Τα απομνημονεύματα του διάσημου αστυνομικού φον Κολοκοτρώνη ΙΙ

Δεύτερο επεισόδιο |1η Ιουνίου 1889 | Ένα μυστηριώδες έγκλημα B’

Η αυτοψία για τη Χρυσάνθη | Η πρόχειρη ανάκριση | Η Μαργαρώ αρνείται να ομολογήσει την αλήθεια | Μια συνεννόηση αρκετά ενοχοποιητική | Τι καταγγέλλει ο παντοπώλης Β. Αναστασόπουλος | Η εξαφάνιση ενός μπακαλόγατου |Ο Σπύρος Γιούρος και η Μαργαρώ | Η αναγνώριση του πτώματος  

Μετά από πέντε λεπτά της ώρας, ο μεσίτης επέστρεψε, για να αναγγείλλει στον αστυνόμο φον Κολοκοτρώνη ότι η υπηρέτρια ήταν στην πόρτα, αλλά –πρόσθεσε συνάμα– η κυρία της, για να τον διευκολύνει στο έργο του, τον παρακαλούσε, εάν ήθελε, να περάσει επάνω στο σπίτι της, για να διεξάγει τις ανακρίσεις με όλη την άνεσή του.  

Δέχτηκε την πρόταση και, αφού έβαλε τους δύο φρουρούς στη σπασμένη πόρτα του υπογείου, συστήνοντάς τους να μην επιτρέψουν σε κανέναν απολύτως την είσοδο, ανέβηκε στο δεύτερο πάτωμα, ακολουθούμενος πάντοτε από τον μεσίτη.

Σιγά-σιγά, έβρισκε ότι το ενδιαφέρον τούτου του ανθρώπου ήταν πολύ μεγαλύτερο από όσο έπρεπε να είναι. Συνάμα όμως, πίστευε ότι και οι υπηρεσίες που του είχε προσφέρει, ή εκείνες που θα μπορούσε ίσως ακόμα να του προσφέρει στο έγκλημα εκείνο το οποίο κάλυπτε ο σκοτεινότερος πέπλος μυστηρίου, του ήταν πολύτιμες και απαραίτητες.

Όταν ανέβηκε στο πάνω πάτωμα, βρέθηκε ενώπιον μιας σεβαστής δεσποινίδος, μελανειμονούσας, ηλικίας εξήντα εννιά περίπου ετών, η οποία ήταν χήρα πρώην δικαστικού και εφέτη της πρωτεύουσας. Την ευχαρίστησε για την προσφορά της και δέχτηκε να καθίσει σε ένα μικρό δωμάτιο, μπροστά σε ένα στρογγυλό τραπέζι, το οποίο είχε προχείρως διασκευαστεί σε γραφείο και επί του οποίου έκαιγαν δύο λάμπες οινοπνεύματος.

Μια υπηρέτρια τοποθετούσε ακόμα επί του τραπεζιού λίγα φύλλα χαρτιά και ένα μελανοδοχείο. Τα μάτια του φον έπεσαν αμέσως πάνω σε εκείνη τη νέα. Δεν ήταν καθόλου ωραία και το καταβεβλημένο πρόσωπό της έδειχνε ότι η ηλικία της δεν ήταν τόσο μικρή όσο τον έκαναν να πιστεύει. Ήταν σφιχτοδεμένη μέσα στα φορέματά της και η φούστα της κατέβαινε μέχρι τις φτέρνες, χωρίς να φαίνεται ούτε καν ο αστράγαλός της.

Μόλις ο φον Κολοκοτρώνης εισήλθε, έριξε μια βιαστική κοφτή ματιά πάνω του και αμέσως κατέβασε τα βλέμματά της, φοβισμένη, ταραγμένη, κίτρινη… Το πράγμα αυτό του έκανε αμέσως μεγάλη εντύπωση και χωρίς να χάσει καιρό της είπε:

«Εσύ λοιπόν είσαι η Μαργαρώ;»

Εκείνη δεν απάντησε, αλλά η κυρία της, επεμβαίνουσα με ένα χαμόγελο, έσπευσε να τον διαφωτίσει:  

«Όχι, αυτή είναι η Χρυσάνθη. Είναι η μεγάλη μου υπηρέτρια. Η Μαργαρώ είναι η μικρή. Έρχεται τώρα».

Και αμέσως άρχισε να τη φωνάζει:

«Μαργαρώ! Μαργαρώ! Έλα λοιπόν γρήγορα!»

Η Μαργαρώ

Πέρασαν λίγα λεπτά αναμονής. Κατά το διάστημα αυτό, είχε την ευκαιρία να κοιτάξει καλύτερα τη Χρυσάνθη πριν ακόμη εξέλθει από το δωμάτιο. Βιαστικά-βιαστικά, διευθέτησε ακόμα μερικά πράγματα, έριξε μια δυο λοξές ματιές, χωρίς να τολμήσει να τον κοιτάξει κατά πρόσωπο και εξαφανίστηκε.

«Περίεργο», έλεγε από μέσα του, «αυτό το πρόσωπο, αυτά τα φερσίματα…»

Ξαφνικά, ακούστηκαν τα βήματα της Μαργαρώς. Αλλά η μικρή υπηρέτρια δεν εισήλθε αμέσως στο δωμάτιο. Είχε διασταυρωθεί έξω από την πόρτα με τη Χρυσάνθη και αντάλλασσε μαζί της μερικά λόγια, που έφταναν ως τα αυτιά του φον Κολοκοτρώνη σαν ψίθυροι αδιόρατοι. Κάποια υπόδειξη; Κάποια απειλή;

Δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Πήδηξε από την έδρα στην οποία είχε καθίσει και συνέλαβε τις δυο υπηρέτριες κάτι να ψιθυρίζουν και να συνεννοούνται με νεύματα. Το πράγμα τού φάνηκε πολύ ύποπτο, μολονότι από τις ανακρίσεις της ημέρας, όπως θα φανεί πιο κάτω, δεν προέκυψε κάτι που να δικαιολογεί την υποψία του.

«Έλα μέσα», είπε στη μικρή με ύφος απότομο.

Εκείνη δεν περίμενε να τη διατάξει, διότι ήδη, με δυο πηδήματα ελαφρα και ορμητικά, πέρασε σαν άνεμος στο δωμάτιο, ανάμεσα από το σώμα του και τον παραστάτη της πόρτας. Στάθηκε μπροστά στο τραπέζι, όρθια, δίπλα στον ασκεπή μεσίτη, και ενώ ο φον Κολοκοτρώνης καθόταν, εκείνη χαμογελούσε προκλητικά, έστρεφε τα βλέμματά της προς όλα τα αντικείμενα γύρω και προς όλα τα πρόσωπα.

«Πρόσεξε καλά!» της είπε με βροντώδη φωνή, για να τη φέρει στην πραγματικότητα, να της αποκαλύψει τη σοβαρότητα της κατάστασης και να την πτοήσει όσο μπορούσε.

«Προσέχω», του απάντησε εκείνη με την ίδια δόση θρασύτητας.

«Πρόσεξε να μην μου πεις ψέματα σε ό,τι σε ρωτήσω, γιατί είσαι χαμένη! Η τιμωρία σου θα είναι πολύ βαριά.»

«Γιατί;»

«Γιατί θα πας φυλακή!»

«Και πώς; Έτσι θα πάω φυλακή;»

«Μα γι’ αυτό σου λέω να προσέχεις!»

«Λέτε! Τι θέλετε;»

«Ποιος είναι αυτός που είναι κάτω σκοτωμένος;»

«Και πού ξέρω εγώ ποιος είναι αυτός; Μην λάχει και τον είδα;»

«Δεν είναι ανάγκη να τον δεις. Εσύ τον ξέρεις.»

«Εγώ… τον ξέρω…» τραύλισε εκείνη με φόβο, ενώ απότομα ένας λυγμός έσεισε το στήθος της και κρούνοι δακρύων ανέβλυσαν από τα γαλανά μάτια της. 

Και ανάμεσα στα δάκρυα και τους λυγμούς, μασώντας τις λέξεις της, με ένα χαϊδευτικό και φρικώδη τρόπο πρόσθεσε:

«Και πώς ξέρετε, λέει, εσείς ότι πως τον ξέρω εγώ, και μου λέτε έτσι άγρια πως, λέει, εγώ τον ξέρω; Έτσι θαρρείτε εσείς πως εγώ σας λέω ψέματα, ακόμα δεν αρχίσατε, λέει, να μου μιλάτε;»   

«Καλά. Παίρνω το λόγο μου πίσω. Δεν τον ξέρεις.»

«Δεν τον ξέρω, βέβαια!»

«Έστω!»

«Αυτή είναι η αλήθεια! Πρώτη φορά απόψε που μάθαμε, λέει, πως στο υπόγειο είναι ένας σκοτωμένος!»

«Έστω! Σου είπα! Το παραδέχομαι, αλλά θα μου πεις ένα πράγμα.»

«Τι πράγμα;»

«Με ποιον νέο είχες σχέσεις;»

«Με κανέναν!»

«Με κανέναν; Απολύτως κανέναν;»

«Κανέναν!» επανέλαβε η Μαργαρώ, τρέμοντας.

Και ξαφνικά, ενώ εκείνος σιώπησε επίτηδες, η Μαργαρώ, ξεσπώντας σε νέο κύμα δακρύων και λυγμών, του είπε, κουρελιάζοντας τα λόγια μέσα στα δόντια της:

«Μα εσείς ήρθατε εδώ πέρα μόνο για να με ντροπιάσετε. Γιατί μου τα λέτε τώρα αυτά τα λόγια; Πού ξέρετε, λέει, εσείς πως εγώ έβλεπα κανένα παλικάρι ή πως μίλαγα, λέει, σε κανένα παλικάρι;»

«Κι όμως το ξέρω!» απάντησε αποφασιστικά και με επιμονή αδιάσειστη.

Η Μαργαρώ τον κοίταξε κατάπληκτη, σαν να ήθελε να διαβάσει την αλήθεια των λόγων του μέσα στο πρόσωπό του και ωχρίασε.

«Το ξέρω, λέει!» επανέλαβε στον ίδιο τόνο, τονίζοντας ιδιαιτέρως κάθε συλλαβή του. «Τόσο καλά, όσο με βλέπεις και σε βλέπω!»

Εκείνη δεν κατόρθωσε να συγκρατηθεί.

«Τι ξέρετε; Να! Κάτι σαχλοκουβέντες…»

«Μάλιστα! Αυτές τις σαχλοκουβέντες», επανέλαβε ο φον Κολοκοτρώνης επίμονα, στηρίζοντας το διαπεραστικότερο βλέμμα του στο σαστισμένο πρόσωπο της υπηρέτριας. «Με ποιον όμως;»

«Με κανέναν!»

«Πώς με κανέναν; Δεν κουβεντιάζει κανείς με κανέναν! Εκτός κι αν είσαι τρελή, και τρελή δεν είσαι!»

«Δεν είμαι βέβαια!»

«Α, τότε! Με ποιον κουβέντιαζες;»

«Με όλο τον κόσμο… Σαν σε πειράζουν στο δρόμο, δεν θ’ απαντήσεις;»

«Για να δούμε! Ποιοι σε πειράζανε;»

«Πολλοί! Μα μήπως και θυμάμαι; Δεν έδωσα ποτέ μου προσοχή σε κανέναν…»

«Σε κανέναν;»

«Όχι!»

«Και εκείνο το παλικάρι που σε είδε μια μέρα ο γείτονας απ’ εδώ;»

Η Μαργαρώ έστρεψε τα βλέμματά της προς τον Δημητρίου και σαστισμένη πρόφερε:

«Ίσως καμιά φορά πέρυσι, που ήταν εδώ ο ξάδελφός μου ο Γιαννάκος ο Ανδριώτης, ένας ξερακιανός με το μουστακάκι το μαύρο…»

«Όχι! Ένας παχουλός, νόστιμος, χωρίς μουστάκι…»

«Λάθος! Λάθος! Δεν ξέρω κανέναν τέτοιον!» αντέτεινε με πείσμα η Μαργαρώ, ενώ το πρόσωπό της από κίτρινο που ήταν έγινε κατακόκκινο.

Μια εξαφάνιση

Τη στιγμή εκείνη, ο ένας εκ των χωροφυλάκων, εγκαταλείποντας τη θέση που του είχε ορίσει ο Κολοκοτρώνης, πήγε τροχάδην να τον ειδοποιήσει ότι κάποιος άνθρωπος περίμενε κάτω, για να του ανακοινώσει μια εμπιστευτική πληροφορία σπουδαιότατη.

Διέκοψε αμέσως την ανάκριση και διέταξε τον χωροφύλακα να καθίσει στη θέση του μέχρι να επιστρέψει, χωρίς να αφήσει την υπηρέτρια να επικοινωνήσει με κανέναν ή να βγει από το δωμάτιο εκείνο.

Όταν κατέβηκε στη είσοδο, βρέθηκε ενώπιον ενός χονδροειδούς τύπου, με πλατιά μουστάκια, ο οποίος, με τα ανασκουμπωμένα μανίκια του χονδρού πουκαμίσου του και με τη λαδωμένη ποδιά που ήταν ζωσμένος, φάνηκε στον φον σαν μπακάλης.

Πράγματι, ήταν ο παντοπώλης της γειτονιάς Βασίλειος Αναστασόπουλος, ο οποίος, μόλις έμαθε τις λεπτομέρειες για το ανακαλυφθέν έγκλημα της οδού Μπουμπουλίνας, περίμενε να φύγει η πελατεία από το μαγαζί του, για να ανακοινώσει την πληροφορία του. Και η πληροφορία του ήταν πράγματι σπουδαιότατη.

«Έχω ένα καλό παραγιό στο μαγαζί μου», είπε, «που μια βδομάδα τώρα έχει γίνει άφαντος».

«Για ποιο λόγο;»

«Χωρίς λόγο, χωρίς αιτία!»

«Μήπως τον μάλωσες;»

«Όχι, ποτέ μου! Ήταν το δεξί μου χέρι και μου έκανε πολύ κόπο να με παρατήσει στη μέση. Γι’ αυτό και δεν τον μάλωνα καθόλου!»

«Τι ηλικία είχε;»

«Είκοσι δύο χρονών.»

«Χοντρός; Αδύνατος; Όμορφος;»

«Παχουλός! Δυνατός! Όλο δροσιά…»

Η αποκάλυψη αυτή έβαζε τον φον Κολοκοτρώνη στα ίχνη του μυστηρίου.

«Αν τον δεις, μπορείς να τον γνωρίσεις;»

«Βέβαια!»

«Μα είναι σε κακά χάλια!»

«Όπως να είναι, θα τον γνωρίσω. Ένα χρόνο δούλεψε μαζί μου. Φόραγε γκρίζα ρούχα, μποτίνια δικά μου, ένα πουκάμισο κίτρινο δικό μου.»

«Ε, αφού όλα ήταν δικά σου, θα τα γνωρίσεις βέβαια. Έλα μαζί μου!»

Τον πήρε μέσα στο υπόγειο και σε πέντε λεπτά είχε αναγνωρίσει το πτώμα του υπηρέτη του.

«Πώς τον έλεγαν;»

«Σπύρο! Σπύρο Γιούρο! Ήταν από κάποιο χωριό της Λάρισας.»   

Την επόμενη Τετάρτη στο red n’ noir:

Η Μαργαρώ σε αντιπαράσταση με τον παντοπώλη | Πώς περιπλέκεται η υπόθεση | Ποιος ήταν ο πραγματικός ένοχος | Όπου η Χρυσάνθη έχει παλιές σχέσεις με έναν Πειραιώτη | Το αντικλείδι του Μαλακατέ | Οι δυο υπηρέτριες βοηθιούνται | Στα ίχνη του δολοφόνου | Μια τριήμερη αγωνία