Δημήτρης Κουσουρής: «Δίκες των δοσίλογων 1944–1949»

Δικαιοσύνη, συνέχεια του κράτους και εθνική μνήμη

Ήταν 16 Ιουνίου του 1998. Τις προηγούμενες ημέρες, ένα πλατύ κίνημα εκπαιδευτικών, φοιτητών, μαθητών και αλληλέγγυων αγωνιζόταν με κάθε τρόπο να ακυρώσει τον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ των εκπαιδευτικών. Τα εξεταστικά κέντρα και οι δρόμοι γύρω από αυτά είχαν μετατραπεί σε πεδία μάχης, σε έναν από τους πιο μαζικούς και συγκρουσιακούς αγώνες που γνώρισε το μεταπολιτευτικό εργατικό κίνημα.  Εκείνο το πρωί  της 16ης Ιουνίου, διεξαγόταν στην Ευελπίδων το δικαστήριο των συλληφθέντων αγωνιστών των συγκρούσεων. Ταυτόχρονα, μέλη της Χρυσής Αυγής δικάζονταν για παλιότερη επίθεση εναντίον μελών του ΣΕΚ. Με το πέρας της διαδικασίας, κατά τον προσφιλή τους τρόπο, οι ναζιστές, ως τσούρμο δολοφόνων, επιτέθηκαν με λοστούς και καδρόνια σε τρεις φοιτητές της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση, τραυματίζοντας τον έναν πολύ σοβαρά στο κεφάλι. Αυτός ο φοιτητής ήταν ο Δημήτρης Κουσουρής .

Ο Δημήτρης Κουσουρής έδωσε μάχη για να κρατηθεί στη ζωή και τα κατάφερε. Είναι ένα απ’ αυτά τα σύμβολα που μας θυμίζουν πως ο αγώνας για ζωή και ελευθερία πάντα θα σταματάει τη φασιστική κτηνωδία. Σήμερα, ο Δ. Κουσουρής είναι καθηγητής ιστορίας  και συμβάλλει με τον τρόπο του στον αγώνα της μνήμης ενάντια στο σκοτάδι του φασισμού. Σήμερα, που η δίκη της Χρυσής Αυγής μπαίνει στην τελική της ευθεία, η ιστορική μελέτη «Δίκες των δοσίλογων 1944–1949. Δικαιοσύνη, συνέχεια του κράτους και εθνική μνήμη», που εκδόθηκε πριν από έξι χρόνια από τις εκδόσεις Πόλις, αποκτά μια νέα επικαιρότητα. Πώς συμπεριφέρθηκε το ελληνικό κράτος στους προγόνους των χρυσαυγιτών; Ας μην ξεχνάμε τι έλεγε ο φύρερ Μιχαλολιάκος σε συγκέντρωση της συμμορίας του: «Είμαστε η σπορά των νικημένων του 1945. Αυτοί είμαστε. Οι εθνικιστές, οι εθνικοσοσιαλιστές, οι φασίστες!».

Η απελευθέρωση της Ελλάδας από την ναζιστική κατοχή έφερε μαζί της ελπίδες για το χτίσιμο μιας νέας ζωής, που γεννήθηκαν από το γιγαντιαίο κίνημα της εαμικής αντίστασης. Οι κυρίαρχες πολιτικές ελίτ είχαν απαξιωθεί πλήρως, καθώς είτε συνεργάστηκαν μα τους κατακτητές είτε τα μαζέψανε και φύγανε για το Κάιρο. Έτσι, ο κυρίαρχος διπολισμός βενιζελικών– μοναρχικών υποχώρησε μπροστά στην ταχύτατη ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος, το οποίο δεν περιορίστηκε μονάχα στη στρατιωτική αντιπαράθεση του ΕΛΑΣ με τους κατακτητές, αλλά απελευθέρωσε τεράστιες ποσότητες λαϊκής αυτενέργειας. Οι πολιτικές ισορροπίες και η διάταξη των πολιτικών δυνάμεων δεν θύμιζαν σε τίποτα την προκατοχική περίοδο. Ήταν τέτοια η ένταση και η έκταση του λαϊκού πόθου για ελευθερία, που ανάγκασε τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου (γνωστό και ως «παπατζή») να υιοθετήσει την έννοια της «λαοκρατίας» στον «Λόγο της απελευθέρωσης» που εκφώνησε την 18η Οκτωβρίου του 1944. Στο λόγο αυτό ο Παπανδρέου παραδεχόταν πως «η Ηγέτις Τάξις, κατα μέγα μέρος, δεν απεδείχθη αξία του Λαού», ενώ υποσχόταν την παραδειγματική τιμωρία των δοσίλογων: «Το Εθνικὸν Συμβόλαιον του Λιβάνου επαγγέλλεται την επιβολὴν σκληρών κυρώσεων κατά των προδοτών της Πατρίδος και των εκμεταλλευτών της δυστυχίας του Λαού μας. Με το Διάγγελμα της 4ης Σεπτεμβρίου, η Κυβέρνησις επανέλαβε την υπόσχεσιν ότι η Εθνική Νέμεσις θα είναι αδυσώπητος. Και τώρα θα τηρήση την υπόσχεσίν της».

Οι εξελίξεις όμως δεν επιβεβαίωσαν την υπόσχεση του Παπανδρέου. Η «Εθνική Νέμεσις» στο τέλος φάνηκε αδυσώπητη εναντίον του εαμικού κινήματος και των κομμουνιστών που στάθηκαν στην κεφαλή του, ενώ έδειξε επιείκεια στους άσωτους υιούς της, τους δοσίλογους, τους συνεργάτες των φασιστών, τους μπουραντάδες και τους ταγματασφαλίτες. Οι κυρίαρχες προπολεμικές ελίτ μαζί με τις ελίτ που αναδύθηκαν από τη δυστυχία της Κατοχής έβλεπαν πως το εαμικό λαϊκό κίνημα απειλούσε την πρωτοκαθεδρία τους και θέλησαν να κερδίσουν το χαμένο έδαφος. Η επίθεση στο εαμικό κίνημα ήταν αστραπιαία. Η ήττα στη μάχη του Δεκέμβρη, η βρετανική επέμβαση και η λευκή τρομοκρατία που ακολούθησε τη Βάρκιζα δημιούργησαν το κατάλληλο υπόβαθρο για να χτιστεί από την αρχή το αντικομμουνιστικό κράτος των εθνικοφρόνων, το οποίο εμφανιζόταν ταυτόχρονα ως «αντιφασιστικό κράτος» σε μια πρώιμη εκδοχή της θεωρίας των δυο άκρων.

Στο πλαίσιο αυτό, δημιουργήθηκε ο μύθος της «ομόθυμης και καθολικής αντίστασης των Ελλήνων απέναντι στο φασιστικό ζυγό», σε μια προσπάθεια να συγκαλυφθεί το βάθος και η έκταση του φαινομένου της συνεργασίας με τους κατακτητές. Με βάση αυτόν το μύθο, κατά τον οποίο το φαινόμενο του δοσιλογισμού αφορούσε μια μικρή ανάξια ελίτ, επανεντάχθηκαν πλήρως στον εθνικό κορμό οι χιλιάδες συνεργάτες των κατακτητών, ώστε να συμμετέχουν εξαγνισμένοι στον αγώνα εναντίον του «σλαβοκομμουνισμού».

Έτσι λοιπόν, τα Ειδικά Δικαστήρια Δοσίλογων από το 1945 έως το 1949 δίκασαν ένα μικρό μονάχα αριθμό δοσίλογων, απαλλάσσοντας τη συντριπτική πλειοψηφία τους, μένοντας στη λαϊκή μνήμη ως «αθωοδικεία». Την ίδια ώρα, τα έκτακτα στρατοδικεία εξαντλούσαν την αυστηρότητά τους εναντίον των αριστερών, των κομμουνιστών κι άλλων δημοκρατών που πολέμησαν για την απελευθέρωση της Ελλάδας από το φασιστικό ζυγό.  Όπως γράφει ο Κουσουρής: «Όπως είδαμε, οι διοικητικές ή πολιτικές κυρώσεις εις βάρος των δοσίλογων, που αλλού επιβάλλονταν κατά εκατοντάδες, στην Ελλάδα ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Αντιθέτως, οι απολύσεις εαμικών υπολογίζονται σε χιλιάδες. Ο αριθμός των ποινικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν στους αριστερούς αγωνιστές ήταν εφτά με δέκα φορές μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο των δοσίλογων. Η σύγκριση με τον υπερεκατονταπλάσιο αριθμό εκτελέσεων αριστερών κρατουμένων φέρνει στο φως την αποτρόπαιη όψη της μεταπολεμικής ελληνικής Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τις πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις, από τις 7200 θανατικές ποινές που εκδόθηκαν εις βάρος αριστερών αγωνιστών από τα έκτακτα στρατοδικεία μεταξύ 1946 και 1949, εκτελέστηκαν περίπου οι 3500. Το ποσοστό που προκύπτει στην παραπάνω κλίμακα –σχεδόν 50 ανά 100.000 κατοίκους– είναι από 20 έως 100 φορές υψηλότερο από εκείνο των δοσίλογων που είχαν εκτελεστεί με νόμιμες διαδικασίες, στο πλαίσιο των δικαστικών εκκαθαρίσεων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το γεγονός και μόνο ότι στην Ελλάδα σε κάθε δοσίλογο που εκτελέστηκε από την επίσημη Δικαιοσύνη αντιστοιχούν 140 εκτελεσμένοι κομμουνιστές καταδεικνύει τον επιφανειακό και προσχηματικό χαρακτήρα της δίωξης των δοσίλογων».

Ενδεικτικό για την ασυμμετρία της αντιμετώπισης δοσίλογων και εαμικών ήταν το Θ’ Ψήφισμα  «περί εξυγιάνσεως των Δημοσίων Υπηρεσιών» (28 Ιουνίου 1946), στο οποίο από τη μια προβλεπόταν απόλυση μόνο για «εκούσια και συνειδητή συνεργασία» με τους κατακτητές, ενώ από την άλλη η απόλυση αφορούσε «οιαδήποτε συμμετοχή ή συνέργεια εις την εκδήλωσίν της από 3 Δεκεμβρίου 1944 μέχρι 12 Φεβρουαρίου 1945 στάσεως και οιαδήποτε έκτοτε δράσιν –ή συμμετοχή εις τοιάυτην– κατά της εν τω Κράττει εννόμου τάξεως».  

Για το τέλος, αναφέρουμε τη δίκη των κατοχικών κυβερνήσεων, η οποία επίσης αποδείχθηκε μια φάρσα, αφού οι μάρτυρες κατηγορίας μετατρέπονταν σύντομα σε μάρτυρες υπεράσπισης για τις δοσιλογικές κυβερνήσεις και τα Τάγματα Ασφαλείας. Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, τα Τάγματα Ασφαλείας δεν αποσκοπούσαν στην άσκηση βίας εναντίον Ελλήνων λόγω της δράσης τους εναντίον των κατακτητών, αλλά στην αποκατάσταση της δημόσιας τάξης στην ύπαιθρο και τις πόλεις, «ήτις είχεν επικινδύνως από του θέρους του 1942 διασαλευθεί ως εκ της δράσεως κακοποιών στοιχείων, εκτραπέντων εις κατάλυσιν αρχών, φόνους οργάνων της τάξεως και πολιτών». Εν τέλει, σε θάνατο καταδικάστηκε ο Τσολάκογλου μαζί με δύο υπουργούς Οικονομικών κατοχικών κυβερνήσεων (Γκοτζαμάνης, Τσιρονίκος), ενώ οι άλλοι δύο κατοχικοί πρωθυπουργοί (Λογοθετόπουλος και Ράλλης) καταδικάστηκαν σε ισόβια. Καμιά από τις θανατικές ποινές δεν εκτελέστηκε. Μονάχα ο Ράλλης πέθανε στη φυλακή, ενώ ο Τσολάκογλου πέθανε στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού. Οι Τσιρονίκος και Γκοτζαμάνης αποφυλακίστηκαν λίγα χρόνια αργότερα. Όπως αναφέρει ο Πολυμέρης Βόγλης: «Γενικά μέχρι το 1948 μόνο εικοσιπέντε δοσίλογοι είχαν εκτελεστεί, γεγονός που επιβεβαίωνε τη διάχυτη στην κοινή γνώμη πεποίθηση ότι στην Ελλάδα η συνεργασία με τον εχθρό είχε μείνει ατιμώρητη» (Π. Βόγλης, Η αδύνατη επανάσταση, εκδόσεις Αλεξάνδρεια).