Λουδοβίκος Ντομινίκ ΙΙ

Δεύτερο επεισόδιο | Η χαμένη ευκαιρία για τον ίσιο δρόμο

Το χαρτοπαίγνιο, οι σούζες με το παπάκι, οι μάπες με άλλους νέους της ηλικίας του, η εξάσκηση στο στιλέτο–πεταλούδα και οι διάφορες φιγούρες που επιδείκνυαν την επαρκή γνώση του χειρισμού του, η χρήση χασίς, ταβόρ και περαγκόν, οι μικροκλοπές, και γενικώς ο ούρμπαν τυχοδιωκτισμός, γίνονταν το αντικείμενο της μάθησής του και ταχέως τα μέσα συντήρησής του. Και ο μικρός Ντομινίκ επέδειξε συντόμως μια δεξιότητα, η οποία εξέπληξε και αυτούς τους δασκάλους του κάγκουρες.

Η μοίρα επρόκειτο όμως να προσφέρει στον μικρό Ντομινίκ μια τελευταία ευκαιρία να επανέλθει στον ίσιο δρόμο.

Ασθένησε, εισήχθη στο νοσοκομείο και, ενώ νοσηλευόταν ακόμα σε αυτό, συνέβη κάτι που θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή του. Καθώς μια περίοδος επίπλαστης κοινωνικής ευμάρειας και απατηλής οικονομικής ανάπτυξης είχε αρχίσει να κάνει τον κύκλο της, πολλά πράγματα στην καθημερινότητα αυτών των μητροπολιτικών βεδουίνων, που αποτελούσαν το περιβάλλον του, είχαν αρχίσει να αλλάζουν. Η αστυνόμευση εντάθηκε, τα μέτρα καταστολής και ο σχεδιασμός της αντεγκληματικής πολιτικής επικεντρώθηκε στην αστική μικροπαραβατικότητα και στη λεγόμενη καθημερινή ασφάλεια των πολιτών, με αιχμή τη θεωρία του σπασμένου παράθυρου. Στην πραγματικότητα, απαγορεύτηκε η κυκλοφορία των κάγκουρων στην πόλη. Οι κάγκουρες λοιπόν αναγκάστηκαν να αποτελέσουν παρελθόν, χωρίς να συμπεριλάβουν τον Ντομινίκ, ο οποίος νοσηλευόταν ακόμα στο νοσοκομείο. Κανείς δεν ξέρει τι συναισθήματα δοκίμασε, όταν πια κανένας στο δρόμο δεν φορούσε ασημένιο φλάι, δεν είχε ντεκαπάζ τσουλούφι, άσπρη κάλτσα. Κανένας δεν γνωρίζει πόση μοναξιά κατέκλυσε αίφνης την ευαίσθητη εφηβική του ψυχή, όταν πια κανείς δεν πήγαινε στη καφετέρια να πιει φραπέ γλυκό με γάλα, καβαλώντας κάποιο πειραγμένο, χωρίς ποδιά, με αερογραφίες και γυαλισμένη νίκελ εξάτμιση αεροπλάνου, παπάκι. 

Όταν αυτός εξήλθε επιτέλους εντελώς υγιής, βρέθηκε ολότελα μόνος, χωρίς κανέναν πόρο, και άρχισε να περιπλανάται κατά μήκος της οδού Πατησίων, αναζητώντας κάποιο τρόπο να κερδίσει χρήματα για να ζήσει και σκεπτόμενος να μπει στο πρώτο μαγαζί που θα έβρισκε και να ζητήσει δουλειά ως ντελίβερι.

Μια περίεργη τύχη, τον έφερε τότε αντιμέτωπο με κάποιον από τους θείους του, ο οποίος είχε έρθει στην Αθήνα από το χωριό για μια δίκη και έμεινε έκπληκτος όταν αναγνώρισε τον ανεψιό του στη θέα του μικρού αυτού τυχοδιώκτη. Προσφέρθηκε τότε, καταληφθείς από οίκτο, να επαναφέρει στους γονείς του τον μικρό Λουδοβίκο Ντομινίκ και δεν κόπιασε πολύ να τον πείσει ότι ήταν η καλύτερη λύση.

Η άκρα απόγνωση στην οποία βρισκόταν ο μικρός δραπέτης υπήρξε, στην περίπτωση αυτή, καλός σύμβουλος. Ακολούθησε τον θείο του και επανήλθε μετανοών, τουλάχιστον φαινομενικώς, στην πατρική στέγη. Η επάνοδος του ασώτου υιού έγινε κατ’ αρχάς δεκτή με ψυχρότητα και ο Ντομινίκ τέθηκε σε επιτήρηση. Φαινόταν όμως πράγματι μεταμελημένος και μετά από λίγο καιρό άρχισε να μαθαίνει την τέχνη του μηχανικού αυτοκινήτων, υπό τη διεύθυνση του πατέρα του. Εργαζόταν τόσο καλά, φαινόταν τόσο εύθυμος, τόσο καλός συνάδελφος, ώστε τους κατέκτησε όλους, τόσο με την ικανότητα όσο και με το κέφι του.

Ήταν τότε δεκαεπτά ετών και υποσχόταν να καταστεί ένας ικανός και καλός εργάτης, όταν νέο επεισόδιο τον έριξε για δεύτερη φορά στον κακό δρόμο. Αιτία υπήρξε ο έρωτας. Και ο έρωτας προσφέρθηκε σε αυτόν υπό τα θελκτικά και γοητευτικά χαρακτηριστικά της Λίζας ή Ελίζας, μιας ωραίας σερβιτόρας στο καφέ της γειτονιάς, της οποίας η τσαχπίνικη χάρη και η προκλητική φιλαρέσκεια κατόρθωσαν να αναφλέξουν αμέσως τη νεανική καρδιά του Ντομινίκ.

Ο νεαρός μέλλοντας ληστής την περιέβαλε με τις ατελεύτητους περιποιήσεις του. Η Λίζα ή Ελίζα άλλωστε δεν ήταν και γυναίκα με πολύ δύσκολη αρετή. Και ενώ μετά από λίγο καιρό ο Ντομινίκ είδε τον έρωτά του να κατακτάει την Ελίζα, έπρεπε όμως και πάλι να διατηρεί τη φλόγα ενός τόσο θερμού έρωτα, διότι η φιλαρέσκειά της προκαλούσε πάντοτε νέους πόθους προς ικανοποίηση. Τα λίγα κέρδη του μαθητευόμενου μηχανικού αυτοκινήτων δεν μπορούσαν φυσικά να επαρκέσουν, ώστε έπρεπε λοιπόν είτε να καταπνίξει τον έρωτά του για την Ελίζα ή να της ομολογήσει τη φτώχεια του. Η ματαιοδοξία του δεν του επέτρεπε να παραδεχτεί μια τόσο σκληρή ανάγκη.

Τότε θυμήθηκε τις ιδιότητες που απέκτησε κατά την περίοδο της παραμονής του κοντά στους κάγκουρες και άρχισε να τις χρησιμοποιεί για τα ωραία  μάτια της Ελίζας.            

Η δεξιότητά του ήταν τόσο αξιοθαύμαστη, ώστε τα πορτοφόλια, τα κινητά τηλέφωνα, τα ρολόγια, τα κοσμήματα, κλεπτόμενα κατά τον ευκολότερο τρόπο, δεν άργησαν να ικανοποιήσουν τις χρηματικές τους ανάγκες. Και ο Ντομινίκ μπορούσε πλέον να εκτελεί τις επιθυμίες της Ελίζας.

Εξελίχθηκε και ο ίδιος τότε, για να την τιμήσει, σε εξαιρετικά κομψό ως προς την εξωτερική του εμφάνιση. Η κομψότητά του μάλιστα άρχισε να προκαλεί εντύπωση και να φαίνεται ύποπτη στον πατέρα του. Άρχισε λοιπόν αυτός να επιτηρεί τον γιο του και γρήγορα ανακάλυψε τα τεχνάσματά του και κρυφά ενέργησε ώστε να πετύχει τη σύλληψή του και, κατ’ επέκταση, την αποστολή του νεαρού Ντομινίκ στις σωφρονιστικές φυλακές του Αυλώνα.

Ένα πρωί λοιπόν, κάλεσε τον γιο του να τον ακολουθήσει σε μια επείγουσα επίσκεψη που θα έκανε σε έναν πελάτη του και τον οδήγησε με το αμάξι προς τη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ο νεαρός Ντομινίκ όμως δεν ήταν δυνατόν να απατηθεί τόσο εύκολα. Μερικοί λόγοι του πατέρα του ήρθαν στο μυαλό του και τον έκαναν να γίνει δύσπιστος. Η επείγουσα και ασυνήθιστη αυτή διαδρομή, το περιφρονητικό ύφος και η σιωπή του πατέρα του, το μυστήριο αυτό που προαισθανόταν, όλα τον ανησυχούσαν. Και επωφελούμενος μιας στιγμής που ο πατέρας του τον είχε αφήσει μόνο του στο αμάξι, έσπευσε να εξαφανιστεί. Τη φορά αυτήν δεν επρόκειτο πλέον να επανέλθει.

Είναι αρκετά δύσκολο να καθοριστεί ποια υπήρξε τότε η ύπαρξή του. Όμως, χωρίς αμφιβολία, μετά την εξαφάνισή του, κατόρθωσε να προσληφθεί ως λακές στην υπηρεσία του επιχειρηματία της νύχτας με το χαρακτηριστικό όνομα Σιν Ντάμπρε.

Τα μεγάλα νυχτερινά μαγαζιά είχαν τότε ένα μεγάλο αριθμό λακέδων, ο ρόλος των οποίων ήταν κυρίως να κάνουν επίδειξη. Οι λακέδες εκείνοι λοιπόν διέθεταν, πλην των ελαχίστων ωρών της υπηρεσίας τους, πολύ περισσότερο χρόνο εύκαιρο από τους σημερινούς. Επωφελούνταν δε της ευκαιρίας αυτής, για να συχνάζουν διαρκώς στους δημόσιους περίπατους, τις καφετερίες, τους ποδοσφαιρικούς αγώνες και ιδίως στα πολυάριθμα καταγώγια όπου το χαρτοπαίγνιο βασίλευε.

(Η συνέχεια το επόμενο Σάββατο…)