Το red n’ noir πέρασε 48 ώρες στα μεσοπολεμικά κρατητήρια του Α’ Αστυνομικού Τμήματος Αθηνών

Για παρόμοια θέματα κάντε κλικ στην εικόνα

| Ένα αποκλειστικό ρεπορτάζ του red n’ noir | Μια πρωτότυπη πρωτοβουλία του Α’ Αστυνομικού Τμήματος | Οπιομανείς και ηρωινομανείς στα κρατητήρια της Αθήνας τον Γενάρη του 1931 | Η συμμετοχή τους στα γυρίσματα εκπαιδευτικού ντοκιμαντέρ κατά των ναρκωτικών 

Όλοι οι αντιπροσωπευτικοί τύποι της χειρότερης νεοελληνικής μανίας σε γενικό ραντεβού, σε δύο ευρύχωρα δωμάτια του Α’ Αστυνομικού Τμήματος. Διοργανωτής της πρωτότυπης αυτής συγκέντρωσης ο υπαστυνόμος ο κύριος Τσίγκρης και ο κινηματογραφικός φακός του κυρίου Γαζιάδη!

Επί 48ωρου λοιπόν θα φιλοξενηθούν στο Α’ τμήματος οι αξιότιμοι κύριοι Ψυχίτσας, Καραμπούμης, Νικολάκιας Μαγώμης, Πανάγος Μπουρουντούρης, ο Γιάνναρος Χαρμάνης, ο Σταύρος Μπαστεβάνης, ο Γωγός ο Μποχώρης και όλη η πολυώνυμος και πολυάριθμος παρέα των σκοτεινών δρόμων της Αθήνας. Ο τίτλος τον οποίον δίνουν στον εαυτό τους και η αστυνομία τον υιοθετεί είναι «πρεζάκηδες».

Για τα αστυνομικά όργανα είναι γνωστό που συχνάζουν και η σύλληψη τους δεν απαιτεί μεγάλο κόπο. Στην στοά Πάππου, στους αρχαίους τάφους του Κεραμικού και πίσω από την Δημαρχία. Εκεί συχνάζουν οι λαϊκοί χαρμάνηδες ή αλλιώς πρεζάκηδες. Κουβαριασμένοι επάνω στους ρόλους χάρτου στην στοά Πάππου ή ξαπλωμένοι πάνω στη λάσπη ρουφούν τα σκονάκια τους. Απολαμβάνουν την συντριπτική του οργανισμού τους ηδονή ή την ηδονή της συντριβής του εγώ και των εξωτερικών εντυπώσεων. Το βύθισμα τους σε όνειρα αλλόκοτα. Μια ευεξία τρέλας ψυχικής τους κατέχει, κάτω από την οποία εξουθενωμένη απονεκρώνεται κάθε σωματική δύναμη. Τα μάτια καίτοι ολάνοιχτα δεν βλέπουν τίποτα. Τα χείλη σουφρωμένα παραμιλούν. Τα ίδια και στον καγκελόφραχτο χώρο του αρχαίου Κεραμικού. Περισσότεροι εδώ γιατί εδώ έχουν την ευχέρεια της φευγάλας όταν αντιληφθούν την έφοδο της αστυνομίας.

-Πάει, πάει, πάει! Μια βασιλικιά! Μια μαντζουράνα. Πούντος! Πούντος! Την τύλιξα. Την τύλιξα!

Κατόπιν σαν επωδός επακολουθεί το μεράκι της στιγμής. Του ρουφήγματος της δολοφόνου σκόνης.

-Την ρούφηξα. Ααα χαπ!

Το πρόσωπο του γίνεται όλο μια σούφρα σαρκών. Βασιλικιά αποκαλείται το κόκκινο ή κίτρινο χαρτάκι που περιέχει διπλή δόση ηρωίνης ενώ μαντζουράνα εκείνη που περιέχει μονή.

Διερωτάται κανείς! Αφού η Αστυνομία γνωρίζει τα κατατόπια γιατί δεν μπορεί να συλλάβει και εκείνους που πουλούν τα καταστρεπτικά σκονάκια; Όσο μπορεί το κάνει αλλά δεν κατορθώνει πάντα να χτυπήσει τις κεφαλές του λαθρεμπορίου. Διότι η πώληση στους φτωχούς αυτούς διαβόλους της μορφίνης ή της ηρωίνης γίνεται από ομοιοπαθείς τους. Και οι ίδιοι αυτοί πωλητές προτιμούν να τους κοπεί το κεφάλι παρά να μαρτυρήσουν ποιος τους προμηθεύει τα σκονάκια προς πώληση. Διότι όπως δεν τους μέλει αν φάγουν έστω και ένα κουλούρι αρκεί να έχουν το σκονάκι τους άλλο τόσο δεν τους ενδιαφέρει αν θα φυλακιστούν. Και στα κρατητήρια όταν συλλαμβάνονται σηκώνουν τέτοια αντάρα και τέτοια φωνή ζητώντας την πρέζα τους ώστε οι ίδιοι οι αστυνομικοί αναγκάζονται να τους δώσουν για να ησυχάσουν. Αλλιώτικα γίνονται αλλόφρονες. Πηδούν, χτυπούν τα στήθη τους με τις γροθιές τους, τα κεφάλια στον τοίχο, σκούζουν και κλαίνε.

Εξήντα είναι συνολικά  οι φιλοξενούμενοι στα κρατητήρια του τμήματος. Πλειοψηφούν βέβαια μέσα στην απρόοπτο συγκέντρωση οι ρακένδυτοι και ξυπόλυτοι, οι αναμαλλιασμένοι με τα κατάμαυρα νύχια και τις σχισμένες τραγιάσκες. Είναι όμως και αρκετοί με εμφάνιση της προκοπής. Φοράνε λαιμοδέτες, κολάρα και ρούχα καθαρά. Αλλά είναι ίδια η ακαθαρσία στους κύκλους των ματιών, η ίδια κιτρινίλα στα δόντια από την ηρωίνη και την μορφίνη ίδιο και αυτό το βλέμμα. Όταν δεν τραγουδούν «θα ‘μαι, θα ‘μαι πάντοτε χαρμάνης» φωνάζουν στον διοικητή του παραρτήματος Ασφαλείας κ. Τσιγκρήν, «ή μας δίνεις πρέζα κυρ’ αστυνόμε ή κοπανάμε το κεφάλι μας στον τοίχο. Θα κόψουμε το λαρύγγι μας!».

Ο λόγος της συγκεντρώσεως δεν είναι βεβαίως θεραπευτικός. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν αφού δεν υπάρχει οργανωμένο συστηματικά δημόσιο ίδρυμα θεραπείας ναρκομανών. Ο λόγος της συγκέντρωσης είναι ένας και εκπαιδευτικός. Να κινηματογραφηθούν από τον κύριο Γαζιάδη και η ταινία να προβληθεί στην νεολαία για να  ανακοπεί η επέκταση της μανίας των ναρκωτικών.

Επί παρουσία μας ο κύριος Τσιγκρής τους ρωτάει:

-Τι προτιμάτε, φαγητό ή πρέζα;  

-Πρέζα! Πρέζα, να αγιάσουν τα χέρια σου.

Και όταν αυτή τους διανεμηθεί, όταν την στραγγίσουν τρίβοντας τις μύτες τους επάνω στα κρυσταλλικά σκονάκια γέρνουν και ξαπλώνονται χάμω. Η αποχαύνωση έρχεται γρήγορα και αρχίζει το τρελό μουρμούρισμα.

-Ναι, αγάπη μου! Ναι! Ναι! Μαντζουράνα ήταν αχαπ και μια βασιλική.

Βλέπει κανείς ανθρώπινα κορμιά πατημένα χάμω με την αποκρουστική μυρωδιά από την απλυσιά να σαλεύουν σαν σκουλήκια. Χαρακτηριστικότερος τύπος ο Ψυχίτσας. Ένα πάχος αρρωστιάρικο έχει καλύψει τον λαιμό του. Μάτια θαμπά με τα μαυράδια τους ασπρισμένα. Χρόνια στο χαρμάνι της ηρωίνης. Αφού κατασπάραξε την περιουσία του πατέρα του, αφού έγινε διαρρήκτης για να οικονομήσει για την αγορά της ηρωίνης κατέληξε να είναι μικροπωλητής της και πήρε ένα σωρό ανθρώπους στο λαιμό του. Του κόλλησε τελευταία η μανία να κυνηγάει φίδια, δουλειά που κάνει επί πληρωμή όταν τύχει. Η Ηρωίνη όπως έχει παρατηρηθεί του έχει φέρει ανοσία και δεν τον δηλητηριάζει κανένα δάγκωμα φιδιού.

-Γιατί δεν διορθώνεται μωρέ Ψυχίτσα;

Τον πιάνει το παράπονο αμέσως.

-Μα βλάπτω κανέναν; Σε παρακαλώ τον Θεό μου! Εμένα έτσι μου αρέσει, πώς να κάνω αλλιώς;

-Μωρέ ξύλο που θέλεις, του λέει ο φύλακας

Τότε, παθαίνει μετάπτωση σε κέφι. Σκάει στα γέλια για να πει,

-Βάρα εσύ ξυλιές όσες θέλεις. Δίνε μου όμως και πρέζα και τι με μέλλει.

Άλλος ενδιαφέρον τύπος ο Τουροκτούμης. Είναι νέος μόλις 30 ετών και εν τούτοις φαίνεται σαν 60αρης. Γκρίζα άτακτα γένια που καλύπτουν τα μάγουλα και η λάμψη των ματιών είναι τέλειος σβησμένη. Φοράει σχισμένα πασούμια και μία σκισμένη κουβέρτα χρησιμοποιεί στους ώμους του για κάπα.

-Πώς το έπαθες εσύ;

-Σε νοιάζει;

-Αν Θέλεις.

Απαντά αφού κλείσει τα μάτια θέλοντας να συγκεντρώσει μία ξεχασμένη ανάμνηση.

-Μου το έσκασε η Μαρίκα. Η γκιόσα μου. Αυτή πάει τώρα στο….

Γελάνε οι συνοδοί και αυτό έγινε αιτία να βάλουν όλοι τις φωνές διαμαρτυρίας.

-Τι γελάτε ρε; Τι γελάτε; Είμαστε χαρμάνηδες. Πρεζάκηδες. Και ύστερα; Δεν είμαστε θέατρο. Καταλάβατε; Τα μάτια αποκτούν ζωηρές λάμψεις, τα δόντια τρίζουν και τα πιγούνια ταράζονται. Δεν είναι τίποτα παρά μια περαστική στιγμιαία άμυνα της χαμένης αξιοπρέπειας. Έτσι και έγινε με τα δύο λεπτά. Ξανάρχισε ύστερα η φωνή της ικεσίας. Τα παρακάλια.

-Δώσε μας ψυχούλα μας κυρ-αστυνόμε την πρέζα. Λυπήσου μας. Θα μας βγει το αίμα από το κεφάλι.

Έμεινε ωστόσο αμυνόμενος ένας περιποιημένος ναρκομανής. Κρατώντας τα δυο μάγουλα του για να συγκρατήσει το τριζοβόλιμα το δοντιών του από το πάθος λέει,

-Δεν είναι για γέλια κύριε. Αυτά τα παλιόπαιδα κόλλησαν για το κέφι. Οι περισσότεροι όμως γίναμε έτσι από τραύματα που πήραμε στον πόλεμο.

-Εσύ; Γιατί είπες;

-Ενέσεις μορφίνης για να παύσουν οι πόνοι από το τραύμα και μου ήρθε το πάθος.

-Γιατί δεν πας να γιατρευτείς;

-Πως το κάνω κύριε; Πού να βρω τα λεφτά; θέλω πέντε χιλιάδες. Μαζεμένες που να τις βρω;

Και μονομιάς του κόλλησε το τούρτουρο της ηρωίνης πάλι. Έστριψαν τα σαγόνια του προς τα πάνω. Τα μάγουλα σκέβρωσαν και τα μάτια του έσβησαν.

-Δώστε μου! Δώστε μου κυρ’ αστυνόμε, πεθαίνω.

Ο κύριος Τσιγκρής κάνει τη διανομή της πρέζας και επανέρχεται η ησυχία και η αποχαύνωση.