Η ληστεία της Πέτρας IV

Έτσι ήταν γραφτό μου να μην γνωρίσω τον κόσμο. Κλείστηκα νωρίς στις φυλακές και έμεινα χρόνια εκεί μέσα… | Ράι, ράι! λέει. Δηλαδή ήμαρτον, ήμαρτον, όπως λέμε εμείς ελληνικά

Κεφάλαιο 7 (10 Οκτωβρίου 1929)

Πάνω από την ψηλή πύλη της εισόδου, μια εντειχισμένη πλάκα γράφει: «Ου βούλομαι τον θάνατον του αμαρτωλού εις το αποτρέψαι τον ασεβή από της οδού αυτού της πονηράς και ζειν αυτόν…». Κι όμως, εάν ο Θεός και οι εντολές του δεν ζητούν το θάνατο του αμαρτωλού, δεν έχει την ίδια γνώμη η ανθρώπινη δικαιοσύνη.

Ένας μεγάλος κακοχτισμένος μαντρότοιχος, ένα οίκημα πανάρχαιο, στη μέση και γύρω από αυτό μικροσκοπικά δωμάτια που μοιάζουν με σπιρτόκουτα. Είναι τα κελιά που κρατούνται οι κατάδικοι. Αυτές είναι οι φυλακές της Κέρκυρας. Στο πανάρχαιο οίκημα βρίσκονται εγκατεστημένα τα γραφεία του διευθυντή. Στο πάνω πάτωμα βρίσκεται η εκκλησία του σωφρονιστηρίου, ακριβώς στο κέντρο του κύκλου της φυλακής. Είναι το σημείο που κάποτε χρησιμοποιούνταν ως παρατηρητήριο του αρχιφύλακα για να εποπτεύει όλες τις ακτίνες της φυλακής. Από εκεί τώρα φαίνονται οι καταπράσινοι λοφίσκοι και τα ψηλά κυπαρίσσια του γαλλικού νεκροταφείου.

Πίσω από τους παλιούς ψηλούς τοίχους των κερκυραϊκών φυλακών που έχτισαν οι Άγγλοι, αργοζεί η συνήθης πελατεία των αποδιωγμένων της κοινωνίας. Εγκληματίες, κακούργοι, ληστές και όλοι οι καταδικασμένοι από τη δικαιοσύνη των ανθρώπων περνούν αργά τις μέρες τους εδώ. Ανάμεσά τους οι Ρεντζαίοι, που υποστηρίζουν ότι μπορεί να κύλησαν την Ήπειρο στο αίμα, μπορεί να κάνανε ό,τι κάνανε, τους χαριστήκαν όμως όλα με την αμνηστία που εξαγόρασαν, καθαρίζοντας τον τόπο από αρκετούς επικηρυγμένους ληστές. Ανάμεσα στους κρατούμενους, βρίσκεται και ο Γεράσιμος Καλαφάτης από το χωριό Δειλινάτα Κεφαλληνίας, που έχει καταδικαστεί για δυο φόνους λόγω οικογενειακής εκδίκησης στην πατρίδα του και από δεκαεφτά χρονών παιδί κλείστηκε στις φυλακές. Μετά, καταδικάστηκε και για ένα φόνο εκ προ μελέτης εντός των φυλακών Πύλου.

Δεν ξέρουμε θετικά αν ανάμεσα σε όσους συγκαταδίκους αποχαιρέτησε εκείνη τη μέρα ο Γεράσιμος Καλαφάτης βρίσκονταν και οι Ρεντζαίοι. Ξέρουμε όμως με κάθε βεβαιότητα ότι βρίσκονταν στις ίδιες φυλακές εδώ και περίπου εφτά μήνες. Τόσος καιρός πέρασε από όταν οι Ρεντζαίοι μετήχθησαν από τις φυλακές Συγγρού. Ξέρουμε επίσης πως πριν τρεις μέρες το δικαστήριο έκρινε τους Ρεντζαίους ένοχους ως ηθικούς αυτουργούς για τη ληστεία της Πέτρας και τους καταδίκασε σε θάνατο. Μπορούμε πια να υποθέσουμε βάσιμα ότι εκείνη τη μέρα, κάποια, ίσως όχι γενναία, σίγουρα όμως πλούσια σε συναισθήματα στιγμή, στην οποία ενδεχομένως θα συμμετείχαν από κοινού ο Καλαφάτης και οι Ρεντζαίοι, καρφιτσώθηκε στον απέραντο εκείνο πίνακα, που συντίθεται όταν οι ιστορίες των ανθρώπων διασταυρώνονται.    

*

Τον Γεράσιμο Καλαφάτη ξυπνάνε περίπου τα ξημερώματα και τον ειδοποιούν να ετοιμαστεί. Εκείνος καταλαβαίνει το λόγο. Δέκα ολόκληρες νύχτες ψυχικού μαρτυρίου και αγωνίας πέρασε κλεισμένος στο μικρό κελί του σωφρονιστηρίου Κέρκυρας περιμένοντας αυτήν τη στιγμή, καθώς η είδηση της διαταγής του υπουργείου για την εκτέλεσή του είχε διαδοθεί στις φυλακές πριν δέκα περίπου μέρες. Δεν παραλείπει να εκφράσει το παράπονό του για το γεγονός ότι η εκτέλεσή του γίνεται λίγο πριν κλείσει πενταετία από την καταδίκη του, οπότε και σε λίγες μέρες η ποινή του θα μετατρεπόταν, βάσει νόμου, σε ισόβια δεσμά.

Μια συμπαιγνία της τύχης ενάντια στην ελπίδα του κατάδικου ή, πιο συγκεκριμένα, η απαγωγή του γερουσιαστή Σωτηρίου Χατζηγάκη που διαπράχθηκε από τον διαβόητο Τζατζά ώθησε το υπουργείο, ενδεχομένως για να καταπραϋνθεί κάποια έξαρση δυσαρέσκειας της κοινής γνώμης, στην απόφαση για επίσπευση των εκτελέσεων που εκκρεμούν.

«Θα πληρώσουμε εμείς τον Τζατζά», λέει με προσποιητό χαμόγελο, που αποκρύπτει τη  μελαγχολία που προκαλείται στον ίδιο από την προφανή αιτία. Αλλά και αυτός θα πληρώσει αλλουνού αμαρτίες. Δανεικά είναι όλα στον κόσμο.

Στις τέσσερις τα ξημερώματα, τον επισκέπτεται ο ιερέας των φυλακών Καρούσος για την τελευταία παρηγοριά και μετάληψη. Αργότερα, φτάνει και ο μητροπολίτης Αθηναγόρας για να ενισχύσει και αυτός τον μελλοθάνατο. Ο Καλαφάτης, αγαπητός σε όλο το προσωπικό και τους συγκαταδίκους του, δεν δείχνει ούτε μια στιγμή λιποψυχία ή κατάπτωση του θάρρους του. Απεναντίας, προθυμότατος δέχεται κάθε παρηγοριά με μειδίαμα, δίνοντας τόνωση στη συζήτηση, αντί να παραδίνεται σε μονήρεις συλλογισμούς απελπισίας. 

Στο πρωινό ημίφως, στην εκκλησία των φυλακών, δέχεται τη συγχώρεση του αντιπροσώπου της θείας χάριτος και ευλαβικά ασπάζεται κάθε εικόνα του τέμπλου. Τους κερνάει όλους καφέ και πίνει αρκετούς και ο ίδιος, καθώς και δυο φλιτζάνια κονιάκ. Επιτράπηκε φαίνεται στον ίδιο, και για τους προφανείς λόγους, να ακολουθήσει το σχετικό τελετουργικό πριν ξεκινήσει η κηδεία. Παραμένει άγνωστο αν έφαγε τα κόλλυβα που του αναλογούσαν. Σε κανέναν δεν κατεβαίνει μπουκιά τέτοιες στιγμές.   

Με αυτά και με εκείνα, ο Καλαφάτης αποχαιρετάει τους συγκαταδίκους του, οι οποίοι είχαν πληροφορηθεί ότι θα γινόταν η εκτέλεσή του και είχαν ξυπνήσει για αυτόν το λόγο. Στις εφτά ακριβώς, αποχαιρετάει τους φυλακισμένους και ετοιμάζεται για τον τελευταίο του περίπατο.

Κοντόχοντρος, με ελαφρύ ξανθωπό μουστάκι και αφέλειες, ζωνάρι κόκκινο στη μέση και ανοιχτό λευκό πουκάμισο, βαδίζει μειδιών εν μέσω του αποσπάσματος στο πλευρό του ιερέα.

«Πολλά μάτια στον πάνω κόσμο με κοιτάζουν», λέει με κάποιο φιλοσοφικό τόνο για την περιέργεια του συνηγμένου έξω από τις φυλακές πλήθους. Παρακαλάει τον διευθυντή των φυλακών, κύριο Μαρούδη, να τον αφήσει να επισκεφτεί και τους καταδίκους στις επανορθωτικές φυλακές. Ανταλλάσσει τελευταίους ασπασμούς με τους φίλους του που είναι δακρυσμένοι και λέει:

«Τι σήμερα; Τι αύριο; Όλοι θα πάμε… Γεια σας, παιδιά!»            

«Γεια σου, Γεράσιμε!»

Τα αυτοκίνητα προχωρούν. Ο τόπος της εκτέλεσης απέχει από τις φυλακές περίπου ένα τέταρτο με το αυτοκίνητο. Σε όλο το μήκος του δρόμου, γυναίκες με νυχτικές στα παράθυρα, γέροι και παιδιά τον αποχαιρετούν, ενώ κάποιες μοιρολογούν.  

Από τις τρεις τα μεσάνυχτα, στη γέφυρα του Ποταμού που βρίσκεται το πεδίο βολής του10ου Συντάγματος Κέρκυρας, είναι συγκεντρωμένο πλήθος, αφού η είδηση της εκτέλεσης έγινε γνωστή από την προηγούμενη μέρα. Η έμφυτος ανθρώπινη σκληρότητα προς τα ξένα βάσανα και η ομαδική περιέργεια ωθεί κατά χιλιάδες τα πλήθη προς το αναμενόμενο σκληρό θέαμα.

Πάντοτε μειδιών, ο Γεράσιμος προχωράει στο μέσο του τετραγώνου, ενώ στρατιωτική δύναμη προσπαθεί να συγκρατήσει το περίεργο και φιλοθεάμον κοινό. Είναι εφτά και είκοσι και ώρα της εκτέλεσης έχει οριστεί η ογδόη ακριβώς, τηρουμένη με χρονομετρική ακρίβεια.

Παίρνει από όλους όσους τον περιστοιχίζουν τσιγάρα που του προσφέρουν και τα καπνίζει το ένα μετά το άλλο. Αποχαιρετά ζωηρά και με χαμόγελα τους γνωστούς του, ανάμεσά τους και κάποιον καλοντυμένο συγγενή του.

«Γεια σας, γεια σας! Θα φυλάξω για όλους σας γωνίτσες στον ουρανό. Έτσι ήταν γραφτό μου, να μη γνωρίσω τον κόσμο. Κλείστηκα νωρίς στις φυλακές και έμεινα χρόνια εκεί μέσα…»

Κάποιον κατάδικο, που άφησαν να έρθει ως εκεί, τον πειράζει:

«Όταν έρθεις κι εσύ, μην ξεχάσεις να φέρεις και κιόσια» (ένα είδος ζαριών που παίζουν στη φυλακή).

Λίγο πριν την ογδόη ώρα, η συνοδεία τον τοποθετεί καταλλήλως. Ακολούθως, το απόσπασμα λαμβάνει θέση σε ελάχιστη απόσταση από τον κατάδικο, ο οποίος παρακολουθεί τη διαδικασία με πρωτοφανή αταραξία και ψυχραιμία.

«Δεν μου κακοφαίνεται που φεύγω. Θα πικραινόμουν αν ήξερα ότι θα μένατε για πάντα εσείς εδώ κάτω, θα σας ξανάχω όμως συντροφιά.»

Περιφέρει το βλέμμα του προς τον κόσμο που έχει συρρεύσει, χωρίς να δείξει την παραμικρή συγκίνηση. Φαίνεται μόνο λίγο ωχρός. Οκτώ παρά δύο λεπτά. Το εκτελεστικό απόσπασμα, αποτελούμενο από δώδεκα άνδρες, αναμένει έτοιμο. Ο μελλοθάνατος αποχωρίζεται ασπαζόμενος για τελευταία φορά τον διευθυντή των φυλακών, τους δεσμοφύλακες, τους φίλους του και ως τελευταία διαθήκη του χαρίζει μερικά οφειλόμενα σε αυτόν χρήματα στους απορότερους των φυλακών. Η συνοδεία προχωράει, προηγούμενου του ιερέα με το σταυρό. Την ογδόη ακριβώς, ο εισαγγελέας διαβάζει την απόφαση του δικαστηρίου. Ακούγεται το παράγγελμα του επικεφαλής:

«Επί σκοπόν!»

Τα πλήθη συνωστίζονται σιωπηλά, τις ίδιες στιγμές που ο Γεράσιμος Καλαφάτης στέκει σε απόσταση δώδεκα βημάτων από το απόσπασμα. Τα χέρια του είναι δεμένα με χειροπέδες, που παρανόμως δεν του έχουν αφαιρεθεί. Την τελευταία στιγμή, τα σηκώνει ενωμένα ως αποχαιρετισμό προς το πλήθος.

«Γεια σας, παιδιά!»

«Ο Θεός να σε συγχωρέσει!»

Το ξίφος του ανθυπομοίραρχου κατέρχεται.

«Πυρ! »

Αμέσως ακούγονται οι συντονισμένοι πυροβολισμοί και ο Καλαφάτης πέφτει αμέσως νεκρός, κλίνοντας προς τα εμπρός. Γονατίζει και πέφτει ανάσκελα στα χόρτα. Ο επικεφαλής του αποσπάσματος πλησιάζει και ρίχνει την τελευταία βολή. Ο κόσμος περίεργος εξορμεί για να δει καλύτερα και από κοντά τον εκτελεσμένο. Ένα λευκό φέρετρο δέχεται το σώμα του. Η δικαιοσύνη ικανοποιήθηκε, όπως και το πλήθος που παρακολουθούσε.

Κεφάλαιο 8 (Γύρω στο 1920)

Ο Γιάννης καταριότανε την ώρα και τη στιγμή που είχε κάνει μερικά φονικά και δεν ήταν ελεύθερος να ζητήσει και επίσημα τη Χαρίκλεια από τον μπαμπά της. Μπαμπάς της ήταν ο Βασίλης Κολοβός. Ο Κολοβός είχε εχθρό του τον Αχμέτ Αγά. Ο Αχμέτ Αγάς ήταν ληστής στην Αλβανία και είχε κάνει κακό στην οικογένεια του Κολοβού. Είχε σκοτώσει τον αδελφό του και αφού με τους Ρεντζαίους, έστω και άτυπα λόγω των ειδικών συνθηκών, ήταν πια οικογένεια, ο Γιάννης έβγαινε για μια ακόμα φορά, σύμφωνα με κάτι υπολογισμούς του, ζημιωμένος σε αίμα. Δεν είχανε βάσει των νόμων τους άλλη επιλογή, παρά να βοηθήσουν τον πεθερό τους να πάρει πίσω όσα λίτρα από αυτόν το ζωογόνο πηχτό κόκκινο χυμό του έλειπαν.

Ξεκινάνε λοιπόν ένα βράδυ με τον Θύμιο, τον Κολοβό και τον Χαρίλαο Στεργίου. Όλοι οι φαντάροι κοιμούνται στα φυλάκια και τα σύνορα τα περνάνε χωρίς δυσκολία. Την άλλη μέρα, φτάνουνε κοντά στη στάνη του Αχμέτ Αγά. Ο Κολοβός δεν κρατιέται. Θέλει μέρα μεσημέρι να τον σφάξει επί τόπου. Τον συγκρατούνε οι άλλοι, γιατί ο Αχμέτ Αγάς έχει πολλούς γύρω του και θα γίνει κάνα μακελειό.

Κρύβονται μέχρι να βραδιάσει. Όταν σουρουπώνει, μπαίνουνε στην στάνη του Αγά. Τους βλέπει. Πετάγεται από το κρεβάτι του και βάζει τις φωνές:

«Ράι, ράι!»  λέει. Δηλαδή ήμαρτον, ήμαρτον, όπως λέμε εμείς ελληνικά.

Ο Κολοβός βγάζει ένα δίκοπο μαχαίρι και τον σφάζει σαν τραγί.

«Φτου σου, μαγαρισμένε», λέει και δίνει του Θύμιου το κεφάλι που με την σειρά του το βάζει σ’ ένα σακί.

Λίγο πριν τα σύνορα για την επιστροφή στην Ήπειρο, πέφτουν πάνω σε έναν Χόντζα. Έπεφτε ο ήλιος εκείνη την ώρα και γονατιστός πάνω σε μια πέτρα με τα χέρια ψηλά κάνει την προσευχή του στον Αλλάχ.

«Στάσου ρε«, του λέει ο Γιάννης, «μας ξεκούφανες«. Ο Χόντζας τα χάνει, αλλά δεν αφήνει στη μέση τον αμανέ του στον Αλλάχ. Τρώει τότε και μια κλωτσιά στα πλευρά και πέφτει ανάσκελα.

«Μήπως είδες τον Αγά τον Αχμέτ;»

Το λαρύγγι του σκαλώνει από φόβο. Αφήνει και τον αμανέ και τον Αλλάχ. Χωρίς να χάσει καιρό, απαντάει:

«Να, δώθε κάτω, τζανέμ, πάει με τα πρόβατα του».

«Μπρε τι μας λες; Ορκίζεσαι στον Αλλάχ;»

Αρχίζει να κομπιάζει περισσότερο, όμως επιμένει:

«Ναι, μα τον Αλλάχ, κάτω πάει».

«Α, έτσι λοιπόν. Κοίτα εδώ τότε», του λέει ο Γιάννης και ανοίγει το σακί με το κεφάλι.

Τον πιάνει τούρτουρο. Τα μάτια του πετάγονται από τις κόγχες τους. Πιάνει τα γένια του και βάζει τις φωνές.

«Αλλάχ, Αλλάχ! Βάι, βάι!» φωνάζει.

«Σύρε στο διάολο», του λέει, «και όπου φύγει-φύγει».

Αρπάζει το τουρμπάνι του, το σηκώνει και δρόμο. 

Το κεφάλι του Αγά το κράτησε ο Κολοβός και το έβαλε στον τάφο του αδελφού του. Χρόνιαζε τότε από την ημέρα του σκοτωμού του και έβαλε το κομμένο κεφάλι πάνω στον τάφο του παρέα με έξι κεριά. Τρία για τον αδελφό του και τρία για τον ίδιο τον Αχμέτ.

(Το επόμενο Σάββατο στο red n’ noir: Ο Γιάννης και ο Θύμιος μετά βίας στέκονται στα πόδια τους | Μια δουλειά που αρχίζει πρέπει να τελειώνει. Ή με τη ζωή ή με το θάνατο)