Η Μελανή Βίβλος ή τα απομνημονεύματα του διάσημου αστυνομικού φον Κολοκοτρώνη (Δέκατο τρίτο επεισόδιο)

Εκστρατεία προς την οδό Ερμού | Το τελευταίο κόλπο του λωποδύτη | Η Νερίνα θα μείνει ικανοποιημένη | Η διάρρηξη

Τη μεσημβρία της επιούσης, όταν ξύπνησε –συνέπεια ισχυρών κρότων, οι οποίοι αντήχησαν από την πόρτα του διαμερίσματός του–, η ερωμένη του, απαστράπτουσα από ωραιότητα και δροσιά, ήλθε να του πει μια καλημέρα.

Εκείνος τη δέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες και της πρόσφερε ένα ευρωπαϊκό λικέρ, σπάνιο για την εποχή και δυσεύρετο. Η Νερίνα βρήκε το διαμέρισμά του αξιόλογο, την επίπλωση θαυμάσια και υπέροχα τα καινούρια ασπρόρουχα και τα φορέματά του. Εντούτοις, η ωραία εκείνη νέα είχε ένα δικαιολογημένο παράπονο, το οποίο έσπευσε να διατυπώσει με τον εντονότερο τρόπο, λέγουσα:

«Τον εαυτό σου ξέρεις να φροντίζεις κι εμένα δεν με λαμβάνεις καθόλου υπόψη! Κι αυτό θα πει ότι δεν με σκέπτεσαι καθόλου και δεν μ’ αγαπάς!»

«Μα πώς το λες αυτό! Εσύ που ξέρεις…»

«Είναι ψέματα!»

«Α! Όχι δα!»

«Ναι! Η απόδειξη είναι ότι δεν μου ψώνισες τίποτα…»

«Έχω τους λόγους μου».

«Δηλαδή;»

«Δεν ήθελα να σου προσφέρω ένα-δυο πράγματα μόνο! Ήθελα να σου προμηθεύσω όλα μαζί τα είδη που σου χρειάζονται και θα σου χρειαστούν».

«Αλήθεια; Να το πιστέψω;»

«Να το πιστέψεις. Και να έρθεις αύριο από εδώ να τα πάρεις μόνη σου! Κι έπειτα θα βγούμε έναν περίπατο στο Φάληρο».

*

Τη επομένη, ο Ντοτόρος έλαβε την απόφαση να εκστρατεύσει προς την οδό Ερμού, με σκοπό να φανεί συνεπής στις υποσχέσεις που έδωσε στη Νερίνα και να την προμηθεύσει με όλα τα είδη καλλωπισμού και τουαλέτας που της χρειάζονταν.

Συγκεκριμένα, είχε αποφασίσει να επισκεφτεί το κατάστημα του Βουγά, από το οποίο οι γυναίκες της υψηλής αριστοκρατίας των Αθηνών συνήθιζαν κατά την εποχή εκείνη να κάνουν τις προμήθειές τους.

Με αυτό το πρόγραμμα εξήλθε από το διαμέρισμα της οδού Θεμιστοκλέους 2 και κατευθύνθηκε προς ένα φιλικό γραφείο στην πλατεία Συντάγματος, περπατώντας με ύφος κάπως σκεπτικό και, παρά τη συνήθειά του, σκυθρωπός και ανήσυχος.

«Α! Απόψε μάλλον είναι το τελευταίο μου κόλπο. Φτάνει πια! Αρκετά κουράστηκα! Δεν μπορεί να εξακολουθήσει πια αυτή η δουλειά… Διάβολε! Έχω ανάγκη από λίγη ησυχία και έπειτα…»

Σιώπησε για μια στιγμή αναλογιζόμενος τα κατορθώματα των τελευταίων ημερών και, κουνώντας με κάποια δυσπιστία το κεφάλι του, πρόσθεσε:

«Και έπειτα, δεν είναι καλό παιχνίδι αυτό που κάνω! Η αστυνομία θα έχει ανησυχήσει, οι εφημερίδες γράφουν. Και φαντάζομαι τι μούτρα θα κάνει ο διευθυντής της Ασφάλειας και τι θα λέει! Το ξέρω πως οι καρδερίνες είναι εχθρός που δεν πρέπει κανείς να φοβάται, αλλα… μια, δυο, τρεις! Κάπου θα σκαλώσει! Και αν σκαλώσει; Τότε αντίο γκαρσονιέρες, κοστούμια, μυρωδικά! Αντίο σουπέ! Αντίο Νερίνες! Και τα αποτελέσματα;»

Με τις σκέψεις αυτές έφτασε στο γραφείο του φίλου του και όταν νύχτωσε στα γεμάτα βγήκε μαζί του έξω, δείπνησαν, πήγαν στον Καραγκιόζη, και μετά τα μεσάνυχτα χωρίστηκαν. Ο φίλος του τράβηξε για τα Πατήσια και ο Ντοτόρος, προφασισθείς ότι πηγαίνει να κοιμηθεί, κάθισε σε ένα ζαχαροπλαστείο της Ομόνοιας μέχρι που έγινε δύο τα μεσάνυχτα.

Τότε σηκώθηκε και τράβηξε προς την οδό Αθηνάς. Έφτασε στο Μοναστηράκι και κατόπιν εισήλθε στην οδό Ερμού και στάθηκε εμπρός στο εμπορικό «Αγία Σοφία» του Βουγά, κοντά στην Καπνικαρέα.

Μετά δύο λεπτά, χάρη στη μαγική ράβδο, η πόρτα του καταστήματος υποχώρησε και άφησε τον λωποδύτη να διεισδύσει στο κατάστημα…

Την επόμενη Τετάρτη στο red n’ noir: Η εντολή του Δημέρη | Ο φον Κολοκοτρώνης λαμβάνει την εντολή να ανακαλύψει τα ίχνη του θρασύτερου των λωποδυτών | Η αξία της μαγικής ράβδου | Η οδός Ερμού σε κατάσταση πολιορκίας | Ο φούρνος που χρησιμεύει ως ορμητήριο | Η ψυχραιμία του Ντοτόρου