Η ληστεία της Πέτρας

Εισαγωγή

Ένας τρόπος υπάρχει για να λυθεί κάποιο ληστρικό μυθιστόρημα. Η οριστική νίκη της εξουσίας επί του ήρωα. Τρεις εκδοχές υπάρχουν για τη λύση αυτή. Η αμνήστευση, η εκτέλεση από τα καταδιωκτικά αποσπάσματα σε κάποια συμπλοκή ή η σύλληψη και η καταδίκη σε θάνατο. Είτε με την επιείκεια του συμβιβασμού, είτε με τον πλήρη θρίαμβο επί του σώματος του ληστή, μικρή σημασία έχει, αν η ισορροπία διαταραχτεί επανέρχεται μόνο όταν κερδίσει ο νόμος. Οι Ρεντζαίοι δοκίμασαν την πρώτη και την τρίτη εκδοχή σε διάστημα περίπου τεσσάρων χρόνων.   

Τα όσα παρουσιάζονται στο Κατσαπάλπ Γούστερν σε συνέχειες που ακολουθεί με τον τίτλο: «Η ληστεία της Πέτρας και άλλες περιπέτειες των αδελφών Ρεντζαίων στην ελληνική Άγρια Δύση» είναι εξαιρετικά ανακριβή. Στο μεγαλύτερο μέρος τους πρόκειται για μια, ελεύθερη ώς έναν βαθμό, ανασύνθεση των γεγονότων, όπως παρουσιάστηκαν σε μια σειρά από ρεπορτάζ, συνεντεύξεις και εντυπώσεις δημοσιογράφων που τους επισκέπτονταν ή υποτίθεται ότι τους επισκέπτονταν στις φυλακές της Βάρνας, της Συγγρού, της Κέρκυρας καθώς και στην κουκέτα που φρουρούνταν αλυσοδεμένοι κατά την διάρκεια της μεταγωγής τους από τη Βάρνα στην Αθήνα. Ως πρώτη ύλη χρησιμοποιήθηκαν επίσης οι σχετικές συνεντεύξεις του διευθυντή της αστυνομίας πόλεων Καλυβίτη που πιστώθηκε τον εντοπισμό και τη σύλληψη τους, οι μαρτυρίες σωφρονιστικών υπαλλήλων και, σε κάποιες περιπτώσεις, τυχαία μονόστηλα που φιλοξενούνταν δίπλα στις περιπέτειες τους. Με άλλα λόγια, δηλαδή, δεν είμαι ο συγγραφέας, αλλά, τελικά, ο συνθέτης αυτού του ψηφιδωτού.

Η επιλογή που έκανα ανάμεσα σε εκατοντάδες δημοσιεύματα των εφημερίδων Εμπρός, Εσπερινή, Ακρόπολις και Ελληνική δεν έγινε με βάση την ιστορική τους ακρίβεια, αλλά κυρίως με βάση την αμεσότητα των περιγραφών, τις οποίες υπάρχουν περιπτώσεις που αντιγράφω κατά γράμμα. Η λογοκλοπή είναι συστατικό στοιχείο της λαϊκής λογοτεχνίας και ακόμα πιο αυταπόδεικτα του ληστρικού μυθιστορήματος. Μπήκα στη στάνη των αρχείων τύπου της εποχής, όχι για να κλέψω κρυφά και αθόρυβα τα ντοκουμέντα, τα ρεπορτάζ, τις αφηγήσεις και τις συνεντεύξεις που σχετίζονται με τη ζωή των Ρεντζαίων, αλλά για να κάνω πλιάτσικο σε ό,τι -τις περισσότερες φορές, όχι με ιδιαίτερα έντιμο τρόπο- συλλέξανε οι αστυνομικοί και δικαστικοί ρεπόρτερ της εποχής. Τίποτα λιγότερο δεν θα τιμούσε περισσότερο τη μνήμη αυτών των δύο καθαρμάτων.

Αν είναι για τα καλά ξεκάθαρο ότι πρόκειται για ληστρική νουβέλα σε συνέχεις και όχι για ιστορική έρευνα, ας γίνει το ίδιο ξεκάθαρο, λοιπόν, ότι ως συνθέτης της νουβέλας αυτής δεν θέλω να εξιδανικεύσω καταστάσεις. Δεν αγνοώ ούτε υποβαθμίζω το γεγονός πως την αμνηστία τους οι αδελφοί Ρεντζαίοι την κέρδισαν το 1924, αποκεφαλίζοντας τέσσερις άλλους επικηρυγμένους ληστές που δρούσαν στην ίδια περιοχή, κάνοντας χρήση των σχετικών ευεργετικών διατάξεων της εποχής για την καταπολέμηση της ληστείας. Ούτε αδιαφορώ για το γεγονός πως μετά την αμνήστευση τους δρούσαν στα θολά όρια μεταξύ δύο κατά τα άλλα καθόλου αντιφατικών ιδιοτήτων: Αυτή του σερίφη και αυτή του μπράβου. Ακόμα περισσότερο, θεωρώ την εξουσία των «Βασιλέων των Όρεων» ενδεχομένως πιο απόλυτη, πιο ολοκληρωτική και σίγουρα πολύ σκληρότερη από τη θεσμική. Ακόμα και αν υπάρχει κάποια συμπάθεια για τα πρόσωπα αυτών των δύο, όχι απλώς αμοραλιστών, αλλά βαθιά ανήθικων παρανόμων, αυτή δεν αφορά στα ιστορικά πρόσωπα πίσω από το όνομα των Ρεντζαίων, αλλά τους αντίστοιχους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες.

Συνοπτικά μπορεί να πει κανείς ότι δεν πρόκειται ούτε για βιογραφία τους ούτε για αγιογραφία τους. Σκοπός μου ήταν να συνθέσω ένα ευχάριστο ανάγνωσμα στα όρια του ανάλαφρου, προσπαθώντας ταυτοχρόνως να προσεγγίσω αυτό που υποτιμητικά ονομάζουμε λαϊκή λογοτεχνία. Μύχιος στόχος μου είναι να εισφέρω στην αναβίωση του ληστρικού μυθιστορήματος, εγκαινιάζοντας το νεοσύστατη λογοτεχνική υποκατηγορία με την ονομασία «Κατσαπάλπ Γουέστερν».

Δηλώνω επιπλέον ξεδιάντροπα και χωρίς να κοκκινίζω πως η ιδέα αυτή, αν και κυοφορούνταν επί αρκετά χρόνια στο μυαλό μου, δεν κατάφερε να γεννηθεί παρά μόνο αφού παρακολούθησα τα πρώτα επεισόδια graphic novel «Ληστές» των Γιώργο Γούση και Γιάννη Ράγκου στον Μπλε Κομήτη.

Η εξιστόρηση χωρίζεται σε 14 επεισόδια και τον επίλογο. Το κάθε επεισόδιο, πλην του επιλόγου, χωρίζεται με τη σειρά του σε δυο κεφάλαια. Τα κεφάλαια με μονό αριθμό ξεκινάνε από το τέλος της ιστορίας τον Μάρτιο του 1930 και με χρονολογική κατεύθυνση προς τα πίσω καταλήγουν στη μέση, ενώ αυτά με ζυγό αριθμό ξεκινάνε από την αρχή της, κάπου το 1909, τηρούνε την κανονική χρονολογική διαδοχή, καταλήγοντας επίσης στη μέση. Συναντιούνται χρονολογικά στο 14ο και προτελευταίο επεισόδιο τον Ιούνιο του 1926. Προφανώς δεν πρόκειται για κάποια πρωτοτυπία. Απλώς θεώρησα ότι θα είναι κάπως πιο ευχάριστο στον αναγνώστη. Έτσι κι αλλιώς, δεν υπάρχουν ιδιαίτερες αξιώσεις. Είναι μονάχα μια ιστορία μεταξύ παλπ ντοκουμέντου, γουέστερν αφήγησης και ληστρικής νουβέλας.

Είναι, δυστυχώς, φως φανερό πως δεν είμαι ούτε κανένας μαέστρος της αστυνομικής λογοτεχνίας, ούτε καν ένας μάστορας του νουάρ μυθιστορήματος. Είμαι ένας ταπεινός κατσαπλιάς της pulp αφήγησης που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο crime fiction και το crime non-fiction.  

Καλή απόλαυση.