Τα απομνημονεύματα του διάσημου αστυνομικού φον Κολοκοτρώνη ΙΙΙ

Τρίτο επεισόδιο | 1η Ιουνίου 1889 | Ένα μυστηριώδες έγκλημα Γ’

Η τελευταία εκδρομή του θύματος στην Αλυσίδα | Η Μαργαρώ ακουσίως προδίδει τον Σαρρόν | Ο παντοπώλης αποκαλύπτει τις σχέσεις με τον Γιούρον | Μια αόρατη δύναμη εμποδίζει την υπηρέτρια να συνεχίσει τις αποκαλύψεις της

Ο φον Κολοκοτρώνης σημείωσε το όνομα του οικτρού εκείνου θύματος και, όταν βγήκαν από την είσοδο, ρώτησε τον παντοπώλη:

«Πόσο καιρό τον είχες κοντά σου;»

«Ακριβώς ένα χρόνο! Πέρυσι του Αγίου Κωνσταντίνου τον πήρα…»

«Τι παιδί ήταν;»

«Της δουλειάς!»

«Δεν ρωτώ γι’ αυτό…»

«Αλλά;»

«Είχε παρέες;»

«Τίποτα! Κανέναν!»

«Καθόλου σχέσεις;»

«Ούτε!»

«Πώς είναι δυνατόν;»

«Σας λέω την αλήθεια!»

«Σε πιστεύω! Αλλά μπορεί να σου διέφυγε τίποτα. Για θυμήσου καλά. Ξέρω ‘γώ, κανένα μικροαίσθημα; Καμία υπηρέτρια…»

Ο παντοπώλης συλλογίσθηκε λίγο και έπειτα απάντησε με κάποια αδιόρατη αμφιβολία:

«Ψάχνω, μα δεν βλέπω τίποτα! Δεν φαντάζομαι τίποτα! Ήταν ένα παιδί αγνό, άδολο, χωρίς καμιά υποψία!»

«Το παραδέχομαι! Αλλά μήπως είδες ποτέ σου τίποτα κουβεντίτσες, κρυφομιλήματα με την υπηρέτρια αυτής εδώ πάνω της χήρας;»

«Ποια; Τη Μαργαρώ;»

«Ναι».

«Ε, πάντα της μιλούσε, μα η Μαργαρώ όσο τρελή κι αν είναι, είναι τίμιο κορίτσι! Μικρό μόνο και άμυαλο. Ναι, έχετε δίκιο. Της μιλούσε τακτικά. Ναι, ναι. Θυμάμαι. Τελευταία μάλιστα, περισσότερο από όσο πρέπει. Είχαν τις τελευταίες μέρες κάποια μαλώματα, κάτι πείσματα. Μα δεν μπήκε ποτέ κακή υποψία στο μυαλό μου».

Η αποκάλυψη αυτή ήταν πολύ ενδιαφέρουσα για τις έρευνες του φον Κολοκοτρώνη, αλλά δεν ήταν και τόσο ενοχοποιητική για τη μικρή υπηρέτρια. Και δεν μπορούσε βέβαια να φανταστεί ότι η Μαραγρώ έστησε παιχνίδια σε εκείνον τον νέο για να τον δολοφονήσει, αλλά οπωσδήποτε κάτι μπορούσε να πληροφορηθεί από την αλληλουχία εκείνη των σχέσεων και των συνομιλιών του.

Αίφνης, ο παντοπώλης πρόσθεσε:

«Τώρα θυμάμαι πως το τελευταίο σαββατόβραδο που ήταν ο Σπύρος στο μαγαζί, με ανάγκασε να του κάνω μερικές αυστηρές παρατηρήσεις».

«Γιατί;»

«Να! Ήταν η Μαργαρώ εκεί και, σαν σαββατόβραδο που ήταν, είχαμε πολλλή δουλειά. Πολύς κόσμος. Μονάχος δεν τον πρόφταινα κι αυτός εξακολουθούσε να κουβεντιάζει, κρυμμένος πίσω από την άκρη του πάγκου, με τη Μαργαρώ».

«Τι να λέγανε, άραγε;»

«Δεν ξέρω! Ήταν σαν θυμωμένοι και οι δυο. Αναγκάστηκα να τον μαλώσω λίγο, μα πάλι δεν μ’ άκουσαν, και στο τέλος έμπηξα τις φωνές κι έκανα τη μικρή να φύγει τρεχάλα».

Σε αντιπαράσταση     

Όλα αυτά ήταν ενδιαφέροντα πράγματα βέβαια, αλλά δεν ήταν αρκετά για να αποδείξουν κάτι θετικό και βάσιμο.

«Έρχεσαι πάνω μαζί μου;» του είπε ο φον.

«Έτσι, όπως είμαι;»

«Βέβαια έτσι! Τι πειράζει;»

«Έρχομαι!» του απάντησε ο αγαθός άνθρωπος και τον ακολούθησε στο πάνω πάτωμα της ιδιοκτησίας εκείνης του Μαλακατέ.

Όταν εισήλθαν μέσα στο δωμάτιο, όλοι βρίσκονταν ακόμα στη θέση που ο φον Κολοκοτρώνης τους είχε αφήσει. Εντούτοις, η Μαργαρώ, μόλις είδε τον μπακάλη εισερχόμενο, θορυβήθηκε με έναν τρόπο αρκετά εμφανή. Τον κοίταξε με έκπληξη και υποχώρησε χλομιάζοντας, όπως μια κακή μαθήτρια στην εμφάνιση του δασκάλου της.

Ο φον προσποιήθηκε ότι δεν πρόσεξε αυτή τη λεπτομέρεια και, μόλις κάθισε στη θέση του, κοίταξε με αυστηρό βλέμμα τη μικρή υπηρέτρια και της είπε, δίνοντας άγριο τόνο στη φωνή του:

«Είδες πως προσπαθείς να παίξεις κακό παιχνίδι μαζί μου; Είδες πως θέλεις να με γελάσεις; Μάθε λοιπόν πως εγώ δεν γελιέμαι! Απάντησε μου αμέσως, τι σχέσεις είχες με τον Γιούρο;»

«Με ποιον;»

«Με τον Σπύρο», πρόσθεσε ο παντοπώλης επεμβαίνοντας.

Και είχε δίκιο να προφέρει το πραγματικό όνομα του ατυχούς νέου, διότι η Μαργαρώ στο άκουσμα αυτού του ονόματος αναπήδησε αμέσως και ένα ρίγος διέτρεξε το σώμα της, ενώ τα χείλη της πρόφεραν μηχανικώς:

«Τον Σπύρο;»

«Ναι, τον Σπύρο!» επανέλαβε ο φον τονίζοντας το όνομα.

«Δεν είχα σχέσεις…»

«Κι όμως, είχες σχέσεις, κρυφομιλήματα, κουβεντίτσες…»

«Ιστορίες ολόκληρες!» συμπλήρωσε ο παντοπώλης Αναστασόπουλος.       

«Τι ιστορίες; Μιλούσαμε για τα ψώνια…»

«Για θυμήσου καλά», επανάλαβε ο παντοπώλης. «Το προπερασμένο σαββατόβραδο, που αναγκάστηκα να μπήξω τις φωνές και να σε κάνω να φύγεις τρεχάλα; Εγώ ξέρω τι λέγατε! Γιατί μου είπε εμένα ο Σπύρος τι τρέχει».

«Τι μπορεί να σας είπε; Και τι κακό είναι πως πήγαμε την Κυριακή στην Αλυσίδα;»

«Στην Αλυσίδα;» πρόφερε ο φον με έκπληξη που δεν κατόρθωσε να συγκρατήσει.

Η μικρή δάγκωσε τα χείλη της, μόλις αντιλήφθηκε την γκάφα που είχε κάνει. Αλλά ο παντοπώλης, που ήταν έξυπνος άνθρωπος και είχε όλη τη διάθεση να βοηθήσει τον φον Κολοκοτρώνη, εξακολούθησε να επιμένει στις δήθεν αποκαλύψεις που του είχε κάνει ο υπάλληλός του.

«Μα δεν μου είπε μόνο πως πήγατε στην Αλυσίδα! Μου είπε και τι κάνατε εκεί και τι είπατε!»

Η Μαργαρώ τον κοίταξε με νέα έκπληξη, ανοίγοντας τα μάτια της. Τότε ο φον βρήκε ευκαιρία κατάλληλη να επέμβει.

«Άκουσε, Αναστασόπουλε! Σε παρακαλώ να μην επαναλάβεις ούτε μια λέξη από όσα σου είπε ο μακαρίτης ο Σπύρος, το καλό αυτό παιδί. Θεός σχωρέστο!»

Η Μαργαρώ είχε αρχίσει να κλαίει. Η επανάληψη του ονόματος του νέου κα τα καλά λόγια που έλεγαν γι’ αυτόν τη συγκίνησαν τόσο, ώστε δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Τότε ο φον πρόσθεσε:

«Άφησέ την να μας πει μόνη της τα καθέκαστα, κι αν πει κανένα λάθος τη διορθώνεις, κι αν επιμείνει να λέει ψέματα, τότε τη διορθώνω εγώ όπως της αξίζει! Λέγε!»

Ο μυστηριώδης Σάρρος      

Τότε η Μαργαρώ, με τρεμάμενη καταρχάς από τη συγκίνηση φωνή αλλά ολίγον κατ’ ολίγον ανακτώντας το θάρρος της, άρχισε να λέει τα εξής:

«Πήγαμε, ναι, στην Αλυσίδα. Μα δεν καθίσαμε πουθενά. Ο Σπύρος ήθελε να καθίσουμε πουθενά, μα εγώ του έλεγα να κάνουμε βόλτες. Κατεβήκαμε στον Ποδονίφτη, ύστερα μέσα από το χαντάκι τραβήξαμε κάτω στον κάμπο και ξαναγυρίσαμε… Δεν κάναμε τίποτα κακό. Δεν είπαμε τίποτα κακό. Έναν περίπατο μονάχα για να ξεσκάσουμε. Δεν ήταν περί έρωτα… Α! Μπα! Μπα! Όχι τέτοιο πράγμα. Μόνο που τρομάξαμε, γιατί σαν γυρίζαμε, είδαμε πίσω από ένα δένδρο έναν άνθρωπο να μας παραφυλάει και φοβηθήκαμε».

«Δεν είναι έτσι, νομίζω», είπε ο φον διακόπτοντας τεχνικώς την ομιλία της.

«Στο ορκίζομαι! Έτσι είναι!»

«Δεν του μιλήσατε;»

«Ο Σάρρος πρώτα μίλησε του Σπύρου. Ο Σπύρος κι εγώ θέλαμε να φύγουμε για να μην τον ανταμώσουμε».

Το νέο όνομα, το οποίο προστέθηκε στις αποκαλύψεις, κάτι βεβαίως επρόκειτο να προσθέσει στο μυστήριο του τραγικού εκείνου δράματος. Εντούτοις, για να μην τη φοβίσει, ο φον δεν θέλησε να τονίσει ιδιαιτέρως την προσοχή της σε αυτό και την άφησε να συνεχίσει.

«Μα δεν είπαν τίποτα σπουδαίο, μόνο δυο λόγια είπανε και χωρίσανε! Ο Σάρρος φώναξε λίγο περισσότερο, μα εμείς δεν του δώσαμε…»

Αίφνης, η Μαργαρώ, η οποία είχε τώρα τα βλέμματά της προς την ανοιγμένη θύρα, σταμάτησε απότομα, σαν να υπάκουγε σε κάποια δύναμη αόρατη στους υπόλοιπους, η οποία την υποχρέωνε με τρόπο επιτακτικό να σταματήσει.

«Λέγε!» διέταξε ο Κολοκοτρώνης βιαστικά, παρακολουθώντας το βλέμμα της.

Αλλά εκείνη δεν εννοούσε να προσθέσει ούτε μία λέξη. Εν ριπή οφθαλμού, αναπήδησε από το κάθισμά του και όρμησε προς τη θύρα. Κοίταξε δεξιά αριστερά, μα κανείς δεν ήταν στο διάδρομο, ούτε ακουγόταν κανένας θόρυβος.        

Πετάχτηκε έξω σαν αίλουρος, κάνοντας μεγάλα βήματα και πατώντας στις μύτες των ποδιών του, για να μην κάνει κανέναν κρότο. Σε δυο λεπτά έφθασε στην άκρη του διαδρόμου, κοιτάζοντας παντού με προσοχή. Αλλά δεν είδε κανέναν. Στο βάθος, μόνο η πόρτα της κουζίνας ήταν ανοιχτή και μέσα στην κουζίνα η Χρυσάνθη, η άλλη υπηρέτρια, η οποία κρατούσε στα χέρια τη σκούπα και σάρωνε τα σανίδια αμέριμνα.

«Ήσουν έξω τώρα!» της είπε με τόνο μη επιδεχόμενο αντίρρησης.

Εκείνη τον κοίταξε με ψυχραιμία και με ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη απάντησε:

«Τι λόγια είναι αυτά; Πρωτάκουστα! Και πώς φανταστήκατε πως βγήκα έξω εγώ; Τι δουλειά έχω μαζί σας; Και τι με ενδιαφέρει εμένα;»

Τα λόγια της ήταν σταράτα και η έκφρασή της τόσο πειστική, ώστε δεν επιτράπηκε στον φον να αμφιβάλει καθόλου για τα λόγια της.

Μολονότι το υποκείμενο εκείνο αρχικά του είχε φανεί τόσο ύποπτο, εντούτοις έκρινε καλό ότι δεν έπρεπε να δώσει μεγαλύτερη σημασία και, στρέφοντας τα νώτα του, επανήλθε στο δωμάτιο της πρόχειρης ανάκρισης.

Η Μαργαρώ όμως από τη στιγμή εκείνη δεν θέλησε να προσθέσει καμιά άλλη λεπτομέρεια. Μόνο για τον Σάρρον του είπε, με πολλή δυσκολία, ότι ονομάζεται Κώστας και εργάζεται σε ένα κατάστημα ποδηλάτων στο Κολωνάκι.     

Την νύχτα αυτή, η Μαργαρώ την πέρασε στο τμήμα, συμφώνως προς τις υποδείξεις του φον Κολοκοτρώνη και τα επιχειρήματα τα οποία ανέπτυξε στους αστυνόμους Παλαμάρα και Καρύδη.

Ο Κωνσταντίνος Σάρρος συνελήφθη από όργανο της αστυνομίας, υπέστη μια πρόχειρη ανάκριση και, καθώς φάνηκε να είναι εντελώς ξένος προς την υπόθεση, αφέθηκε ελεύθερος.

Εντούτοις, στη μυστηριώδη αυτή υπόθεση, που κατέληξε στον τόσο τραγικό φόνο του νεαρού Γιούρου, δεν μπορεί να μην είναι κανείς ένοχος! Διάβολε! Η Μαργαρώ αποκλείεται να έκανε το φόνο και ο Σάρρος είναι αθώος. Η Χρυσάνθη δεν είχε καμία σχέση. Ποιος λοιπόν σκότωσε τον καλό Σπύρο; Και γιατί; Γιατί; Αυτά ήταν τα ερωτήματα που κάνανε τον φον Κολοκοτρώνη να πνίγεται μέσα σε μια σταγόνα νερού! Γιατί; Για ποιο λόγο; Ποια ήταν η αιτία; Ποια η αφορμή;

Αυτό το γιατί θα τον βασανίσει όλη τη νύχτα, αλλά πρωίήπρωί η Μαργαρώ θα δεχτεί την επίσκεψή του, πιστεύοντας ότι η κράτησή της στο τμήμα θα την έχει αρκετά σωφρονίσει.                    

Την επόμενη Τετάρτη στο red n’ noir:

Όπου αποδεικνύεται ότι η συνεννόηση των δυο υπηρετριών ήταν αρκετά ενοχοποιητική | Το διπλό αίσθημα της Χρυσάνθης | Το αντικλείδι του Μαλακατέ | Ο Σκοτίδης συλλαμβάνει ξανά τον Σάρρον | Στο υπόγειο των οργίων και του φρικτού θανάτου | Η αναπαράσταση του εγκλήματος | Τα φονικά όπλα του κακούργου διπλοκλειδωμένα σε ένα μικρό δωμάτιο | Πλήρες φως στο μυστήριο εντός δεκαεπτά ωρών