Η πρώτη απαγωγή στη μεταπολιτευτική Αθήνα

|Ο παλαιστίνιος εκπρόσωπος δήλωσε από τη Βηρυτό ότι το αντάρτικο παλαιστινιακό κίνημα δεν έχει καμία σχέση με την απαγωγή του γιου πλούσιου Λιβανέζου που έγινε στην Αθήνα | Σε κανένα από τα μέλη της σπείρας δεν πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι μετά την απαγωγή θα μεσολαβούσε τριήμερο και οι τράπεζες θα ήταν κλειστές | Σας ζητούμε συγγνώμη. Ήταν μια απερισκεψία. Τώρα το μετανιώσαμε | Δεν με ενδιέφεραν τα λύτρα. Ήθελα να χτυπήσω τις κοινωνικές αδικίες

1η Ιανουαρίου 1978

Η οικογένεια του σαραντατετράχρονου λιβανέζου επιχειρηματία Ζεΐν Μόναχ περνάει ώρες φοβερής αγωνίας στο σπίτι της, στην οδό Ζαμάνου 8 στη Γλυφάδα. Καρφωμένοι δίπλα στο τηλέφωνο, άυπνοι και ταλαιπωρημένοι, μετρούν τις ώρες. Το τελευταίο από τα έξι παιδιά της οικογένειας, ο Φαρούκ Μόναχ, ετών οχτώ, απήχθη από αγνώστους, μεταξύ των ωρών 14:00 και 17:00 της Παρασκευής 30 Δεκεμβρίου, ενώ έπαιζε αμέριμνος στον κήπο του σπιτιού του. Οι απαγωγείς ζητούν το αστρονομικό ποσό των 37 εκατομμυρίων δραχμών.

Ο πατέρας του Φαρούκ έχει υψώσει ένα αδιαπέραστο τείχος σιωπής γύρω του και εκτός από την κατάθεση που έδωσε στους αξιωματικούς της Χωροφυλακής δεν δέχεται να δει κανέναν άλλον. Βρίσκεται συνεχώς σε επαφή με τη Χωροφυλακή και την πρεσβεία του Λιβάνου, από όπου προσπαθεί να πάρει πληροφορίες για την τύχη του παιδιού του. Έξω από τη βίλα που μένει η οικογένεια του μικρού Λιβανέζου, χωροφύλακες με πολιτικά περιπολούν συνεχώς και ελέγχουν εκείνους που πλησιάζουν. Μέσα στο σπίτι άλλοι αστυνομικοί έχουν παγιδέψει το τηλέφωνο και περιμένουν και αυτοί το μήνυμα των απαγωγέων.

Από τα ανοιχτά παράθυρα του ισογείου φαίνονταν στο εσωτερικό του σπιτιού οι φιγούρες πέρα δώθε που κάπνιζαν συνέχεια. Μια συγγενής στην πόρτα της κουζίνας λέει στους δημοσιογράφους:

«Η αγωνία όλων είναι μεγάλη. Κανείς δεν ξέρει τίποτα για την τύχη του Φαρούκ. Οι γονείς του παιδιού είναι φοβερά ταραγμένοι και με δυσκολία στέκονται στα πόδια τους. Δεν θέλουν να τους ενοχλήσετε».

«Από πότε έχουν να σας τηλεφωνήσουν οι απαγωγείς;» επιμένουν στις ερωτήσεις τους οι δημοσιογράφοι.   

«Τελευταία φορά μας πήραν στις 9:00 το πρωί και επιμένουν να τους δώσουμε λύτρα για να μας φέρουν πίσω το παιδί».

«Και εσείς τι θα κάνετε;»

«Δεν ξέρω, αφήστε με, αυτό είναι δουλειά των γονέων του Φαρούκ».

Ο Φαρούκ Μόναχ εγκαταστάθηκε στο σπίτι της οδού Ζαμάνου πριν από δυο μήνες περίπου. Πρώτα έμενε σε άλλο σπίτι, πάλι στην περιοχή της Γλυφάδας. Από τους γείτονες του Μόναχ κανείς δεν ξέρει ακριβώς τι δουλειά κάνει. Οι πιο πολλοί γνωρίζουν ότι είναι έμπορος που ασχολείται με εισαγωγές και εξαγωγές. Κάποιος όμως που τον ήξερε καλύτερα μας αποκάλυψε ότι είναι μέτοχος ή ιδιοκτήτης πετρελαιοπηγών και φυσικά εκατομμυριούχος.

Ο κηπουρός της βίλας που μένει ο κύριος Μιχάλης Γαμπιράκης είναι και ο τελευταίος άνθρωπος που είδε τον οχτάχρονο Λιβανέζο Φαρούκ πριν τον απαγάγουν οι άγνωστοι:

«Ήταν γύρω στις 12:30, όταν βγήκε από το σπίτι του για να παίξει έξω. Εκείνη την ώρα βρισκόμουν στον κήπο και σκάλιζα τα λουλούδια. Για λίγο τον έχασα, αλλά φυσικά δεν έδωσα σημασία. Λίγο αργότερα επέστρεψε σπίτι του, πήρε ένα κουβαδάκι και πήγε στην ελιά που είναι έξω από την αυλή για να μαζέψει όσες έχουν πέσει κάτω. Στις 14:00 εγώ έφυγα από το σπίτι. Πέρασα από μπροστά του και τον χαιρέτησα. Εκείνος γύρισε, με είδε και χαμογέλασε. Σήμερα το πρωί που ήρθα ξανά έμαθα ότι τον απήγαγαν».

«Μήπως φεύγοντας είδατε κανένα αυτοκίνητο να περιμένει κάπου εκεί κοντά με αναμμένη μηχανή ή κάποιον που σας φάνηκε ύποπτος;»

«Όχι, δεν πρόσεξα. Βέβαια αυτοκίνητα υπήρχαν σταθμευμένα, αλλά κανένα δεν μου κίνησε υποψίες».

«Στο παρελθόν ο πατέρας του παιδιού είχε εκφράσει φόβους για την τύχη του ή πίστευε ότι απειλείται η ζωή του;»

«Δεν νομίζω. Εγώ τουλάχιστον δεν είχα ακούσει τίποτα τέτοιο».      

Από αστυνομικής πλευράς διατυπώνεται η άποψη ότι οι απαγωγείς δεν είναι Έλληνες. Την ίδια στιγμή ο παλαιστίνιος εκπρόσωπος δήλωσε από τη Βηρυτό ότι το αντάρτικο παλαιστινιακό κίνημα δεν έχει καμία σχέση με την απαγωγή του γιου πλούσιου Λιβανέζου που έγινε στην Αθήνα. Ο εκπρόσωπος πρόσθεσε: «Αποκλείεται να υπάρχει σχέση μεταξύ των παλαιστινιακών δυνάμεων και της απαγωγής».

4 Ιανουαρίου 1978

Συλλαμβάνονται στο κρησφύγετό τους στο Περιθώρι Ακράτας οι δύο από του τρεις απαγωγείς του μικρού Λιβανέζου Φαρούκ Ζεΐν Μόναχ. Πρόκειται για τον Θεόδωρο Ε. Τσαβαλιά, σαράνατα έξι χρόνων, από τα Σελινιάτικα Αγίου, υπάλληλο σούπερ μάρκετ στη Ρόδο, και τον τριανταεξάχρονο έμπορο φρούτων Αριστοτέλη Β. Κορμπίλα, συμπατριώτη του εγκέφαλου της απαγωγής. Ανακρίνονται για να αποκαλύψουν τους λόγους της απαγωγής και τους συνεργάτες τους.

Ο τρίτος δράστης, ο επιχειρηματίας Π. Εμ. Καρζής, εγκέφαλος της σπείρας, αρχηγός και οργανωτής της απαγωγής, παραμένει ακόμα ασύλληπτος. Είναι τριάντα οχτώ ετών και κατάγεται από το Παρθένι Αρκαδίας. Είναι απόφοιτος της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής, μέτοχος σε δύο σούπερ μάρκετ στη Ρόδο και στην Αργυρούπολη Γλυφάδας και ιδιοκτήτης πτηνοτροφείου στην Τρίπολη. Τα πραγματικά κίνητρα διερευνούνται από τις αστυνομικές αρχές, μολονότι οι δύο συλληφθέντες επιμένουν ότι ήταν η είσπραξη των λύτρων. Η σύλληψη του επιχειρηματία αρχηγού, που αναμένεται από ώρα σε ώρα, θα φωτίσει πλήρως και το ερώτημα αυτό.

Ο μικρός Φαρούκ, όπως διαπιστώθηκε, μεταφέρθηκε στο χωριό Περιθώρι, κοντά στην Ακράτα Πελοποννήσου, σε μια αγροικία που ανήκει στη μητέρα του Θεόδωρου Τσαβαλιά. Παρότι δεν είναι ακριβώς γνωστές οι κινήσεις των απαγωγέων, πιστεύεται ότι στο Περιθώρι έμειναν μόνο ο Θεόδωρος Τσαβαλιάς με τον Αριστοτέλη Κορμπίλα. Ο Παναγιώτης Καρζής επέστρεψε στην Αθήνα και άρχισε τις τηλεφωνικές επαφές με τη μητέρα του μικρού. Τηλεφώνησε αρχικά στις 16:30 και ζήτησε τον Ζεΐν Μόναχ. Του είπαν ότι κοιμάται και εκείνος δεν ανέφερε τίποτα για την απαγωγή. Το απόγευμα της Παρασκευής στις 17:20, έκανε δεύτερο τηλεφώνημα. Σε σπαστά αγγλικά είπε στη μητέρα του μικρού πως ήθελε να μιλήσει με τον σύζυγό της. Και όταν εκείνη τον ρώτησε πώς λέγεται, απάντησε: «Δεν έχω όνομα».

Στις 21:00 ο Καρζής τηλεφώνησε και πάλι και είπε στη μεγαλύτερη,  ηλικίας δεκαεφτά ετών, αδερφή τού Φαρούκ στα αγγλικά:

«Έχετε χάσει το παιδί σας. Είναι μαζί μας και είναι καλά. Είμαστε Παλαιστίνιοι και θέλουμε 1 εκατομμύριο δολάρια μετρητά. Προσέξετε. Δεν θα πείτε στην Αστυνομία τίποτα αν θέλετε να ξαναδείτε το παιδί σας ζωντανό. Θα σας ξαναπάρουμε αύριο στις 9:00 το πρωί για να κανονίσουμε τις λεπτομέρειες για την παραλαβή των χρημάτων».

Μετά από αυτό ο Ζεΐν Μόναχ κατέφυγε στη Χωροφυλακή και κατήγγειλε την απαγωγή. Στις 23:00 της Παρασκευής, ο Καρζής έκανε κι άλλο τηλεφώνημα και διαβεβαίωσε πως το παιδί ήταν καλά και ζήτησε πάλι 1 εκατομμύριο δολάρια. Το ίδιο συνέβη και στις 9:00 το πρωί του Σαββάτου. Τότε ο πατέρας τού είπε ότι δεν μπορούσε να βρει μετρητά, γιατί οι τράπεζες ήταν κλειστές και δεν θα άνοιγαν πριν από την Τρίτη. Ακολούθησαν δύο ακόμα τηλεφωνήματα στις 10.45 και στις 12.30. Σε αυτά ο Καρζής επέμεινε στην καταβολή των λύτρων, αλλά περιόρισε το ποσό από 1 εκατομμύριο σε 500 χιλιάδες ή τουλάχιστον σε εγγύηση ότι θα του έδιναν τα λεφτά την Τρίτη. Ο λιβανέζος έμπορος δέχθηκε να δώσει οποιαδήποτε εγγύηση και περίμενε να την προσδιορίσει ο άγνωστος απαγωγέας. Έτσι εξελίχθηκαν τα πράγματα μέχρι τις 14:00 το μεσημέρι του Σαββάτου, οπότε ο απαγωγέας άλλαξε στάση. Ζήτησε από τον Μόναχ να πει στη Χωροφυλακή ότι είχε μαλώσει και είχε δείρει το παιδί του κι εκείνο έφυγε και διανυκτέρευσε σε ένα φιλικό σπίτι. Ταυτόχρονα, υποσχέθηκε πως θα άφηνε το παιδί εντός της ημέρας. Ο Μόναχ δέχθηκε και περίμενε την απελευθέρωση του γιου του. Επακολούθησαν τρία ακόμα τηλεφωνήματα του Καρζή στις 18:00, στις 19:20 και στις 20:00 με παζάρια για την απομάκρυνση της Χωροφυλακής.

Στη 1:40 τη νύχτα του Σαββάτου, ο Καρζής έκανε το τελευταίο τηλεφώνημα. Πληροφόρησε τον πατέρα ότι άφηνε το παιδί του κοντά στο ζαχαροπλαστείο «Κιν Σοπ». Ο Μόναχ, συνοδευόμενος από τη Χωροφυλακή και τη σύζυγό του, έφτασε εκεί και πράγματι συνάντησε το παιδί του σώο. Παρολαυτά, οι έρευνες συνεχίστηκαν και η Χωροφυλακή κατάφερε να εντοπίσει το αυτοκίνητο της απαγωγής, ένα κοκκαλί-κίτρινο Τογιότα με αριθμό κυκλοφορίας ΡΚ 1284 και να δώσει σήμα αναζητήσεων. Το αυτοκίνητο αυτό βρέθηκε λίγες ώρες μετά εγκαταλελειμμένο στην οδό Σάμου 7, κοντά στο σταθμό Λαρίσης. Λίγο πριν, στις 22:00 το βράδυ της Δευτέρας, συνελήφθη στη Ρόδο ο πρώτος από τους απαγωγείς Αριστοτέλης Κορμπίλας και μετήχθη από αξιωματικούς της Ασφάλειας Προαστίων στη Αθήνα. Έπειτα συνελήφθη στην Τρίπολη και ο Θεόδωρος Τσαβαλιάς, ο οποίος μετήχθη αργά τη νύχτα στην Αθήνα.

Ο Κορμπίλας, ανακρινόμενος από την Ασφάλεια Προαστίων, ομολόγησε την απαγωγή και υπέδειξε το κρησφύγετο στο Περιθώρι της Ακράτας, όπου μετέφεραν τον μικρό Λιβανέζο. Η ανάκριση των δύο συλληφθέντων συνεχίστηκε, ενώ συγχρόνως αναμενόταν η σύλληψη και του Π. Καρζή, γύρω από τον οποίο ο κλοιός στένευε συνεχώς.

Από την ανάκριση προέκυψε ότι ο Π. Καρζής είχε νοικιάσει το διαμέρισμα-κρησφύγετο ήδη από τον Σεπτέμβριο, με σκοπό να διαπράξει σειρά απαγωγών. Μέσω ενός Αιγύπτιου, πληροφορήθηκε ότι ο λιβανέζος έμπορος Ζεΐν Μόναχ, με τον οποίο είχε επαγγελματική γνωριμία από τον Οκτώβριο, είναι πολύ πλούσιος και έτσι τον επέλεξε ως πρώτο θύμα του, φροντίζοντας αμέσως να μπει στον κύκλο του για να παρατηρήσει τις συνήθειές του.

Στα μέσα του Δεκεμβρίου περίπου, μίλησε στον υπάλληλό του Θεόδωρο Τσαβαλιά και τον φίλο και συμπατριώτη του Αριστοτέλη Κορμπίλα και τους έπεισε ότι μπορούσαν να κερδίσουν πολλά εκατομμύρια δραχμές. Έτσι άρχισαν να παρακολουθούν το σπίτι του λιβανέζου εμπόρου.

Για τις ανάγκες της παρακολούθησης, που κράτησε ένα περίπου μήνα και γινόταν διακριτικά και με κάθε προφύλαξη για να μην υποψιαστεί η οικογένεια ή οι περίοικοι ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει, η σπείρα  χρησιμοποιούσε συνήθως το Τογιότα του Καρζή.

Όταν πια θεώρησαν πως είχαν προβλέψει κάθε λεπτομέρεια του εγχειρήματος, αποφάσισαν την πραγματοποίησή του στην πρώτη ευκαιρία που θα τους δινόταν. Η ευκαιρία αυτή δόθηκε το απόγευμα της περασμένης Παρασκευής, όταν ο μικρός Φαρούκ βρέθηκε να παίζει στο δρόμο στην οδό Ζαμάνου έξω από το σπίτι του.

Μόλις ολοκληρώθηκε το πρώτο μέρος της αρπαγής και ενώ οι τρεις με τον μικρό όμηρό τους κατευθύνονταν στο νοικιασμένο διαμέρισμα, ο μικρός άρχισε να διαμαρτύρεται και να φωνάζει. Αυτό έκανε του απαγωγείς να σκεφτούν ότι στο διαμέρισμα θα γινόταν αντιληπτή η παρουσία του παιδιού. Τότε ο Τσαβαλιάς πρότεινε να τον μεταφέρουν στο σπίτι της μητέρας του στο Περιθώρι Ακράτας, όπως και έγινε.

Σε κανένα από τα μέλη της σπείρας δεν πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι μετά την απαγωγή θα μεσολαβούσε τριήμερο και οι τράπεζες θα ήταν κλειστές, οπότε ο πλούσιος λιβανέζος έμπορος δεν θα μπορούσε να βρει το υπέρογκο ποσό του 1 εκατομμυρίου δολαρίων.

Το βράδυ της σύλληψης των δύο πρώτων δραστών, ο Λιβανέζος έμπορος Ζεΐν Μόναχ με τη σύζυγό του και τον μικρό Φαρούκ πήγαν στην Ασφάλεια Προαστίων. Εκεί οι αξιωματικοί έβαλαν τους δράστες ανάμεσα σε τέσσερις χωροφύλακες με πολιτικά και ζήτησαν από το παιδί να αναγνωρίσει τους απαγωγείς του. Ο μικρός τους αναγνώρισε αμέσως.

«Με γνωρίζατε πριν την απαγωγή;» ρώτησε ο λιβανέζος έμπορος τους απαγωγείς.

«Όχι», απάντησαν εκείνοι. «Ο Καρζής μάς μίλησε για εσάς».

«Γιατί πήρατε το παιδί μου; Τι θα το κάνατε;» ξαναρώτησε ο πατέρας.

«Σας ζητούμε συγγνώμη. Ήταν μια απερισκεψία. Τώρα το μετανιώσαμε», είπαν εκείνοι. «Δεν θα του κάναμε κακό».

5 Ιανουαρίου 1978

Μεταξύ 9:00 και 10:00 το πρωί εμφανίζεται στην Ασφάλεια Προαστίων ο εγκέφαλος της απαγωγής Π. Καρζής. Τον συνοδεύει ο δικηγόρος Τριπόλεως κύριος Ορφανόπουλος, ο οποίος και αποκαλύπτει στους έκπληκτους αστυνομικούς την ιδιότητα του πελάτη του πριν προφτάσουν να συνέλθουν και να τον αναγνωρίσουν. Αμέσως ο ταξίαρχος διοικητής της Ασφάλειας Προαστίων κ. Ι. Παπαναστασίου με τον προϊστάμενο κοινού εγκλήματος συνταγματάρχη Κύρθο Α. Χρα και τον ταγματάρχη Οδ. Κούκο τον παραλαμβάνουν και αρχίζουν να τον εξετάζουν. Έτσι αποκαλύπτεται ότι ο Καρζής κρυβόταν όλες αυτές τις μέρες σε φιλικό σπίτι στην Τρίπολη. Από εκεί παρακολουθούσε από τις εφημερίδες την πορεία των ερευνών για την ανεύρεσή του και αποφάσισε να παραδοθεί πιστεύοντας πως δεν μπορούσε να διαφεύγει επ’ άπειρον. Ειδοποίησε τότε τον γνώριμό του δικηγόρο και πήγαν στην Αθήνα να παραδοθεί. Το πρώτο ερώτημα που τέθηκε ήταν το αν παραδέχεται την πράξη του. Αβίαστα και χωρίς δισταγμό, ο Καρζής παραδέχτηκε ότι εκείνος συνέλαβε την ιδέα της απαγωγής και κατέστρωσε το σχετικό σχέδιο. Για τους συντρόφους είπε ότι εκείνος είναι υπεύθυνος και ότι τους παρέσυρε.

«Δεν με ενδιέφεραν τα λύτρα. Ήθελα να χτυπήσω τις κοινωνικές αδικίες», δήλωσε.

Υποστήριξε ότι έμαθε συμπτωματικά πως ο λιβανέζος έμπορος Ζεΐν Μόναχ είχε στην κατοχή του δισεκατομμύρια δολάρια. «Το χρυσάφι έρεε πακτωλός», είπε χαρακτηριστικά. «Η περιουσία του ήταν αμύθητη». Υποστήριξε ότι τότε συναισθάνθηκε την κοινωνική αδικία και πρόσθεσε πως του μπήκε η ιδέα να αποσπάσει από τον Λιβανέζο μερικά από τα πλούτη του. Έτσι αποφάσισε να οργανώσει την απαγωγή του μικρού γιου του, του Φαρούκ, και να ζητήσει για λύτρα 1 εκατομμύρια δολάρια, δηλαδή 37 εκατομμύρια δραχμές.

«Ήθελα να νιώσω επίσης τη συγκίνηση μιας μεγάλης περιπέτειας», συμπλήρωσε. Και μίλησε για τη συγκίνηση του καταδιωκόμενου.

«Δεν θα πείραζα το παιδί», διευκρίνισε.