Τα απομνημονεύματα του διάσημου αστυνομικού φον Κολοκοτρώνη XΙ

Εντέκατο επισόδιο | Το πολεμικό σχέδιο του Ντοτόρου | Τα μυρωδικά του Όφμαν | Ο κουμπαράς του μικρού υπαλλήλου | Ποικιλία ασπρόρουχων

Η κατάσταση τώρα είχε βελτιωθεί αισθητά και σε τούτο πολύ συντέλεσε η αποφασιστική δραστηριότητα την οποία είχε αναπτύξει ο Ντοτόρος, με σκοπό να αποκατασταθεί οριστικά και να είναι σε θέση να αντικρίζει τους φίλους του ευπροσώπως, να δέχεται μερικούς εξ αυτών στο διαμέρισμά του και προπάντων να έχει ένα ορμητήριο για τις νυχτερινές του εκδρομές, τις επιθέσεις και για να δέχεται την ωραία Νερίνα, μια καστανή Ναπολιτάνα, η οποία θεωρούσε ως καύχημά της ότι ήταν ερωμένη του Ντοτόρου.  

Αλλά με μόνο το διαμέρισμα της οδού Θεμιστοκλέους και με την εμφάνιση, την οποία κάπως αξιοπρεπώς είχε αποκτήσει χάρη στο φράκο του Βαρβόγλη και το μπλε μαρέν κοστούμι του Ιωάννου, δεν επερχόταν οριστική και απόλυτη διευθέτηση της κατάστασης.

Γι’ αυτό και ο Ντοτόρος, όταν ξύπνησε κατά το μεσημέρι και γευμάτισε πρόχειρα στο δωμάτιό του, μονολογώντας μεμφόταν τον εαυτό του λέγοντας:

«Μα καημένε Ντοτόρο! Δυο ολόκληρες νύχτες χρειάστηκες για δυο πράγματα μονάχα, έπιπλα και φορεσιές. Ξέρεις ακόμα πόσα σου λείπουν; Άντε λοιπόν, να σου πω πόσα σου λείπουν! Δώδεκα αλλαξιές το ελάχιστο από κάθε είδος. Σου λείπουν επίσης είδη καλλωπισμού, ξυρίσματος και αρώματα, που μόνο από το μυροπωλείο του Όφμαν μπορείς να προμηθευτείς. Σου λείπουν κονσέρβες και διάφορα ορεκτικά ή φαγώσιμα για το σουπέ σου. Πράγματα αναπόφευκτα, άλλωστε, για έναν κύριο καθωσπρέπει, που πηγαίνει σε θέατρα, χορούς, διασκεδάσεις και που δέχεται κάποτε και κανέναν αριστοκράτη στο σαλόνι του…»

Αυτά είναι αρκετά υποθέτω. Δηλαδή τρία διαφορετικά καταστήματα πρέπει ακόμα να υποστούν την ίδια τύχη με το επιπλοποιείο του Κυριακόπουλου και με το ραφείο του Μπρίντεζη! Με άλλους λόγους, μια βδομάδα ακόμα η αστυνομία θα είναι ανάστατη για τα «θρασύτερα λωποδυτικά κατορθώματα», όπως θα ονομάζουν οι διάφοροι καλοθελητές της δημόσιας ασφάλειας τα κολπάκια του.

Σιώπησε σκεπτόμενος με κάποια μελαγχολία τις τολμηρές απόπειρές του και τον κίνδυνο που διέτρεχε να συλληφθεί από στιγμή σε στιγμή.

Σκέφτηκε πως σαν άνθρωπος του κόσμου πρέπει να έχει μια ωραία ερωμένη. Να πάρει μεταξωτά, κεσεδάκια, δαντελάκια και μετά από μικρή σκέψη πρόσθεσε:

«Ω, αυτά πρέπει να τα προμηθευτώ από τον Βουγά! Από την Αγία Σοφία, κοντά στην Καπνικαρέα, το περίφημο κατάστημα της υψηλής αριστοκρατίας των Αθηνών!»

Στο σημείο αυτό έληγαν τα σχέδια της επίθεσης του Ντοτόρου και έκλεινε ο κατάλογος των άμεσων αναγκών του, μαζί  με το κομβολόγιο των διαδοχικών αποπειρών και των κατορθωμάτων του που δεν έπρεπε να καθυστερήσουν ούτε μια μέρα.

«Προ πάντων δεν πρέπει να χάνω καιρό!» σκέπτεται. «Ό,τι είναι για να γίνει πρέπει να γίνει μια ώρα γρηγορότερα».

Και την ίδια νύχτα, δυο ώρες μετά τα μεσάνυχτα, όταν κάθε κίνηση σταμάτησε στην οδό Σταδίου, η μαγική ράβδος διέρρηξε το μέγα μυροπωλείο του Όφμαν και αφαίρεσε τα καλύτερα και πολυτιμότερα είδη του καταστήματός του: ξυράφια, σαπούνια, κουμπιά μανικετιών και πουκαμίσων, λίμες για τα νύχια, κτενάκια και μυρωδικά, άφθονα και βαρύτιμα, αμπαλαρισμένα κατά το τελειότερο ευρωπαϊκό σύστημα της εποχής.

Τη στιγμή που έβγαινε με γεμάτα τα χέρια από τα προχείρως συσκευασθέντα δέματα, ένα στιλπνό δοχείο επάνω στο ταμείο του καταστήματος εφείλκυσε την προσοχή του.

«Τι είναι αυτό;» ψιθύρισε.

Το έπιασε. Ήταν ο κουμπαράς του μικρού υπαλλήλου του κουρείου και ήταν γεμάτος από νομίσματα.

«Καλός είναι!» είπε ο Ντοτόρος και με μια κίνηση τον έχωσε μέσα στην τσέπη του και εξήλθε φροντίζοντας να κλείσει επιμελώς τη θύρα του καταστήματος πίσω του.

Την επόμενη νύχτα, κατά τον ίδιο τρόπο, διέρρηξε το κατάστημα μιας Ρουμανίδας επί της πλατείας των Αγίων Θεοδώρων και αφαίρεσε κατά δωδεκάδες διάφορα εκλεκτά είδη εσωρούχων, χειμερινά και καλοκαιρινά, παντός είδους.

Την επόμενη Τρίτη στο red n’ noir:

Το σουπέ ενός διακεκριμένου λωποδύτη | Στο εδωδιμοπωλείο του Παπαγιαννάκη | Η ημερήσια επισκόπηση και η νυχτερινή εκτέλεση | Χαβιάρια, χοιρομέρια και πτι πατέ | Η αναστάτωση των αστυνομικών, ο τρόμος των καταστηματαρχών και η έξαψη του διευθυντή της αστυνομίας Κοσσονάκου.