Η Μελανή Βίβλος ή τα απομνημονεύματα του διάσημου αστυνομικού φον Κολοκοτρώνη (Έβδομο επεισόδιο)

Ιανουάριος 1895 | Ο Ντοτόρος σε καινούριο κόλπο Α’ | Το απεγνωσμένο κόλπο ενός λωποδύτη που σκέφτεται πώς να αποκατασταθεί οριστικά | Το διαμέρισμα της οδού Θεμιστοκλέους αριθμός 2

Πάλι ο περίφημος Ντοτόρος! Ομολογουμένως, ο λωποδύτης αυτός είναι ο μόνος που απασχόλησε τόσο καιρό την αστυνομία και για τη σύλληψή του κουραστήκανε όλοι τόσο πολύ στα γεμάτα.

Το πρωί, τα ξημερώματα μάλλον, λίγο πριν την ανατολή του ηλίου, ο φον Κολοκοτρώνης είχε το ευτύχημα να τον συλλάβει. Αλλά πώς; Γιατί; Και με ποια ευκαιρία;

Αφού πέρασε όλα τα στάδια του λωποδύτη και όλες τις διαβαθμίσεις του κοινού ή εξαιρετικού υπαλλήλου, ο Ντοτόρος κατόρθωσε να επιβληθεί στον αριστοκρατικό κόσμο της ελληνικής πρωτεύουσας, και κυρίως μεταξύ των νέων, των εύθυμων και χασομέρηδων, οι οποίοι έβρισκαν μια εξαιρετική ευχαρίστηση στη συντροφιά του. Μεταξύ αυτών που δεν γνώριζαν την προέλευση και το ποιόν του, περνούσε ως φοιτητής ιατρικής, ξεκοκαλίζοντας αφθόνως και αστόργως την πατρική του περιουσία.

Συχνά, συχνότατα, πήγαινε στα σαλόνια τους και διασκέδαζε, άλλοτε χορεύοντας και άλλοτε χαρτοπαίζοντας, επιστρέφοντας τα ξημερώματα στην κατοικία του, ένα φτωχό δωμάτιο υπερώου, σε ένα ερειπωμένο σπιτάκι στο τέρμα της οδού Ασκληπιού.

Η απότομη μετάπτωση του να φεύγει από τα πλούσια σαλόνια των φίλων του και να βρίσκεται ξαφνικά στο αποκρουστικό δωμάτιό του, όπου μαζί με τη φτώχεια και την κακομοιριά το έζωνε η βρώμα και η αηδία, συχνά τον έκανε να επαναστατήσει προς τον εαυτό του.

«Μα είναι ζωή αυτή;», έλεγε με πείσμα, δαγκώνοντας τα χείλη του και χτυπώντας στο δάπεδο νευρικά τη ράβδο του, μια σιδερένια ράβδο με ένα καταχθόνιο γαντζάκι στην άκρη, χάρη στο οποίο πετύχαινε τα μεγαλύτερα κατορθώματά του και έκανε δυνατά τα αδύνατα.

Ιδού η απορία. Αυτή η ερώτηση τον συνέτριβε τακτικά και, επειδή μάταια περίμενε επί πολλές ώρες χωρίς να βρίσκει μια λογική απάντηση στο ερώτημά του, επειδή δεν βρήκε καμιά λύση αντάξια των περιστάσεων και της αποστολής του, σιωπούσε, έμενε αναποφάσιστος και άφηνε τις ημέρες να περνούν αδρανής.

Ένα απόγευμα όμως, την ώρα που καθόταν στο παγκάκι του Ζαππείου απολαμβάνοντας τη θαλπωρή του χειμερινού αττικού ήλιου και τη σιλουέτα μιας γερμανίδας γκουβερνάντας, με την οποία προσφάτως είχε συνάψει ερωτικές σχέσεις, βρήκε τη λύση του αδιεξόδου στο οποίο βρισκόταν επί μακρόν χρόνο.

«Τελείωσε!» είπε. «Μόνο έτσι θα λυθεί το μυστήριο της ζωής. Ένα κόλπο, στην αρχή σύντομο, βασικό, αποτελεσματικό, ένα κόλπο απεγνωσμένο που θα χρησιμεύσει ως βάση όλης της επιχείρησης! Και ύστερα…»

Σιώπησε πάλι για πολλή ώρα, σκεπτόμενος τις συνέπειες, υπολογίζοντας τις λεπτομέρειες, λαμβάνοντας προκαταρτική μέριμνα για τα απρόοπτα και καταλήγοντας σε νέο αποφασιστικό συμπέρασμα.

«Ύστερα να! Όλα θα έλθουν μόνα τους.»

Το ίδιο βράδυ, σε φιλικό σαλόνι όπου για πρώτη φορά εμφανίστηκε χωρίς κέφι, χωρίς διάθεση, προκαλώντας τη γενική περιέργεια για το απροσδόκητο τούτο φαινόμενο, πλησίασε ένα φίλο του και του είπε:

«Γιώργο, έχω ανάγκη από τριακόσιες δραχμές!»

«Εσύ; Τι λες;» απάντησε ο φίλος του με κατάπληξη δίκαια, διότι ήταν η πρώτη φορά που ο Ντοτόρος τολμούσε να ζητήσει δανεικά από οποιονδήποτε φίλο του.

Εκείνος, με θαυμαστή ψυχραιμία και χωρίς καν να σηκώσει τα μάτια του, επανέλαβε στερεοτυπικώς:

«Σου είπα ότι έχω ανάγκη από τριακόσιες δραχμές!»

«Αλήθεια το λες, Ντοτόρο;»

«Όπως με βλέπεις και σε βλέπω!»

«Γι’ αυτό δεν παίζεις απόψε;»

«Όχι! Για να παίξω έχω αρκετά! Θέλεις να σου πω τους λόγους που με κάνουν να σου ζητήσω δανεικά;»

«Ξέρω γω! Εσύ δεν μου έκανες ποτέ σου μια τέτοια πρόταση.»

«Ούτε σε σένα ούτε σε κανέναν!»

«Το ξέρω!»

«Καταβαίνεις λοιπόν…»

«Ότι σου συμβαίνει κάτι εξαιρετικό!»

«Πολύ εξαιρετικό!»

«Ευχάριστο; Δυσάρεστο; Πες μας, να μετέχουμε κι εμείς σαν φίλοι στα αισθήματά σου!»

«Αδύνατον!»

«Αυτό με στεναχωρεί για λογαριασμό σου.»

«Να μην σε στεναχωρεί καθόλου.»

«Ώστε είναι ευχάριστο;»

«Μάλλον.»

«Τότε σου τις δανείζω με όλη μου την ευχαρίστηση.»

«Σ’ ευχαριστώ!»

Και ενώ ο καλός του φίλος τον πήρε σε μια γωνιά του σαλονιού για να του μετρήσει τριακόσιες δραχμές, ο Ντοτόρος, με την ίδια πάντοτε ψυχραιμία και το εμπεριστατωμένο του ύφος, πρόσθεσε:

«Έχω κάτι να σου πω ακόμα, με όλο το θάρρος.»

«Λέγε!»

«Μην με βιάσεις να σου τα επιστρέψω.»

«Τι λόγος! Με προσβάλλεις! Δεν θέλω να μου λες τέτοια πράγματα…»

«Όταν ευκολυνθώ…»

«Απολύτως! Όταν ευκολυνθείς.»

«Ευχαριστώ!»

Αυτή ήταν η εθιμοτυπία την οποία κρατούσε ο Ντοτόρος με τους φίλους του και η οποία του επέτρεψε, κατά την κρίσιμη εκείνη καμπή, να πραγματοποιήσει το μεγάλο κόλπο που είχε συλλάβει η φωτεινή λωποδύτική του διάνοια!

Την άλλη μέρα το πρωί, ο Ντοτόρος εμφανίσθηκε στον ιδιοκτήτη της επί της οδού Θεμιστοκλέους αριθμός δύο οικίας και του είπε:

«Έχετε δύο δωμάτια για νοίκιασμα;»

«Μάλιστα! Κι ένα χολ. Τα δωμάτια είναι εκείνα στην πρόσοψη. Βλέπουν επί της οδού Πανεπιστημίου.»

Ο Ντοτόρος έριξε μια ματιά εξεταστική και κατόπιν πρόσθεσε στον ίδιο τόνο με λακωνικότητα:

«Το νοικιάζω! Πόσο;»

«Πενήντα δραχμές το μήνα και τα δύο, μαζί με το χολ…»

«Σύμφωνοι!»

«Δηλαδή δέχεσθε;»

«Αφού σας είπα σύμφωνοι!»

«Πότε να κάνουμε τα συμβόλαια;»

«Τώρα αμέσως! Να τα λεφτά…»

Και βγάζοντας τα χρήματα από το χαρτοφυλάκιο, μέτρησε στον ιδιοκτήτη τριακόσιες δραχμές, προσθέτοντας:

«Σας προπληρώνω το ενοίκιο του πρώτου εξαμήνου!»

Την επόμενη Τετάρτη στο redn’ noir: Ο Κόκκινος τοποθετείται σε μια χειράμαξα | Τα ωραιότερα έπιπλα του Κυριακόπουλου | Ένα κάρο φορτώνει μέσα στη νύχτα και φεύγει για τον Πειραιά | Άλλο κάρο τραβάει για την οδό Θεμιστοκλέους | Τα μετά την επίπλωση | Το εμποροραφείο του Πρίντεζη | Το φράκο του υποψηφίου υπουργού Βαρβόγλη και η μπλε μαρέν φορεσιά του Ιωάννου | Τα ασπρόρουχα της Ρουμάνας και τα σπανιότερα μυρωδικά του Όφμαν