Λουδοβίκος Ντομινίκ VΙ

Έκτο επεισόδιο | Πλήρες δίκτυο συνενόχων

Κάποιος, ονόματι Πελεσής, νεαρός χειρουργός από τους πλέον εκτιμώμενους στην Αθήνα, φημισμένος στους υψηλότερους κοινωνικούς κύκλους, την εντιμότητα του οποίου κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει, ήταν μυστικό μέλος της συμμορίας του Λουδοβίκου Ντομινίκ και χρησιμοποιούνταν ως καταδότης. Οι περίεργοι αυτοί βίοι, εν μέρει διπλοί, είναι λιγότερο σπάνιοι και εξαιρετικοί από όσο φαντάζεται κανείς.  

Ο Πελεσής λοιπόν ειδοποίησε τον Ντομινίκ για κάποιο ταχυδρομικό αμάξι που θα περνούσε μερικές μέρες μετά και θα μετέφερε 300.000 ευρώ σε μετρητά. Μια επίθεση οργανώθηκε αμέσως στο ευνοϊκό σημείο του δρόμου μπροστά στο Γαλλικό Ινστιτούτο και αυτός ο ίδιος ο Πελεσής ανέλαβε τη διεύθυνση της επιχείρησης. Η επιχείρηση πέτυχε πλήρως. Οι μεταφορείς των χρημάτων, αιφνιδιασμένοι, καταβλήθηκαν αμέσως και ξαπλώθηκαν κατά μήκος του οδοστρώματος, χωρίς να καταφέρουν να προστατέψουν τα χρήματα που είχαν στην ευθύνη τους.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Πελεσής διηύθυνε μια νέα επίθεση κατά χρηματαποστολής στη Θεσσαλονίκη, αλλά τα δύο σεκιούριτι ήταν στο κόλπο και η ομάδα του νεαρού χειρούργου δεν δυσκολεύτηκε καθόλου.

Λιγότερο τυχερός ήταν μια άλλη φορά που συνελήφθη επ’ αυτοφώρω. Παρά την έκπληξη που είχε προκαλέσει τότε η σύλληψη, ο Χειρούργος, όπως πλέον τον αποκαλούσαν δηκτικά τα μίντια, δεν μπόρεσε να αρνηθεί την ενοχή του. Αρνήθηκε όμως, παρά τα βασανιστήρια που υπέστη στην ανάκριση, να υποδείξει έστω και έναν από τους συνενόχους του και πέθανε έτσι από εσωτερική αιμορραγία στα κρατητήρια της ΓΑΔΑ, λίγο πριν οδηγηθεί στον εισαγγελέα για να πάρει 48ωρη προθεσμία για να απολογηθεί.   

Σαρώνοντας όλους τους δρόμους της Αθήνας, έχοντας εγκαταστήσει σε ολόκληρη την Ελλάδα πλήρες δίκτυο συνενόχων χάρη στους πολυάριθμους ιδιοκτήτες καφέ-μπαρ και ξενοδοχείων ημιδιαμονής, οι Δομινικανοί ήταν στην πραγματικότητα οι κύριοι των Αθηνών. Η Αθήνα έμοιαζε με πόλη πολιορκούμενη από εγκληματίες. Οι κάτοικοι είχαν βάλει σιδερένια κάγκελα στα παράθυρα, κλειδαριές ασφαλείας στις πόρτες, συναγερμούς στα σπίτια, τα αμάξια και τα μαγαζιά τους για να παρεμποδίζουν, ή έστω να δυσχεραίνουν, την αρπαγή της περιουσίας τους από οποιονδήποτε φορέα δεν είναι κρατικός.                               

Όλοι πλέον μιλούσαν για τον Λουδοβίκο Ντομινίκ. Όλοι πίστευαν ότι τον έβλεπαν παντού. Στην αστυνομία διαβεβαίωναν την παρουσία του ταυτοχρόνως σε πολλά σημεία της πόλης. Ήταν γνωστό, τόσο από μαρτυρίες όσο και από βιντεοληπτικό υλικό, ότι ο Λουδοβίκος Ντομινίκ έφερε κολάν χρώματος κανέλας και ερυθρά μανίκια ασορτί με την μπέρτα του. Η εφαρμοστή του μπλούζα, με σήμα το αρχικό ταφ της λέξης «τρισμέγιστος», ήταν στο χρώμα του κολάν του. Πρέπει να λεχτεί ότι η αφοσίωση των ανδρών του ήταν αρκετή για να εξηγήσει τις απάτες αυτές, καθώς δημιουργούσαν τις ψευδείς αυτές εντυπώσεις ως σωσίες του, φορώντας την ίδια στολή και περιφερόμενοι σε διάφορα σημεία της πόλης. 

Η αστυνομία συνέλαβε λάθος άτομα παραπάνω από 100 φορές, 31 από τις οποίες βιάστηκε να κάνει ανακοινώσεις για τη μεγάλη της επιτυχία, ενώ η διάψευση ερχόταν μερικές ώρες μετά, καταβαραθρώνοντας το γόητρο και το ηθικό της. Αφού εξαπατήθηκε τόσες φορές και γελοιοποιήθηκε στην κοινή γνώμη, εφαρμόστηκε η σιωπηρή απόφαση που όριζε ότι δεν θα γινόταν καμιά σύλληψη σχετικά με τον Λουδοβίκο Ντομινίκ.

Ο ζήλος της είχε άλλωστε ψυχρανθεί σε απίστευτο βαθμό από τα φοβερά κατορθώματα της συμμορίας. Σε όλες τις συμπλοκές, και ήταν πολλές, κατά τις οποίες οι αστυνομικοί είχαν συγκρουστεί με τους Ντομινικανούς, οι τελευταίοι είχαν νικήσει και είχαν αμείλικτα φονέψει πολλούς από τους αντιπάλους τους.

Κάποιος αστυνομικός με το όνομα Χωρόν, πολύ θαρραλέος και με εξαιρετικό κύρος και γόητρο, καυχήθηκε ότι θα συλλάβει τον Ντομινίκ και την επόμενη μέρα βρέθηκε νεκρός. Επί του πτώματός του είχε καρφωθεί μια πινακίδα, η οποία σε ένα δίστιχο διακήρυττε ότι με αυτόν τον τρόπο θα τιμωρείται κάθε επίδοξος μιμητής του Χωρόν.

Ο κόσμος πια είχε βεβαιωθεί πως έχει υπερδυνάμεις. Υπήρξε μάλιστα και μια διαφωνία των ειδικών επί των ζητημάτων της νερντ κουλτούρας, σε σχέση με το αν ο Λουδοβίκος Ντομινίκ είναι ένας αντι-υπερήρωας ή ένας υπερ-αντιήρωας. Κάπου το 2015, είχε συλληφθεί επ’ αυτοφώρω, ενώ προσπάθησε να κλέψει το υπηρεσιακό πιστόλι ενός αστυνομικού μέσα από τη θήκη του. Αμέσως κινητοποιήθηκε όλη  η αστυνομική δύναμη της περιοχής και τον ακινητοποίησε. Κατά την ανάκριση, είχε φανεί απίστευτα αυθάδης και σε έναν παροξυσμό του έσκισε την κατάθεσή του όταν του τη δώσανε να την υπογράψει, λέγοντας ότι όλα αυτά δεν έχουν σημασία. Και είχε δίκιο, αφού πράγματι την επόμενη μέρα μυστηριωδώς είχε εξαφανιστεί από τα αφιλόξενα κρατητήρια του 12ου ορόφου της ΓΑΔΑ.       

   (Η συνέχεια το επόμενο Σάββατο…)