Λουδοβίκος Ντομινίκ VΙΙ

Έβδομο επεισόδιο | Το πρώτο μεγάλο πλήγμα

Η διακοπείσα από τη δραπέτευση του Ντομινίκ ανάκριση δεν ήταν δυνατό να επαναληφθεί νομίμως, παρά μόνο κατόπιν νέας σύλληψης του κατηγορούμενου. Η αστυνομία έδωσε φωτογραφίες του στη δημοσιότητα και οι ειδήσεις που περιείχαν πληροφορίες για τη ζωή του ή πιθανές κινήσεις του πετάγονταν κάθε τόσο πρώτες-πρώτες στα νέα της γκουγκλ.

Εκατοντάδες αστυνομικοί με πολιτικά είχαν επιστρατευτεί για την καταδίωξη του Ντομινίκ. Ποιοι όμως; Πολλοί εξ αυτών ήταν Ντομινικανοί. Πολλές φορές επρόκειτο για επίορκους αστυνομικούς με τόσο κακή φήμη, ώστε έγινε αμέσως αντιληπτό ότι το φάρμακο αυτό απλώς επιδείνωνε το κακό.

Ο εισαγγελέας που είχε αναλάβει την υπόθεση ενημέρωνε σχετικώς τον αρμόδιο υπουργό, αναφέροντας: «Εννιακόσιοι αστυνομικοί περιφέρονται νυχθημερόν εντός των Αθηνών, μεταμφιεσμένοι με πολιτική ενδυμασία προς αναζήτηση του Λουδοβίκου Ντομινίκ. Έχω την τιμή να σας αναφέρω ότι όχι μόνο δεν θα τον συλλάβουν, αλλά και ότι με το ευφυές αυτό πρόσχημα είναι ικανοί να διαπράττουν κλοπές και φόνους σημαντικούς».

Ίσως επειδή καταλάβαινε ότι είχε καταστεί το αντικείμενο της γενικής προσοχής, ο Ντομινίκ γινόταν διαρκώς περισσότερο νευρικός, οξύθυμος, δύσπιστος, φιλύποπτος, ανήσυχος. Αισθανόταν ότι είναι περικυκλωμένος από ενέδρες, δεν διέμενε δύο συνεχόμενες νύχτες στο ίδιο μέρος και διήγαγε ένα βίο δηλητηριασμένο από την αγωνία. Φοβόταν προπάντων μην πουληθεί από κάποιον οπαδό του και ο φόβος αυτός τον κατέστησε σκληρό και τραχύ προς τους άντρες του. Πλέον, καμιά εμπιστοσύνη δεν είχε σε κανέναν και βασίλευε με την τρομοκρατία. Με μια απλή αμφιβολία διέταζε τον φόνο πολλών εκ των μελών της οργάνωσής του. Ίσως τότε, όπως αναφέρει ο αστικός θρύλος, διήλθε μερικές εβδομάδες στην Αλβανία, για να πετύχει ένα καλό ντιλ με κατουρόχορτο που σκόπευε να μεταφέρει στην Αθήνα. Εκεί, λέγεται ότι συνάντησε τον αλβανό αντίπαλό του Μπλερίμ, τον Λουδοβίκο Ντομινίκ του Ελμπασάν, γνωστό και ως Σρεκ, λόγω της ομοιότητάς του με τον ομώνυμο ήρωα αν εξαιρέσει κανείς το πράσινο χρώμα του τελευταίου.     

Οι δύο αυτοί άντρες λοιπόν έθεσαν τις βάσεις από τότε ενός είδους οργάνωσης –διεθνούς αδελφάτου ληστείας, λαθρεμπορίας και εκβιασμών– η οποία θα επέτρεπε να υποδεικνύονται αμοιβαίως οι επικερδείς επιχειρήσεις.

Όταν αναχώρησε από την Αλβανία ο Ντομινίκ, για να παραπλανήσει τους διώκτες του και να τους κάνει να χάσουν τα ίχνη του και να τον ξεχάσουν κάπως στην Αθήνα, μετέβη στη Θεσσαλονίκη και εκεί είχε μια περιπέτεια εξαιρετική, αληθινό θέμα μυθιστορήματος, η εξιστόρηση της οποίας όμως δεν είναι θέμα της παρούσας αφήγησης.

Από καιρό σε καιρό είναι αλήθεια ότι κυκλοφορούσε η φήμη του θανάτου του, αλλά την επαύριο κάποιο τολμηρό γεγονός έπειθε τους πάντες ότι έχει αναστηθεί. Δεν βρήκε λοιπόν όταν επέστρεψε από την Αλβανία μια κοινή γνώμη κατευνασμένη. Ήταν πάντοτε το αντικείμενο της γενικής ενασχόλησης. Και η ανησυχία και η αγωνία άρχισαν πάλι να δηλητηριάζουν τη ζωή του. Δεν κοιμόταν πλέον. Διερχόταν μέρες ολόκληρες κρυμμένος μέσα σε αποθήκες και γιάφκες.

Το νευρικό του σύστημα ήταν κλονισμένο και διαταραγμένο από τις επανειλημμένες τρομοκρατήσεις και η συνεχής αγωνία τον έκανε να βλέπει παντού την προδοσία και τον ωθούσε ενίοτε σε πράξεις παραφροσύνης. Πράξεις οι οποίες προοικονομούσαν την απώλειά του.

Δυο αλλεπάλληλες αποτυχίες και μάλιστα σοβαρές, τις οποίες δοκίμασαν οι οπαδοί του έριξαν ανάμεσά τους το σπόρο της αμφιβολίας και προκάλεσαν την πτώση του ηθικού.      

Μια φορά, κατά την οποία οι Ντομινικανοί είχαν εισδύσει για να κλέψουν το χρηματοκιβώτιο –νύχτα αυτή τη φορά και όχι σαν τον Γαρδέλη μέρα-μεσημέρι– στα γραφεία του εργοστασίου της ΑΓΝΟ, τα οποία, σύμφωνα με πληροφορίες που υποτίθεται είχαν από μέσα, τα νόμιζαν άδεια, βρέθηκαν περικυκλωμένοι από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις και συγκεκριμένα από ομάδες των ΕΚΑΜ. Ήταν προφανές. Επρόκειτο για ενέδρα.  Ταμπουρώθηκαν αρχικά στο γραφείο, μεταβάλλοντάς το σε φρούριο. Ο Ντομινίκ κατόρθωσε μολαταύτα να διαφύγει από το φωταγωγό κατά το παλιό του συνήθειο, χάρη στην εκπαίδευση που είχε αποκτήσει όταν μικρός συναγελάζονταν με εκείνη την παρέα από κάγκουρες. Είχε από τότε διατηρήσει τόσο την κατάλληλη σωματική διάπλαση όσο και την γατίσια ευκινησία. Για πρώτη φορά όμως, καθώς προσγειωνόταν στο έδαφος του πίσω πάρκινγκ του εργοστασίου, η μπέρτα του πιάστηκε σε ένα κλαδί και σκίστηκε ελαφρώς. Αυτός ο κακός οιωνός θα είναι και η αρχή του τέλους για τον αντί-υπερήρωα ή υπερ-αντιήρωα Λουδοβίκο Ντομινίκ τον Τρισμέγιστο.        

Ο Ντομινίκ είχε πια βαθιά την πεποίθηση ότι είχε προδοθεί. Συγχρόνως, στο μακελειό που ακολούθησε, οι περισσότεροι συμμετέχοντες στην επιχείρηση ένιωσαν τις δονήσεις που προκαλούσαν τα όπλα των εκαμιτών να απορροφούνται από τα κορμιά τους, ενώ οι κραυγές πόνου που τους προκαλούσαν οι σφαίρες καθώς κατατρυπούσαν τις σάρκες τους πνίγονταν στο αίμα, την απόγνωση και την αγωνία. Ένας υπαρχηγός του, ο Ρεζής, ο μόνος που παρέμεινε ζωντανός, έπεσε στα χέρια της αστυνομίας. Οι απώλειες ήταν σημαντικές και ο κίνδυνος μήπως ο Ρεζής αποκαλύψει τα μυστικά της οργάνωσης τεράστιος. 

 (Η συνέχεια το επόμενο Σάββατο…)