Τα απομνημονεύματα του διάσημου αστυνομικού φον Κολοκοτρώνη X

Δέκατο επεισόδιο | Το φράκο του Βάρβογλη και το κοστούμι του Ιωάννου | Ο αριστοτέχνης λωποδύτης και ο καλλιτέχνης ράπτης | Η αρπαγή

Όταν μπήκε στο εμποροραφείο του Πρίντεζη, στο κεντρικότερο σημείο των Χαυτείων, οι υπάλληλοι μόλις άναβαν τα φώτα, ετοιμαζόμενοι να δεχτούν τους καλύτερους πελάτες του φημισμένου εκείνου καταστήματος, οι οποίοι, επιστρέφοντες από τα γραφεία τους, έβρισκαν την ευκαιρία να κάνουν και τις παραγγελιές τους στον εκλεκτό καλλιτέχνη με το ψαλίδι της τελευταίας πάντοτε μόδας.

Η πελατεία ήταν ακόμα αραιά εκείνη τη στιγμή και ο εμποροράφτης ανέλαβε να περιποιηθεί μόνος του τον κομψό αλλά άγνωστό του πελάτη, ο οποίος για πρώτη φορά ερχόταν στο κατάστημά του.

«Εννοώ να σας περιποιηθώ μόνος μου!» του είπε με τόνο φιλικό.

«Μα γιατί να παίρνεται αυτό τον κόπο;»

«Τι λέτε! Είναι ευχαρίστηση για μενα! Μου αρέσετε και πρέπει να σας ντύσω με το μεγαλύτερο γούστο και σικ!»

Ο Ντοτόρος δεν αντέτεινε περισσότερο και ο ράπτης άρχισε να του επιδεικνύει μια ατελείωτη ποικιλία υφασμάτων αγγλικών, από τα στερεότερα και τα πλέον μοντέρνα.

«Κόψετέ μου μια φορεσιά από αυτό», είπε ο λωποδύτης με αδιαφορία και αφέλεια, τα δυο αυτά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των εκ γενετής αρχοντομαθημένων και πλουσίων ανθρώπων.

Ο ράπτης έκοψε το ύφασμα και του πήρε τα μέτρα.

Τη στιγμή όμως εκείνη, τα βλέμματα του Ντοτόρου, περιπλανώμενα από γωνία σε γωνία, έπεσαν σε μερικά κοστούμια, τα οποία ήταν κρεμασμένα σε μια ψηλή ραβδωτή κρεμάστρα, και ιδίως σε ένα απαστράπτον φράκο, το οποίο κατείχε την πρώτη θέση μεταξύ αυτών.

«Μπορώ να δοκιμάσω αυτό το φράκο;» ρώτησε.

«Πολύ ευχαρίστως!»

Εν ριπή οφθαλμού, το φράκο είχε περιβάλει το σώμα του κατά τον πλέον θαυμαστό και τέλειο τρόπο.

«Ούτε παραγγελία να το είχατε!» ψιθύρισε ο ράπτης.

«Είδατε;» είπε ο λωποδύτης.

Και μετά από μικρή σιωπή πρόσθεσε:

«Είναι παραγγελία;»

«Μάλιστα».

«Τίνος είναι;»

«Είναι του κυρίου Βάρβογλη. Είναι υποψήφιος υπουργός Δικαιοσύνης και για αυτόν ακριβώς το σκοπό το παρήγγειλε».

«Μπα! Και γιατί δεν το πήρε;»

«Σήμερα μόλις τελείωσε».

«Α! Έτσι;»

«Μάλιστα! Και θα του το στείλω αύριο».

«Αύριο;»

Ο Ντοτόρος στύλωσε τα βλέμματά του επί του παρισινού τεχνίτη και ξέσπασε σε ένα γέλιο αυθόρμητο.

«Και τι με ενδιαφέρει εμένα πότε θα το παραδώσετε το φράκο! Γιατί μου το λέτε! Γιατί σας ρωτάω!»

«Ε, χρειάζεται και λίγη κουβέντα.»

Ένα άλλο κοστούμι πρόβαλε τώρα στη ραβδωτή κρεμάστρα. Θαυμάσιο κοστούμι, χρώματος μπλε μαρέν. Ο Ντοτόρος προσποιήθηκε ότι δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την περιέργειά του και, παρότι είχε κάνει την προηγούμενη παρατήρηση, την ώρα που έβγαζε το φράκο, είπε στον ράπτη:

«Μπορώ να προβάρω κι εκείνο το κοστούμι;»

«Ευχαρίστως! Είναι και αυτό παραγγελία. Είναι του κυρίου Ιωάννου».

Ο Ντοτόρος πρόβαρε και το άλλο κοστούμι, με το οποίο και αυτός και ο τεχνίτης έμειναν κατενθουσιασμένοι. Του πήγαινε καλούπι στο σώμα του.

«Α! Ομολογουμένως, ράβετε θαυμάσια!» είπε ο λωποδύτης. «Είστε άξιος συγχαρητηρίων!» Και έβγαλε το ξένο κοστούμι, για να φορέσει τα ρούχα του.

«Με κολακεύετε», είπε ο ράφτης.

«Είναι η αλήθεια!»

«Σας βεβαιώ ότι θα μείνετε πολύ ευχαριστημένος!»

«Δεν αμφιβάλλω γι’ αυτό.»

«Μείνετε ήσυχος!»

«Και τώρα, τι σας οφείλω;»

«Είκοσι πέντε δραχμές μόνο, ως προκαταβολή.»

Ο Ντοτόρος άνοιξε το χαρτοφυλάκιό του και του μέτρησε πενήντα δραχμές.

«Ω, μα είναι πολλά!» είπε ο ράπτης.

«Τι σημασία έχει;» απάντησε ο λωποδύτης με ύφος προσποιητής μετριοφροσύνης. «Θα το πληρώσω που θα το πληρώσω!»

Μετά από λίγες ακόμα τυπικές κουβέντες, ο Ντοτόρος εξαφανίσθηκε, αλλά τα μεσάνυχτα, την ώρα που τα Χαυτεία ήταν πενταέρημα και μια ψιλή βροχή ανάγκαζε τους καθυστερημένους να επιστρέψουν με τα μόνιππά τους στο σπίτι, επανήλθε στον Πρίντεζη και με μια και μόνη κίνηση της θαυματουργού σιδηράς του ράβδου έσπασε την κλειδαριά, μπήκε μέσα και, χωρίς καθόλου να ενοχληθεί, πήρε το φράκο του Βάρβογλη και το κοστούμι του Ιωάννου και επανήλθε με δυο πηδήματα στο διαμέρισμα της οδού Θεμιστοκλέους.     

Την επόμενη Τετάρτη στο red n’ noir: 

Τα ασπρόρουχα της Ρουμάνας και τα μυρωδικά του Όφμαν | Τα λούσα της ερωμένης | Η «Αγία Σοφία» του Βουγά και η αναπόδραστη σύλληψη