Ρώμος Φιλύρας: Ψιλή κουβέντα με τον ποιητή στο μεσοπολεμικό Δρομοκαΐτειο

Μια συνέντευξη του ποιητή στον δημοσιογράφο Γ. Δημάκο, στο περιοδικό Παναθήναια

Ρώμος Φιλύρας! Ποιος μπορεί να λησμονήσει τον ποιητή του «Πιερότου», του «Γόη» και τόσων άλλων ωραίων τραγουδιών;

Και όμως… Ο Φιλύρας, κατά το έτος 1933, είναι ήδη πέντε χρόνια κλεισμένος μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός θαλάμου του φρενοκομείου. Από τα καγκελόφραχτα παράθυρα μόνο οι ακτίνες του ήλιου μπορούν να περάσουν και η εικόνα του κόσμου πάντα ίδια: ένα βουνό και λίγα πεύκα. Το θέαμα όμως αυτό είναι αρκετό για να συγκινήσει έναν ποιητή. Και ο Φιλύρας, μ’ όλη τη βαριά του αρρώστια, δεν έπαψε να είναι ποιητής. Ο ποιητής, που τόσο μας συγκίνησε με τον αυθορμητισμό και τη γλυκιά μελαγχολία των στίχων του. Κλεισμένος στο Δρομοκαΐτειο, μέσα στο πιο τραγικό περιβάλλον, γράφει. Γράφει ποιήματα και πεζά. Και κάτι άλλο ακόμα. Ο Φιλύρας, τον τελευταίο καιρό, ζωγραφίζει. Με το μολύβι στο χέρι, κάθεται ώρες και σχεδιάζει πράγματα που βλέπει και πράγματα που φαντάζεται…

                                                                              ***  

Την πρώτη φορά που ο κύριος Γ. Δημάκος, συντάκτης του περιοδικού Παναθήναια, πήγε να τον δει, ένα ηλιόλουστο χειμωνιάτικο μεσημέρι, βρήκε τον ποιητή καθισμένο στο κρεβάτι του. Είχε μια ελαφριά αδιαθεσία, που δεν το εμπόδιζε ωστόσο να μιλάει με κέφι. Μίλησε για τη ζωή του, θυμήθηκε τους φίλους του, σχολίασε ειδήσεις που είχε διαβάσει στις εφημερίδες. Γιατί ο Φιλύρας, παρόλη την απομόνωσή του, διαβάζει και παρακολουθεί το καθετί που τον ενδιαφέρει. Η φιλολογική κίνηση του περιοδικού Παναθήναια ήταν το αγαπημένο του θέμα.

Έπειτα, μίλησε στον κύριο Γ. Δημάκο για την υγεία του:

«Τώρα είμαι καλά», είπε. «Σε λίγο καιρό θα βγω έξω». 

Ποθούσε να αρχίσει μια νέα ζωή, να ταξιδέψει, να τυπώσει ανέκδοτα έργα του.

Τώρα είναι η δεύτερη επίσκεψη που του κάνει, παρέα με τον συνεργάτη του κύριο Φαλτάιτς. Αυτή τη φορά, τον συναντάνε στο γραφείο της διευθύνσεως. Ήσυχος, χλωμός, με τη ρεμπούπλικά του στο κεφάλι, είχε ριγμένο στους ώμους ένα παλιό μπαλωμένο παλτό. Κάθισε απέναντί τους, έσιαξε τα γυαλιά του κι έβγαλε το κομπολογάκι του.

«Παίρνεται ένα καφεδάκι, κύριε Ρώμο;» του λέει ο υποδιευθυντής του Δρομοκαΐτειου, κύριος Σκουλικίδης.  

Ο Φιλύρας δεν χαλάει χατίρι. Δέχεται τον καφέ. Έχει όμως ένα παράπονο. Όχι βέβαια με τον διευθυντή –εκεί μέσα όπως λέει τον αγαπούν όλοι– αλλά  με τον κύριο Δημάκο, για κάτι που έγραψε μετά την προηγούμενή του επίσκεψη.

«Γιατί να γράψετε ότι με ξέχασαν;» παρατηρεί.

«Δεν εννοούσα τον ποιητή, αλλά τον άνθρωπο.»

«Και μήπως είμαι τίποτα άλλο εκτός από ποιητής;» ήταν η απάντησή του.

Έτσι βλέπει ο Φιλύρας τον εαυτό του και μέσα στο Δρομοκαΐτειο. Μόνο ποιητή. Κατόπιν, μιλάει για την αρρώστια του, ήσυχα, σαν να μην ήταν αυτός ο άρρωστος. Το 1922 είχε ζαλάδες και αϋπνίες. Σηκωνόταν στις τρεις το πρωί και πήγαινε στου Ζαχαράτου. Πήγε μάλιστα σε κάποιον γιατρό παθολόγο να τον κοιτάξει. «Είναι από το στομάχι», του είπε εκείνος. Και ο Φιλύρας γελάει ακόμα με τη διάγνωσή του.

«Φανταστείτε τι διάγνωση έκανε! Εγώ όμως ήξερα την αρρώστια μου», λέει.

«Και γιατί δεν πηγαίνατε να κάνετε αμέσως θεραπεία;»

«Δεν ήθελα να κλειστώ σε κλινική. Νόμιζα πως έτσι θα πέθαινα!»

Ο κύριος Σκουλικίδης τον ρωτάει ποια συμπτώματα παρουσίαζε τότε. Ο Φιλύρας τα θυμάται όλα. Είχε πολιτικό παραλήρημα. Έβγαζε λόγους κι έβαλε μάλιστα υποψηφιότητα για βουλευτής.

«Θυμάσαι, Ρώμο, που μίλησες στις κολώνες για το συνταγματικό;» ρωτάει ο κύριος Φαλτάιτς.

Ο Φιλύρας προσπαθεί να θυμηθεί.

«Όχι, όχι! Α ναι, ναι, έχεις δίκιο! Έπρεπε όμως να μιλήσω! Έπρεπε! Και τα είπα ωραία, ε;»

Ύστερα προσθέτει:

«Αυτά όμως εμένα δεν με ενδιαφέρουν!»

Τι τον ενδιαφέρει; Η ποίηση! Βγάζει από την τσέπη του ένα μάτσο χειρόγραφα.

«Να, πάρτε ένα ποίημα!» λέει. «Όχι αυτό, δεν το έχω τελειωμένο».

Τους δίνει ένα τραγούδι από την ανέκδοτη συλλογή «Ακουαρέλες του Αιγαίο» και τους παρακαλεί να το δημοσιεύσουν. Είναι ασφαλώς από τα καλύτερά του.

ΣΑΡΩΝΙΚΟΣ

Σαρωνικέ το κύμα σου κουφάλες βαθουλώνει,

Στις γραφικές σου ακρογιαλιές, σε θόλους μουραγιών,

Στις δαντελλένιες γλώσσες των, ο αφρός του ξεφαντώνει.

Μόλις μπλαβό το χρώμα σου ξαλλάζει στο κραγιόν.

Ξεμπουνατσάρει ο ρούφουλας και μες στα νύχτια σκότη,

Μπουράσκα δέρνει σύβαθα και ρεύει τα καδιά

Της τράτας και τα σύνεργα του καϊκιού στην πρώτη

Και την στερνήν, ανώφελη θαλασσινή ευδειά.

Βαρκούλες κι ανεμότρατες, καΐκια, τρεχαντήρια

Μες στη γαλήνη, που το φως, μεσημερνή γιορτή,

Πλούσιο σκορπιέται ολόγυρα στα πρώτα παραθύρια,

Αναγαλλιάζουν τα νερά σε σπιθωσιά ρευστή.

Μονόξυλα, αβοήθητα κι η τράτες, παραγάδια

Ρίχνουν και σέρνουν στη στεριά σε λάμψεις χαλικιών

Απ’ την Καστέλλα, ως της γλαυκής και γλαφυρής τα χάδια

Της φρεαττύδας τα γλυπτά βραχάκια, τον γιαλόν.

Φάληρα, ξέφωτα κι ακτές, οι Φλέβες αντικρύ

Και τα δυο ξέχειλα νησιά η Αίγινα κι ο Πόρος

Άγιος Κοσμάς, η Βάρκιζα κι η Βούλα σου η μικρή

Δαντελλωτός και στρογγυλός, πλατύς όλος ο χώρος.

Κι απ’ τα κοχύλια σου ως το φως, την ίσια σου γραμμή,

Κόλπε γλαυκέ, κι ο κάβουρας κι η μέδουσα στο φύκι

Καλοκαιρινή ξεφάντωσι στο κύμα σου η συρμή

Σαν άπλωμα βαλσάμικο στα πορφυρά σου μήκη. 

Εκτός από τον «Σαρωνικό», ο Φιλύρας δίνει στον κύριο Δημάκο και ένα πεζό που τιτλοφορείται «Η κλίσις μου στην Ποίησι». Είναι, όπως λέει, μια μικρή φιλολογική αυτοβιογραφία και να πώς περιγράφει την αρχή του ποιητικού σταδίου:

«Από 8 ετών, δηλαδή από την 3η του Δημοτικού Σχολείου, την οποία διήνυα στην πατρίδα μου, την κωμόπολι Κιάτον της Κορινθίας, άρχισα να γράφω. Ο πατέρας μου, φιλόλογος κατ’ επάγγελμα, σχολάρχης, ρήτωρ και ποιητής, ανοιχτόκαρδος και χορευτής, μύστης της αρχαίας Παιδείας και των Γραμμάτων ακούραστος καλλιεργητής, συγγραφεύς σχολικών βιβλίων και αρχαιοπρεπών δραμάτων, λάτρης των δημωδών ασμάτων, του ψαλτηρίου και της ακολουθίας, υιός ιερέως και εγγονός επίσης διακονησάντων εν τω δήμω Τρικκάλων, εξ ου και το επίθετο: «Οικονόμος» και «Οικονομόπουλος» Νικόλαος και Παναγιώτης, του δε πατρός μου Βασίλειος, ελκόντων το γένος εκ Κωνσταντινουπόλεως και Ρώμης, μετηνάστευσαν δε μετά την πτώση της Βασιλίδος και την Ελληνική Επανάστασιν του ’21, υπερήφανοι και πανηγυρίζοντες δια την απελευθέρωιν, της μικράς τότε, Ελλάδος.

Η μητέρα μου εκ Νaυπλίου, πρωτευούσης τότε του Κράτους, εκ των καλύτερων οικογενειών καταγωγής Ενετικής, από 2 αιώνων Δογικής, εκ πυρήνως οικογενειών, αριστοκρατικών, πάππου συμβολαιογράφου της Επικρατείας, επί Όθωνος, συγγενεύοντως προς τους Βιλλαρδουΐνους της Αχαΐας Ιωαν. Δ. Σαρεγιάννη.

Ο δημοδιδάσκαλος που μου εξέμαθε τα πρώτα γράμματα και τα πρώτα σχολικά ποιήματα, θείος μου, πρώτος εξάδελφος του πατρός μου, Δ. Οικονομόπουλος, υιος ιερέως και ούτος. Δια τας εξετάσεις με έβαλε να μαθαίνω και να απαγγέλλω ποιήματα, το θέρος δε του 1896, επισκεφθείς το άνωθεν της πατρίδος μου κείμενον τσιφλίκι «Μπίρμπου», ενεπνεύσθην και έγραψα το πρώτο μου ποίημα «Στ’ αηδόνι». Η περιοχή αντηχεί από τα μελωδικά άσματα των πουλιών κι εγώ, απομονωθείς εις ένα δωμάτιον της επαύλεως, έγραψα εν εκστάσει το κάτωθι παιδαριώδες, δια σήμερον, και άτεχνον, αλλ’ εύελπι, φυσικά, δια την μικράν ηλικία μου ποιήμα.

Πουλί μου, αηδονάκι μου, μ’ ανοίγεις την καρδιά

Όταν σ’ ακούω να λαλής επάνω στα κλαδιά.

Μ’ ανοίγεις την καρδούλα μου, αγαπημένο μου πουλί.

Εις τα δεντράκια σαν πετάς, στο κάθε των κλαδί.

Πετάς στα δέντρα τα κλαδιά με θέλγητρο και χάρι

Και απολαμβάνεις τη δροσιά στο κάθε των κλωνάρι.

Ύστερα στις εξετάσεις της Δ’ τάξεως, απήγγειλλα τον «Κανάρη» του ένδοξου, τότε, Αχιλλέως Παράσχου. Έπειτα επεδόθην, ειδικώς, στην Ποίησι. Την κλίσιν μου ευνοούσεν η κληρονομικότης μου, η μελαγχολικότης και ο ρωμαντικός χαρακτήρ μου, η καλοκαρδοσύνη μου και το φιλέρωτον και η κάποια, κάποτε, μυστικοπάθειά μου, το ρεμβώδες της ιδιοσυγκρασίας μου εν γένει.

Ολόκληροι χειρόγραφοι συλλογαί μου, της παιδικής ηλικίας μου, δεν διεσώθηκαν. Μερικά μόνον εις την «Διάπλαση των Παίδων». Η έλευσίς μου, από την πατρίδα μου εις τον Πειραιά, δια να σπουδάσω εις το Γυμνάσιον, ενδυνάμωσε την κλίσιν μου. Διότι η οικογένειά μου κατοίκησεν εις ρομαντικήν, άποπτον θέσιν, παρά το Πασαλιμάνι, και οι περίπατοί μου εις την Καστέλλαν και την Φρεαττύδα ενεδυνάμωσαν την κλίσιν μου. Καθώς και η συναναστροφή μου με φιλολογούντας, λόγιους εν γένει και ποιητάς, όπως ο Νιρβάνας, ο Βουράς, ο Πορφύρας, ο Καμπάνης, ο Μελάς, ο Μπόνης, ο Βώκος, ο μουσουργός Γ. Λαμπελέτ, ο Ν. Χατζάρας, ο Σικελιανός, ο Ουράνης, ο Σκίπης, ο Μίχας και άλλοι. Έπειτα με δημοσιογράφους, στην Αθήνα, με τον Κ. Παλαμά, με τον Μαλακάση, με τους αειμνήστους Στεφ. Μαρζώκη, Λ. Μαβίλη. Περισσότερον ευνοϊκός όμως υπήρξεν ο Πειραιεύς και λόγω των τοπίων του».

Έχει αρχίσει να σουρουπώνει, όταν ο Γ. Δημάκος με τον κύριο Φαλτάιτς φεύγουν από το Δρομοκαΐτειο. Ο Φιλύρας μαζί με τον γιατρό κύριο Δεστούνη τούς συνοδεύουν ως τη σιδερένια εξώπορτα.

«Χαιρετίσματα σ’ όλους!» είναι τα τελευταία λόγια του ποιητή…