Η ληστεία της Πέτρας VΙΙ

Αν αυτή τη φορά δεν πετύχει, να μην επιστρέψει κανείς | Θα του κόψω το μουσούδι και θα σας το στείλω να το κάνετε βραστό

Κεφάλαιο 13 (1 Οκτωβρίου 1929)

«Την εκτέλεση του σχεδίου ανέλαβε ο Λάμπρος Στάθης συνεννοούμενος ιδιαίτερα με τον Ματσάγκα, μετεχόντων και των Καψάλη, Κώτση, Διαμαντή, Βασιλειάδη», συνεχίζει την απολογία του, στο Ειδικός Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, ο Γιάννης Ρέντζος.       

«Πέντε μέρες πριν την ληστεία, ήρθαν στα Ιωάννινα ο Λάμπρος Στάθης, ο Μερεμέτης και ο Γιώργος Διαμαντής και, αφού συγκέντρωσαν και τους άλλους αυτουργούς, μετέβησαν στον τόπο της ληστείας, πλην του Διαμαντή, που παρέμεινε για παρακολούθηση στα Ιωάννινα. Επειδή όμως η χρηματαποστολή καθυστερούσε, ο Μερεμέτης επέστρεψε στα Ιωάννινα για να ζητήσει πληροφορίες και έμαθε ότι η χρηματαποστολή θα έφτανε την Κυριακή. Ακριβώς το Σάββατο, ο Ματσάγκος μού ανακοίνωσε την ώρα της άφιξης, προσθέτοντας ότι μεταφέρει 15 εκατομμύρια. Εγώ τότε έδιωξα τον Ματσάγκα, ο οποίος έσπευσε να συναντήσει τον Διαμαντή στον τόπο, λέγοντας ότι αν αυτή τη φορά δεν πετύχει, να μην  επιστρέψει κανείς. Έμαθα όμως κατόπιν ότι ο Καψάλης δεν μετέβη για τη ληστεία, επειδή στο δρόμο αναγνωρίστηκε ότι αρχηγοί ήταν ο Λάμπρος Στάθης και ο Μερεμέτης. Ο ξάδελφός μου, Αθανάσιος Ρέντζος, δεν μετείχε.

»Μετά τη ληστεία σκεφτόμουν να καταδώσω τους δράστες, γιατί η κοινή γνώμη υπεδείκνυε εμάς ως ενόχους. Έμαθα όμως από τον Γιώργο και Λάζαρο Μητροκώστα ότι καταζητούμασταν να συλληφθούμε και αποφάσισα να παραδοθώ. Ο Λάζος Μητροκώστας με ρώτησε τι να πουν στην ανάκριση, αν κληθούν. Εγώ τότε τους απάντησα ότι ο καθένας ας αποδείξει το άλλοθί του.

»Ο Λάμπρος Στάθης με επισκέφτηκε ασθενούντα την τέταρτη μέρα μετά τη ληστεία και εγώ κατέκρινα την πράξη τους και τους έβρισα. Κατόπιν τούτου, φοβόμουν μήπως συλληφθώ, ρώτησα σχετικώς δυο δικηγόρους, οι οποίοι μου είπαν ότι υπάρχει κίνδυνος να τουφεκισθούμε, αν βρίσκονταν μάρτυρες να μας ενοχοποιήσουν.         

»Όταν είδαμε ότι άρχισαν οι συλλήψεις φύγαμε, αφού φροντίσαμε να παραλάβουμε μέρος των χρημάτων της ληστείας».

Κεφάλαιο 14 (Αύγουστος του 1923)

Τα δάχτυλα του Χρηστάκη τρέμουν όσο έχει στα χέρια του τον κλήρο που θα ορίσει την τύχη του. Τον ανοίγει. Τους τον δείχνει. 

«Μπράβο, μπράβο!» φωνάζουν όλοι, χαρούμενοι  που την είχε γλιτώσει. Μόνο ο Συντόρης θύμωσε.

«Να δω και τα άλλα», λέει. «Κάποια προδοσία έγινε κι εδώ»..

Απλώνει το χέρι του να αρπάξει τα χαρτιά για να δει μέσα. Χύμηξε όμως ο Θύμιος και τα πετάει κάτω στη λαγκάδα.

«Κανείς δεν πρέπει να ξέρει τι θέλει και τι κάνει η τύχη», του εξηγεί.

Ο Συντόρης κατάλαβε πως όλοι, εκτός από τον ίδιον, είχανε ρίξει «όχι». Δεν μίλησε εκείνη τη στιγμή, γιατί δεν μπορούσε να τα βάλει με όλους, όμως τα μάτια του άστραφταν. Ο Θύμιος προσπάθησε να συμβιβάσει τα πράγματα. Είπε πως οι καινούριες συνεννοήσεις θα γίνουν μέσα στο λημέρι. Έτσι κι έγινε. Κατέβηκε ο ίδιος κάτω στην πολιτεία και ειδοποίησε τους απεσταλμένους, μέσω ενός φίλου τους χωριάτη, να περιμένουν το επόμενο βράδυ κοντά στη λίμνη. Έμεινε εκεί κρυμμένος όλη τη μέρα και, όταν σουρούπωσε, φάνηκαν. Ήταν ο κύριος Καγιάς και ο κύριος Παπαθανασίου.

«Βρε Θύμιο», του λέει ο Καγιάς, «σαν πολύ δεν τον κρατήσατε τον άνθρωπο; Πάνε δυο μήνες μεθαύριο από τότε που τον πιάσατε».

«Τι φταίω γω; Σεις γιατί δεν πληρώνετε; Εμείς βαστάμε το λόγο μας και δεν τον σφάζουμε, εσείς δεν τον κρατάτε.»

«Καλά, καλά! Θα τα κανονίσουμε απόψε…»

Με την κουβέντα αυτή ξαγρύπνησαν όλοι. Και ο Χρηστάκης ο κακομοίρης σαν είδε τους απεσταλμένους, έπεσε στην αγκαλιά τους κλαίγοντας. Μόλις πέρασε η συγκίνηση, κάτσανε σταυροπόδι.

«Στο ψητό!» λέει ο Συντόρης.

Ο Καγιάς αρχίζει πάλι το παλιό του παραμύθι:

«Αμνηστία αν αφήσετε τον αιχμάλωτο ελεύθερο».

«Άλλαξε το φύλλο σου», του λέει ο Συντόρης.

«Λοιπόν, παιδιά! Ντόμπρα πράγματα. Όλα-όλα τα λεφτά που μάζεψε η οικογένεια δεν είναι ούτε παραπάνω ούτε παρακάτω. Ένα εκατομμύριο έχετε να τους απολύσετε τον άνθρωπο. Ζητώ απάντηση χωρίς άλλη κουβέντα.»

Κοιτάζονται όλοι στα μάτια.

«Λίγα είναι», λέει ο Γιάννης

«Μα δεν υπάρχουν άλλα λεφτά», επιμένει ο Καγιάς. «Στην τιμή μου. Έλα μπρος, καλά είναι!»

Τους κοιτάζει ο Γιάννης πάλι όλους στα μάτια. Όλοι θέλουν να τελειώσει αυτή η φασαρία με όσα κι όσα.

«Καλά», λέει. «Φέρτε τα».

Ο Συντόρης πετάγετε όρθιος και αναμαλλιασμένος από τη θέση του.

«Τι! Μόνο ένα εκατομμύριο θα δώστε;»

Ο Καγιάς γελάει.

«Παιδί μου, μην είσαι ανέμυαλος. Τόσα έχουμε. Αν δεν τα πάρετε αυτά, θα τα χάσετε κι αυτά κι ύστερα…»

«Ε! Ύστερα», φωνάζει με λύσσα, «θα του κόψω το μουσούδι και θα σας το στείλω να το κάνετε βραστό».

«Δεν είσαι καλά», λέει ο Καγιάς.

«Έτσι λες; Κάτσε να δεις!»

Έξω φρενών ο Συντόρης σαν λυσσασμένος σκύλος τραβάει τη δίκοπη μαχαίρα του και σαλτάρει στο μέρος του αιχμαλώτου.

«Βοήθεια! Βοήθεια!» φωνάζει ο δόλιος ο Χρηστάκης.

Λίγο ακόμα και το κακό θα τελείωνε. Ο Συντόρης θα έσφαζε τον αιχμάλωτο σαν κοτόπουλο. Προφταίνει ο Γιάννης σύγκαιρα. Τον βουτάει από τους δυο ώμους, του στρίβει το χέρι, του το παραλύει και η δίκοπη μάχαιρα πέφτει κάτω. Καταφέρνει, καθώς τον είχε πιασμένο από πίσω, να του πάρει το τουφέκι. Η λύσσα του Συντόρη φτάνει σε βαθμό έξαρσης τέτοιον, που ορμάει να πνίξει τον Γιάννη με τα χέρια του μόλις εκείνος τον αφήνει. Οι υπόλοιποι τους χωρίζουν και παίρνουν το μέρος του Γιάννη. Συμφωνούν να γίνει ό,τι πρέπει για να τελειώνουνε. Ο Καγιάς βλέποντας τα ρεζιλίκια τους τρίβει τα χέρια του ότι μπορεί να τους τη φέρει. 

«Κανονίστε τα», λέει. Ένα εκατομμύριο είναι έτοιμο. Παραγγείλτε πού θέλετε να το πάρετε. Εμείς, σαν τίμιοι άνθρωποι, θα σας το δώσουμε. Κι εσείς, σαν τίμιοι άνθρωποι, θα μας στείλετε τον αιχμάλωτο».

*

Δυο μέρες μετά, τους παραγγείλανε να περιμένουν στην ίδια μεριά με το εκατομμύριο στο χέρι να πάρουν τον αιχμάλωτο. Καλού κακού, τον Συντόρη τον πήρανε κοντά στον τόπο που θα συναντιόνταν με τους απεσταλμένους, για να είναι μπροστά στο μέτρημα και μήπως στην απουσία τους ξεπαστρέψει τον αιχμάλωτο. Ο αιχμάλωτος έμεινε στο λημέρι και τον φρουρούσε κάποιος άλλος.

«Πού είναι ο Χρηστάκης;» ρωτάει ο Καγιάς με το δέμα στο χέρι.

«Δεν έχει έρθει η ώρα ακόμα να φύγει», του αποκρίνεται ο Γιάννης. Τα λεφτά πού είναι;

«Τον άνθρωπο! Του βγάλατε την ψυχή. Εξήντα εφτά ημέρες είναι τώρα στα βουνά μαζί σας.»

«Εμείς δεν φταίμε! Εσείς αργήσατε τα λεφτά. Μόλις τα δώσετε, ο αιχμάλωτος θα γυρίσει σπίτι του.»

«Να δούμε», λέει ο Καγιάς, κουνώντας το κεφάλι του και τους δίνει το δέμα. «Εδώ είναι τα λεφτά».

Τα ανοίγει ο Γιάννης. Ήταν πέντε καινούρια κατοστάρικα κι άλλα χαρτονομίσματα. Ο Συντόρης κοιτάζει με γουρλωμένα τα μάτια.

«Να τα μετρήσουμε», λέει και σταυροποδιάζεται κάτω.

«Να σας πω την αλήθεια, βρε παιδιά», πετάγεται ο Καγιάς, «οκτακόσιες πενήντα χιλιάδες είναι».

«Μπα! Δεν πειράζει», λέει ο Συντόρης, πνίγοντας τις λέξεις στο ειρωνικό του σάλιο. «Και λιγότερα να στέλνατε, τι λόγος! Εμείς πλούσιοι άνθρωποι είμαστε. Αν θέλατε, θα σας τον χαρίζαμε. Έτσι δεν είναι, καπεταν-Γιάννη;»

«Έκανες πολύ άσχημα να φέρεις τόσα λίγα κι όχι ένα εκατομμύριο», λέει ο Γιάννης του Καγιά. «Αφού έχουμε όμως στο χέρι τις οχτακόσιες πενήντα, τις κρατάμε».

«Μα δεν έχουν άλλα!»

«Καλά, πήγαινε εσύ στην ευχή του Θεού, πάμε κι εμείς στο λημέρι μας και θα δούμε τι θα γίνει.»

«Μη χαλάστε το παιδί!»

«Πάνω στο λημέρι θα σκεφτούμε αν πρέπει να κρατήσουμε αυτά ή να σου ζητήσουμε και τα ρέστα για το ένα εκατομμύριο. Σε τρεις μέρες θα σου παραγγείλουμε. Αλλιώς, θα αφήσουμε τον αιχμάλωτο ελεύθερο. Άντε, γεια σου.»

*

Φτάνουνε στο λημέρι. Τα παιδιά περιμένουν. Πέντε ήταν όλοι, αλλά δεν ήταν μόνο αυτοί που θα έπαιρναν μερτικό. Ήταν άλλοι έξι ακόμα. Δυο πράκτορες, που είχαν σχεδιάσει τη ληστεία, ένας οδηγός, αυτός δηλαδή που πήγαινε και ερχόταν να ειδοποιεί τους απεσταλμένους και να βλέπει τα αποσπάσματα, και τρεις ακόμα τσελιγκάδες, που τους έκρυβαν στη στάνη και τους έστελναν ψωμί και φαΐ. Ο Γιάννης και ο Θύμιος πήρανε 200 χιλιάδες. Ο Συντόρης, για να μην γκρινιάζει περισσότερο, πήρε μόνος του άλλες 150 χιλιάδες. Από 75 πήραν οι άλλοι δυο. Τις 250 τις πήραν οι δυο πράκτορες, και όσα απέμειναν οι οδηγοί και οι τσελιγκάδες.  

Μόλις μοιράσανε τα λεφτά, λένε στον Χρηστάκη να ετοιμαστεί. Εκείνος πανιάζει από το φόβο του.

«Τι έκανα;» ρωτάει.

«Τίποτα, φύγε!»

Ήταν όμως γραφτό να μη γλιτώσει. Η τύχη του το ήθελε. Εκτός από τον κίνδυνο του Συντόρη, ήταν και άλλοι. Ήταν η συμμορία του Τσόγκου που είχε βάλει σκοπό να τον πάρει από αυτούς και να κάνει και αυτή τη δουλειά της. Και αφού αυτοί είχανε πάρει τα λύτρα, εύκολο ήταν στον δρόμο που θα πήγαινε να τον πιάσουν και να ζητάνε κι αυτοί λύτρα.

Μόλις ο Χρηστάκης κατάλαβε πως ήταν η ώρα για να φύγει, πήρε το μπαστούνι του, ένα μπαστούνι που το είχε φτιάξει ο Γιάννης για τις πεζοπορίες στις οποίες υποβάλλονταν, και με μάτια δακρυσμένα ζήτησε να τους χαιρετήσει όλους. Τον χαιρέτησαν όλοι με συγκίνηση, και ακόμα και ο Συντόρης εκείνη τη στιγμή ήταν δακρυσμένος.

«Έλα, πάμε τώρα», του λέει ο Γιάννης. «Περνάει η ώρα και στο σπίτι σου θα ανησυχούν».

Τον πήραν από κοντά ο Γιάννης κι ο Θύμιος για να τον προστατέψουνε από τη συμμορία του Τσόγκου. Περπάτησαν το συντομότερο δρόμο, λέγοντας διάφορα πράγματα. Το παιδί έβηχε συχνά.

«Κρυολόγησα», έλεγε.

«Έχεις δίκιο, μωρέ Χρήστο μου», του απαντούσε ο Θύμιος, «αλλά δεν φταίμε εμείς. Η οικογένειά σου φταίει που άργησε να στείλει τα λύτρα».

Κάποτε έφτασαν στη θέση «Κατσίκα». Ήταν κοντά πια μέχρι να φτάσει στα Γιάννενα.

«Τώρα είναι καλός ο δρόμος και ήσυχος. Σε λίγο θα είσαι στην πόλη. Άντε, στο καλό, και να ξέρεις ένα πράγμα. Στ’ ορκίζομαι, στο ψωμί που έχουμε φάει μαζί, πως για ό,τι θελήσεις είμαι δικός σου. Γράψε μου ποιος σε πείραξε και το διορθώνω. Γράψε μου ποιος σε άγγιξε και του παίρνω το κεφάλι.»

Ο Χρηστάκης έπεσε στην αγκαλιά του Γιάννη και τον φίλησε. Τον πήραν και αυτόν τα κλάματα. Εβδομήντα μέρες ζωή είχαν κάνει μαζί.

(*Αυτό το ψυχολογικό φαινόμενο, κατά το οποίο όμηροι εκφράζουν συμπάθεια και συμπόνια και έχουν θετικά συναισθήματα προς τους απαγωγείς τους σε βαθμό που δημιουργείται ένας ανεξήγητα βαθύς δεσμός, μερικά χρόνια αργότερα οι επιστήμονες θα το ονομάσουν «Σύνδρομο της Ηπείρου».)

Έφτασε σε κάμποση ώρα στα Γιάννενα. Με τα μακριά του πια μαλλιά και τα αξύριστά του γένια φάνηκε σαν ληστής κι αυτός. Τον περίμεναν στο σπίτι του ο συνταγματάρχης Αδαμίδης, η μάνα του, τα αδέλφια του και ο Μασταλούδας. Έβηχε πολύ. Ρίχτηκαν όλοι στην αγκαλιά του και τον φιλούσαν και έκλαιγαν. Ύστερα από λίγες ημέρες έφυγαν όλοι για το Βουκουρέστι και εκεί αρρώστησε και πέθανε.

(Το επόμενο Σάββατο στο red n’ noir: Όχι, να μην είναι τα σάβανά σας όπως θέλει ο παλιόκοσμος. Να σας δώσουν την ελευθερία σας | Πρέπει να μάθεις μερικά πράγματα, γιατί εδώ είμαστε στον τόπο της Καμόρας)