Ω γλυκύ μου έαρ. Ψιλή κουβέντα με τον Κώστα Γουρνά

«Ο αγωνιστής που δεν αναζητά την ολοκλήρωσή του στα πολλαπλά πεδία της ζωής οδηγείται σε μια γραφειοκρατία της αντιπαράθεσης με τον ταξικό εχθρό, που και απομακρύνει την κοινωνία από δίπλα του και τον οδηγεί σε τακτικά λάθη».

Έχουν περάσει πια δύο χρόνια και ένας μήνας, από όταν ο Κώστας Γουρνάς εξέδωσε το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο Ω γλυκύ μου έαρ. Η ιστορία εξελίσσεται κατά την επιστροφή με αμάξι δυο συμπολεμιστών από τον Έβρο στην Αθήνα. Έχει προηγηθεί πολεμική σύγκρουση με την Τουρκία και, εκτός του τακτικού στρατού, υπάρχει και συμμετοχή αντάρτικων ομάδων, στις οποίες φαίνεται να συμμετέχουν και κομμάτια του ανταγωνιστικού κινήματος. Άλλοι με τη λογική της εξοικείωσης με τα όπλα και την πολεμική σύγκρουση και άλλοι με τη λογική της αντιπαράθεσης με το καθεστώς Ερντογάν στην Τουρκία. Μετά τη λήξη της σύγκρουσης και καθώς επιστρέφουν, οι αντάρτες πρέπει να φυλαχθούν πια από το ελληνικό κράτος, που τους καταδιώκει. Έτσι, μέσα σε αυτή την κατάσταση, ο κυρ-Φραγμός, που είναι μεσήλικας, και ο Αλέξανδρος, που είναι νεαρός, συνταξιδεύουν, συζητώντας μια τεράστια γκάμα θεμάτων, προσπαθώντας συγχρόνως  να φτάσουν στην Αθήνα ασφαλείς. Με αφορμή τη συγκεκριμένη νουβέλα και με μια μικρή καθυστέρηση, κάναμε με τον Κώστα μια αρκετά μεγάλη κουβέντα.

Όσο ήσουν κρατούμενος στις ελληνικές φυλακές για τη συμμετοχή σου στον Επαναστατικό Αγώνα, έγραψες δύο λογοτεχνικά βιβλία: ένα μυθιστόρημα (Η βαρύτητα στη ή) και μια νουβέλα (Ω γλυκύ μου έαρ). Επίσης, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού σου, είχες γράψει και δημοσιεύσει αρκετά αμιγώς πολιτικά κείμενα. Μέσα σε αυτόν τον πολύ μεγάλο όγκο λογοτεχνικών και πολιτικών κειμένων, απουσιάζει αισθητά κάτι που να μιλάει για τη φυλακή. Είτε βιωματικό είτε θεωρητικό. Νομίζω επίσης πως είσαι ο μοναδικός πολιτικός κρατούμενος, ή και κρατούμενος γενικά (από τη μεταπολίτευση και έπειτα), ο οποίος γράφει λογοτεχνία που δεν είναι ούτε αυτοβιογραφική ούτε αφορά την εμπειρία της φυλακής.

Από τη σύλληψή μου το 2010 και την ανάληψη της πολιτικής ευθύνης για τον Επαναστατικό Αγώνα, κουβαλούσα διαρκώς την αντίληψη ότι ο λόγος μου θα έπρεπε να είναι εξωστρεφής και να απευθύνεται κυρίως προς την κοινωνία. Για το λόγο αυτό και δεν πήρα μέρος, σε μεγάλο βαθμό, σε κινήσεις που είχαν ως στόχο την προπαγάνδα στους ίδιους τους κρατούμενους, ως ένα εν δυνάμει κοινωνικό–εξεγερσιακό υποκείμενο. Σε αυτό συνετέλεσε βέβαια και η όλη οξυμένη κοινωνική κατάσταση την περίοδο της κρίσης και των μνημονίων, οπότε θεωρώ ότι ο βαθμός πολιτικοποίησης εκτοξεύθηκε κατακόρυφα.

Είναι αλήθεια ότι στο λόγο μου όντως απουσιάζει το βίωμα και οι συνθήκες του εγκλεισμού στο πλαίσιο της φυλάκισης. Αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με την άρνησή μου να περιγράψω μια καθημερινότητα που δεν θα ήταν χρήσιμη σε κανέναν είτε θα μπορούσε να αποθαρρύνει ανθρώπους από το να αγωνιστούν, παίρνοντας ρίσκα σύλληψης. Ο δεύτερος έχει να κάνει με το γεγονός ότι έβγαλα σχεδόν όλη τη φυλακή μου σε καθεστώς απομόνωσης, οπότε δεν πιστεύω ότι μπορώ να αποδώσω πιστά την πραγματικότητα της φυλακής με την απεικόνιση του γενικού πληθυσμού της.

Όπως έχω ξαναπεί χαριτολογώντας, η αυτοβιογραφία μου μπορεί να “πουλούσε” περισσότερο, αλλά λίγα θα είχε να προσφέρει πολιτικά.

Και στα δυο βιβλία –στη Βαρύτητα στο ή είναι σαφώς διατυπωμένο, ενώ στο Ω γλυκύ μου έαρ πιο έμμεσα– επισημαίνεις ότι ο πολιτικός αγώνας των καταπιεσμένων δεν μπορεί είναι μόνο μια στιβαρή πολιτική θέση. Ότι δεν μπορεί να περιορίζεται εκεί. Ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για τη σύγκρουση και τη σύνθεση όλων των εκφράσεων της ζωής. Είναι, κατά τη γνώμη σου, η αναζήτηση του τρόπου που αλληλεπιδρούν τα διάφορα πεδία της ζωής ικανά να επηρεάσουν τον αγώνα; Πόσο αξία έχει να μην περιορίζει κανείς τους πολιτικούς προβληματισμούς στην αμιγώς πολιτική τους διάσταση, αλλά να θέτει και μια σειρά υπαρξιακών ζητημάτων που τους συνοδεύουν;

Ο αγωνιστής που δεν αναζητά την ολοκλήρωσή του στα πολλαπλά πεδία της ζωής οδηγείται σε μια γραφειοκρατία της αντιπαράθεσης με τον ταξικό εχθρό, που και απομακρύνει την κοινωνία από δίπλα του και τον οδηγεί σε τακτικά λάθη. Πολιτική δίχως υπαρξιακή αναζήτηση είναι αντιιστορική διαδικασία. Ειδικά για τους αναρχικούς αγωνιστές, που στοχεύουν στην ουτοπία της αταξικής κοινωνίας, η αναζήτηση μιας διαρκούς αυτοβελτίωσης είναι και η ουσιαστική προϋπόθεση για την επίτευξή της, καθώς καταδεικνύει τον ίδιο τον ρεαλισμό, σε τελική ανάλυση, της αναρχικής κοινωνίας.

Ένα βασικό αντεπιχείρημα εδώ θα μπορούσε να είναι ότι ο αγώνας για την κοινωνική επανάσταση είναι πρωτίστως απόρροια του ταξικού πολέμου, ενός πολέμου δηλαδή με όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά μιας σύγκρουσης. Θα αντέτεινε δηλαδή κάποιος ότι αυτό που φέρει ο αγωνιστής μέσα του την ώρα της μάχης δεν έχει καμιά σημασία ως προς την έκβαση αυτής.

Από τα λίγα πράγματα που έχω κρατήσει στη φυλακή, είναι ότι πολλές φορές ο σεβασμός συγχέεται με το φόβο. Εκείνος που επενδύει στο φόβο ποτέ δεν θα μπορέσει να έχει μακροπρόθεσμους συμμάχους, σε αντίθεση με εκείνον που τον σέβονται. Το ίδιο ακριβώς θα πρέπει να συμβαίνει και με τον αγώνα. Τις εσωτερικές του διαδικασίες, αλλά και την ώσμωσή του με τα κοινωνικά υποκείμενα που απευθύνεται.

Όταν έγραψες το Ω γλυκύ μου έαρ, μετρούσες ήδη (με ένα μικρό διάλειμμα ενδιάμεσα, λόγω παρέλευσης δεκοχταμήνου) περίπου εφτά χρόνια στη φυλακή. Έχει ενδιαφέρον, για μένα, ότι κάνεις λεπτομερείς περιγραφές τοπίων και καθημερινών εικόνων. Η μνήμη φυσικά δεν ξεθωριάζει τόσο εύκολα, όμως η ικανότητά σου να περιγράφεις με λεπτομέρειες σκηνές από την καθημερινότητα των ανθρώπων, όταν η δικιά σου καθημερινότητα για σχεδόν μια δεκαετία ήταν μερικοί τοίχοι και περισσότερα σιδερένια κάγκελα, μου φαντάζει σχεδόν εξωπραγματική. Πόσο μάλλον όταν είναι μέρη που δεν έχεις πάει καν. 

Πράγματι, η ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία, εκτός από ένα πολιτικό πείραμα, υπήρξε και μια εσώτερη ανάγκη να ταξιδέψω εκτός φυλακής, να εκφραστώ, να ζήσω την τρίτη δεκαετία της ζωής μου με ένα δημιουργικό τρόπο. Η λογοτεχνική έκφραση ήταν ένα προσωπικό μου στοίχημα σε μια διαδικασία αυτοεξέλιξης. Έζησα κινηματικά τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής μου, ενταγμένος σε ομάδες, αλλά και αργότερα στον Επαναστατικό Αγώνα, συνειδητά κάτω από ασφυκτικές συνθήκες, με χρονική πίεση και αυξημένες ευθύνες. Δεν ταξίδεψα πολύ ούτε πέρασα μια ανέμελη νεότητα. Τα ‘‘ταξίδια’’ αυτά λοιπόν, μέσω της λογοτεχνίας, προέκυψαν εντελώς πηγαία, φυσικά και προπαντώς αναγκαία. Ειδικότερα στο δεύτερο βιβλίο μου, όπου έδωσα μεγαλύτερο βάρος στη λογοτεχνική του πλευρά, οι περιγραφές των τοπίων ήταν και ένα εργαλείο για τη μορφή που ήθελα να αποδώσω. Ένα οδοιπορικό στη βόρεια Ελλάδα, στην οποία έχω κινηθεί ελάχιστα στη ζωή μου.

Αν και δεν υπάρχει κάποια σαφής αναφορά, ωστόσο το βίωμα και η εμπειρία της φυλακής διαπερνάει ύπουλα σχεδόν ολόκληρο το δεύτερο βιβλίο. Ακόμα και ο πυρήνας του, ο διάλογος μεταξύ του νεαρού Αλέξανδρου και του κυρ-Φραγμού, αντανακλά σε κάποια σημεία, ή σε κάποιες διαστάσεις μάλλον, όψεις κάποιου εσωτερικού σου διαλόγου πριν τη φυλάκιση και πώς φανταζόσουν τον εαυτό σου μετά. Είναι αυτός ο ενδιάμεσος χρόνος, που δεν είναι ακριβώς νεκρός αλλά δεν είναι και ζωντανός. Είναι κάτι σαν κοινωνικό κενό, που εν προκειμένω σου επιτρέπει να στοχαστείς  τις αλλαγές  που συμβαίνουν στον τρόπο θέασης της ζωής και του αγώνα. Ισχύει κάτι τέτοιο;

Διαβάζοντας για τις πανελλαδικές εξετάσεις, έπεσα στον Αριστοτέλη, που κατά κάποιο τρόπο με γοήτευσε. Ξεκίνησα να διερωτώμαι ειδικά για τη σχέση ανάμεσα στο αντικειμενικό και το υποκειμενικό, τη δράση και τη δομή, τη σύγκρουση και τη δυνατότητα σύνθεσής τους. Πράγματι, αντικειμενικά, ο χρόνος μέσα στη φυλακή είναι ένας νεκρός χρόνος. Η κοινότητα των φυλακισμένων, όσο κι αν προσπαθήσει, δεν μπορεί να παράγει κοινωνικές δυναμικές και εκφράσεις τους. Όλες οι διεκδικήσεις και οι αλλαγές έχουν ως στόχο την ίδια τη φυλακή, χωρίς να επηρεάζουν την κοινωνία.

Αντιθέτως, ο αγωνιστής, κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, οφείλει να συγκρουστεί με το νεκρό χρόνο, τον ίδιο το θάνατο αν χρειαστεί. Εδώ, έρχεται η υποκειμενική διάσταση της ύπαρξης. Κάθε προσπάθεια αυτοεξέλιξης είναι θεμιτή στη φυλακή, με τον ίδιο τρόπο που θα ήταν και έξω στην κοινωνία. Μια τέτοια συνθήκη δεν έχει να κάνει με το σωφρονισμό, που είναι αποτέλεσμα επιβολής και καταναγκασμού. Είναι μια συνειδητή προσπάθεια να προσφέρεις στον εαυτό σου, πρώτα από όλα, αλλά και στον αγώνα.

Η εσωτερική σύγκρουση του συγγραφέα είναι εμφανής σε διάφορα σημεία του βιβλίου, με κορυφαίο, κατά τη γνώμη μου, το σημείο για την πατρότητα στο όγδοο κεφάλαιο και την αντίφαση, από την οποία προφανώς έχει προκύψει, μεταξύ του να δίνεις τη ζωή σου για να φτιάξεις έναν καλύτερο κόσμο για τα παιδιά σου και του γεγονότος ότι αυτή η προσπάθεια οδηγεί, με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια σε κάποιες περιπτώσεις, στο να σε στερούνται.

Θέλησα σκόπιμα να ‘‘αναμετρηθώ’’ με αυτό το ζήτημα, το οποίο κουβαλούσα από το ξεκίνημα της φυλάκισής μου. Αλλά όχι μόνο αυτό. Θέλησα να το δω κι από τη θέση των παιδιών μου και να κάνω ένα διάλογο μαζί τους, εν είδει απολογιστικής συζήτησης. Ιστορικά, δεν υπάρχει αγώνας, πόλεμος, επανάσταση, που για τον ίδιο τον αγωνιζόμενο και τους δικούς του ανθρώπους να μην έχει κόστος. Άνθρωποι χάνονται, παιδιά μεγαλώνουν μόνα τους ή με τον ένα γονιό. Ανθρώπινες τραγωδίες, που ειδικά για τον πρώτο κόσμο ή την ημιπεριφέρεια όπου ζούμε, βιώνονται στον υπερθετικό. Βέβαια, δεν είμαι από εκείνους που θα έλεγα ποτέ στα παιδιά μου, για να δικαιολογήσω τις ευθύνες μου ως πατέρας, ότι υπάρχουν και χειρότερα. Γνωρίζουμε πως ο καπιταλισμός για να πέσει είναι επιβεβλημένο κάποιοι άνθρωποι να στερηθούν τα πάντα. Αυτό θα ισχύει σε κάθε πόλεμο, πόσο μάλλον στον ταξικό. Το κόστος αυτό, που βιώνουν με τραυματικό τρόπο πολλά μικρά παιδιά, δεν επουλώνεται εύκολα, πολλές φορές και καθόλου. Εκεί είναι που διεξάγεται ένας άλλος αγώνας, καθημερινός, μακριά από τα ‘‘φώτα της δημοσιότητας’’, για να συγκρατήσεις όλες τις βλαβερές επιπτώσεις που συσσωρεύονται από τη διαρκή και χρόνια  απώλεια που βιώνουν τα παιδιά. Και να εξηγήσεις βέβαια, με κάθε δυνατό τρόπο, την αντίφαση πως αυτό το βλαβερό για την παιδική τους ζωή ήταν μια πράξη δίκαια. Τόσο απλά.

Στο Ω γλυκύ μου έαρ βάζεις και ένα δίλημμα σε σχέση με την ανάλυση της έννοιας του έθνους. Για το αν πρόκειται για ψευδή συνείδηση, για μια κατασκευή, που τον 19ο αιώνα αποτέλεσε την ατμομηχανή της εξουσιαστικής κουλτούρας για τον κατακερματισμό της εργατικής τάξης, ή τελικά για ένα μόρφωμα, που μετά από δύο αιώνες κατάφερε να θέσει του όρους του και να επιβληθεί ως απτή πραγματικότητα.

Δεν υπάρχει δίλημμα εδώ. Και τα δύο ισχύουν ταυτόχρονα. Ο σχηματισμός της εθνικής ταυτότητας είναι μια κοινωνική κατασκευή, που βοήθησε τη δημιουργία κρατών, με μια ομοιογένεια ανάμεσα στους υπηκόους, μετά την κατάρρευση των μεγάλων αυτοκρατοριών. Η εθνική συνείδηση είναι αναμφισβήτητα το ισχυρότερο εργαλείο των αστικών εξουσιών για την καθυπόταξη των λαών τους και για την εξυπηρέτηση των κάθε λογής συμφερόντων τους. Στον ελληνικό χώρο, η διαμόρφωση του νέου κράτους, που προέκυψε μετά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, στηρίχτηκε πάνω στη «μεγάλη ιδέα» για σχεδόν έναν αιώνα. Η συνθήκη αυτή όντως έχει ορίσει μια πραγματικότητα, κάτω από την όποια η ελληνική ταυτότητα είναι πολύ έντονη στον κοινωνικό βίο της χώρας.

Ωστόσο, η πραγματικότητα αυτής της κατασκευής δεν εδράζεται σε μεταφυσικές δομές. Ο τόπος που μεγαλώνει κανείς, οι αλάνες που παίξαμε μπάλα, τα προαύλια των σχολείων που πρωτοερωτευτήκαμε, οι πόλεις στις οποίες κάναμε τα όνειρά μας, η γη που καλλιεργήσαμε, οι κουλτούρες, οι μουσικές μάς συνέχουν. Δεν καταλαβαίνω πώς κάποιος, είτε αρνείται την έννοια του έθνους και της πατρίδας είτε όχι, δεν θα υπερασπιζόταν, αν δεχόνταν επίθεση, όλα αυτά τα δικά του πράγματα.

Πόσο πιθανό θεωρείς στο σχετικά άμεσο μέλλον ένα θερμό επεισόδιο με την Τουρκία;

Από το 2013 ήδη, εκτιμούσα ότι θα υπάρξει κάτι παραπάνω από ένα θερμό επεισόδιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Ειδικότερα μετά τη διεθνή απομόνωση της δεύτερης και τους χειρισμούς της στον πόλεμο της Συρίας, θεωρώ το σενάριο αυτό πάρα πολύ πιθανό. Εκτιμώ πως κάτι τέτοιο θα γίνει σχεδόν αναπόφευκτο, όταν η Ρωσία αποσύρει τη συγκυριακή υποστήριξή της στο καθεστώς Ερντογάν, ενώ παράλληλα η Δύση κουραστεί από τους συνεχείς εκβιασμούς της. Τότε η Τουρκία θα χρησιμοποιήσει μια επιθετική κίνηση προς την Ελλάδα, όπως κάνει σήμερα με τη Λιβύη, ως διαπραγματευτικό χαρτί για τη διεκδίκηση εδαφών στη Συρία ή και για την κατοχύρωση δικαιωμάτων στην εκμετάλλευση του υποθαλάσσιου πλούτου σε Κύπρο και Αιγαίο.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι έχεις στο ενεργητικό σου αρκετές εύστοχες προβλέψεις, γεγονός που προκαλεί μια ανησυχία, καθώς ένα από τα κεντρικά ζητήματα του βιβλίου –κάποιος ενδεχόμενος πόλεμος με την Τουρκία– γίνεται επίκαιρος κατά περιόδους. Οπότε και στα πολιτικά διλήμματα που βάζεις, υπάρχει ορατός ίσως ο κίνδυνος να μας τεθούν επιτακτικά. Ένα από αυτά είναι και το ποια θα πρέπει να είναι η θέση του αναρχικού χώρου στην περίπτωση ενός εθνικού πολέμου με την Τουρκία. Και μάλιστα σε μια περιοχή, όπου οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί και οι τόσο ρευστές συμμαχίες θυμίζουν σουντόκου.  

Ναι, η αλήθεια είναι ότι αυτό με τις προβλέψεις έχει καταντήσει λίγο αστείο, όσο και τρομακτικό. Μπρέξιτ, τάσεις απομονωτισμού ΗΠΑ, τέταρτο μνημόνιο, κλείσιμο Μέγκα… Μας έχει μείνει η συγκυβέρνηση και ο ελληνοτουρκικός πόλεμος.

Σε συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης, θα έλεγα ότι η επίθεση μιας ξένης χώρας μπορεί να ιδωθεί με πολλές διαφορετικές οπτικές. Φυσικά, η ιστορία των ελληνοτουρκικών διενέξεων έχει μια συνέχεια τους δύο τελευταίους αιώνες, οπότε και μια νέα ενδεχόμενη φάση της δεν μπορεί να ξεφύγει από το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς των εθνικισμών των δύο χωρών. Στη σημερινή συγκυρία βέβαια, εκείνο που επικρατεί είναι η διεκδίκηση ζωτικού χώρου από μεριάς της Τουρκίας προς τα δυτικά της και όχι το αντίστροφο. Η Ελλάδα, από το ‘22 κι έπειτα, έχει πάψει να προβάλλει εδαφικές αξιώσεις έναντι της Τουρκίας. Κι εδώ βρίσκεται το σημείο κλειδί στη διαχείριση αυτού του τόσο περίπλοκου ζητήματος. Εδώ, έχουμε να κάνουμε με έναν καθαρά αμυντικό πόλεμο απέναντι σε ένα καθεστώς με φασιστικά χαρακτηριστικά, όπως είναι εκείνο του Ερντογάν. Φασιστικό με μία ευρύτερη έννοια βέβαια, και όχι με την καθαρά ιστορική μορφή που έλαβε ο φασισμός κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Τι κάνει λοιπόν το κίνημα απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Και πολύ περισσότερο, τι κάνουν οι αναρχικοί απέναντι σ’ αυτό;

Μια ιδεολογική προσέγγιση θα έτεινε να απαντήσει πως ο πόλεμος αυτός δεν αφορά τα συμφέροντα της κοινωνίας, καθώς πρόκειται για ενδοεξουσιαστική διαμάχη, οπότε οι αναρχικοί δεν θα επέλεγαν να πολεμήσουν για τα αφεντικά, ντόπια ή ξένα. Ένας ενδεχόμενος πόλεμος όμως κατά της Ελλάδας σημαίνει πρωτίστως επίθεση στον λαό και την εργατική τάξη αυτού του τόπου. Αυτό είναι κάτι που, όσο ιδεολογικά κι αν το δει κανείς, δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Το γεγονός ότι κάποιος σου επιτίθεται επειδή είσαι Έλληνας, δεν σημαίνει ότι εσύ πρέπει να κάτσεις με σταυρωμένα χέρια επειδή δεν νιώθεις τέτοιος. Ούτε είναι και συνετό να αφήσεις τους άλλους να αποκρούσουν την επίθεση, ισχυριζόμενος ότι δεν σε αφορά. Σε μια γενικευμένη επίθεση, δεν σε ρωτάει ο αντίπαλος ποια είναι η συνείδησή σου για να κάνει κάποια επιλογή. Χτυπάει με βάση την ταυτότητα των ανθρώπων που κατοικούν σε έναν τόπο. Αδιακρίτως. Η άμυνα απέναντι στον επιτιθέμενο είναι ηθικά, ιστορικά και πολιτικά μια δικαιολογημένη, κοινωνικά νομιμοποιημένη πράξη. Δεν βλέπω πώς μπορεί να υπάρξει κάποια άλλη θέση των αναρχικών πέρα από αυτή. Ούτε και βλέπω κάποιο βιώσιμο πολιτικό μέλλον για εκείνους που θα αρνηθούν να αμυνθούν σε μια τέτοια επίθεση. Πολύ απλά, η κοινωνία θα τους απομονώσει πλήρως. Και με το δίκιο της, θα έλεγα εγώ. Εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε με το μικροπολιτικό παιχνίδι του εθνικισμού και της ακροδεξιάς που παίχτηκε στο μακεδονικό ζήτημα. Εδώ, το κίνημά μας πρέπει να απαντήσει με ξεκάθαρο τρόπο. Και είναι βέβαιο ότι αυτά τα πράγματα οδηγούν νομοτελειακά σε εμφυλίους ή σε πολιτική απομόνωση και εκκαθαρίσεις. Η ουδετερότητα θα οδηγήσει σίγουρα στο δεύτερο. Ελπίζω να μην κάνουμε αυτό το ιστορικό λάθος που θα υπογράψει την καταδίκη μας.

Θεωρείς ότι υπάρχουν οι αναλογίες αυτού του είδους, ώστε το ανταγωνιστικό κίνημα να οφείλει να πάρει θέση; Θεωρείς ότι σε κάποιο βαθμό μπορεί να συγκριθεί με την ιστορική υποχρέωση που είχε το εργατικό κίνημα κατά τον Β’ ΠΠ;

Αναμφισβήτητα, η θέση που πήρε το κίνημα κατά τη διάρκεια του Β’ΠΠ ήταν από όλες τις απόψεις ορθή. Δεν μπορώ να φανταστώ πόσο ολέθριες θα ήτανε οι συνέπειες για εμάς, αν συνέβαινε το αντίθετο. Σήμερα, ένας ενδεχόμενος ελληνοτουρκικός πόλεμος δεν μπορεί να ιδωθεί απλά ως μια περιφερειακή σύγκρουση δύο κρατών με μία παράδοση εχθρότητας. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο ενδέχεται να συμβεί είναι ο πόλεμος της Συρίας. Είναι δηλαδή η ευρύτερη σύγκρουση ιμπεριαλιστικών και περιφερειακών δυνάμεων για την αναδιάταξη της γεωστρατηγικής τους επιρροής, τη δημιουργία μιας νέας τάξης ισχύος μέσα στο περιβάλλον της παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού. Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε όντως να μιλάμε για πολιτικές συνθήκες νέου παγκοσμίου πολέμου και δευτερευόντως για αψιμαχίες προπαρασκευής του.

Μέσα από την ένταση που διαπερνάει τη σχέση των δυο πρωταγωνιστών, του νεαρού Αλέξανδρου και του μεσήλικα κυρ-Φραγμού, προκύπτουν και άλλες συγκρούσεις, όπως αυτές μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας, ανάλυσης και πράξης, λογικής και θυμικού, ρεαλισμού και ουτοπίας. Η αιχμή της σύγκρουσης, το σημείο που η σύγκρουση κορυφώνεται, είναι όταν στο ενδέκατο και προτελευταίο κεφάλαιο, ουσιαστικά στον επίλογο. Μπαίνει πριν το τέλος το δίλημμα μεταξύ του ενστίκτου επιβίωσης και της αλληλεγγύης ή, για την ακρίβεια, συγκρούονται οι δυο εκδοχές του ενστίκτου της επιβίωσης μεταξύ τους. Η εκδοχή του ανταγωνισμού και η εκδοχή του αλτρουισμού. Τι είναι τελικά αυτό που κινεί την ιστορία; Ο ανταγωνισμός ή ο αλτρουισμός;

Το τι κινεί την ιστορία είναι πολλάκις κατατεθειμένο, επιβεβαιωμένο και αδιαμφισβήτητο. Είναι ο ανταγωνισμός. Ο ταξικός πόλεμος ήταν, είναι και θα είναι μια ντε φάκτο συνθήκη πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας για όλους μας. Ακόμα και για εκείνους τους μεταρρυθμιστές φιλειρηνικούς που τον απεύχονται. Ωστόσο, ο αλτρουισμός είναι η μόνη αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία και τη βιωσιμότητα της κοινωνικής επανάστασης. Για τη δημιουργία ενός νέου ηθικού και κοινωνικού κώδικα, ενός νέου συμβολαίου, που θα ενσωματώσει τις αξίες της αλληλεγγύης στον πυρήνα της επαναστατημένης κοινωνίας.