Το Κράξιμο: Ψιλή κουβέντα με την Πάολα

Το αγαπήσανε το περιοδικάκι, ήταν και η προσωπικότητά μου που τους έσπαγε τα στερεότυπα και αυτό το εκτιμούσανε

Πάνε σχεδόν τριάντα χρόνια από το 1993, απ’ όταν δηλαδή το «Κράξιμο», το θρυλικό αντεργκράουντ περιοδικό «επαναστατικής ομοφυλόφιλης έκφρασης», όπως έγραφε στο εξώφυλλό του, που εκδιδόταν από την επίσης θρυλική Πάολα Ρεβενιώτη, σταμάτησε την κυκλοφορία του. Όπως λέει η ίδια στο red n’ noir, είχε τότε κλείσει τον κύκλο του. «Έκανε τον κύκλο του. Δεν θα μπορούσε να κρατήσει την αγνότητά του, συγχρόνως βγήκαν κι άλλα περιοδικά, πιο εμπορικά και επαγγελματικά. Αυτά τα πράγματα βγαίνουν όταν πρέπει να βγουν. Παίζουν τον ρόλο τους και εξαφανίζονται, δεν είναι αιώνια.»

Δεν είναι η εποχή σήμερα, έτσι κι αλλιώς, που θα μπορούσε να ανθίσει ένα έντυπο περιοδικό –αντεργκράουντ ή μη. Αυτό όμως δεν ίσχυε το 1981, όταν σε ένα καφενείο στα Εξάρχεια συλλέχτηκε η ύλη του πρώτου τεύχους. «Τα πρώτα κείμενα τα μάζεψα στη Ζωοδόχου Πηγής, σε ένα καφενείο που πήγαιναν αναρχικοί –δεν θυμάμαι πώς το λέγανε– και πέρναγε κάθε απόγευμα η Ασφάλεια και μας φωτογράφιζε.»

Το «Κράξιμο», παρότι αντεργκράουντ, έχει φιλοξενήσει άρθρα και συνεντεύξεις μιας σειράς προσώπων, που οι στήλες του πολιτιστικού ρεπορτάζ συνηθίσουν να χαρακτηρίζουν ως «ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών», όπως ο Φελίξ Γκουαταρί, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο Μίνως Αργυράκης, ο Αλέξης Μπίστικας, ο Τάκης Σπετσιώτης, η Κατερίνα Γώγου, ο Γιώργος Χρονάς, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Μιχάλης Ράπτης, η Μαλβίνα Κάραλη, ο Χρόνης Μίσσιος, ο Δημήτρης Παπαϊωάνου και ο Κώστας Ταχτσής. 

«Το αγαπήσανε το περιοδικάκι, ήταν και η προσωπικότητά μου που τους έσπαγε τα στερεότυπα και αυτό το εκτιμούσανε», εξηγεί η Πάολα.

Η εκδότρια ενός αντεργκράουντ περιοδικού της εποχής των 80ς δεν περιορίζει την δραστηριότητά της στη συγκέντρωση της ύλης αλλά και στο δημιουργικό κομμάτι του στησίματος, του τυπώματος και της διανομής του. Πόσο μάλλον όταν είναι τόσο ριζοσπαστικό για την εποχή του και έχει να αντιμετωπίσει διώξεις και μηνύσεις. Η έκδοση ενός αντεργκράουντ περιοδικού μοιάζει με ολόκληρη περιπέτεια.

«Τότε το μοντάζ ήταν πιο χρονοβόρο. Ο Λεωνίδας ο Χρηστάκης είχε έρθει σπίτι και μου είχε εξηγήσει πώς γίνεται. Μου είχε γράψει τις διαστάσεις για να φτιάξω μια μονταζιέρα. Ο Χρηστάκης ήταν δάσκαλος για τα περιοδικά. Μπορεί να του προσάψουμε ότι ήταν λίγο στριμμένος αλλά ήταν μεγάλη προσωπικότητα και παρεξηγημένη. Μου είχε μάθει να φτιάχνω τη μονταζιέρα. Η μονταζιέρα ήταν ένα ξύλινο κουτί με δυο λάμπες φθορίου μέσα, από πάνω βάζαμε ένα πλέξιγκλας και ένα κρύσταλλο καλό. Βάζαμε από πάνω ένα ριζόχαρτο, το κολλάγαμε, και πάνω στο ριζόχαρτο αρχίζαμε το μοντάζ.

Τα πρώτα κείμενά μου τα έδινα να μου τα χτυπήσουν πάνω σε ρολά, τα όποια έπρεπε να τα διορθώνω μετά, γιατί δεν φτάνανε τα δικά μου ορθογραφικά λάθη έπρεπε να υπάρχουν και τα δικά τους… Έπαιρνα αυτό το ρολό μετά, το κολλούσα, έκανα μια γραμμούλα με ένα χάρακα, κι όταν έμενε κενό έπρεπε κάτι να σκεφτώ να το γεμίσω. Δεν ήταν εύκολο πράγμα, αλλά είχε και μια γοητεία. Μόλις έκανες το μοντάζ, το πήγαινες στο τυπογραφείο και το κάνανε τσίγκους. Μετά, όταν τυπωνόταν, επειδή δεν περίσσευαν λεφτά να μου τα διπλώσουν, έπαιρνα τις σελίδες και τα δίπλωνα μόνη. Και μετά το έβλεπα κρεμασμένο στο περίπτερο και καμάρωνα!  Ήταν τέχνη ένα περιοδικάκι.

Πρόσφατα, με σταμάτησε ένα παιδί και μου είπε ότι έχει τεύχη από το «Κράξιμο» επειδή τα τύπωνε ο πατέρας του, πολύ συγκινητικό.»

Εκτός από τον τρόπο που συλλεγόταν το υλικό για το «Κράξιμο», το πώς στηνόταν και το πώς τυπωνόταν, υπάρχει μια σειρά από ερωτήματα στα οποία απαντάει η Πάολα, όπως το πώς και πού γινόταν η διανομή. Τι ανάγκες κάλυπτε, ποια η σχέση του με άλλα περιοδικά αντίστοιχης ύλης της εποχής, όπως το «Αμφί»; Πώς το αντιμετώπισαν τα Εξάρχεια της εποχής; Πώς το αντιμετώπισε η αστυνομία, αλλά και πώς το ίδιο αντιμετώπισε την αστυνομία; Τι σήμαινε, τέλος, να είσαι τρανς τη δεκαετία του 1980;

Πώς και πού γινόταν η διανομή;

«Εκείνη την εποχή υπήρχαν μερικά στέκια, μερικά βιβλιοπωλεία, όπως το βιβλιοπωλείο του Γαρμπή στα Εξάρχεια, αλλά κυρίως σε περίπτερα. Υπήρχε και ένα περίπτερο κεντρικό, που έπαιρνε και τα μεγαλύτερα ποσοστά, στην Κάνιγγος, ιστορικό περίπτερο. Εκεί, έβλεπες όλο τον αντεργκράουντ τύπο, από το «Ιδεοδρόμιο» του Λεωνίδα Χρηστάκη μέχρι τις εφημερίδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Υπήρχαν και μερικά άλλα βιβλιοπωλεία, αλλά συνήθως πουλιόταν στην Ομόνοια σε κεντρικά σημεία. Έξω από την Εθνική Τράπεζα, όπου εκεί πουλούσε 400-500 τεύχη, και σε μερικά άλλα στέκια στην Ομόνοια. Από πέντε στέκια στο κέντρο έφευγαν τα περιοδικά. Όπως και κανένα άλλο περιοδικό, εκτός από τα γνωστά τα κατεστημένα που υπήρχανε, δεν είχε ευρεία διανομή. Και να το έδινες σε πρακτορείο δεν είχε νόημα. Εγώ από κάποια και μετά προσπάθησα να το κάνω, αλλά οι περιπτεράδες δεν το βάζανε γιατί είχαν τόσα άλλα περιοδικά.» 

Τι ανάγκες κάλυπτε, ποια η σχέση του με άλλα περιοδικά αντίστοιχης ύλης της εποχής, όπως το «Αμφί»;

«Καταρχήν, εγώ ποτέ δεν δήλωσα ότι το «Κράξιμο» είναι ένα περιοδικό για τους ομοφυλόφιλους. Δεν με ενδιέφερε αυτό. Δήλωσα ότι ήταν ένα περιοδικό για την ομοφυλόφιλη απελευθέρωση, κάτι που ήταν εντελώς διαφορετικό. Γιατί είχα ζήσει και στο δρόμο από μικρό παιδάκι και έβλεπα τι διαφορές έχει μια τρανς ή ένας γκέι που δεν έχει στον ήλιο μοίρα με έναν άλλον ο οποίος ήταν μεγάλος μοντελίστ ή μεγάλος κομμωτής και τον είχαν στα όπα-όπα. Την ταξική διαφορά την καταλάβαινα από τότε και δεν μου πήγαινε η καρδιά να γράψω οι «ομοφυλόφιλοι», δεν μπορούσα να ταυτιστώ με διάφορους οι οποίοι στα αρχίδια τους για μένα.

Το «Αμφί» ήταν ένα αριστερό περιοδικό, εναλλακτικό και με ήθος, αλλά δεν ήταν ένα περιοδικό που μπορούσε να εκφράσει εμένα. Ήταν ελιτίστικο. Φυσικά και χρωστάω πολλά στο «Αμφί», έμαθα πράγματα από το «Αμφί», αλλά δεν ήταν ένα περιοδικό που εξέφραζε εμένα. Μια τρανς που είναι στο δρόμο έχει άλλα βιώματα από έναν ομοφυλόφιλο ο οποίος είναι αριστερός, έχει τη δουλειά του, και ο οποίος δεν το λέει στη δουλειά του. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν, όση διάθεση κι αν είχαν, τα προβλήματα τα δικά μας και δεν μας βλέπανε και ισότιμα. Ήταν μια εποχή κιόλας που οι ομοφυλόφιλοι τις τρανς τις θεωρούσαν πολύ παρακμή, πολύ υπόκοσμο.»

Πώς αντιμετώπισαν το περιοδικό τα Εξάρχεια της εποχής;

«Δεν ήταν αποδεκτό από τον αναρχικό χώρο, δεν το θεωρούσαν δηλαδή δικό τους περιοδικό. Μπορεί να το παίρνανε και να το συζητούσαν, αλλά δεν ήταν αποδεκτό.

Στα Εξάρχεια της εποχής με αγαπούσαν, αλλά δεν με αποδεχόντουσαν. Σε αποδεχόντουσαν μόνο όταν ήσουν θύμα. Ο Νικόλας ο Άσιμος εμένα δεν με χώνευε γιατί ήμουν πάντα καλοντυμένη και είχα αγοράσει και ένα αυτοκινητάκι. Με θεωρούσε ότι έχω μπει στο σύστημα επειδή δεν ήμουν χωρίς δόντια και να κλαίω τη μοίρα μου. Μου έλεγε ότι έχω την κιλότα στο κεφάλι μου, είχα νευριάσει και μ’ αυτόν. Δεν μπορούσαν πολλοί να καταλάβουν ότι είχαν τα προνόμια του λευκού στρέιτ, φοιτητές όλοι σε καλές σχολές, και δεν καταλάβαιναν τη διαφορά μας…»

Πώς το αντιμετώπισε η αστυνομία αλλά και πώς το ίδιο αντιμετώπισε την αστυνομία;

«Αν δεις τα πρώτα τεύχη ήταν πολύ επιθετικά απέναντι στους μπάτσους. Είχα μια στήλη μικρή που λεγόταν «αστυνομικά χρονικά», στην οποία υπήρχαν καταγγελίες. Αυτό το έπαιρναν σοβαρά οι μπάτσοι. Μετά ήταν και ένα περιοδικό που κίνησε την περιέργεια, το περιοδικό μιας τρανς που κάνει και βίζιτες. Με έσωσε που με έκανε γνωστή και δεν έτρωγα ξύλο από τους μπάτσους. Δεν ήταν όμως ο σκοπός μου αρχικά αυτός.

Από την άλλη, οι μπάτσοι μου έκαναν μηνύσεις και δεν υπήρχε ούτε κίνημα, ούτε ίντερνετ να με προστατέψει, και ήμουν και μικρό παιδάκι τότε, όταν το έβγαλα πρέπει να ήμουν είκοσι χρονών.

Με τα χρόνια κατάλαβα ότι ήταν σπουδαίο περιοδικό. Όταν το έβγαζα, το έβγαζα από ανάγκη. Και όταν λέω από ανάγκη δεν εννοώ οικονομική, γιατί δεν είχε κέρδος.»

Τι σήμαινε να είσαι τρανς τη δεκαετία του 1980;

«Ήταν σκληρές οι συνθήκες πολύ αλλά και οι ανταμοιβές μεγαλύτερες. Είχες χιλιάδες γκόμενους. Το τρανς μπορεί να είναι τώρα πιο κοινωνικά αποδεκτό, αλλά έγινε πιο περιθωριακό στη σεξουαλικότητα του Έλληνα, τότε ήταν κυρίαρχο. Η Συγγρού ήταν παρέλαση από χιλιάδες όμορφα αγόρια που σε είχαν θεά. Μια κοινωνία που σε έλεγε πούστη το πρωί ερχόταν το βράδυ και σε πλήρωνε. Έβλεπες πως έχεις αξία…»