Η Γυναίκα με το όπλο. Κουβέντα με τον Γιώργο Σερβετά για το βιβλίο του.

Αστοί γκάγκστερ, όχι ακριβώς μοιραίες ερωμένες, φιλόδοξοι μικροαστοί και η γυναίκα με το όπλο διασταυρώνουν τις ζωές, τα σχέδια και τα πυρά τους. Οι συσχετισμοί δύναμης θα καθορίσουν ωμά τις συνέπειες, χωρίς καμιά λυτρωτική ανατροπή. Φόντο, ένα από τα σταυροδρόμια του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος. Η Κύπρος. Αρχικά, ποια είναι η σχέση σου με την Κύπρο και γιατί την επέλεξες ως τόπο που διαδραματίζεται η ιστορία;

Την Κύπρο τη γνώρισα πρώτη φορά το 2009. Η Λεμεσός είναι η πόλη όπου βρέθηκε από τα τέσσερα και μεγάλωσε η σύντροφός μου και μητέρα του παιδιού μου, οπότε έχει γίνει μια πόλη αρκετά δική μου πια. Για μερικές εβδομάδες του δύσκολου 2012, είχε γίνει και η πόλη στην οποία σχεδιάζαμε να μείνουμε, κάτι που τελικά δεν έγινε.

Στην Κύπρο, είχα τη σπάνια εμπειρία να επισκεφθώ ένα μέρος, για το οποίο δεν είχα διαβάσει κανένα βιβλίο, δεν είχα δει καμία ταινία. Συνειδητοποίησα, κατά κάποιον τρόπο, πως οι ιστορίες είναι στην πραγματικότητα η ταυτότητα ενός μέρους και μιας κοινωνίας. Μου έδινε αυτό που είχα χάσει, το στοιχείο της έκπληξης, που δεν μπορείς να έχεις σε έναν κόσμο που, όσο μεγαλώνουμε και εκτιθόμαστε στις ιστορίες, μικραίνει. Την Κύπρο την είδα πρώτη φορά χωρίς μια τέτοια διαμορφωμένη αντίληψη, μόνο με μια θετική προδιάθεση, αυτή που έχει κανείς όταν σε έναν τόπο σε συστήνει αγαπημένο πρόσωπο. Επίσης, το γεγονός ότι ερχόμουν σε επαφή με τη χώρα σε μια εποχή που η Αθήνα ήταν στην πιο σκληρή και βίαιη εποχή που την έχει ζήσει η γενιά μου, έκανε την Κύπρο και τη Λεμεσό να μου είναι πολύ ευχάριστη, να φέρει την ανάμνηση μιας ήπιας, μικροαστικής και ευημερούσας κανονικότητας.

Πέρα από αυτήν την πολύ προσωπική εντύπωση, η Κύπρος ήταν και κάτι άλλο: ένα νησί πιο κοντά στη Μ. Ανατολή παρά στην Ευρώπη, που ξυπνά αναμνήσεις ενός λεβαντίνικου κοσμοπολιτισμού που έχει πια χαθεί από την περιοχή. Επίσης, ο τρόπος που έχει αναπτυχθεί η οικονομία της έχει διαμορφώσει ένα ανθρωπογενές τοπίο ιδανικό για μια αλλοτριωμένη ηρωίδα σαν τη δική μου. Ίσως ήταν ακριβώς αυτό, η έκθεσή της στους μη τόπους των αυτοκινητόδρομων, των κυριλέ πύργων και της ανοικοδόμησης για τουρίστες, που γέννησε έναν τέτοιο χαρακτήρα στο μυαλό μου. Το μέρος το αντιλαμβανόμουν όχι ακριβώς σαν κράτος, σαν μια πολιτική οντότητα, αλλά σαν ένα λούνα παρκ για τουρίστες και για επιχειρήσεις στα χρηματοοικονομικά.

Το έγκλημα διαπερνάει κάθετα την οικονομική πυραμίδα μόνο για να συσσωρεύσει τις συνέπειές του στη βάση της. Αυτό με έναν τρόπο συμβαίνει και στη γυναικά με το όπλο. Τα αναφερόμενα σε σχέση με τη διαπλοκή εγκληματικότητας, λευκού κολάρου και οργανωμένου εγκλήματος είναι αποτέλεσμα έρευνας, προσωπικής εμπειρίας, φαντασίας ή συνδυασμού τους;

Ευτυχώς, η άμεση προσωπική μου εμπειρία με έχει κρατήσει σε πιο ασφαλή πλαίσια. Από την άλλη, οι κανόνες που διέπουν τον κόσμο μας και τα νταραβέρια είναι κοινοί, τουλάχιστον στο εύρος που έχω κινηθεί και συναντήσει εγώ, οπότε πρόκειται σε κάποιο βαθμό και για μια προσαρμογή, μεγέθυνση της κλίμακας της δικής μου εμπειρίας πάνω στις ιστορίες που σκάλισα και που συνέλεξα. Για τη φαντασία, ακολουθώ το εξής αξίωμα, δικής μου έμπνευσης: αν κάτι είναι λογικό να γίνει, εξυπηρετεί τα συμφέροντα ή τους σκοπούς κάποιου και δεν υπάρχει κάποιος ανασταλτικός παράγοντας, τότε θα γίνει, όσο βίαιο, βρώμικο ή κάφρικο και αν είναι.

Η γυναίκα με το όπλο, αλλιώς Νατάσα, εμφανίζεται να έχει μπει σε έναν κόσμο τον οποίον περιφρονεί και ο οποίος έχει σαν στόχο την εξουσία και το χρήμα. Συγχρόνως, η ίδια δείχνει να υιοθετεί τις βασικές αξίες –φυσική βία, δύναμη, χρήμα, όπλα– ενός κόσμου που συγχρόνως περιφρονεί. Με τη βεβαιότητά της ότι μπορεί να τον ξεγελάσει ή να τον κερδίσει, επιχειρεί να τον αντιμετωπίσει με αυτά τα μέσα, ώστε να έχει πρόσβαση στα πλεονεκτήματα που αυτός ο κόσμος προσφέρει. Το ότι τελικά χάνει, θεωρείς ότι οφείλεται στο ότι χρησιμοποίησε αυτά τα μέσα με κάποιου είδους ρομαντισμό και αγνοώντας κάποιους κανόνες;

Όχι, θεωρώ ότι χάνει επειδή της λείπει το ηθικό υπόβαθρο που χρειάζεται κάποιος για να επιβιώσει σε αυτόν τον κόσμο. Δεν είναι ειλικρινής, έχει μπει σε έναν κόσμο για τον οποίο το χρήμα είναι πάνω από όλα ηθική, ένα σύστημα αξιών. Η Νατάσα έχει περισσότερη λογική παρά ηθική και η υποκρισία είναι κάτι που είναι εύκολο να το μυριστεί κανείς.  Την καφρίλα, την αναλγησία δεν φτάνει να την υπηρετείς, πρέπει να την αγαπάς. Για να ανελιχθείς, πρέπει κυρίως να είσαι “ένας από αυτούς”. Η Νατάσα δεν είναι και ταυτόχρονα δεν έχει επίγνωση της θέσης της, δεν μπορεί να αρκεστεί στη θέση του γελωτοποιού του βασιλιά, που είναι ένας από τους θεμιτούς ρόλους.

Για να απαντήσω και στο πρώτο σκέλος, δεν πιστεύω ότι  οι βασικές αξίες διαφοροποιούνται στα κοινωνικά στρώματα. Ή, ακριβέστερα, μπορεί να διαφοροποιούνται, αλλά το βασικό αξιακό σύστημα, το κυρίαρχο, είναι αυτό που διαμορφώνεται από αυτούς που μπορούν να το επιβάλλουν και αυτό διαμορφώνει και το όποιο πλαίσιο της επιτυχίας.

Διαφαίνεται ότι υπάρχει μια παλιά ιστορία, η οποία δεν εξηγείται ακριβώς. Υπήρχε κάποιος λόγος που έμεινε έτσι θολό;   

Ίσως επειδή «Η γυναίκα με το όπλο» αναπτύχθηκε ως σενάριο, χρειάστηκε να προσαρμοστεί σε μια τυπική φιλμική αφήγηση δύο ωρών. Ακόμα, το ενδιαφέρον μου βρισκόταν στην επίδραση του καινούριου κόσμου της. Το παρελθόν είναι σχετικά εξερευνημένο φιλμικά, χωρίς να θέλω να πω ότι είναι τετριμμένο, απλά δεν ήταν το σημείο του ενδιαφέροντός μου. Αυτό που κράτησα από αυτό είναι το στοιχείο της ιδεολογικής χρεοκοπίας, ή απλά ήττας, κάτι που θεωρώ ότι δεν είναι άγνωστος τόπος για έναν κόσμο της γενιάς μου στην Ελλάδα.

Είμαι σε θέση να γνωρίζω αυτήν την ιστορία και με αυτήν την άνεση κάνω την ερώτηση, καθώς στην «Γυναίκα με το όπλο» υπονοούνται κάποια πράγματα σε σχέση με το παρελθόν της Νατάσας, αν και δεν αναφέρονται αρκετά καθαρά. Υπονοείται κάποια εμπλοκή κατά το παρελθόν στον ένοπλο αγώνα. Πιστεύεις πως η λογοτεχνική αποτύπωση της στράτευσης κάποιας ή κάποιου στον αγώνα, και μάλιστα στη μορφή με τις πιο αμείλικτες συνέπειες, μπορεί να μην προϋποθέτει πάντοτε ένα χαρακτήρα ανιδιοτελή; Είναι εξίσου πιθανόν να προϋποθέτει ένα χαρακτήρα τυχοδιωκτικό, στα όρια του αστού ή και του γκάγκστερ. Γιατί, με έναν τρόπο, αυτή είναι η περίπτωση της Νατάσας.  

Νομίζω ότι οι ιστορίες μάς συγκινούν ή, εν πάσει περιπτώσει, κάποιες ιστορίες μάς συγκινούν επειδή υπάρχει ένα κοινό ψυχικό υπόβαθρο, ένας κυρίαρχος ανθρωπότυπος σε μια εποχή και σε μια κοινωνία. Νομίζω ακόμα, όπως μου φαίνεται ότι είπα με άλλα λόγια πριν, ότι η κυρίαρχη ιδεολογία διαπερνά ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό. Ότι αυτό είναι κάτι που κατασκευάζεται κυρίως από την απτή πραγματικότητα και όχι από τη βούληση των υποκειμένων. Από την άλλη, η δυνατότητα της εξέγερσης δεν προϋποθέτει, στην πραγματικότητα σχεδόν δεν σχετίζεται με την απεμπόληση του κυρίαρχου ηθικού κώδικα. Με κάποια αναλογία, τα βίαια ρεύματα αιρετικών του μεσαίωνα που δεν αρνούνταν τον χριστιανισμό δεν ήταν λίγο ακίνδυνα για την τότε άρχουσα τάξη. Πιστεύω ότι και οι εξεγερμένοι του σήμερα δεν θα είναι έξω από τα πλαίσια της επίσημης θρησκείας μας, του ατομισμού, και δεν υπάρχει κάτι ριζικά κακό σε αυτό.

Εξάρχεια. Ποια η σχέση σου με αυτά, καθώς αναφέρονται κάποιες φορές, παρότι το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας διαδραματίζεται στην Κύπρο.

Ζω εδώ. Είναι ένα μέρος με ισχυρή ταυτότητα, που, όπως όλες οι ταυτότητες, διαμορφώνεται και από τις προσδοκίες των απ’ έξω. Γινόμαστε πάντα λίγο και από αυτό που οι άλλοι περιμένουν να είμαστε.

Η Νατάσα είναι μια πολύ δυναμική προσωπικότητα με αυτοπεποίθηση τέτοια που, λόγω της υπερεκτίμησης των δυνάμεών της, καταλήγει στην καταστροφή. Γιατί επέλεξες γυναικά σε αυτό το ρόλο; Από πού προέκυψε η βασική ιδέα αυτής της ηρωίδας;

Μάλλον επειδή προτιμώ να περνώ το χρόνο μου, το χρόνο πάνω από το λάπτοπ όσο διαρκεί η συγγραφή, με μια γυναίκα στο μυαλό μου. Και ίσως και για κάτι ακόμα: νομίζω ότι στα πλαίσια μιας κοινωνίας που διαμορφώνει διακριτούς ρόλους, οι γυναίκες είναι λιγότερο εκπαιδευμένες στην υποταγή. Η κοινωνική ένταξη των ανδρών περιλαμβάνει ένα ολόκληρο πλέγμα μηχανισμών με στόχο την εμπέδωση της ιεραρχίας, από το ποδόσφαιρο μέχρι τον στρατό. Ο ρόλος της Νατάσας, στην πραγματικότητα κάθε ρόλος που με έχει ενδιαφέρει ως τώρα, έχει να κάνει με ανθρώπους οριακά μή ενταγμένους, με ανθρώπους με κάποια ελλιπή εκπαίδευση όσον αφορά την ιεραρχία, αλλεργικούς στην υποταγή.