Λουδοβίκος Ντομινίκ V

Πέμπτο επεισόδιο | Ένας θρύλος γεννιέται

Δεν ήταν, έλεγαν οι θαυμαστές του, κοινός ληστής. Ήταν κάτι ανώτερο. Εμφανιζόταν στη φαντασία του κόσμου σχεδόν ως δικαστής, επανορθωτής των αδικιών. Σε πολλούς κύκλους θεωρούνταν ως ένας ιδιότροπος και ευφάνταστος ευεργέτης, ο οποίος απογύμνωσε τους άδικους και ανάξιους πλούσιους για να βοηθήσει τους άξιους και δίκαιους φτωχούς.  

Έτσι, διαδίδονταν φήμες και δημιουργούνταν μια παράδοση από διάφορες δημοσιεύσεις και σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όλα τους με ηθικιστική βάση. Μια μέρα, πόσταρε ένας χρήστης στον τοίχο του πως ο Ντομινίκ είχε συναντήσει έξω από κάποια τράπεζα έναν εργαζόμενο που έκλαιγε διότι είχε χάσει το σπίτι του λόγω ενός παλαιότερου χρέους και του έδωσε χρήματα αρκετά για να αγοράσει καινούριο. Μια άλλη φορά, βεβαίωνε κάποιος σχολιαστής κάτω από μια είδηση σχετική, ο Ντομινίκ ξέφευγε από αστυνομικό κλοιό σκαρφαλώνοντας στο φωταγωγό κάποιας πολυκατοικίας, όταν άκουσε από το παράθυρο της τουαλέτας ενός διαμερίσματος μια γυναίκα να μιλάει στο τηλέφωνο και να διαμαρτύρεται για την τραγική οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Χωρίς να χάσει χρόνο –ως άλλος Άγιος Βασίλης– άφησε πάνω στο καζανάκι μια μικρή δεσμίδα με τρεις χιλιάδες ευρώ.

Στις θρυλικές αυτές αφηγήσεις, διακρίνει κανείς τη γενναιόφρονα παραμόρφωση, κατά την οποία η λαϊκή φαντασία, παρακινούμενη από την αυθόρμητη επιθυμία της να ενθουσιάζεται, αποδίδει φανταστικές ιδιότητες στην πραγματική προσωπικότητα εκείνων στους οποίους προσκολλάται και αφοσιώνεται.

Δεν είναι φυσικά ανάγκη να λεχθεί ότι ο Ντομινίκ καθόλου δεν άξιζε μια τόσο κολακευτική φήμη και πως, εκτός από χρηματισμούς αστυνομικών, δικαστικών και πολιτικών, δεν είχε στο ενεργητικό του καμία από τις ευεργεσίες που του απέδιδε η αφελής λαϊκή φαντασία.

*

Σε δύο περιπτώσεις, εντούτοις, πρέπει να του αναγνωριστεί ότι φέρθηκε –φαινομενικά τουλάχιστον– με τον πλέον ευγενή τρόπο. Μια μέρα, διερχόταν τη λεωφόρο Νέας Ιωνίας. Είδε αιφνιδίως έναν άντρα κατεχόμενο από μεγάλη ανησυχία, με τα μάτια βλοσυρά, να χειρονομεί βιαίως και να μονολογεί διευρυνόμενος προς το κρηπίδωμα της γέφυρας, για να το δρασκελίσει και να πέσει στις γραμμές του ηλεκτρικού.

«Ε! Κύριε! Πού πηγαίνετε εκεί;» του είπε ο Ντομινίκ, κρατώντας τον από το βραχίονα. «Κάνετε λάθος στο δρόμο σας!»

Ο άνθρωπος του εξήγησε τότε ότι είναι χαμένος, ότι όφειλε διακόσιες ογδόντα χιλιάδες ευρώ σε τοκογλύφους και πως, μη δυνάμενος να τα πληρώσει, προτιμάει το θάνατο από το φόβο της εκδίκησής τους.  

«Έχετε δίκαιο», του είπε ο Ντομινίκ. «Ο φόβος είναι χειρότερος από το θάνατο. Δεν υπάρχει όμως κάποιος τρόπος να αποφύγετε και τα δύο αυτά κακά;»

«Αλίμονο, κύριε! Διακόσιες ογδόντα χιλιάδες ευρώ», επανέλαβε ο δυστυχής. «Πού θα τις βρω;»

«Είναι σημαντικό ποσό, προφανώς!»         

«Βλέπετε λοιπόν καλώς ότι πρέπει να πεθάνω», επανέλαβε ο απελπισμένος κι αμέσως έσπευσε να διασκελίσει το κρηπίδωμα της γέφυρας.

«Μα επιτέλους, κύριε, είστε λυσσασμένος», ανέκραξε ο Ντομινίκ, σταματώντας τον εκ νέου. «Επιστρέψτε σπίτι σας και μείνετε ήσυχος. Αύριο θα πληρώσω τα χρέη σας».

«Τι; Εσείς; Διακόσιες ογδόντα χιλιάδες ευρώ;»

«Ναι! Μάλιστα! Εγώ! Διακόσιες ογδόντα χιλιάδες ευρώ! Επιστρέψτε σας λέω, καλέστε τους δανειστές σας έτοιμους με ό,τι αποδείξεις χρειάζεται και αύριο το απόγευμα θα βρίσκομαι εκεί.»

Το επόμενο απόγευμα, ο φτωχός και χρεοκοπημένος επιχειρηματίας βρίσκεται στον ίδιο χώρο με τους τοκογλύφους και τους εξηγεί, ίσως είναι η εκατοστή φορά από χθες, τη θαυμαστή συνάντηση που του είχε σώσει τη ζωή. Η αφήγησή του έβρισκε τους δανειστές δύσπιστους, μέχρι που επιτέλους ο Ντομινίκ έφτασε.

Όλα τα βλέμματα στράφηκαν προς αυτόν. Με βραδείς κινήσεις εκείνος ξεκούμπωσε το μπουφάν του και με μια μεγαλοπρεπή χειρονομία εναπόθεσε επί του τραπεζιού τις διακόσιες ογδόντα χιλιάδες ευρώ, τις οποίες είχε υποσχεθεί. Ο κοντύτερος από τους τρεις άνδρες που στέκονται απέναντι από τον Ντομινίκ και τον ατυχή επιχειρηματία βάζει τα χρήματα σε μια χάρτινη σακούλα. Παλιό κόλπο, για να μην τραβάει την προσοχή. Οι δυο άλλοι φουσκωτηράκηδες, που στέκονται δεξιά και αριστερά του αφεντικού τους, κοιτάζουν ικανοποιημένοι μόλις, με ένα βλέμμα του, τους βεβαιώσει ότι η συναλλαγή ολοκληρώθηκε επιτυχώς.  

Κατόπιν, ο Ντομινίκ, πάντοτε άγνωστος και ανώνυμος, προτείνει να πιουν από ένα ποτήρι κρασί Βουργουνδίας, για να γιορτάσουν τούτην την ευτυχή εξέλιξη των πραγμάτων. Βγάζει ένα μπουκάλι από την τσάντα του και ζητάει από τους οικοδεσπότες ποτήρια.   

Παρακάθονται όλοι στο τραπέζι και ο, ακόμα άγνωστος σε αυτούς, Ντομινίκ βγάζει από την τσέπη του λίγο χόρτο και κολλάει ένα τσιγάρο. Κανείς δεν αρνείται μερικές καυτές τζούρες και η ώρα περνάει με τους συνδαιτυμόνες πλήρεις χαράς και ευθυμότατους.

Όλη αυτήν την ώρα, ο Ντομινίκ κοιτούσε το ρολόι του σαν να ανέμενε κάτι. Πράγματι, ξαφνικά και χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση, έδωσε το σύνθημα της αναχώρησης. Ο τοκογλύφος και οι λακέδες του ξεκίνησαν μαζί του και όλοι μαζί εξακολουθούσαν να συνομιλούν. Ήταν ένα σκοτεινό στενό. Έπνεε σφοδρός άνεμος. Η βροχή έπεφτε με τόση δύναμη, που οι σταγόνες της σχεδόν προκαλούσαν πόνο. Δεν έβλεπε κανείς σε απόσταση δυο μέτρων. Ξάφνου, στην γωνια του δρόμου, ένας όμιλος κακοποιών, κραδαίνοντας καδρόνια, τους επιτέθηκε και, πριν αντιληφθούν το παραμικρό, τους αφαιρεθήκαν οι διακόσιες ογδόντα χιλιάδες και άλλες εκατόν τριάντα που κρατούσαν ακόμα. Πριν ο τοκογλύφος και οι δυο μπράβοι του συνέλθουν από την παραζάλη του αιφνιδιαστικού ξυλοκοπήματος, ο Λουδοβίκος Ντομινίκ είχε εξαφανιστεί μαζί με τον -εξαρχής- στρατολογημένο να παίξει το ρόλο του χρεωκοπημένου επιχειρηματία και τον όμιλο των κακοποιών, προς την ίδια κατεύθυνση. 

*

Κάποιο βράδυ του Ιουλίου του 2009, η εφοπλιστής κυρία Μουφλερίδου ασχολιόταν στην κρεβατοκάμαρά της με τη νυχτερινή της περιποίηση και είχε το παράθυρό της, στο πρώτο πάτωμα της έπαυλης, ορθάνοιχτο, ένεκα του υπερβολικού καύσωνα. Ποτέ της δεν υπέφερε την τεχνητή δροσιά του κλιματιστικού. Και την αγένειά του. Να παίρνει τη ζέστη και να την πετάει έξω, σαν να είχε και η ίδια συναίσθηση των πράξεών της! Όχι, ούτε αυτήν την ιδέα μπορούσε να υποφέρει!  Ένας νέος, κομψός και ευκίνητος, διασκέλισε αιφνιδίως το άνοιγμα του παραθύρου και πήδηξε ξαφνικά στο εσωτερικό του δωματίου.

«Τι σημαίνει αυτό, κύριε; Τι τρόπος είναι αυτός;» ανέκραξε καταταραγμένη. «Δεν σας γνωρίζω!»

«Συγγνώμη, κυρία μου! Με γνωρίζετε, τουλάχιστον εκ φήμης. Είμαι ο Λουδοβίκος Ντομινίκ. Τα σέβη μου! Όχι! Μην φωνάζετε! Δεν θα σας προξενήσω κακό. Έρχομαι μόνο να σας ζητήσω άσυλο για τη νύχτα, γιατί έχω όρεξη να κοιμηθώ ήσυχος και καταδιώκομαι εδώ και πολλές μέρες από την κακεντρέχεια της αστυνομίας. Μην θελήσετε να με παραδώσετε, γιατί θα υπάρξουν αντίποινα. Η θαλαμηπόλος σας Ιουστίνα απουσιάζει και δεν θα επιστρέψει παρά αύριο το πρωί. Αυτό το γνωρίζω. Θα κοιμηθώ λοιπόν στο κρεβάτι της, το οποίο βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο. Θα είστε καλά προφυλαγμένη. Δεν βλέπετε αυτά τα δύο τριανταοχτάρια; Προς το παρόν, θα σας παρακαλέσω μόνο να με σερβίρετε να δειπνήσω γιατί πεινάω πολύ. Ω! Δεν θέλω τίποτα! Λίγο κοτόπουλο θα ήταν εντάξει και μια φιάλη σαμπάνιας. Καλέστε λοιπόν τους υπηρέτες σας. Θα περιμένω στο διπλανό δωμάτιο, ώσπου να σερβιριστεί το δείπνο.»

Τι να κάνει η κυρία Μουφλερίδου, αναγκάστηκε να υποκύψει. Το προσωπικό της έπαυλης, κάπως απορημένο για την ασυνήθιστη ιδιοτροπία της, έφερε ζαμπόν, κρύα ψητά και κρασί λευκό σαμπανιζέ. Κατόπιν, αποσύρθηκε με διακριτικότητα.

Ο Ντομινίκ αποδείχθηκε γοητευτικός συνδαιτυμόνας, του οποίου η όρεξη τίποτα δεν αφαίρεσε από το σπινθηροβόλο πνεύμα. Η εφοπλιστής, τρίβοντας τα μάτια της για να βεβαιωθεί ότι δεν ονειρεύεται, παρακαθόταν στο δείπνο του και του κρατάγε συντροφιά. Ο Ντομινίκ διακήρυξε ότι το ζαμπόν ήταν τέλειο και το ψητό γευστικότατο, βρήκε όμως ότι το σαμπανιζέ λευκό κρασί δεν ήταν και τόσο άμεμπτο.       

«Θα επιτρέψω στον εαυτό μου», είπε, «να σας στείλει μερικές φιάλες από το κρασί που βγάζει ένας συνεργάτης μου, ο κύριος Πάρης Ντιβανίδης, και το οποίο μου φαίνεται πολύ ανώτερο. Σκέφτομαι να σας στείλω εκατό μποτίλιες».

Ο Ντομινίκ βρήκε για μια νύχτα κάτω από τη φιλόξενη στέγη της κυρίας Μουφλερίδου καλό δείπνο, καλό άσυλο, καλό ύπνο, όχι όμως και τη συνέχεια όπως έχει γραφτεί. Η συκοφαντία αυτή δεν είναι δυνατόν να θίξει την εφοπλιστή κυρία Μουφλερίδου.

Το πιο περίεργο παραμένει ότι η κυρία Μουφλερίδου έλαβε τις εκατό φιάλες κρασί που της είχε υποσχεθεί ο Ντομινίκ, και όταν η διασκεδαστική αυτή ιστορία έγινε γνωστή χάρη σε μια σχετική ανάρτησή της στο ίνστα, ο κύριος Πάρης Ντιβανίδης αξίωσε από την ίδια, δια της δικαστικής οδού, την καταβολή του αντίτιμου των φιαλών. Η εφοπλιστής αρνήθηκε τις κατηγορίες και αμύνθηκε απολογούμενη ότι ουδέποτε είχε ζητήσει τις μποτίλιες αυτές και επιπλέον είχε τη συνείδησή της ήσυχη γιατί τις είχε αποκτήσει επάξια. Οι δικαστές είχαν την ίδια γνώμη με την ίδια και επιβάρυναν τον Ντιβανίδη με τα έξοδα της δίκης. Ο περιώνυμος αυτός οινοπαραγωγός ήταν άλλωστε ένας νεόπλουτος καράβλαχος χωρίς μόρφωση, ένας παλιός κατασκευαστής ντιβανιών, από όπου πήρε και το όνομά του.  

Όταν ο Ντομινίκ φυλακίστηκε, η εφοπλιστής θυμήθηκε τον θελκτικό συνδαιτυμόνα της θερινής εκείνης νύχτας και ανταπέδωσε στον Ντομινίκ, στον Κορυδαλλό αυτήν τη φορά, την επίσκεψή της. Του έφερε μάλιστα και ένα μπουκάλι Τάλαμορ δεκαεφτάρι, προκειμένου να του βελτιώσει την ασυνήθιστη καθημερινότητα της φυλακής, το οποίο πέρασε από τον έλεγχο χωρίς κανένα εμπόδιο, καθώς κανένας σωφρονιστικός υπάλληλος δεν τόλμησε να της ζητήσει να υποβληθεί σε σωματική έρευνα ή να της φέρει οποιουδήποτε είδους αντίρρηση. 

Τα θελκτικά, ευγενικά και πνευματώδη αυτά χαρακτηριστικά δεν πρέπει εντούτοις να μας απατήσουν για την αληθινή φυσιογνωμία του Λουδοβίκου Ντομινίκ. Αποτελούν, μέσα στον πολυκύμαντο βίο του, σπανιότατες εξαιρέσεις. Αντίθετα, πόσα φρικώδη εγκλήματα, πόσα σκληρά κατορθώματα και πόσες αιματηρές πράξεις αποτελούν τη συνηθισμένη κατάσταση της ύπαρξής του!

Οι επικερδέστερες επιχειρήσεις των Ντομινικανών γίνονταν με εκβιασμούς σε βάρος ιδιοκτητών επιχειρήσεων διασκέδασης και επισιτισμού. Περιλάμβαναν είτε βομβιστικές επιθέσεις εναντίον των μαγαζιών τους, των σπιτιών τους ή των οχημάτων τους είτε σωματικές επιθέσεις, ενώ κάποιες φορές –αν δεν βάζανε μυαλό με το καλό– δεν γινόταν να αποφευχθεί η προοπτική των πυροβολισμών μέχρι τελευταίας πνοής τους. Επίσης, κέρδιζαν αρκετά και με το εμπόριο πετρελαίου από τη θάλασσα, αφού υπήρχαν εκατοντάδες Ντομινικανοί λιμενικοί, ή από το διαμετακομιστικό εμπόριο ναρκωτικών από την ξηρά, καθώς υπήρχαν δεκάδες τελωνειακοί εξαρτημένοι από την οργάνωση. Δεν ήταν μικρά τα έσοδα της οργάνωσης και από τα ποσοστά του καζίνου, καθώς είχαν αναλάβει την προστασία του.

(Η συνέχεια το επόμενο Σάββατο…)