Τα απομνημονεύματα του διάσημου αστυνομικού φον Κολοκοτρώνη Ι

Πρώτο επεισόδιο | 1η Ιουνίου 1889 | Ένα μυστηριώδες έγκλημα Α’

Το μυστηριώδες έγκλημα της οδού Μπουμπουλίνας | Στο υπόγειο της οικείας Μαλακατέ | Ένα παραμορφωμένο πτώμα που πλέει στο αίμα | Οι υποψίες του μεσίτη Δημητρίου | Προς την ανακάλυψη του ενόχου | Εφόσον η Μαργαρώ έγινε πεταχτή υπηρέτρια | Ποια τα ελατήρια του φοβερού εγκλήματος | Δεκαεφτά μαχαιριές και χτυπήματα  

Αργά το βράδυ, μόλις σκοτείνιασε, ο φον Κολοκοτρώνης καθόταν ακόμα στο γραφείο του και ήταν ακόμα βυθισμένος στη συμπλήρωση των σημειώσεων της ημέρας στο ημερολόγιό του. Είχε ανοιγμένες τις πόρτες και τα παράθυρα, λόγω της εξαιρετικής ζέστης, όταν ξαφνικά άκουσε βιαστικά βήματα στο διάδρομο. Σήκωσε τα μάτια του και είδε στο άνοιγμα της θύρας δύο ανθρώπους. Ο ένας ήταν χωροφύλακας με το όπλο ακόμα αναρτημένο επ’ ώμου, ο άλλος ένας ανθρωπάκος του λαού, φτωχοντυμένος αλλά με ευγενική φυσιογνωμία και σαν αρκετά έξυπνος.

Χωρίς καμία διατύπωση, όρμησαν και οι δύο μέσα στο γραφείο του. Τους κοίταξε με περιέργεια, χωρίς να κινηθεί από τη θέση του και αποτεινόμενος προς τον χωροφύλακα, ο οποίος είχε σταθεί σε μακρά απόσταση με κάποιο σεβασμό, τον ρώτησε:

«Τι τρέχει;»

«Με στέλνει ο κύριος διευθυντής να…»

«Καλά! Άσε τον πρόλογο… Κατάλαβα πως σε στέλνει ο κύριος διευθυντής. Στην ουσία».

«Ο άνθρωπος αυτός…» επανέλαβε ο χωροφύλακας με δειλία.

«Καλά! Καλά!» του είπε. «Τότε εσύ δεν χρειάζεσαι. Ο άνθρωπος αυτός έχει στόμα και θα μας πει πρώτα ποιος είναι και έπειτα τι θέλει! Γρήγορα όμως».      

Ο ανθρωπάκος τον κοίταξε καλά καλά με περιέργεια και απάντησε:

«Ονομάζομαι Δημητρίου, επαγγέλλομαι τον κτηματομεσίτη και κάθομαι στην άκρη της οδού Μπουμπουλίνας».

«Ωραία!»

«Είναι δυο μέρες τώρα, που, καθώς περνώ για να φθάσω στο σπίτι μου, αισθάνομαι μια βαριά μυρουδιά να βγαίνει από το υπόγειο ενός γειτονικού μου σπιτιού. Σαν κάτι ψόφιο! Σαν…»

Σιώπησε για μια στιγμή και στύλωσε τα βλέμματά του πάνω στον φον Κολοκοτρώνη. Εκείνος τον ρώτησε ανυπομόνως:

«Σαν τι; Λέγε λοιπόν τη γνώμη σου!»

«Τι να σας πω; Δεν ξέρω τι να υποθέσω! Αλλά η μυρωδιά αυτή είναι τόσο βαριά!»

«Μόνο εσύ το αντελήφθης αυτό;»

«Ίσως να το αντελήφθησαν και άλλοι. Αλλά την ώρα που γυρίζω εγώ από το καφενέιο, δεν βλέπω άλλους».

«Και οι γειτόνοι;»

«Στο σπίτι μού είπαν ότι όλοι είναι ανάστατοι και σκοπεύουν μάλιστα να κάνουν αύριο διάβημα».

«Τι υποθέτεις εσύ;»

«Όλα τα υποθέτει κανείς, αλλά τίποτα δεν μπορεί να είναι εξακριβωμένο, εφόσον το υπόγειο για το οποίο σας μιλώ είναι ακατοίκητο και στο πρώτο πάτωμα δεν κάθεται κανείς. Μόνο στο δεύτερο πάτωμα κάθεται μια χήρα με την παράλυτη αδελφή της και δύο μικρές υπηρέτριες».

Η περιέργεια του φον Κολοκοτρώνη είχε κορυφωθεί και είχε αρχίσει να αισθάνεται την επιθυμία να διαλευκάνει μια ώρα ταχύτερα το μυστήριο εκείνο.

«Πάμε!» του είπε, κλειδώνοντας τις σημειώσεις του στο γραφείο του.

Και στρεφόμενος προς τον χωροφύλακα, που στεκόταν ακόμα κοντά στην πόρτα, του είπε:

«Εσύ έλα μαζί μας!»

Στην οδό Μπουμπουλίνας

Μετά από δέκα λεπτά της ώρας, φτάσανε στην οδό Μπουμπουλίνας και σταματήσανε μπροστά σε ένα διώροφο σπιτάκι, το οποίο έφερε τον αριθμό 44. Μια δυσοσμία βαριά κάλυπτε την ατμόσφαιρα σε ακτίνα πολλών μέτρων τριγύρω και προσέβαλε την όσφρησή τους με τρόπο αποπνικτικό. 

«Έχεις δίκιο!» ψιθύρισε ο φον Κολοκοτρώνης στον μεσίτη. «Είναι κάποιο ψοφίμι. Αλλά πρέπει να εξακριβώσουμε πρώτα καλά από πού προέρχεται η δυσοσμία».

Το ζήτημα αυτό όμως δεν τους απασχόλησε καθόλου, διότι εφόσον πλησιάσανε στα σιδηρόφρακτα παραθυράκια του υπογείου, η οσμή γινόταν πιο βαριά και πιο αφόρητη.

«Εδώ είναι!» είπε και κτύπησε δυνατά το τζάμι με το μπαστούνι του.

Το γυαλύ έσπασε και μέσα από τη μεγάλη οπή που σχηματίστηκε, η δυσοσμία άρχισε να εξέρχεται αφθονότερη. Κοίταξε αμέσως τριγύρω του, για να ανακαλύψει την είσοδο. Ο μεσίτης, έξυπνος ανθρωπάκος, παρακολούθησε το βλέμμα του φον Κολοκοτρώνη και πρόλαβε την ερώτησή του.

«Η πόρτα», του είπε, «είναι χαμηλά, από το ίδιο μέρος που είναι και η πόρτα του πρώτου πατώματος».

Χωρίς να χάσει καιρό όρμησε, ωθούμενος από τον μεσίτη, από τον χωροφύλακα και από τον σκοπό–αστυφύλακα του Πολυτεχνείου, που έτυχε να περνά από τη γωνία και τον προσκάλεσε προς ενίσχυση.

Η δυσοσμία, που είχε αρχίσει να ενοχλεί αισθητώς τα αναπνευστικά όργανα των γειτόνων, και η φασαρία, που κάνανε μέσα στη νύχτα, είχαν προσελκύσει μερικούς περίεργους στο μέρος εκείνο, οπότε όταν διέταξε δύο χωροφύλακες να παραβιάσουν την πόρτα, πεντέξι ακόμα γεροί άνδρες προθυμοποιήθηκαν να τους ενισχύσουν στο έργο τους.

Η σαθρά θύρα δεν άργησε να υποχωρήσει. Ετοιμάστηκε να περάσει πρώτος, όμως ο κτηματομεσίτης τον κράτησε από το χέρι για να του πει:

«Μια στιγμή, να προμηθευτούμε δυο κεριά!»

«Έχεις δίκιο».

Τα κεριά δεν άργησαν να φθάσουν. Τα ανάψανε και προσχωρήσανε με προφύλαξη μέσα στο υπόγειο, κρατώντας την αναπνοή τους. Ήταν ένα μικρό διαμέρισμα με τέσσερα δωμάτια. Τέσσερεις πόρτες που άνοιγαν στον ίδιο διάδρομο. Ο φον Κολοκοτρώνης δοκίμασε να ανοίξει την πρώτη. Ήταν κλειδωμένη. Η δεύτερη το ίδιο. Αλλά η τρίτη υποχώρησε μόλις την άγγιξε και τότε η δυσοσμία, αποπνικτική και αφόρητη, εξόρμησε από το δωμάτιο εκείνο της προσόψεως και πλημμύρισε ολόκληρο το σπίτι. Λάβανε ένα προφυλακτικό μέτρο και ανοίξανε διάπλατα τις πόρτες, για να μην πάθουνε ασφυξία.

Ενώπιον του πτώματος

Έπειτα, προχωρήσανε μέσα στο δωμάτιο και τότε ένα θέαμα φρικώδες αποκλύφθηκε στα μάτια τους. Ένα πτώμα κείτονταν φαρδύ πλατύ στη μέση του πατώματος, πλέοντας μέσα σε λίμνη πηχτού μαύρου αίματος. Κοντά του, μια καρέκλα ήταν ανεστραμμένη και πάνω στο κρεβάτι, στρωμένο ακόμα με τα σεντόνια του, διακρίνονταν κάποια ακαταστασία και χοντρές σταγόνες αίματος.

Τα πάντα μαρτυρούσαν ότι μέσα σε εκείνο το δωμάτιο είχε γίνει αληθινή μάχη, πραγματικός αγώνας επικράτησης, ο οποίος κατέληξε στη δολοφονία του άτυχου εκείνου νέου. Διότι το πτώμα εκείνο άνηκε αδιαμφισβητήτως σε έναν νέο είκοσι δύο με είκοσι πέντε το πολύ ετών, με σταχτιά ρούχα πολύ μεταχειρισμένα, ανάστημα μέτριο και πλατείς ώμους. Όσο για το πρόσωπο, κανείς δεν μπορούσε να καθορίσει τα χαρακτηριστικά του, καθώς αλλεπάλληλες μαχαιριές και χτυπήματα με βαρύ όργανο, σιδήρου κατά πάσα πιθανότητα, το είχε παραμορφώσει μέχρι βαθμού απίστευτου. Το ένα μάτι είχε χυθεί τελείως και τα χείλη του, με μια φρικώδη μαχαιριά, ήταν ανοιγμένα ως τον κρόταφο. Το αυτί είχε χωθεί μέσα στα συντετριμμένα οστά της παρειάς του και το κρανίο είχε μεταβληθεί σε θρύψαλα.

«Τι φρίκη!» ψιθύρισε ο μεσίτης με τρόμο, ενώ ματαίως αγωνιζόταν να συγκρατήσει τα ρίγη που συγκλόνιζαν ολόκληρο το σώμα του.

Πράγματι, το θέαμα ήταν φρικιαστικό. Αλλά ποια τάχα να ήταν η αφορμή ενός τέτοιου κακουργήματος; Ο νέος εκείνος, του οποίου το πτώμα βρισκόταν μπροστά στα μάτια τους, ήταν ένα φτωχός κακομοίρης, που δεν είχε βέβαια τίποτα για να του κλέψουν και η υπόθεση αυτή αποκλειόταν τελείως.

Ο φον επιχείρησε να ψάξει μέσα στις τσέπες του, μήπως ανακαλύψει κάποιο φάκελο ή κάποιο πιστοποιητικό από το οποίο να καταφέρει να εξακριβώσει την ταυτότητά του, αλλά εις μάτην. Ούτε ένα χαρτάκι δεν βρίσκονταν πάνω του, παρά λίγα σημειώματα στο μικρό τσεπάκι του γιλέκου του κι ένα φράγκο. Τίποτα παραπάνω.

Απελπισμένος ο φον Κολοκοτρώνης διέταξε τους άνδρες να απομακρυνθούν και όταν έφθασε στην είσοδο του κτιρίου, περιτριγυρισμένος από τους περίεργους γείτονες, ρώτησε:

«Ποιος καθόταν εδώ;»

«Κανείς!» του απάντησαν τρεις άνθρωποι με ένα στόμα. «Δυο χρόνια τώρα μένει ξενοίκιαστο κι αυτό και το πάνω».

«Δυο χρόνια!»

«Μάλιστα!»

«Και ποιανού είναι το σπίτι;»

«Του Μαλακατέ!»

Πήρε σημείωση του ονόματος, για να μην το ξεχάσει. Αλλά αίφνης, μια άλλη ιδέα πέρασε από το μυαλό του. Άραγε ο ποδόγυρος δεν έπαιξε κανένα ρόλο στο έγκλημα αυτό; Το αξίωμα «ζητήστε τη γυναίκα» είναι πολύ γνωστό και οι αστυνομικοί που κάνουν χρήση αυτού του αξιώματος δεν βγαίνουν ποτέ ζημιωμένοι.

Έπιασε τον μεσίτη από το χέρι, τον τράβηξε ιδιαιτέρως και του είπε:

«Πριν λίγο μου είπες ότι πάνω κάθεται μια χήρα κι έχει δύο υπηρέτριες».

«Μάλιστα! Δύο.»

«Μικρές; Μεγάλες;»

«Η μία μεγαλούτσικη!»

«Η άλλη;»

«Δεκαοχτώ ή δεκαεννιά χρονών. Όχι παραπάνω».

«Νόστιμη;»

«Πολύ όμορφη, μάλιστα! Ροδοκόκκινη και πεταχτούλα».

«Πεταχτούλα;»

«Δεν λέω υπερβολές».

«Πως τη λένε;»

«Νομίζω Μαργαρώ!»

«Αυτή είναι!» ψιθύρισε δυνατά χωρίς να το θέλει.

«Ποια αυτή είναι;» ρώτησε ο Δημητρίου κατάπληκτος. «Α μπα! Μην έχετε καμιά υποψία. Αυτή δεν είναι κακό κορίτσι».

«Δεν είπα κάτι τέτοιο! Ησύχασε! Μου κάνεις όμως μια χάρη;»

«Λέτε! Τι χάρη;»

«Μπορείς να μου τη φωνάξεις;»

Ο μεσίτης έσπευσε αμέσως να εκτελέσει την επιθυμία του.    

Την επόμενη Τετάρτη στο red n’ noir:

Όπου εμφανίζεται ο παντοπώλης Β. Αναστασόπουλος | Η Μαργαρώ είχε ένα μικρό αισθηματάκι | Ο Σπύρος Γιούρος και ο άγνωστος αντεραστής του | Ο Σκοτίδης και ο Σάρρος | Επί τα ίχνη του ενόχου | Μια στιχομυθία με τη σαστισμένη υπηρέτρια | Ο Μαλακατές ιδιοκτήτης και το αντικλείδι | Από την οδό Μπουμπουλίνας στο τμήμα | Τα βασανιστήρια ενός αστυνομικού | Πόσο στοιχίζει ο έρωτας του μπακαλόγατου