Η ληστεία της Πέτρας VΙ

Να κάνετε εσείς καλά, εμείς τρομάξαμε να πάρουμε αμνηστία και δεν θα ξαναβγούμε στο κλαρί | Αυτές οι λέξεις ήταν σαν να βάζεις στα πισινά του Συντόρη ένα μαγκάλι κάρβουνα

Κεφάλαιο 11 (1η Οκτωβρίου 1929)

«Θα σας πω, κύριοι δικαστές, την αλήθεια.» Έτσι ξεκινάει ο Γιάννης Ρέντζος την απολογία του. «Έγινα εγκληματίας, γιατί σκότωσαν και λήστεψαν τον δυστυχισμένο πατέρα μου. Αλλά φαίνεται δεν έφτανε αυτό. Οι δολοφόνοι του εξακολουθούσαν και μετά το έγκλημα να μας κοροϊδεύουν. Αν έκανα κι άλλα εγκλήματα μετά το φόνο των δολοφόνων του, δεν φταίω εγώ γι’ αυτό. Φταίνε οι Τσάρας και Βασιλειάδης, ως και ο Μητροκώστας, οι οποίοι υπεδείκνυαν τα θύματα των ληστειών. 

»Οι δύο αυτοί εξακρίβωναν ποιοι είχαν περισσότερα χρήματα. Για τη ληστεία της Πέτρας έμαθα τον Αύγουστο του 1925 ότι ο Βασιλειάδης ζήτησε από τον Καψάλη πέντε ανθρώπους για να ληστέψουν τη χρηματαποστολή της Εθνικής Τράπεζας. Ο Καψάλης, όπως πληροφορήθηκα, δέχτηκε και άρχισε τις συνεννοήσεις με τη συμμορία του Καραπάνου, αλλά η απόπειρα αυτή απέτυχε, διότι οι συνεννοούμενοι δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν.

»Μετά από αυτά, οι Βασιλειάδης και Καψάλης βρήκαν τον γαμπρό μου Γκάρτσο και του πρότειναν να συμμετάσχει στη ληστεία μιας άλλης χρηματαποστολής. Ο Γκάρτσος δέχτηκε και ανέλαβε, συμφωνώντας με τον Κίτσο Βαγγέλη και τον Μερεμέτη να δράσουν από κοινού. Αυτοί αναζήτησαν άλλους συντρόφους, αλλά δεν βρήκαν. Έτσι, η απόπειρα απέτυχε και μετά από είκοσι μέρες ο Γκάρτσος φονεύθηκε από τον Καραπάνο, ο οποίος μάλιστα επιδίωκε να φονεύσει και εμάς την εποχή εκείνη.   

»Ο Μητροκώστας, κατά τη μέρα εκείνη, ήρθε και μου ανακοίνωσε την αποτυχία του σχεδίου. Πρόσθεσε όμως ότι όλοι είναι αποφασισμένοι να επιχειρήσουν τη ληστεία, όταν θα γίνει νέα χρηματαποστολή, με τους Λάμπρο Στάθη, Μερεμέτη, Καψάλη. Τότε κι εγώ τους  ρώτησα πώς θα γίνει η ληστεία και ο Μητροκωστας μού είπε ότι θα αναγκάσουν τους συνοδεύοντες τη χρηματαποστολή να παραδοθούν και θα αφαιρέσουν τα χρήματα χωρίς να τους φονεύσουν. Εγώ τότε του είπα ότι είναι αδύνατον να γίνει έτσι το πράγμα, χωρίς το φόνο των συνοδών, και θα είναι βέβαιη η ανακάλυψη των δραστών. Ο Ματσάγκας, ο οποίος μετείχε στη συνεννόηση, μου είπε ότι αυτός θα δώσει τις αναγκαίες πληροφορίες για την ημέρα άφιξης της χρηματαποστολής, τις οποίες θα λάβει από υπάλληλο της τράπεζας.          

»Εξακολούθησα κατόπιν τις σχέσεις μου με τους οργανωτές της ληστείας, διότι χρειαζόμουν αυτούς για την εξόντωση των ληστών, την οποία, κατόπιν ειδικής συνεννόησης, μου είχαν αναθέσει οι αρχές.

»Μια μέρα, συναντηθήκαμε στο χωριό Μπισδούνι με τον Ματσάγκα και τον Σταμάτη, τον οποίο έβλεπα για πρώτη φορά. Καθίσαμε μαζί και τότε ο Ματσάγκας με ρώτησε γιατί δεν έγινε η ληστεία κι εγώ του απάντησα ότι δεν γνωρίζω. Ο Ματσάγκας εξακολούθησε την ίδια ερώτηση συχνά και από όλη τη  συζήτηση μεταξύ όλων των παρευρισκομένων κατάλαβα καλά ότι γνώριζαν πότε θα έρχονταν οι χρηματαποστολές, όταν έκαναν την αποτυχημένη απόπειρα. Όταν κατόπιν συναντηθήκαμε με το εκτελεστικό απόσπασμα της ληστείας, συνέστησα στον Ματσάγκα να παραιτηθούν από τη ληστεία, γιατί ορισμένως θα αποκαλύπτονταν.

»Τον Απρίλιο του 1926, συναντήθηκα με τον Λάμπρο Στάθη, τον οποίον ρώτησα γιατί απέτυχε η ληστεία και εκείνος μου απάντησε ότι δεν είχε γνώση της απόπειρας. Αυτοί εξακολουθούσαν τις συνεννοήσεις, προσπαθώντας να με πείσουν να μετάσχω και εγώ στη ληστεία. Απάντησα: ‘να κάνετε εσείς καλά, εμείς τρομάξαμε να πάρουμε αμνηστία και δεν θα ξαναβγούμε στο κλαρί’».

Κεφάλαιο 12 (Ιούλιος του 1923)

Εκτός από τον Συντόρη, που μια φορά τον βάρεσε, κατά τ’ άλλα δεν κακοπεριποιήθηκαν τον αιχμάλωτο. Βέβαια, το παιδί υπέφερε στη μεγάλη πορεία από βουνό σε βουνό, όμως έπρεπε να αλλάξουνε λημέρια, για να μην τους πιάσουν τα αποσπάσματα που είχαν αρχίσει να τρέχουν γύρω τους, γιατί έμαθαν για την αιχμαλωσία.

Γύριζαν στα βουνά –πότε κοντά στον Βίκο, πότε έξω από τους Νεγάδες– αλλά κανένα απόσπασμα δεν τους πήρε μυρωδιά. Έξω από τους Νεγάδες, πέρασε η θεία του αιχμαλώτου με πεντέξι ανθρώπους της και δεν κατάλαβε τίποτα. Ο αιχμάλωτος την είδε που περνούσε και παρά λίγο να μπήξει τις φωνές. Ο Συντόρης μόλις που πρόφτασε να του βουλώσει το στόμα. Ύστερα από αυτό, έφυγαν για τη χαράδρα του Βίκου. Περπάτησαν πολλές ώρες, ώσπου φτάσανε στις δυο χαράδρες όπου ήταν το άλλο λημέρι τους. Ο αιχμάλωτος είχε κουραστεί πολύ και μυξόκλαιγε. Του δώσανε στο δρόμο πολλές φορές να πιει κονιάκ από ένα μπουκάλι που είχε πάνω του ο Θύμιος. Ο Χρηστάκης σιχαινόταν και ο Συντόρης τού το έδινε με το στανιό για να βαστήξουν τα κότσια του.

*

Είναι μια βραδιά στη σπηλιά του Βίκου και γίνεται ένας σεισμός τόσο δυνατός, που τον πήραν για οργή θεού. Βράχοι θεόρατοι κατρακυλούν με βουή που ξεκούφαινε τον καθένα. Ο Γιάννης είναι με τον Συντόρη έξω από τη σπηλιά και ο αιχμάλωτος είναι μέσα με τους άλλους. Τρέχει ο Γιάννης σαν τρελός, χωρίς να παραλείψει να κάνει συγχρόνως το σταυρό του. Η γη κουνιέται όλη και μουγκρίζει, σαν να ήρθε η Δευτέρα Παρουσία. Ο Χρηστάκης, που κοιμότανε, πετάγεται πάνω και αρχίζει να δακρύζει. Έπειτα, γονατίζει μπροστά τους. Κατάλαβε ο φουκαράς πως ήρθε η ώρα του και πως μπήκανε με τον Συντόρη για να τον σφάξουνε.

«Μη φοβάσαι. Εγώ είμαι εδώ», του λέει ο Γιάννης και ένα ρίγος διαπερνάει τη ράχη του. Νιώθει τις τρίχες της πλάτης του να σηκώνονται. Αιτία ήταν η σκέψη που καρφώθηκε για μια στιγμή σαν ένα βόλι στο κεφάλι του, που έγραφε πως αυτό ήταν ένα σημάδι του θεού. 

Ο Συντόρης φαίνεται κατάλαβε τις σκέψεις του και τον καθησυχάζει:

«Άντε βρε κουτέ. Όπως και εσύ κάνεις τη δουλειά σου, κάνει και ο θεός τη δική του».

Το επιχείρημα του Συντόρη ήταν στέρεο και άντεχε στην επιστημονική κριτική. Βεβαιώθηκε με αυτόν τον τρόπο πως δεν υπήρχε αιτιώδης σχέση ανάμεσα στα δύο γεγονότα και μόνο τότε ησύχασε.  

*

Συνέβαινε και το άλλο. Επειδή αλλάζανε συχνά λημέρια, δεν μπορούσανε να κατεβούν στην ορισμένη θέση για να βρούνε τους απεσταλμένους που ζητούσαν να τους συναντήσουν για να διαπραγματευτούν και να καταβάλουν λύτρα. Και επειδή δεν τους βρήκαν στη θέση που είχαν πει της γριάς Παπαγιαννοπούλου, αναγκάστηκε να κατέβει ο ίδιος ο Γιάννης στους Νεγκάδες να τους ανταμώσει. Χτύπησε το σπίτι που βρισκόταν ο απεσταλμένος. Μίλησαν μ΄ αυτόν και με μια γυναίκα και του έδωσαν ένα γράμμα για τον Χρηστάκη, το οποίο έγραφε:

Αγαπητό μου παιδί,

Είμαστε όλοι καλά. Μην ανησυχείς. Τα πράγματα πηγαίνουν κατ’ ευχήν και μετ’ ολίγας ημέρας θα βρίσκεσαι σπίτι σου. Έχε θάρρος και πρόσεχε μην αρρωστήσεις. Μάθαμε ότι σε περιποιούνται πολύ εκεί πάνω και χαρήκαμε όλοι. Και πάλι σου συνιστώ υπομονή και σε λίγες μέρες θα ανταμωθούμε.

Του το διάβασαν πεντέξι φορές, γιατί μια λάθος λέξη μπορούσε να θυμώσει τον Συντόρη και να έπαιρνε το κεφάλι του Χρηστάκη. Του είπαν ότι σύντομα θα μάζευαν τα λύτρα, τους φίλησε κι έφυγε.

Πέρασαν είκοσι μέρες από τότε χωρίς να έρθουν να τους ανταμώσουν. Θύμωσαν από αυτή τους τη διαγωγή. Κρατούσανε τον άνθρωπό τους στα χέρια τους και δεν τους ήταν καθόλου δύσκολο να τον ξεκοιλιάσουνε.

Ξαφνικά, στο μέρος που είχανε ορίσει, φάνηκαν δυο αυτοκίνητα και στάθηκαν. Οι ληστές ήταν κρυμμένοι σε κάτι χαμόκλαδα. Ρίχνει ο Γιάννης μια ντουφεκιά στον αέρα και τα δυο αυτοκίνητα σταματούν. Ανάβουν τα φώτα και βγαίνουν καταμεσής του δρόμου. Πρώτος πηδάει από το αυτοκίνητο ο αξιωματικός Μασταλούδας, αυτός που κρατήθηκε για μια μέρα αιχμάλωτος.

«Καλησπέρα, καπετάνιο.»

«Γεια σου», του αποκρίνεται. «Ποιοι άλλοι είναι μαζί σου;»

«Ο κύριος Καγιάς και ένα παιδί.»

«Στο άλλο αυτοκίνητο;»

«Κάτι δικοί μας.»

«Πολύ άσχημα κάματε», φώναξε ο Συντόρης, «να έρθετε τόσοι. Να φύγουν αμέσως!»

«Μα», είπε ο Μασταλούδας, «ήθελαν να δουν τον Χρηστάκη».

Ο Συντόρης φώναξε περισσότερο και αγριεμένα.

«Δεν υπάρχει εδώ κανένας Χρηστάκης. Ο Χρηστάκης είναι στο λημέρι. Δρόμο οι άλλοι, αν θέλουν τα κεφάλια τους. Αν δεν φύγουν, ούτε το κεφάλι του Χρηστάκη σώνεται.»  

Ο Συντόρης δεν είχε άδικο. Αυτοί ήταν αξιωματικοί της χωροφυλακής, ντυμένοι πολιτικά. Τελικά, έμειναν ο Μασταλούδας, ο Καγιάς και ένα παιδί που έφερνε πράγματα στο Χρηστάκη και, αφού είδανε πως έφυγαν οι άλλοι, ξεκίνησαν για το λημέρι.

*

«Κάντε μου τη χάρη να πάρετε μόνο καμιά πεντακοσαριά χιλιάρικα», λέει ο κύριος Καγιάς, «κι εγώ τηλεφωνώ στο Γκουβέρνο και γίνεστε αμέσως ελεύθεροι πολίτες».

Όμως αυτές οι λέξεις ήταν σαν να βάζεις στα πισινά του Συντόρη ένα μαγκάλι κάρβουνα.

«Για κατσικοκλέφτες μας περνάς, κύριε βουλευτή», γκαρίζει και τρίζει τα δόντια του. «Εγώ δεν υποχωρώ ούτε ένα γρόσι. Θα μετρήσετε δεκαπέντε χιλιάδες λίρες, ακούς;» βεβαιώνει και σφίγγει το τουφέκι στα χέρια του.

«Τρελάθηκες;» τον ρωτάει ο Καγιάς. «Πού να βρουν τόσα; Οι Παπαγιαννοπουλαίοι δεν έχουν τους θησαυρούς του Ζοράμη όπως φαντάζεσαι, έξυπνε!»

«Εγώ δεν δέχομαι διαπραγματεύσεις. Ζητάω τα λεφτά. Τα δίνετε; Πάρτε τον άνθρωπο σας. Δεν τα δίνετε; Πάρτε το κεφάλι του.»

Τότε ο Καγιάς γυρίζει στον Γιάννη, που τον έβλεπε πιο μπόσικο, και τον ρωτάει:

«Εσύ τι λες, καπετάν Γιάννη;»

Ούτε κιχ δεν προλαβαίνει να απαντήσει και πετάγεται ο Συντόρης.

«Τι να λέει αυτός; Εδώ είμαι εγώ. Αύριο αν πιάσει κανέναν αυτός, ας σου το ξαναγυρίσει τσάμπα. Εγώ θέλω να πληρωθώ.»

Το κεφάλι του Γιάννη ανάβει από αυτήν την κουβέντα. Σκέφτεται να τραβήξει το τουφέκι του και να του τινάξει τα μυαλά στον αέρα. Ο Συντόρης διαβάζει τη σκέψη του και ανασηκώνει το τουφέκι του, έτοιμος να ρίξει, χωρίς να χάσει καιρό.

«Δρόμο όλοι σας, γιατί θα σας ξεμπερδέψω», ουρλιάζει εν εξάλλω. 

Τέτοιες ώρες τρέλας είχε πολλές ο Συντόρης, όμως ο Γιάννης επέτρεψε στους λογικούς υπολογισμούς να ρυθμίσουν τις αποφάσεις του.  

«Ακούς, αφέντη;» λέει του Καγιά. «Μόνο αν στείλετε δεκαπέντε χιλιάδες λίρες θα πάρετε ζωντανό τον Χρηστάκη. Έτσι διατάζει ο φίλος μου ο Συντόρης…»

*

Πέρασαν έτσι έξι βδομάδες.Το επόμενο ραντεβού το δώσανε στην όχθη της λίμνης της κυρα-Φροσύνης, κοντά στο μοναστήρι του Αβδουραχμάν. Ο Γιάννης  έκανε άλλο ένα ραντεβού με τον κύριο Καγιά και έναν ακόμα. Τον φίλεψαν ψωμί, κονιάκ και γλυκό και κατόπιν μπήκανε στην κουβέντα. Τους έδωσε ένα γράμμα του Χρηστάκη, που έγραφε πως περνούσε καλά, αλλά τους παρακαλούσε να στείλουν γρήγορα τα λύτρα, γιατί δεν μπορούσε να μένει στα βουνά.  

Ο Καγιάς το διαβάζει και τον ρωτάει:

«Λοιπόν, καπετάνιο. Την τελευταία σου κουβέντα θέλω να μάθω. Πόσα θέλετε για να τον αφήσετε;»

«Εγώ σας είπα. Δεκαπέντε χιλιάδες λίρες».

«Καπετάν Γιάννη μου, άκου. Εγώ κατάλαβα πως είσαι μεγάλη καρδιά κι από κατατρεγμό βγήκες στο κλαρί. Μην τα λες όπως σου τα είπε εκείνος ο αγριάνθρωπος ο Συντόρης. Τι λέει εσένα η καρδιά σου ότι πρέπει να πάρετε;»

«Δεκαπέντε χιλιάδες λίρες. Ούτε ένα μονόλεπτο λιγότερο».

«Κατέβα ακόμα!»

Τους είπε ότι δεν μπορούσα να κατέβει περισσότερο και ότι έπρεπε να συνεννοηθεί με τους συντρόφους του. Τον συνόδευσαν μισή ώρα δρόμο και τράβηξε τρέχοντας προς το λημέρι.

*

Καθόλου ικανοποιημένοι δεν έμειναν οι σύντροφοί του από τη συμφωνία.

«Έτσι θα χάσουμε παραπάνω από τα μισά», έλεγε ο ένας.

«Κρίμα στον κόπο μας», έλεγε ο άλλος.

«Βρε μας πουλάει για ξινότυρο κι εσείς δεν καταλάβατε τίποτα», πετιέται ο Συντόρης. 

«Ποιος μωρέ;» ρωτάει ο Γιάννης.

«Εσύ! Ποιος άλλος; Για να πάρεις αμνηστία να γυρίσεις στο χωριό σου.»

«Συντόρη, πάρε την κουβέντα σου πίσω αν θέλεις τη ζωή σου.»

Πέφτει ο Συντόρης μπρούμυτα σε ένα ταμπούρι με το πιστόλι στο χέρι. Τρέχει ο Γιάννης να πιάσει άλλο πόστο και, χωρίς να αλλάξουνε άλλη κουβέντα, αρχίζουνε τις τουφεκιές. Μπαμ, μπουμ, μπαμ! Τα βόλια πέφτουν βροχή και σκάνε στη γη τινάζοντας τα χαλίκια στα μούτρα τους. Ο Χρηστάκης πρασινίζει από το φόβο του και μετά, γκντουμπ, λιποθυμάει. Έπειτα από κανένα τέταρτο, μπαίνει στη μέση ο Θύμιος και κατεβάζουνε και οι δύο τα τουφέκια. 

«Τι θέλεις στη μέση;» ρωτάει ο Συντόρης.

«Γιατί μαλώνετε; Έχετε την ιδέα ότι κάποιος κάνει μπαμπεσιά στον άλλον;»

«Ο αδελφός σου», λέει ο Συντόρης.

«Πώς το ξέρεις;»

«Να, πηγαίνει κάτω, δεν συνεννογιέται για τα λεφτά κι αφήνει ζωντανό τον αιχμάλωτο για να αναγκαστούμε να τον αφήσουμε.»

«Έτσι λες; Λοιπόν, για να ξεμπερδεύουμε. Να του κόψουμε το κεφάλι του αιχμαλώτου, να μουντζώσουμε τα λύτρα και να φύγουμε. Συμφωνείτε;»

«Ναι!» φωνάζουν όλοι τους.

Ο Συντόρης ενθουσιάζεται με την ιδέα αυτή.

«Φέρτε χαρτιά», λέει ο Θύμιος.

Ένας σύντροφος του δίνει μια κόλλα χαρτί και την κάνει πέντε κομμάτια.

«Πάρτε ένα κομμάτι χαρτί και γράψτε τα ονόματά σας. Όποιου το όνομα βγει στον κλήρο, θα κόψει το κεφάλι του Χρηστάκη.»

«Ακούστε, σύντροφοι», παρεμβαίνει ο Γιάννης, που καταλάβαινε ότι για μια στραβοκεφαλιά του Συντόρη θα έχανε το κεφάλι του ο Χρηστάκης και αυτοί τα λύτρα. «Η τύχη θέλει να μας παιδέψει και να μην τελειώνουν οι διαπραγματεύσεις. Ο σύντροφος από δω λέει ότι εγώ φταίω. Εγώ λέω όχι. Λοιπόν, να ρωτήσουμε την τύχη όχι ποιος θα σκοτώσει τον αιχμάλωτο, αλλά αν πρέπει να σκοτωθεί. Και αν ο κλήρος πέσει ‘ναι’, να του κόψουμε το κεφάλι. Αν πέσει ‘όχι’, τότε να τον κρατήσουμε ζωντανό μέχρι να δούμε τι θα απογίνει. Σύμφωνοι;»

Ο Συντόρης κατσουφιάζει, αλλά οι άλλοι φωνάζουν:

«Ναι, ναι! Μπράβο, καπετάνιε!»

Παίρνει τα πέντε κομμάτια της κόλλας από τα χέρια του Συντόρη, που τον κοιτάζει σαν λυσσασμένος στα μάτια. Δίνει από ένα κομμάτι στους άλλους δύο, ένα κρατάει δικό του και δίνει στον Συντόρη το πέμπτο κομμάτι.

«Γράψτε», τους λέει, «μέσα ‘ναι’ ή ‘όχι’ και διπλώστε τα».

Το γράψιμο και το δίπλωμα γίνεται κρυφά, εκτός από τον Συντόρη που γράφει ‘ναι’ φανερά, να δουν και οι άλλοι τον κλήρο του. Οι κλήροι ρίχνονται μέσα στη σκούφια του Θύμιου.

«Ποιος θα τραβήξει τον κλήρο;» ρωτάει ο Γιάννης.

Ο Συντόρης, σαν να μούγκρισε, λέει:

«Ο ίδιος».

«Ποιος ίδιος;»

«Ο αιχμάλωτος».

«Ε!», έκαναν όλοι.

«Ναι, ναι!» προσθέτει ο Συντόρης, και γέλιο σφιχτό στα χείλη του φανερώνει το θυμό του. «Αν η τύχη του θελήσει να γλιτώσει, τότε πάει καλά».

Ο Συντόρης παίρνει τη σκούφια με τους κλήρους και τραβάει στο μέρος που κάθεται ο Χρηστάκης.

«Τράβα χαρτί», του σφυράει στ’ αυτί ο Συντόρης.

«Γιατί;» ρωτάει το παιδί τρέμοντας, μα προσπαθώντας να χαμογελάσει.

«Δεν σε ενδιαφέρει εσένα», του λέει ο Συντόρης. «Τράβα!»

Ο Χρηστάκης απλώνει το δεξί του χέρι του χέρι και πιάνει το ένα χαρτί.

(Το επόμενο Σάββατο στο red n’ noir: Αν αυτή τη φορά δεν πετύχει, να μην επιστρέψει κανείς | Θα του κόψω το μουσούδι και θα σας το στείλω να το κάνετε βραστό)