Η Μελανή Βίβλος ή τα απομνημονεύματα του διάσημου αστυνομικού φον Κολοκοτρώνη (Όγδοο επεισόδιο)

Ιανουάριος 1895 | Ο Ντοτόρος σε καινούριο κόλπο Β’ | Η διαρπαγή του επιπλοποιείου Κυριακόπουλου | Ενώ ο Κόκκινος φορτώνεται σε μια χειράμαξα

«Ω! Σας ευχαριστώ πολύ! Είστε ο καλύτερος ενοικιαστής μου!»

«Πιστεύω να γίνω!»

«Ω! Μα σας βεβαιώνω ότι είστε!»

«Έστω! Το δέχομαι!»

Μετά από μισή ώρα, το συμβόλαιο είχε υπογραφεί και ο Ντοτόρος έβαζε τα κλειδιά στην τσέπη του.

Τα δυο δωμάτια της ευπρόσωπου εκείνης οικίας ήταν στη διάθεσή του. Αλλά δεν είχε ούτε ένα έπιπλο, ούτε ένα κάθισμα, για να αναπαύσει ο ένοικός της τα μέλη του. Η λεπτομέρεια όμως αυτή φαινόταν ότι δεν του έκανε καμιά εντύπωση. Και όχι μόνο αυτό, αλλά μάλλον ότι τον άφησε περισσότερο ευχαριστημένο, καθόσον το πρόσωπό του φωτίστηκε από μια λάμψη χαράς, όταν το ερευνητικό βλέμμα του στράφηκε προς όλες τις  πλευρές και όλες τις γωνίες των δωματίων του, για να αντιληφθεί ποια και πόσα έπιπλα του χρειάζονταν για να κάνει μια ευπρόσωπο –την πλέον ευπαρουσίαστη– γκαρσονιέρα.

Τη νύχτα εκείνη, όταν σήμανε μεσάνυχτα, ο Ντοτόρος πήρε το σιδερένιο μπαστούνι του, το οποίο ήταν εφοδιασμένο στην άκρη με το γνωστό θαυματουργό γαντζάκι, και, δια της οδού Αιόλου και της οδού Αγίου Μάρκου, έφθασε στο απέναντι από το ναό της Παναγίας της Ρόμβης ευρισκόμενο επιπλοποιείο του Κυριακόπουλου. Το καλύτερο και μεγαλύτερο επιπλοποιείο της εποχής.

Η νύχτα ήταν ψυχρή και σκοτεινή. Κανείς διαβάτης δεν περνούσε εκείνη την ώρα ούτε τα βήματα κάποιου χωροφύλακα τάραζαν τη γαλήνη του δρόμου. Μόνο ένας νυχτερινός κλητήρας καθόταν σε ένα κάθισμα μπροστά από το διπλανό κατάστημα και ρέγχαζε κάποιο ρυθμικό θόρυβο.

Ο Ντοτόρος, που δεν ήθελε να τον ανησυχεί κάνεις κατά την ώρα των μεγάλων κόλπων του, πλησίασε τον νυχτοφύλακα και τον αναγνώρισε  αμέσως.

«Ρε Κόκκινε!», του λέει. «Του λόγου σου είσαι, κακομοίρη; Πω πω! Τι χάλια είναι αυτά! Έχεις βρε μια μπέκρα τρικούβερτη!»

Και πράγματι, εκείνος ο νυχτερινός κλητήρας ήταν βαριά μεθυσμένος και δεν είχε αντίληψη των όσων συνέβαιναν τριγύρω του. Χωρίς να χάσει χρόνο και με ετοιμότητα πνεύματος, ο Ντοτόρος προχώρησε προς τη μικρή στένωση της Ρόμβης, πήρε ένα δίτροχο εγκαταλελειμμένο καροτσάκι και, με αρκετό κόπο, φόρτωσε μέσα σε αυτό τον αναίσθητο από το μεθύσι Κόκκινο.

«Ξέρω, του έλεγε, ενώ τον έριχνε μέσα στη χειράμαξα, «ότι είσαι αβλαβής! Αλλά τι να σου πω; Είμαι πολύ λεπτός! Δεν μπορώ να ανεχτώ αυτή την κατάσταση, που είναι τόσο εξευτελιστική για σένα. Δεν φαντάζομαι πώς είναι δυνατόν εγώ να κάνω ένα τόσο μεγαλεπήβολο εγχείρημα κι εσύ να κάθεσαι στη γωνιά σου ροχαλίζοντας. Α! Όχι! Πιο καλά να βρίσκεσαι μακριά από την κακιά ώρα».

Με τις λέξεις αυτές ενέτεινε τις δυνάμεις του και έσυρε το καροτσάκι πίσω πάλι από την ίδια στενωπό και το έφερε ως το ανατολικό άκρο του ναΐσκου, ακριβώς στη γωνία του ιερού προς την οδό Περικλέους.

Έπειτα, επέστρεψε πάλι στη θέση του και πλησίασε στη θύρα του επιπλοποιείου Κυριακόπουλου. Σήκωσε το σιδερένιο μπαστούνι και έχωσε το θαυμαστό γαντζάκι μέσα στην κλειδωνιά.

«Τι περίεργο και θαυμάσιο εργαλείο!» θα έλεγε κανείς, όταν έβλεπε τα αποτελέσματα του μοναδικού εκείνου μπαστουνιού.

Εντούτοις, ήταν απλούστατο. Το μπαστούνι και ο γάντζος που έφερε στην άκρη του ήταν δυο πράγματα από τα πλέον συνηθισμένα και κοινά. Οποιοσδήποτε κι αν το έπιανε στα χέρια του δεν θα μπορούσε τίποτα να κατορθώσει. Τίποτα απολύτως.

Κι όμως, στα χέρια του φοβερού εκείνου λωποδύτη, η σιδερένια αυτή ράβδος ήταν  ένα όργανο αποτελεσματικό και ασύγκριτο. Τίποτα δεν μπορούσε να αντικατασταθεί από την πρώτη και απλούστερη κίνησή της. Το παν ήταν ο τρόπος με τον οποίο τη χρησιμοποιούσε ο διάσημος λωποδύτης και τα χέρια, τα ειδικά και εξασκημένα χέρια, που τη χειρίζονταν.

Εν! Δύο! Τρία! Η κλειδαριά υποχώρησε αμέσως.

Το σίδερο έτριξε με έναν ξηρό κρότο, η κλειδαριά παρέλυσε, έπειτα οι στρόφιγγες άφησαν έναν τριγμό και η θύρα του επιπλοποιείου Κυριακόπουλου, του μεγαλύτερου επιπλοποιείου της εποχής από το οποίο προμηθεύονταν όλοι οι πλούσιοι, οι αριστοκράτες,και αυτός ο βασιλιάς ακόμα, τα έπιπλά τους, άνοιξε διάπλατα, αφήνοντας τον Ντοτόρο κύριο της κατάστασης και του περιεχομένου.

Την επόμενη Τετάρτη στο redn’ noir:  Στο μέσον της οδού Πειραιώς o Ντοτόρος έρχεται σε ρήξη με τον οδηγό του κάρου | Τα έπιπλα εκφορτώνονται κακήν κακώς | Ο λωποδύτης τα φρουρεί επί δύο ώρες | Ένα άλλο κάρο τα επαναφέρει στην Αθήνα  | Μια επίσκεψη στο εμποροραφείο του Πρίντετζι | Το φράκο του υποψήφιου υπουργού Βάρβογλη και το μπλε μαρέν κοστούμι του Ιωάννου | Τα ασπρόρουχα της Ρουμάνας