Καλλιτεχνική δημιουργία, λογοκρισία και ελευθερία στην ΕΣΣΔ και τις ΗΠΑ

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Γεβγκένι Ζαμιάτιν και Ντάσιελ Χάμετ

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ – Γεβγκένι Ζαμιάτιν: Επιστολές στον Στάλιν (εκδόσεις Άγρα)

Στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Ο Οίκος των Τεχνών» (1921), ο Γεβγκένι Ζαμιάτιν δημοσίευε ένα άρθρο με τίτλο «Φοβάμαι». Στο κείμενό του, ο συγγραφέας του «Εμείς» έκανε σφοδρή κριτική στην τσαρική κληρονομιά της λογοκρισίας της καλλιτεχνικής δημιουργίας που συνεχιζόταν από τους νέους «γραφειοκράτες της λογοτεχνίας», οι οποίοι «σπρώχνοντας και κλοτσώντας ο ένας τον άλλον, κάνουν αγώνα δρόμου για το μεγάλο βραβείο: το μονοπωλιακό δικαίωμα να συνθέτουν ύμνους, το μονοπωλιακό δικαίωμα να πετάνε ιπποτικά λάσπη στη διανόηση». Ο Ζαμιάτιν δεν ήταν κάποιος τυχαίος λογοτέχνης. Μέλος του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος και των Μπολσεβίκων, διώχθηκε σκληρά από το τσαρικό καθεστώς και υποστήριξε την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ωστόσο, αντιτάχθηκε στις εξουσιαστικές στρεβλώσεις της επανάστασης και έπεσε σε δυσμένεια όταν δημοσίευσε στο εξωτερικό το δυστοπικό αριστούργημα «Εμείς».

Παρά τη μεγάλη έκρηξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου ρόδινα. Στις επιστολές τους στον Στάλιν, τόσο ο Ζαμιάτιν όσο και ο Μπουλγκάκοφ  περιγράφουν τη λογοκριτική μανία της νέας γραφειοκρατίας και το ασφυκτικό περιβάλλον που δημιουργούσε. Η καλλιτεχνική δημιουργία πνιγόταν από μια δογματική και μηχανιστική αντίληψη για την τέχνη. Όπως γράφει ο Μπουλγκάκοφ στην τέταρτη επιστολή του προς τον Στάλιν, στις 30 Μαΐου του 1931, εξηγώντας την ψυχολογική κατάρρευση και την εξάντληση  που του προκάλεσε η λογοκριτική ασφυξία, «η αίτια της αρρώστιας μου είναι σαφής. Στο ευρύ πεδίο της ρωσικής γραμματείας στην ΕΣΣΔ ήμουν ο ένας και μοναδικός λογοτεχνικός λύκος. Με συμβούλευαν να κρύψω την προβιά μου. Παράξενη συμβουλή. Είτε βαμμένος είτε ξυρισμένος ο λύκος, με τίποτα δεν μοιάζει με κανίς. Ως λύκο με αντιμετώπισαν. Και για κάμποσα χρόνια, βάσει των κανόνων της λογοτεχνικής εκγύμνασης, μέσα σε μια μαντρωμένη αυλή (. . .) Έχω αποκτήσει την ψυχολογία του φυλακισμένου. Πώς να υμνήσω την χώρα μου –την ΕΣΣΔ;».

Η τύχη των δυο συγγραφέων ήταν διαφορετική. Ο Ζαμιάτιν, αφού παραιτήθηκε από τη Ρωσική Ένωση Προλεταρίων Συγγραφέων το 1929, κατάφερε με τη μεσολάβηση του Μαξίμ Γκόρκι να πάρει από τον Στάλιν την πολυπόθητη άδεια εξόδου από τη χώρα και να εγκατασταθεί στη Γαλλία το 1931. Πέθανε πάμφτωχος, έξι χρόνια αργότερα. Ο Μπουλγκάκοφ, αντίθετα, δεν κατάφερε να πάρει την άδεια εξόδου, παρότι δέχθηκε προσωπικό τηλεφώνημα από τον ίδιο τον Στάλιν, ο οποίος του υποσχέθηκε πως θα του βρει δουλειά. Πράγματι, μετά το τηλεφώνημα του Στάλιν, ο Μπουλγκάκοφ διορίστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, αλλά η άδεια για να ταξιδέψει έξω από την ΕΣΣΔ δεν του δόθηκε ποτέ. Μετά την επιδείνωση της υγείας του, ο Μπουλγκάκοφ πέθανε στις 10 Μαρτίου του 1940 στη Μόσχα.

Αν κάτι δείχνει το παράδειγμα των δυο συγγραφέων, είναι πως η μεγάλη ιστορική απόπειρα για μια κομμουνιστική κοινωνία (δηλαδή για μια κοινωνία χωρίς κράτος, ιδιωτική ιδιοκτησία και εξουσία διαχωρισμένη από την κοινωνία) είναι ένας μακρύς δρόμος γεμάτος στρεβλώσεις, πισωγυρίσματα και αυταρχικές εκτροπές. Αν κάτι πρέπει να διδαχθούμε, είναι πως οι νέες απόπειρες για την έφοδο στον ουρανό οφείλουν να αποφύγουν τα ίδια μονοπάτια που οδηγούν σε γραφειοκρατικό εκφυλισμό και να ανοίξουμε νέους δρόμους περπατώντας. Η ελευθερία του λόγου και η καλλιτεχνική δημιουργία δεν πρέπει να θυσιαστούν. Αντίθετα, πρέπει να είναι η «ενοχλητική αλογόμυγα» που θα ασκεί κριτική σε όσους στρογγυλοκάθισαν σε νέους ή παλιούς θρόνους  και δε θα αφήνει σε ησυχία τη νωχελική γραφειοκρατία.  Ή, όπως έγραφε ο Ζαμιάτιν, «η αληθινή λογοτεχνία δεν γίνεται από διεκπεραιωτικούς και έμπιστους υπαλλήλους. Η αληθινή λογοτεχνία υπάρχει μόνο εκεί που τη δημιουργούν τρελοί, ερημίτες, ονειροπόλοι, επαναστάτες και αμφισβητίες. Κι αν ο λογοτέχνης πρέπει να είναι λογικός, ορθόδοξος σε όλα, χρήσιμος στο σήμερα, αν δεν μπορεί να πειράξει τους πάντες σαν τον Σουίφτ, αν δεν μπορεί να χαμογελάσει κοροϊδευτικά σε όλους όπως ο Ανατόλ Φρανς, τότε δεν υπάρχει λογοτεχνία από μπρούτζο παρά υπάρχει λογοτεχνία από χαρτί, λογοτεχνία εφημερίδας, λογοτεχνία που σήμερα διαβάζουν και αύριο τη χρησιμοποιούν για να πακετάρουν την πλάκα το σαπούνι».

Dashiell Hammett: Στο εδώλιο. Καταθέσεις στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Υποθέσεων (εκδόσεις Άγρα)

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας, οι ΗΠΑ ανέλαβαν την πρωτοκαθεδρία του καπιταλιστικού «Ελεύθερου Κόσμου». Νέος μισητός εχθρός ήταν πλέον η ΕΣΣΔ και το λεγόμενο «Σιδηρούν Παραπέτασμα». Παρά την αμερικάνικη μυθολογία πως το κράτος των ΗΠΑ υπερασπιζόταν την ελευθερία και τη δημοκρατία έναντι του «ολοκληρωτισμού», η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Στις επόμενες δεκαετίες, οι ΗΠΑ επέβαλλαν δεκάδες δικτατορικά καθεστώτα, ενώ οργάνωσαν εκατοντάδες φανερές και μυστικές επιχειρήσεις, με αιχμή του δόρατος τη CIA. Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, χτιζόταν ένα σκληρό αστυνομικό κράτος, με σκοπό την ανάσχεση του «κομμουνιστικού κινδύνου». Στο πλαίσιο αυτό, η καλλιτεχνική ελευθερία και δημιουργία δέχθηκαν σφοδρή επίθεση. Ο Ντάσιελ Χάμετ ήταν ένας από του συγγραφείς που δέχθηκαν διώξεις, εξαιτίας της συμμετοχής τους σε κινήματα αμφισβήτησης της κυβερνητικής πολιτικής των ΗΠΑ. Η στάση του συγγραφέα απέναντι στον δικαστή Σιλβέστερ Ράιαν, τον Ιούλιο του 1951, αποτελεί ένα δείγμα αξιοπρέπειας, καθώς η επίμονη άρνηση του συγγραφέα να καταδώσει τους συντρόφους του τον οδήγησε για έξι μήνες στη φυλακή, για «ασέβεια» απέναντι στο δικαστήριο. Η ίδια αξιοπρέπεια επαναλαμβάνεται και στις δυο επόμενες καταθέσεις στη Μόνιμη Υποεπιτροπή Ερευνών της Επιτροπής Κυβερνητικού Ελέγχου της Γερουσίας, τον Μάρτιο του 1953.

Ο Ντάσιελ Χάμετ παράτησε από νωρίς το σχολείο, για να μπορέσει να επιβιώσει μέσα στον εφιάλτη του «αμερικάνικου ονείρου» κάνοντας διάφορες δουλειές του ποδαριού. Το 1915, σε ηλικία μόλις 21 ετών, θα εργαστεί για το πρακτορείο ντετέκτιβ Πίνκερτον, που έμεινε γνωστό (και μισητό) για τη συμβολή του στην καταστολή του εργατικού κινήματος στις ΗΠΑ. Ο ίδιος ο Χάμετ διηγήθηκε στη συντρόφισσά του και θεατρική συγγραφέα Λίλιαν Χέλμαν πως το 1917 το πρακτορείο Πίνκερτον του ανέθεσε να δολοφονήσει τον  Φρανκ Λιτλ, ηγέτη των «Γουόμπλις» (Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου –IWW). Παραιτείται οριστικά από τους Πίνκερτον το 1921 και ξεκινά τη συγγραφική του δραστηριότητα, που θα τον αναδείξει ως αναμορφωτή της αμερικάνικης αστυνομικής και νουάρ λογοτεχνίας. Χωρίς να τον ενδιαφέρει να ρισκάρει την τεράστια επιτυχία του, ο Χάμετ θα προσχωρήσει στη διωκόμενη αμερικάνικη αριστερά, και το 1937 θα γίνει μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Θα πάρει μέρος σε αγώνες ενάντια στον φρανικισμό, τον φασισμό και τον αντισημιτισμό, ενώ ταυτόχρονα θα σταθεί στο πλευρό του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων.

Το 1946 ο Χάμετ θα γίνει πρόεδρος της Επιτροπής Πολιτικών Δικαιωμάτων (Civil Rights Congress), η οποία έχει σαν σκοπό την ανάδειξη ζητημάτων ρατσισμού και φυλετικής ανισότητας στις ΗΠΑ. Με απόφαση του Τρούμαν, η οργάνωση θα διωχθεί εξαιτίας της συμμετοχής κομμουνιστών και το 1956 θα αναστείλει τη δράση της. Στο πλαίσιο τη δράσης της CRC, ο Χάμετ θα σταθεί αλληλέγγυος το 1949 σε δεκατέσσερα μέλη της Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Ενώσεων (ΟΕΝΕ), που είχαν συλληφθεί στις ΗΠΑ και κρατούνταν στο Έλις Άιλαντ ως μέλη του ΚΚΕ, μετά από αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης. Το 1951 ο Χάμετ θα οδηγηθεί στο δικαστήριο, όταν φυγοδίκησαν τέσσερα στελέχη του ΚΚ των ΗΠΑ που είχαν απελευθερωθεί προσωρινά με εγγύηση της CRC. Η επίμονη άρνηση του Χάμετ να καταδώσει τους συντρόφους του θα τον οδηγήσει στη φυλακή, ενώ το καλλιτεχνικό του έργο του θα γίνει αντικείμενο μίσους της αντικομμουνιστικής σταυροφορίας. Ο ίδιος έλεγε: «Κι αν ήταν περισσότερο από τη φυλακή, αν ήταν η ίδια μου η ζωή, θα την έδινα γι’ αυτό που πιστεύω πως είναι δημοκρατία και δεν θα άφηνα τους μπάτσους ή τους δικαστές να μου πουν τι να πιστεύω πως είναι δημοκρατία».

Το 1953 ο Χάμετ θα βρεθεί πάλι διωκόμενος από την Επιτροπή Μακάρθι, ενώ το 1955 θα κληθεί για ακόμα μια φορά να καταθέσει για τη δράση φιλανθρωπικών οργανώσεων. Με κλονισμένη την υγεία του ήδη από την εποχή που υπηρετούσε στον αμερικάνικο στρατό κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, ο Χάμετ θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 10 Ιανουαρίου του 1961 και θα ταφεί ως βετεράνος δύο παγκοσμίων πολέμων παρά τις επικρίσεις του FBI, που δεν τον ξέχασε ούτε μετά το θάνατό του, επισημαίνοντας την «ανάρμοστη κατάσταση, κάποιος που υπήρξε μέλος μιας οργάνωσης που πιστεύει στην ανατροπή της κυβέρνησής μας με τη βία να θάβεται σαν ήρωας, ανάμεσα σ’ εκείνους που έδωσαν τη ζωή τους υπέρ αυτής της κυβέρνησης.»…