Η ληστεία της Πέτρας V

Ο Γιάννης και ο Θύμιος μετά βίας στέκονται στα πόδια τους | Μια δουλειά που αρχίζει πρέπει να τελειώνει

 Κεφάλαιο 9 (7 Οκτωβρίου 1929)

Το πρωί αναχώρησαν με την τακτική αμαξοστοιχία προς προϋπάντηση του κυρίου Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη ο υπουργός Στρατιωτικών, κύριος Σοφούλης, ο διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου, κύριος Τσιμπιδάρος, και ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Γεωργίας, κύριος Πιστολάκης. Στη Θεσσαλονίκη θα συναντηθεί επίσης με τον πρωθυπουργό ο υπουργός Δικαιοσύνης, κύριος Δίγκας. Στο σταθμό Λιανοκλαδίου έχει κανονιστεί να προϋπαντήσει τον κύριο Βενιζέλο ο υπουργός Οικονομικών, κύριος Μαρής, ενώ ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, κύριος Μιχαλακόπουλος, και τα λοιπά μέλη του υπουργικού συμβουλίου θα υποδεχτούν τον κύριο Βενιζέλο στο σταθμό Λαρίσης, όπου θα είναι και το οριστικό τέλος του ταξιδιού του από το Βελιγράδι.

Είναι στ’ αλήθεια πολύ πιθανόν πως κανένα από τα δύο αδέλφια δεν είχε πληροφορηθεί τίποτα για το ταξίδι του πρωθυπουργού και για τη σημασία του, και ούτε που τους ένοιαζε. Είναι επίσης σχεδόν το ίδιο πιθανόν πως κανένα από τα δύο αδέλφια δεν πίστευε στ’ αλήθεια, μέχρι εκείνη τη στιγμή, πως θα καταδικαστεί σε θάνατο για τη ληστεία της Πέτρας.      

Το Ειδικό Πενταμελές Εφετείο έχει αποσυρθεί για να συνεδριάσει. Η διάσκεψη παρατείνεται μέχρι το απόγευμα. Όσο διαρκεί η αναμονή, όλοι οι κατηγορούμενοι, και ιδιαιτέρως οι Ρεντζαίοι και οι τρεις αυτουργοί της ληστείας, είναι τόσο φορτισμένοι, που δεν μιλάνε μεταξύ τους. Αναμένουν, κατειλημμένοι από αγωνία την οποία προδίδουν τα κατακίτρινα και κάθιδρα πρόσωπά τους, την απόφαση που θα ορίσει τη διάρκεια της ζωής τους από δω και πέρα. 

Στις τέσσερις και μισή, οι δικαστές εμφανίζονται και αμέσως καταλαμβάνουν τις θέσεις τους. Ο πρόεδρος αρχίζει την ανάγνωση της πολυσέλιδης απόφασης του δικαστηρίου. Κατά τη διάρκεια της εκφώνησής της, όλοι οι κατηγορούμενοι με εντατική προσοχή εκδηλώνουν την ψυχική τους διάθεση, κάνοντας διάφορες νευρικές κινήσεις και μορφασμούς.

Τα κύρια σημεία της απόφασης είναι πως οι Διαμαντής και Κωνσταντίνος Καψάλης και ο Ευάγγελος Κόκκαλης κρίνονται ένοχοι αυτουργίας της ληστείας της Πέτρας, ενώ οι Ιωάννης και Ευθύμιος Ρέντζος ένοχοι ηθικής αυτουργίας εξ ιδιοτέλειας. Το δικαστήριο επιβάλλει και στους πέντε τη θανατική ποινή. Ένοχοι επίσης συνέργειας εξ ιδιοτέλειας κρίνονται ο Ιωάννης Ματσάγγας και ο Βασιλειάδης, οι οποίοι όμως καταδικάζονται στην ελαφρύτερη ποινή των ισοβίων δεσμών. Σε μικρότερες ποινές καταδικάζονται μερικοί κατηγορούμενοι ακόμα, ενώ κάποιοι άλλοι, ανάμεσά τους και ο πεθερός του Γιάννη Ρέντζου, Βασίλης Κολοβός, και ο υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας, Νικόλας Σταμάτης, αθωώνονται.  

Οι καταδικασθέντες σε θάνατο και σε ισόβια δεσμά είναι βαθύτατα θλιμμένοι. Ο Γιάννης και ο Θύμιος μετά βίας στέκονται στα πόδια τους. Θεωρούν την ποινή άδικη. Πιστεύουν ότι στην πραγματικότητα το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα εγκλήματα που διέπραξαν πριν την αμνηστία τους, αλλά ακόμα και την εξέγερση της κοινής γνώμης μετά την τελευταία απαγωγή του Τζατζά. Μόνη ελπίδα τώρα η αναίρεση στον Άρειο Πάγο ή κάποια χάρη.   

Κεφάλαιο 10 (Ιούνιος του 1923)

Πέρασε καιρός που λημέριαζαν εδώ και εκεί και έσφαζαν κανένα αρνί να φάνε. Για τα υπόλοιπα φρόντιζαν οι ίδιοι οι Βλάχοι, που τους έστελναν ό,τι χρειάζονταν. Τους προσκαλούσαν και στα τσιμπούσια τους για να τους έχουν φίλους.

Μια μέρα, τους είπαν ότι οι Ιταλοί και οι Αλβανοί τούς έχουν επικηρύξει για εκατό χιλιάδες λιρέτες. Η ζωή τους για αυτούς κόστιζε σαν δώδεκα κριάρια. Για καλή τους τύχη, και παρότι η χώρα μας δεν πέρασε Διαφωτισμό, το ελληνικό κράτος δεν φάνηκε το ίδιο ανάλγητο και απρόσωπο. Κόλλησε στην επικήρυξη άλλα εκατόν πενήντα χιλιάδες φράγκα. Τώρα στοιχίζουν ένα εκατομμύριο και είναι ευχαριστημένοι.

Είναι πια ο καιρός να σκεφτούν τι θα κάνουν με το μέλλον τους. Παίρνουν μερικές αποφάσεις. Θα κόψουν τα πεσκέσια των Βλάχων και θα κερδίσουνε το ψωμί τους με τη δουλειά τους. Τα εργαλεία που χρειάζονται τα έχουν, την τέχνη την ξέρουν, το κύρος το έχουν, τη φήμη την έχουν, το δίκτυο πελατών και συνεργατών το έχουν. Είναι πια καιρός να μεγαλουργήσουν στον κλάδο. 

Ψάχνουνε να πετύχουνε μια γερή μπάζα. Καιρός πολύς περνάει και γυρίζουνε απένταροι. Η ευκαιρία έρχεται, όταν πια αρχίζουν να κινδυνεύουν από τους Καραγκούνηδες, που με τον καιρό αρχίζουν και τους βαριούνται.

Οι πράκτορες τους πληροφορούν τους Ρεντζαίους ότι ένας πλούσιος από το Βουκουρέστι, κάποιος Παπαγιαννόπουλος που λείπει χρόνια από την Ελλάδα, θα στείλει τα παιδιά του στα Ζαγόρια για διακοπές μαζί με τη γυναίκα του και ότι έχει εβδομήντα εκατομμύρια περιουσία. Η δουλειά αυτή θα τους έσωζε. Πράγματι, σε λίγο ήρθε η οικογένεια Παπαγιανόπουλου. Μάθανε επίσης πως κατέβαινε τακτικά στα Γιάννενα με αυτοκίνητο.

Το πρωί μιας καλοκαιρινής Κυριακής, χωρίζονται σε δύο καραούλια. Ο Γιάννης με έναν ακόμα στήνουν στο Μπισδόνι και ο Θύμιος με τον Συντόρη περιμένουν σ’ ένα ύψωμα κοντά στο γεφύρι του Λυκόστομου. Κατά τις τρεις-τέσσερις το απόγευμα, εμφανίζεται το αυτοκίνητο στην ενέδρα του Θύμιου και του Συντόρη. Είναι η γριά Παπαγιαννοπούλου με τα δυο της παιδιά.

Σταματάει λίγα μέτρα κάτω. Ο οδηγός κατεβαίνει, κάνει μια επιδιόρθωση και ξαναβάζει πάλι μπρος. Πετάγεται ο Θύμιος από τη θέση του με το ντουφέκι του ψηλά. Ο Συντόρης έρχεται από πίσω του. Ο οδηγός τα χάνει και πηδάει από τη θέση του τόσο ταραγμένος, που παραλίγο να πετάξει το αυτοκίνητο στη χαράδρα.

«Στάσου, ρε βλάκα», του φωνάζει ο Θύμιος. «Τι κάνεις έτσι;»

«Έλεος, καπετάνιε. Εγώ τίποτα δεν φταίω.»

«Τι να φταις εσύ», του λέει. «Εσύ δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα».

Η Παπαγιαννοπούλου τους κοιτάζει άφωνη.

«Μη φοβάσαι, κυρά μου», της λέει ο Θύμιος. «Κανείς δεν θα σε πειράξει. Φτώχεια έχουμε και κάνουμε την τέχνη μας επάγγελμα για να ζήσουμε».

Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται ένας αξιωματικός δίπλα στην κοπέλα.

«Μην κουνηθείς από τον τόπο σου, λοχαγέ», φωνάζει ο Θύμιος, «γιατί σου την άναψα!»

Ο λοχαγός τον έχει πάρει για φαντάρο επειδή φοράει χακί.

«Είναι που φαίνεσαι μεθυσμένος, καημένε! Αλλιώς αύριο θα σε έβαζα στο πειθαρχείο.»

«Άκουσε, λοχαγέ», του λέει και του βγάζει μια και καλά την ιδέα. «Δεν είμαι φαντάρος. Είμαι ο Θύμιος ο Ρέντζος!»

Ο λοχαγός πρασινίζει.

«Εγώ ένας φτωχός υπάλληλος είμαι. Ο μισθός μου δεν αρκεί να ζήσω, όχι να δώσω και λύτρα.»

«Θα το δούμε αυτό», του κάνει ο Θύμιος. «Ακολούθα μας τώρα. Οι υπόλοιποι ελάτε κοντά».

Ο Συντόρης, περισσότερο προφυλακτικός, πλησιάζει τον αξιωματικό και τον ψάχνει. Ούτε σουγιαδάκι δεν έχει πάνω του. Η γριά κλαίει. Η κόρη της όμως μοιάζει ενθουσιασμένη μπροστά στην προοπτική της περιπέτειας που ανοίγεται. Ύστερα από πολλή πορεία, φτάνουν στο χωριό Περίλεφτι των Γεωργιτσαίων. Είναι μια χούφτα σπίτια και πρέπει να περάσουν από την άκρη του για να συναντήσουνε τον Γιάννη με τους άλλους.

Μόλις σουρουπώνει, και δυο Περιλεφτιώτες τους βλέπουν. Τρέχουν και ειδοποιούν τους χωριάτες. Σε λίγο ακούγεται οχλοβοή και πλήθος έρχεται με τα τουφέκια κατά πάνω τους. Ο Συντόρης κιτρινίζει.

«Το κόβουμε λάσπη;» ρωτάει τον Θύμιο.

«Μια δουλειά που αρχίζει πρέπει να τελειώνει», του αποκρίνεται ο Θύμιος. «Ή με τη ζωή ή με τον θάνατο».     

Του Συντόρη του έχει κοπεί η αναπνοή. Δεν ξέρει τι να κάνει, αλλά το θάρρος πάντα νικάει. Σηκώνει το τουφέκι του ο Θύμιος και φωνάζει σε εκείνους που τρέχουν κατά πάνω τους.

«Ε! Σεις! Εμείς θα πεθάνουμε μια μέρα. Αλλά εσείς που έχετε τη ζωή δική σας, γυρίστε πίσω αν την αγαπάτε.»

«Αφήστε τους αιχμαλώτους και δεν σας πειράζουμε», του απαντάνε.

«Α, έτσι είναι;» λέει ο Θύμιος. «Τότε σταθείτε και θα δείτε».

Κάνει ένα σάλτο και βάζει την Παπαγιαννοπούλου μπροστά του. Αρχίζει χωρίς σκέψη αράδα τουφεκιές στον αέρα και φωνάζει:

«Θα τους σκοτώσω πρώτα και ύστερα θα χάσω το κεφάλι μου. Πυρ Συντόρη!»

Ο Συντόρης ξεθαρρεύει και ρίχνει. Μπουχός γίνονται οι περισσότεροι. Άλλοι πιάνουν ταμπούρια και πυροβολούν. Τις σφαίρες τους τις ρίχνουν στον αέρα, γιατί φοβούνται μην σκοτώσουν τους αιχμαλώτους. Οι γυναίκες του χωριού βγαίνουν και φωνάζουν στους άντρες τους να φύγουν από κεί. Οι Περιλεφτιώτες φοβούνται μην πάρει καμιά αδέσποτη τις γυναίκες τους και φεύγουν. Μόνο ο γιός του προέδρου κάνει για λίγο τον παλικαρά, ώσπου του δίνει μια κοντακιά ο Θύμιος, λιποθυμάει και ησυχάζει. Ο Θύμιος και ο Συντόρης το βάζουνε στα πόδια γρήγορα μαζί με τους αιχμαλώτους, μην τους μπλοκάρουν οι χωροφύλακες. 

Ο Γιάννης τους βρίσκει σε κακό χάλι, μερικές εκατοντάδες μέτρα έξω από το Μπισδόνι. Ο Συντάρης τα έχει χαμένα. Οι αιχμάλωτοι μόλις ακούνε ότι ήρθε ο Γιάννης τα χάνουν περισσότερο! Τους πιάνει με το καλό, προσπαθώντας να τους εξηγήσει πως δεν είναι δα και κάνα κτήνος. Αλίμονο! Άνθρωπος είναι!

Μόλις τους καθησυχάζει λίγο, αφήνει έναν από την ομάδα να τους φυλάει και παίρνει τους άλλους παράμερα. Πρέπει να συμφωνήσουνε πόσα θα ζητήσουνε για λύτρα. Ο γέρος στο Βουκουρέστι έχει εβδομήντα εκατομμύρια περιουσία σύνολο και φαντάζονται όλοι τους ότι το πράγμα είναι έτσι απλό. Άλλος λέει πέντε εκατομμύρια, άλλος δέκα. Όπως ονειρεύτηκε ο καθένας, τσαμπουνάει και από ένα νούμερο. Νομίζουν ότι με μια δουλειά θα πιάσουν την καλή σαν να είναι οι απαγωγές, κάτι σαν λαχείο.

«Α, μπα», τους λέει ο Γιάννης. «Δεν μπορούμε να ζητήσουμε τόσα πολλά. Τρία εκατομμύρια να ζητήσουμε».

Πολλοί δυσαρεστήθηκαν και ο Συντορής είπε:

«Το ένα εκατομμύριο, όμως, χρυσό».

«Σύμφωνοι», λέει ο Γιάννη.

*

Έπειτα πηγαίνουν τους αιχμάλωτους σε μια τρύπα κοντά στα Ζαγόρια. Μέσα σε κείνο το λημέρι, αφού έχουν συμφωνήσει να ζητήσουνε τρία εκατομμύρια για λύτρα, ο Γιάννης κοιτάζει τους αιχμαλώτους καλά-καλά. Έχει και η τέχνη της απαγωγής τα μυστικά της. Πρέπει να βρει κανείς το μέρος που πονιέται περισσότερο, χωρίς το άσκοπο βάρος τεσσάρων αιχμαλώτων.  

Έχουν τη γριά και τα δυο παιδιά της, την κοπέλα και τον γιο. Ο αξιωματικός δεν έπιανε. Ποιους να αφήσουν και ποιους να κρατήσουν; Να ένα ερώτημα που για να απαντηθεί σωστά κάποιος μάστορας της συγκεκριμένης τέχνης πρέπει να λάβει υπόψη του όλους τους αστάθμητους παράγοντες. Αυτές οι εξισώσεις έχουν ως κυρίαρχη μεταβλητή την ψυχολογία και των δύο πλευρών. Ο Θύμιος κι ο Συντορής είχαν την ιδέα πως έπρεπε να κρατήσουνε τις δυο γυναίκες. Πάντα πονιούνται τα αδύνατα μέρη πιο πολύ από τους άνδρες λέγανε. Ο Γιάννης έβρισκε τον πυρήνα της πρότασης τους στη σωστή κατεύθυνση, όμως υπεισερχόταν ένας υποκειμενικός παράγοντας που ανέτρεπε τα δεδομένα. Η κοπέλα τον είχε βάλει σε πειρασμό τέτοιον, που κόντευε να ξεχάσει τη Χαρίκλεια.

Εκεί που έδινε στους ομήρους να φάνε μαζί, αυτή έφευγε από τους δικούς της και πήγαινε και σταυροποδιαζόταν κοντά του.

«Ξέρεις πως είσαι λεβέντης;» του έλεγε και γελούσε. Πήγαινε να κόψει το ψητό και δεν τον άφηνε. «Στάσου, στάσου!» έλεγε, «οι δεσποινίδες περιποιούνται τους άντρες».

Πηρούνια δεν είχανε εκεί πάνω και έσκιζε το κρέας με τα άσπρα δάχτυλα και τα κόκκινα νύχια της και του το τάιζε μέσα στο στόμα. Και το χειρότερο; Έγερνε κοντά του και τον έβαζε σε πειρασμό με το μεγάλο άνοιγμα της φορεσιάς της. Ένα βράδυ που έπιασε κρύο, ο Γιάννης βολτάριζε έξω από το λημέρι, σκεπτόμενος τι έπρεπε να γίνει. Ήρθε κοντά του, του έσφιξε το μπράτσο και χουχούλιαζε.

«Κρύο, καπετάνιε μου», του λέει.

«Έχεις δίκιο», της αποκρίνεται, «δεν είσαι συνηθισμένη. Γιατί δεν κάθεσαι μέσα;»

«Κάνει πλήξη μέσα, πες μου καμιά ιστορία. Πώς περνάτε;»

«Τι σε νοιάζει να μάθεις; Εσύ είσαι μια κοπέλα.»

«Μην είσαι τόσο κακός. Πες μου! Αφού βλέπεις πόσο κρυώνω και δεν πάω μέσα.»

Δεν υπάρχει χειρότερος ξεπεσμός για έναν ληστή από το να του βγει το όνομα πως είναι γυναικάς, γιατί μετά δεν τον βάζουν σπίτι τους οι Βλάχοι όταν κινδυνεύει και τον προδίδουν στα αποσπάσματα, γιατί φοβούνται την τιμή του σπιτικού τους. Όλες οι στάνες κλείνουν και καμιά πόρτα δεν του ανοίγει. Να ένα κόλπο που δεν ξέρει η χωροφυλακή.

Πήρε τότε την απόφασή του. Θα την έδιωχνε με τη μητέρα της να φύγει. Θα κρατούσε μόνο τον γιο της Παπαγιαννοπούλου, τον Χρηστάκη, μέχρι να έρθουν τα λύτρα. Ίδρωσε και ξίδρωσε για να τους καταφέρει και τους άλλους να δεχτούν να κρατήσουνε μόνο τον Χρηστάκη και όχι την κοπέλα.

Όταν τους είπε ο Θύμιος ότι είναι ελεύθερες, η γριά έκλαιγε που άφηνε το παιδί της, το φίλησε πολλές φορές, τους παρακαλούσε να μην το πειράξουν, έλεγε πως θα έστελνε τα λύτρα γρήγορα και τραβούσε τα μαλλιά της. Ο αξιωματικός έτρεμε και ο Γιάννης είχε συγκινηθεί και κρύφτηκε. Η γριά άρχισε να κλαίει μέχρι που λιποθύμησε και έτσι μισόξερη την πήρε ο αξιωματικός ο Ματσουλάδας και την τράβηξε κάτω μαζί με την κοπέλα που έφευγε δακρυσμένη φωνάζοντας:

«Χαιρετίσματα στον καπετάν-Γιάννη και να μου προσέχει τον αδελφό μου!»

(Το επόμενο Σάββατο στο red n’ noir: Να κάνετε εσείς καλά, εμείς τρομάξαμε να πάρουμε αμνηστία και δεν θα ξαναβγούμε στο κλαρί | Αυτές οι λέξεις ήταν σαν να βάζεις στα πισινά του Συντόρη ένα μαγκάλι κάρβουνα)