σε πολύ έντονη επιτήρηση, γιατί φοβούνταν ότι κάποιος μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις δομές του ΟΤΕ ή να κάνει σαμποτάζ, συν ότι έπρεπε οι εργαζόμενοι να διασφαλίσουν τις επικοινωνίες, κάτι που επίσης σκιαγραφεί και ένα κλίμα πολεμικό.

Πάντως, μου έχει κάνει εντύπωση ότι πιο δύσκολες ήταν οι μέρες μετά το Πολυτεχνείο, με την έννοια ότι υπήρξε ένα κλίμα φοβερής τρομοκρατίας, συλλήψεις, κηρύχτηκε πάλι στρατιωτικό νόμος, υπήρχαν δεκάδες νεκροί και αγνοούμενοι ή συλληφθέντες, που δεν ξέρανε καν που τους έχουν, και ότι είχε περάσει ένα κλίμα ότι η εξέγερση μπορεί να έφερε και αποτελέσματα αρνητικά και να ανέτρεψε την προοπτική της φιλελευθεροποίησης. Κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος, οι ίδιοι οι χουνταίοι ανατρέψανε τον Παπαδόπουλο και βάλανε την πτέρυγα την πιο ακραία, τον Ιωαννίδη, αλλά η ιστορία έδειξε ότι ήταν ένα γεγονός πολύ κομβικό, και θεωρώ ότι και για αυτό υπάρχει ακόμη αυτή η λύσσα είτε, από την πλευρά τη δεξιά, να το μετατρέψουν σε ένα γεγονός επιπέδου εθνικού πανηγυριού είτε, απο την πλευρά της  της πιο ακροδεξιάς αφήγησης, ως ένα γεγονός που θέλει τους κουμουνιστές και τους “αντεθνικώς σκεπτόμενους” να το μεγαλοποιούν, για να κάνουν την προπαγάνδα τους. Για αυτό είχε την  αξία του να βγουν τέτοιες μαρτυρίες, ιδίως στην εποχή μας που υπάρχει μια απόπειρα να ξαναγραφτεί η ιστορία…»