Οι περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς ΙΙ

Η Περιπέτεια του Σμαραγδένιου Διαδήματος / Δεύτερο μέρος

‘‘Πού το βάλατε;’’ ρώτησε ο Αρθούρος.

‘‘Στο γραφείο μου.’’

‘‘Εύχομαι να μην μας έρθουν κλέφτες σήμερα το βράδυ’’, μου απάντησε.

‘‘Το έχω κλειδωμένο.’’

‘‘Ω, οποιοδήποτε κλειδί το ανοίγει. Όταν ήμουν μικρός, το άνοιξα με το κλειδί της ντουλάπας των ασπρόρουχων.’’

Έλεγε συχνά τέτοιες ανοησίες και δεν τον έπαιρνα υπόψη μου. Όταν αποσύρθηκα να κοιμηθώ, με ακολούθησε στο δωμάτιό μου σοβαρός.

‘‘Άκουσε, μπαμπά’’, μου είπε. ‘‘Μπορείς να μου δώσεις 200 λίρες;’’

‘‘Όχι δεν μπορώ’’, του απαντώ θυμωμένος. ‘‘Υπήρξα πολύ επιεικής απέναντί σου ως τώρα’’.

‘‘Ήσουν πάντα πολύ καλός, το ξέρω. Αλλά έχω ανάγκη πάση θυσία αυτό το ποσό. Διότι αλλιώς δεν μπορώ να πατήσω το πόδι μου στη λέσχη.’’

‘‘Τόσο το καλύτερο.’’

‘‘Καλά. Αλλά δεν θα ήθελες βεβαίως να φύγω σαν ατιμασμένος άνθρωπος. Έχω ανάγκη από αυτό το ποσό και αν δεν μου το δώσεις, θα το ζητήσω αλλού.’’

‘‘Δεν θα σου δώσω ούτε λεπτό’’, φώναξα με μεγάλο θυμό, διότι αυτή ήταν η τρίτη φορά που μου ζητούσε χρήματα μέσα στο μήνα.

Όταν έφυγε, άνοιξα το γραφείο μου, για να βεβαιώσω ότι ο θησαυρός μου είναι ασφαλής, και κατόπιν το κλείδωσα και πάλι. Άρχισα ακολούθως την εξέταση του σπιτιού, για να δω αν όλα ήταν κλειστά. Αυτό το καθήκον το εκτελεί συνήθως η Μαίρη, αλλά εκείνη τη νύχτα θέλησα να το κάνω μόνος μου. Καθώς κατέβαινα, διέκρινα τη Μαίρη στο παράθυρο του αντιθαλάμου, το οποίο και έσπευσε να κλείσει μόλις με είδε.

‘‘Για πείτε μου, πατέρα’’, μου είπε με ύφος που φάνηκε ταραγμένο. ‘‘Επιτρέψατε στη Λούσι να βγει σήμερα το βράδυ;’’

‘‘Όχι.’’

‘‘Την είδα να επιστρέφει τώρα από την πόρτα υπηρεσίας. Πιθανόν να πήγε μέχρι τον περίβολο μόνο για να δει κάποιον, αλλά και αυτό δεν μου φαίνεται ορθό.’’

‘‘Μίλησέ της αύριο ή αν θέλεις της το λέω εγώ. Είσαι βέβαιη ότι όλα είναι κλειστά;’’
‘‘Εντελώς βέβαιη.’’

»Τη φίλησα και ανέβηκα στο δωμάτιο, όπου και κοιμήθηκα αμέσως.

»Όπως βλέπετε, κύριε Χολμς, εισέρχομαι σε όλες τις λεπτομέρειες. Έρχομαι τώρα στο κύριο σημείο. Δεν κοιμάμαι βαθιά και, καθώς συλλογιζόμουνα, ο ύπνος μου ήταν ελαφρότερος ακόμα. Κατά τις δύο το πρωί, ξύπνησα από έναν κρότο που προερχόταν μέσα από το σπίτι. Ο κρότος είχε παύσει όταν ξύπνησα, αλλά είχα την εντύπωση ότι κάποιο παράθυρο έκλεισε σιγανά. Προσπάθησα να ακούσω. Και ξαφνικά, άκουσα βήματα πνιγμένα στο διπλανό δωμάτιο. Σηκώθηκα και κοίταξα από τη μισανοιγμένη θύρα.

‘‘Αρθούρε!’’ φώναξα. ‘‘Ληστή! Πώς τολμάς να αγγίζεις το διάδημα;’’

Υπήρχε φως στο δωμάτιο και ο γιος μου, ντυμένος μόνο με ένα πουκάμισο και παντελόνι, ήταν όρθιος εμπρός στο φως, κρατώντας το διάδημα. Φαινόταν σαν να κατέβαλε όλη του τη δύναμη για να το σπάσει ή να το στραβώσει. Ένα από τα άκρα του έλειπε μαζί με τα τρία διαμάντια.

‘‘Άθλιε’’, φώναξα, ‘‘το έσπασες! Με ατίμασες. Πού είναι οι πέτρες που έκλεψες;’’

‘‘Έκλεψα;’’

‘‘Ναι, κλέφτη!’’ του φώναζα τρελός από οργή, αρπάζοντάς τον από τους ώμους.

‘‘Δεν λείπει καμιά, δεν μπορεί να λείπει καμιά.’’

‘‘Λείπουν τρεις και γνωρίζεις πού είναι. Ώστε είσαι και κλέφτης και ψεύτης. Δεν σε είδα που προσπαθούσες να σπάσεις το δεύτερο κομμάτι;’’

‘‘Αυτό είναι πολύ’’, μου απάντησε. ‘‘Ούτε λέξη πλέον και, αφού θεωρήσατε καλό να με βρίσετε, θα φύγω από το σπίτι σας το πρωί και θα φύγω μόνος μου’’.

‘‘Θα φύγεις από το σπίτι με τη συνοδεία της αστυνομίας! Θα διελευκανθεί η υπόθεση!’’

‘‘Δεν θα μάθετε τίποτα από μένα’’, φώναξε με συγκίνηση που με εξέπληξε. ‘‘Αν θέλετε να φωνάξετε την αστυνομία, η αστυνομία ας ενεργήσει ανάκριση’’.

Τη στιγμή εκείνη, όλο το σπίτι βρισκόταν επί ποδός, γιατί είχα υψώσει τη φωνή μου. Η Μαίρη έφτασε πρώτη. Από την κατάσταση του διαδήματος και του προσώπου του Αρθούρου κατάλαβε την αλήθεια και με μια κραυγή έπεσε αναίσθητη. Έστειλα να φέρω την αστυνομία. Όταν ο αστυνόμος και η συνοδεία του εισήλθαν, με ρώτησε αν είχα σκοπό να τον κατηγορήσω για κλοπή. Απάντησα ότι δεν πρόκειται πλέον για ιδιωτική υπόθεση, αφού το σπασμένο διάδημα ήταν εθνική περιουσία. Ήμουν αποφασισμένος να καταφύγω στη δικαιοσύνη.

‘‘Τουλάχιστον’’, είπε ο Αρθούρος, ‘‘δεν πρέπει να με παραδώστε αμέσως. Είναι συμφέρον και δικό σας και δικό μου να μου επιτρέψετε να απουσιάσω έστω για πέντε λεπτά μόνο…’’

‘‘Για να φύγεις ή να κρύψεις εκείνο που έκλεψες;’’ του είπα. Και τότε, προσπαθώντας να τον συγκινήσω, τον ικέτευσα να σκεφτεί τουλάχιστον την τιμή του και να μου πει τι απέγιναν τα τρία διαμάντια.

‘‘Μην απατάσαι’’, πρόσθεσα, ‘‘συνελήφθης επ’ αυτοφώρω και η ομολογία σου δεν δύναται να επιδεινώσει τη θέση σου. Αν μας υποδείξεις πού είναι τα διαμάντια, όλα θα ξεχαστούν και θα τα συγχωρήσω’’.

‘‘Κρατήστε τη συγγνώμη σας για όσους σας τη ζητούν’’, μου απάντησε, γυρνώντας απότομα την πλάτη του.

»Δεν δίστασα πλέον. Κάλεσα τον επιθεωρητή και τον παρέδωσα. Ερεύνησα αμέσως και τον ίδιο, και το δωμάτιό του, και όλο το σπίτι, αλλά δεν βρήκα τίποτα. Ο γιος μου αρνήθηκε εξάλλου να ανοίξει το στόμα του, παρά τις παρακλήσεις ή τις απειλές μου. Τον έθεσα υπό κράτηση σήμερα και, αφού εκπλήρωσα μερικές διατυπώσεις στη αστυνομία, έτρεξα σ’ εσάς για να σας παρακαλέσω να διαφωτίσετε αυτό το μυστήριο. Η αστυνομία ομολογεί ότι δεν μπορεί να το εξηγήσει. Μπορείτε να κάνετε όσα έξοδα θέλετε. Σας υποσχέθηκα ήδη αμοιβή χιλίων λιρών. Τι θα απογίνω, θεέ μου! Έχασα την τιμή μου, τα διαμάντια και τον γιο μου σε μια μόνο νύχτα. Πόσο είμαι δυστυχής!» Και, κρατώντας με τα χέρια του το κεφάλι του, άρχισε οδυρόμενος να στενάζει.
Ο Σέρλοκ Χολμς έμεινε σιωπηρός για λίγα λεπτά με τα φρύδια συσπασμένα.
«Δέχεστε πολλούς στο σπίτι σας;» ρώτησε.

«Κανέναν εκτός από τον συνέταιρό μου και την οικογένειά του και ενίοτε και έναν φίλο του Αρθούρου, τον Σερ Τζορτζ Μπόρνελ, ο οποίος τελευταία έρχεται συχνά. Κανέναν άλλον απολύτως.»        
  
«Συχνάζετε πολύ στα σαλόνια;»

«Ο Αρθούρος ναι. Αλλά η Μαίρη και εγώ μένουμε σπίτι. Δεν μας αρέσει να βγαίνουμε.»

«Αυτό είναι σπάνιο για μια κοπέλα.»

«Είναι είκοσι τεσσάρων ετών και ήσυχη από τη φύση της.»

«Κατά τη γνώμη σας, η υπόθεση αυτή τη συγκίνησε πολύ;»

«Ναι. Περισσότερο και από μένα τον ίδιο.»

«Ούτε εσείς ούτε εκείνη δεν αμφιβάλλετε για την ενοχή του γιου σας;»

«Πώς να αμφιβάλλουμε, αφού τον είδα εγώ ο ίδιος με το διάδημα στα χέρια του;»

«Δεν θεωρώ αυτό ως οριστική απόδειξη. Το υπόλοιπο διάδημα ήταν κατεστραμμένο;»

«Ναι, ήταν επίσης στραβωμένο.»

«Δεν υποθέτετε ότι προσπαθούσε ίσως να το ισιώσει;»

«Ω, ο Θεός να σας ευλογεί! Κάνετε ό,τι μπορείτε για μένα και για τον γιο μου. Αλλά θα είναι δύσκολο το έργο σας. Και πρώτον, τι ήθελε μέσα στο δωμάτιο; Εάν ήταν αθώος, γιατί δεν είπε τι συνέβη;»

«Ακριβώς. Αλλά και αν ήταν ένοχος, γιατί δεν εφηύρε ένα παραμύθι; Η σιγή του μπορεί να εξηγηθεί με δυο τρόπους. Υπάρχουν πολύ περίεργα σημεία σ’ αυτήν την υπόθεση. Τι πιστεύει η αστυνομία για τον κρότο που σας ξύπνησε;»

«Λέει ότι πιθανώς ο Άρθουρ έκλεισε την πόρτα του.»

«Πολύ απίθανο. Ένας άνθρωπος έτοιμος να διαπράξει μια τέτοια πράξη δεν κλείνει την πόρτα του κατά τρόπο που να ξυπνήσει όλο τον κόσμο. Τι λένε για την εξαφάνιση των διαμαντιών;»

«Ερευνούν ακόμα στο πάτωμα και στις γωνίες για να τα βρούνε.»

«Σκέφτηκαν να ερευνήσουν και έξω;»

«Ναι. Επέδειξαν μεγάλη δραστηριότητα. Όλος ο κήπος ερευνήθηκε επισταμένως.»

«Ας δούμε, αγαπητέ μου κύριε! Δεν πιστέυετε ότι όλη αυτή η υπόθεση είναι πολύ περισσότερο μυστηριώδης από ό,τι φαντάζεστε η αστυνομία κι εσείς; Για μένα είναι πολύ περίπλοκη. Υποθέτετε, λόγου χάριν, ότι ο γιος σας βγήκε από το κρεβάτι του, εισήλθε με κίνδυνο στο γραφείο σας, άνοιξε το συρτάρι, πήρε το διάδημα, έσπασε ένα κομμάτι του, πήγε σε κάποιο άλλο μέρος και έκρυψε τα τρία διαμάντια με τόση τέχνη ώστε κανείς δεν μπόρεσε να τα ανκαλύψει, κατόπιν επέστρεψε με το υπόλοιπο διάδημα στο γραφείο όπου διέτρεχε τον κίνδυνο να αποκαλυφθεί. Δεν νομίζετε ότι όλη αυτή η υπόθεση δεν είναι βάσιμος;»

«Τι υποθέτετε λοιπόν εσείς;» είπε ο τραπεζίτης με απελπισία. «Αν δεν είχε κακή πρόθεση, γιατί δεν εξηγείται;»

«Εμείς πρέπει να βρούμε την αιτία της σιγής του», απάντησε ο Σέρλοκ Χολμς. «Αν θέλετε, κύριε Χόλντερ, θα πάμε μαζί στο Στρίδαμ και θα εξετάσουμε το μέρος».

Ο φίλος μου επέμεινε να συμμετέχω στην εκδρομή. Ομολογώ ότι η ενοχή του γιου του τραπεζίτη μου φαινόταν αναμφισβήτητος, αλλά είχα τόση εμπιστοσύνη στην κρίση του Χολμς, ώστε άρχισα να ελπίζω μαζί του. Δεν είπα ούτε λέξη κατά τη διαδρομή. Ο πελάτης μας φάνηκε να ανακτά το θάρρος του. Φτάσαμε μετά από λίγο στο Φέρμπαγκ, την κατοικία του μεγάλου χρηματιστή.

Ήταν μια τετράγωνη οικία, αρκετά μεγάλη, που βρισκόταν σε μια κάποια απόσταση από το δρόμο. Μια διπλή δενδροστοιχία οδηγούσε σε δυο μεγάλες κιγκλίδες. Δεξιά ήταν ένα μικρό ξύλινο περίπτερο, από το οποίο μια στενή ατραπός κλεισμένη από φράχτες οδηγούσε στη θύρα του μαγειρείου. Ήταν η είσοδος της υπηρεσίας.

Αριστερά ένας δρομίσκος οδηγούσε στους στάβλους. Αλλά ο δρομίσκος αυτός ήταν έξω από το κτήμα και δημόσιος, αν και με ελάχιστη κίνηση. Ο Χολμς μας άφησε στην είσοδο και έκανε αργά το γύρο του κτιρίου, κατόπιν βγήκε στην οδό, επανήλθε μέσω του μονοπατιού της υπηρεσίας στον κήπο που βρίσκονταν πίσω από την οικία και μέσω των στάβλων έφτασε στο δρομίσκο. Έμεινε έξω τόσο πολύ, ώστε ο κύριος Χόλντερ και εγώ καθίσαμε δίπλα στη φωτιά του μαγειρείου για να περιμένουμε.

Βρισκόμασταν εκεί όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μια νεαρή γυναίκα. Ήταν μάλλον ψηλή, λεπτή, με μάτια και μαλλιά μαύρα και λευκότατο δέρμα. Ποτέ μου δεν είχα δει ξανά τέτοια ωχρότητα. Και αυτά τα χείλη της ακόμα ήταν λευκά και τα μάτια της κόκκινα από το κλάμα. Χωρίς να ανησυχήσει από την παρουσία μου, κατευθύνθηκε προς τον θείο της και του χάιδεψε με στοργή το κέφαλι.

«Διατάξατε να αφήσουν ελεύθερο τον Αρθούρο, θείε μου;»

«Όχι, όχι, παιδί μου. Πρέπει η υπόθεση αυτή να διευκρινιστεί.»

«Μα είμαι βέβαιη πως είναι αθώος. Δεν πρόκειται δυστυχώς, παρά ενός γυναικείου ενστίκτου. Αισθάνομαι ότι δεν έκανε κανένα κακό.»

«Γιατί τότε αρνείται να μιλήσει αν είναι αθώος;»

«Ποιος ξέρει; Ίσως διότι θύμωσε που τον υποπτεύεστε.»

«Πώς να μην τον υποπτευτώ, βλέποντας το διάδημα στα χέρια του;»

«Το είχε πάρει απλώς στα χέρια του να το κοιτάξει. Σας παρακαλώ, πιστέψτε ότι είναι αθώος. Είναι τόσο τρομερό να σκέφτεται κανείς ότι ο Αρθούρος είναι στη φυλακή.»

«Δεν θα σταματήσω τις έρευνες μέχρι να βρεθούν τα διαμάντια, Μαίρη. Η στοργή σας για τον Αρθούρο σάς τυφλώνει. Έφερα από το Λονδίνο έναν κύριο, ο οποίος θα με βοηθήσει να ανακαλύψω την αλήθεια.»

«Είναι ο κύριος εδώ;» ρώτησε στρεφόμενη προς εμένα.

«Όχι, είναι φίλος του. Μας παρακάλεσε να τον περιμένουμε και πήγε στο δρομίσκο των στάβλων.»

«Το δρομίσκο;» είπε εκείνη συσπώντας τα φρύδια της. «Τι ελπίζει να βρει εκεί; Α, να τος  νομίζω. Ελπίζω, κύριε», είπε απευθυνόμενη προς τον εμφανισθέντα Χολμς, «ότι θα κατορθώσετε να αποδείξετε την αθωότητα του ξαδέλφου μου Αρθούρου. Είμαι βέβαιη γι’ αυτή.»

«Συμμερίζομαι απολύτως τη βεβαιότητά σας, δεσποινίς», απάντησε ο Σέρλοκ Χολμς, τινάζοντας στην ψάθα τα χιόνια των παπουτσιών του. «Πιστεύω ότι έχω την τιμή να μιλώ με τη δεσποινίδα Μαίρη Χόλντερ. Μπορώ να σας απευθύνω μερικές ερωτήσεις;»

«Ευχαρίστως, κύριε.»

«Δεν ακούσατε τίποτα κατά τη νύχτα;»

«Τίποτα, μέχρι τη στιγμή που ακούστηκαν οι φωνές του θείου μου. Τον άκουσα και κατέβηκα αμέσως.»

«Εσείς κλείσατε το βράδυ τα παράθυρα και τις πόρτες;»

«Μάλιστα.»

«Τα βρήκατε κλειστά και το πρωί;»

«Μάλιστα.»

«Μία από τις καμαριέρες σας έχει εραστή; Νομίζω ότι είπατε χθες το βράδυ στον θείο σας ότι εξήλθε για να τον συναντήσει.»

«Ναι. Αυτή η ίδια είχε σερβίρει το τσάι στο σαλόνι και πιθανόν να άκουσε τον θείο μου που μιλούσε για το διάδημα.»

«Ωραία. Και φαντάζεστε ότι πιθανόν να εξήλθε για να ειδοποιήσει τον εραστή της, με τον οποίο διοργάνωσαν την κλοπή.»

«Μα τι χρειάζονται όλες αυτές οι ιστορίες», ανέκραξε με ανυπομονησία ο τραπεζίτης, «όταν σας λέω ότι είδα τον Αρθούρο με το διάδημα στα χέρια;»

«Περιμένετε λίγο, κύριε Χόλντερ. Θα επανέλθουμε. Είδατε λοιπόν, δεσποινίς Χόλντερ, την κοπέλα αυτή να εισέρχεται από την πόρτα του μαγειρείου;»

«Μάλιστα, τη στιγμή που πήγα να δω αν η πόρτα ήταν κλειστή για τη νύχτα, την είδα να εισέρχεται. Και διέκρινα και τον εραστή της στο σκοτάδι.»

«Τον γνωρίζετε;»

«Ω, ναι! Είναι ο μανάβης που μας φέρνει τα λαχανικά. Ονομάζεται Φράνσις Πρόσπερ.»

«Στέκονταν», είπε ο Χολμς, «αριστερά και σε μικρή απόσταση από την πόρτα;»

«Ναι, αριστερά.»

«Έχει ξύλινο πόδι;»

«Είστε μάγος λοιπόν; Πώς το γνωρίζετε;»

(Τέλος δεύτερου μέρους. Η συνέχεια την επόμενη Τετάρτη)