Home Συγγραφείς-Δημιουργοί Δημήτρης Μπελαντής Η Ουλρίκε μετά το θάνατο της Μάινχοφ ΙΙΙ
-30%

Η Ουλρίκε μετά το θάνατο της Μάινχοφ ΙΙΙ

21,20 14,84

Χρονολογία έκδοσης: Δεκέμβριος 2009

Αριθμός σελίδων: 464

Διαστάσεις: 14×21

Συγγραφέας: Δημήτρης Μπελαντής

Εκδόσεις: Βιβλιοπέλαγος

Περιγραφή

Histoire Alternative

“Η όλη ιστορία είχε ξεκινήσει αλλιώς. Μακριά μαλλιά και μολότοφ. Αυθορμητισμός, τέχνη, κοινοβιακές εμπειρίες, αφηγήσεις το βράδυ με το τρίφυλλο στο χέρι. Συνωμοτικά ραντεβού με “μαύρη” ρομαντική αχλή. Έρωτας. “Χασισορέμπελοι” και “Τουπαμάρος του Βερολίνου”. Ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ και η “Κομμούνα Ι”. Το πρόσωπο της Χέλα, όταν μπούκαραν στις τράπεζες. Το ζεστό χέρι του Φριτς Τόιφελ.
“Ο κίνδυνος με το ένοπλο είναι να γίνεις μηχανισμός. Εγώ πιστεύω στην προσπάθεια ενός εργατικού αντάρτικου κι όχι στη λογική μιας ομάδας εκτελεστών. Θυμήσου τις επιτροπές περιφρούρησης της Lotta Continua κατά των μπάτσων στις πορείες. Τις απαγωγές διευθυντικών στελεχών από κομάντο απεργών στα πρώτα βήματα των μπριγκατίστι στην Ιταλία. Θυμήσου τους Nosotros του Ντουρούτι που λήστευαν τράπεζες σε συνεργασία με τους αναρχοσυνδικαλιστές της CNT. Τους αναρχικούς και συνδικαλιστές που καθάριζαν τραπεζίτες στην επαναστατημένη Βαρκελώνη του 1919.
“Κάτι τέτοιο χρειαζόμαστε και στη Γερμανία. Να αναγνωρίζονται οι μάζες σ’ αυτό. Να συνδέουν το εγχείρημα με τους μαζικούς αγώνες. Ως “Κίνημα 2 Ιούνη” κινηθήκαμε αρχικά σ’ αυτή την κατεύθυνση. Δεθήκαμε με το νεανικό και μαθητευόμενο προλεταριάτο του Βερολίνου, που ασφυκτιούσε στο πειθαρχημένο κράτος. Που λάτρευε τις μηχανές, το χόρτο, τον Τζέιμς Ντιν, τον Μπράντο. Το ροκ και την αμερικάνικη αντικουλτούρα. Η εν ψυχρώ εκτέλεση των Γκέοργκ φον Ράουχ και Τόμας Βαϊσμπέκερ από τη ”νέα Γκεστάπο” μας οδήγησε σταδιακά σ’ άλλες ατραπούς. Έπρεπε να αποδεχθούμε μια βαθύτερη παρανομία. Να νοιώσουμε την καυτή ανάσα των μπάτσων πίσω μας. Να γίνουμε κι εμείς επαγγελματίες ένοπλοι επαναστάτες. Η απαγωγή του Λόρεντς είναι χαρακτηριστική για την πρώτη φάση. Από κει και μετά όλα αλλάζουν”.
Ο Μπόμι Μπάουμαν για πρώτη φορά από τότε ενθουσιάστηκε. Επιτέλους υπήρχε μια αλτερνατίβα: Να συναντήσουν τους αγώνες που αναπτύσσονταν γύρω τους. Να πάψουν να παίζουν “κλέφτες κι αστυνόμους”. Να αναπτύξουν μια κινηματική λαϊκή αντίσταση. Φοβόταν όμως. Φοβόταν την επαφή και την όσμωση με καθεστωτικά κόμματα και δυνάμεις. Υπήρχε κίνδυνος να τους μανιπουλάρουν. Να τους βάλουν να χορέψουν στο δικό τους ρυθμό. Τι δουλειά είχε η αλεπού στο παζάρι; Μόνο αν το χειριζόταν η Ουλρίκε Μάινχοφ… Σ’ αυτήν και μόνο σ’ αυτήν ο Μπόμι είχε εμπιστοσύνη”

Αναζήτηση βιβλίων