Τα απομνημονεύματα του διάσημου αστυνομικού φον Κολοκοτρώνη IV

Τέταρτο επεισόδιο | 2 Ιουνίου 1889 | Ένα μυστηριώδες έγκλημα Δ’

Το διπλό αίσθημα της Χρυσάνθης | Τι αποκαλύπτει η Μαργαρώ και τι δεν τολμά να διαψεύσει ο Σάρρος | Πλήρες φως στο μυστήριο της οδού Μπουμπουλίνας  

Πρωί πρωί, ο φον Κολοκοτρώνης μετέβη στο αστυνομικό τμήμα της οδού Σόλωνος και μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο που κρατούνταν η Μαργαρώ.

Την έπιασε να κλαίει γονατιστή σε μια γωνία και να ψιθυρίζει προσευχές. Φαίνεται ότι είχε περάσει τη νύχτα άγρυπνη και ότι ο τρόμος για την τύχη της είχε παραλύσει τα μέλη της. Δεν πρόφθασε ακόμα να αντιληφθεί την παρουσία του, όταν της φώναξε με βροντερή φωνή και κάποια ειρωνία:

«Πώς τα πέρασες λοιπόν του λόου σου εδώ μέσα;»

Αντί να απαντήσει, εξερράγη σε λυγμούς και έχωσε το κεφάλι της μέσα στις δυο παλάμες της.

«Φαίνεται ότι δεν σου κάνει και μεγάλη εντύπωση η φυλακή», της είπε στον ίδιο τόνο. «Και πού να δεις… Το αποψινό ήταν παιχνίδι. Τώρα που θα σε πάνε στην Παλιά Στρατώνα μαζί με κακούργους και λωποδύτες…»

Ένα ρίγος διέδραμε το σώμα της Μαργαρώς. Εξακολούθησε να κλαίει και να συγκλονίζεται από λυγμούς, αλλά δεν θέλησε να απαντήσει.

«Έχεις μάνα; Αδέλφια;» την ρώτησε.

«Έχω», απάντησε εκείνη εν μέσω δυο σπαρακτικών λυγμών.   

«Και τι θα πουν για σένα όταν μάθουν την κατάντια σου;»

«Έλεος! Έλεος!»

«Μα δεν υπάρχει ανάγκη, παιδί μου! Εγώ θέλω να μου πεις την αλήθεια και να δεις πώς θα ελαφρύνω τη θέση σου».

«Μα εγώ δεν έφταιξα σε τίποτα! Ούτε ξέρω τίποτα! Ούτε είδα τίποτα!»

Οι ένοχοι

Την κοίταξε καλά στο πρόσωπο, το οποίο βρεχόταν τώρα από τα κλάματα, και, χτυπώντας την στον ώμο, της είπε:

«Πώς δεν έφταιξες, αφού σκότωσες άνθρωπο;»

«Εγώ;» τραύλισε με τρόμο η κόρη.

«Κι αν δεν τον σκότωσες με το χέρι σου, μήπως δεν έγινες αφορμή να τον σκοτώσουν;»

«Εγώ αφορμή; Τι φταίω εγώ αν η Χρυσάνθη είχε σχέσεις με τον Κώστα κι έβαλε τον Κώστα να πιαστεί με τον Σπύρο; Εγώ, κυρ-αστυνόμε, δεν έκανα ποτέ μου κανένα κακό! Και τώρα ακόμα, δεν καταλαβαίνω τι έγινε και πώς ο Σπύρος μπλέχτηκε σε αυτή τη φάκα…»

«Για εξηγήσου λίγο! Ποια εννοείς φάκα;»

«Να! Εκείνο εκεί το υπόγειο, που είχε ένα αντικλείδι ο Κώστας και έμπαινε τη νύχτα μέσα…» 

«Και τι έκανε;»

«Ξέρω ‘γώ τι έκανε;»

«Μήπως κατέβαινε η Χρυσάνθη και τον έβρισκε;»

Η Μαργαρώ ξεροκατάπιε κι έγινε κατακόκκινη. Θεώρησε σκόπιμο να την εμψυχώσει και να της εμπνεύσει περισσότερη εμπιστοσύνη.

«Μα γιατί δεν μου λες; Εγώ θέλω το καλό σου! Κι έπειτα, εγώ δεν θα προδώσω ποτέ μου ό,τι μου πεις. Κατέβαινε λοιπόν η Χρυσάνθη και τον έβρισκε;»

«Ναι!»

«Κι εσύ;»

«Εγώ φύλαγα επάνω να μην ξυπνήσει ξαφνικά η κυρία.»

«Και δεν ξύπνησε ποτέ η κυρία;»

«Όχι! Ποτέ!»

«Ώστε η Χρυσάνθη σκότωσε τον Γιούρο!»

«Όχι! Όχι!»

«Αλλά ποιος; Ο Σάρρος;»

«Ναι!»

«Και πού το ξέρεις;»

«Το ξέρω! Γιατί, εκείνο το βράδυ και το προηγούμενο, ο Σάρρος τη φώναζε και εκείνη δεν κατέβαινε! Τότε, μου είπε εμένα να της πω πως πήρε μυρωδιά τις απιστίες της και θα της δείξει, λέει…»

«Ποιες απιστίες της; Μήπως είχε σχέσεις η Χρυσάνθη με τον Γιούρο;»

«Όχι! Ο Σπύρος δεν ήξερε από αυτά τα πράγματα, όμως τελευταία ήταν πολύ κρύος μαζί μου!»

«Και δεν σου μιλούσε καθόλου για τη Χρυσάνθη;»

«Δεν θυμάμαι… Ίσως! Μια νύχτα όμως, τους τσάκωσα να μιλούν κοντά κοντά ο ένας στον άλλον στην είσοδο. Και δεν ήξερε πώς να μου δικαιολογηθεί! Έγινε κίτρινος! Ύστερα όμως, η Χρυσάνθη μού είπε πως της μίλαγε για μένα!»

«Είδες λοιπόν όταν λες την αλήθεια πως δεν χάνεις; Είδες πως είσαι αθώα;»    

«Βέβαια είμαι αθώα! Εγώ δεν είχα ποτέ μου καμιά κακή ιδέα!»

Η αναπαράσταση 

Οι αποκαλύψεις εκείνες έχυναν πλήρες φως στο μυστήριο. Ήξερε ο φον πλέον ό,τι του χρειαζόταν, αλλά έκρινε σκόπιμο να μην απελευθερώσει ακόμα τη μικρή Μαργαρώ.

Την άφησε στο κρατητήριο και έστειλε δυο κλητήρες να συλλάβουν τη Χρυσάνθη, ενώ τέσσερις άνδρες, υπό τον Καρύδη, όρμησαν για να εντοπίσουν τον Σάρρο, ο οποίος είχε συλληφθεί τη νύχτα και είχε απολυθεί ως αθώος.

Μετά από είκοσι λεπτά, η Χρυσάνθη οδηγούνταν στο τμήμα. Φορούσε μια λεπτή ρόμπα σκοτεινού χρώματος, με κλειστό λαιμό, μακριά μανίκια κι ένα μαντήλι στο κεφάλι. Είχε τον καιρό τώρα, υπό το φώς του ηλίου, να την εξετάσει καλύτερα. Δεν άργησε επίσης να αντιληφθεί ότι ήταν καλοκαμωμένη κοπέλα, όχι ωραία βέβαια, η οποία κατέβαλε επιμελή προσπάθεια για να φαίνεται όσο το δυνατόν περισσότερο άσχημη, και ότι δεν είχε πάνω της τίποτα το προκλητικό ή το ελκυστικό.

Στην ανάκριση, στην οποία την υπέβαλε ο φον, αρνήθηκε τα πάντα. Τον βεβαίωσε ότι δεν είδε ποτέ της τον Γιούρο κι ότι δεν γνώριζε καν τι πράγμα ήταν ο Σάρρος. Άδικα την απείλησε και άδικα της απέδειξε ότι η Μαργαρώ τού τα είπε όλα.

«Είναι τρελή», του απάντησε. «Είναι θεότρελη και δεν ξέρει τι λέει. Ίσως να είναι ένοχη εκείνη, που είχε σχέσεις με τον Γιούρο. Εγώ όμως δεν ξέρω τίποτα και εννοώ να με αφήσετε ήσυχη να επιστρέψω στη δουλειά μου! Ορίστε μας!»

Ο φον Κολοκοτρώνης είχε απελπιστεί τελείως και δεν ήξερε τι να υποθέσει. Η Μαργαρώ, την οποία είχε επισκεφθεί εκ νέου, τον βεβαίωσε ότι η Χρυσάνθη της είχε απαγορεύσει να του αποκαλύψει οποιαδήποτε λεπτομέρεια για τις σχέσεις της και ότι κατά τη στιγμή που έκανε την προηγούμενη μέρα τις ανακρίσεις στο σπίτι της κυρίας της, είχε πράγματι εμφανιστεί έξω από την πόρτα και για τελευταία φορά της απαγόρευσε με απειλητικά νεύματα να μιλήσει.

Εντούτοις, η Χρυσάνθη αρνούνταν διαρρήδην κι αυτή ακόμα τη λεπτομέρεια, την οποία ο ίδιος είχε αντιληφθεί με τα μάτια του.

Αίφνης, κατά τις έντεκα, ενώ ετοιμαζόταν να φύγει απελπισμένος από το τμήμα, βλέπει να οδηγεί  ο επικεφαλής των ανδρών του τον Σάρρον, δέσμιο και καταματωμένο στο πρόσωπο και τα χέρια.

Ο άθλιος, ενθαρρυμένος από τη νυχτερινή περιπέτειά του, κατά την οποία συνελήφθη και αφέθηκε ελεύθερος εντός μιας ώρας, τόλμησε να προβάλει αντίσταση κατά των οργάνων της τάξης και να απειλήσει με μαχαίρι ότι θα τους σκοτώσει όλους.

Τώρα όμως, καθώς φαίνεται, σκέφτηκε καλύτερα καθ’ οδόν και ήταν τελείως εξαντλημένος και συντετριμμένος. Μόλις τον αντίκρισε ο φον, του είπε:

«Τα ξέρω όλα! Η Χρυσάνθη μαρτύρησε και την τελευταία λεπτομέρεια… Είναι εδώ. Μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο…»

«Αλήθεια!» τραύλισε εκείνος με απογοήτευση. «Αλίμονο! Το ήξερα ότι θα με προδώσει. Έτσι είναι αυτές οι παλιογυναίκες!»         

Και τα ομολόγησε όλα, χωρίς να κρύψει καμιά λεπτομέρεια: Τις σχέσεις που είχε με την υπηρέτρια, το αντικλείδι που είχε κατασκευάσει για το υπόγειο του Μαλακατέ, τις συναντήσεις του εκεί με τη Χρυσάνθη, και τέλος την αιφνίδια μεταβολή των αισθημάτων της, τον έρωτά της προς τον Γιούρον, την απέχθειά της προς τον ίδιο. Και το μίσος που αναπτύχθηκε προς τον υπηρέτη εκείνον του παντοπωλείου, που αποφάσισε να τον τιμωρήσει με τον τρομερότερο τρόπο, μέσα στο ίδιο το υπόγειο των οργίων του.

Την επόμενη Τετάρτη στο red n noir:

Ο φον Κολοκοτρώνης φόβητρο των ληστών και των λωποδυτών | Στα ανάκτορα του Βασιλέως Γεωργίου | Την ημέρα των γάμων του διαδόχου | Ένας διάσημος λωποδύτης μεταξύ των αυλικών | Ο Στήρχος, ο Ράινεκ και το ενδιαφέρον του βασιλέως Γεωργίου | Ο ιδεώδης τύπος ελλήνων λωποδυτών εκπροσωπείται θαυμάσια με τον θρασύτατο Ντοτόρο | Σε εφτά νύχτες ανοίγονται οι πύλες εφτά διαφορετικών καταστημάτων | Η δράση ενός υπέροχου αστυνομικού | Από έκπληξη σε έκπληξη