Η Μελανή Βίβλος ή τα απομνημονεύματα του διάσημου αστυνομικού φον Κολοκοτρώνη (Δωδέκατο επεισόδιο)

Το σουπέ ενός διάσημου λωποδύτη | Η διάρρηξη του εδωδιμοπωλείου Παπαγιαννάκη | Κονσέρβες πτι πατέ και χοιρομέρια  | Τα παράπονα της Νερίνας

Μετά το διαμέρισμα, τα φορέματα και κατόπιν από αυτά τα μυρωδικά και τα ασπρόρουχα, ο Ντοτόρος ήταν πλέον εντάξει. Γινόταν να εμφανίζεται αξιοπρεπώς και να εισέρχεται σε όλα τα σαλόνια της αριστοκρατίας, χωρίς να μεμψιμοιρεί πλέον για τον εαυτό του και χωρίς να ντρέπεται ότι είναι κατά τι κατώτερος από τους κύκλους που σύχναζε, καιπου μόνο αυτοί ήταν σε θέση να τον τροφοδοτούν αφθόνως, να του κάνουν εκπτώσεις, να τον εισάγουν στα πλούσια κέντρα και να γίνεται να έχει στη διάθεσή του ανοιχτά πάντοτε τα βαλάντιά τους.

Δεν του έλειπε τίποτα πλέον. Αλλά επειδή εξακολουθούσε ακόμα να τον κατέχει ζωηρά και αμείωτα η λωποδύτική του έξαψη, έκρινε καλό, εφόσον και αυτή η τύχη φαινόταν εξαιρετικά ευνοϊκή, να συμπληρώσει ό,τι του χρειάζεται και κατόπιν να αναπαυθεί όσο ήθελε και να μείνει ήσυχος για πολύ καιρό.

Την επομένη της διάρρηξης του καταστήματος της Ρουμάνας στην πλατεία Αγίων Θεοδώρων, τα αστυνομικά όργανα είχαν αναστατωθεί και ο αθηναϊκός Τύπος άρχισε να δημοσιεύει πύρινα άρθρα εναντίον της αστυνομικής αρχής του τόπου και του τρόπου με τον οποίο οι αρχές άφηναν εγκαταλελειμμένα στο έλεος του θεού τα καταστήματα και τη ζωή των κατοίκων.

Ο Ντοτόρος, ψύχραιμος όπως ήταν πάντοτε, έριξε ένα βλέμμα στις εφημερίδες και γέλασε για την αρθογραφία, η οποία πήγαζε από τα περίφημα κατορθώματά του των τελευταίων ημερών.

«Δεν βαριέσαι!» είπε. «Ποιος θα ακούσει τις εφημερίδες; Ο διευθυντής της αστυνομίας μπορεί να γίνει έξω φρενών και να δώσει χίλιες διαταγές, αυστηρές και άγριες! Αλλά τα κατώτερα όργανα κοιμούνται και οι καρδερίνες φοβούνται το κρύο, φοβούνται τους κλέφτες, φοβούνται να περπατήσουν και περισσότερο από όλα φοβούνται το σκοτάδι της νύχτας… Εφόσον δε, αντί για όλους αυτούς τους εχθρούς, υπάρχει ένα κρασοπωλείο ή ένα ζεστό κρεβάτι, γιατί να μην προτιμήσουν κανένα κατοσταράκι ρετσίνας ή ολίγη ξάπλα, αλλά να τρέξουν για την καταδίωξη του Ντοτόρου;»

Με τις σκέψεις αυτές –τις οποίες έβρισκε απολύτως δικαιολογημένες– ξεστράτισε πάλι για τα Χαυτεία και, κατά την τρίτη μεταμεσονύκτια ώρα, έβαλε τη μαγική του ράβδο στην κλειδωνιά του περίφημου τότε εδωδιμοπωλείου του Παπαγιαννάκη. Μπαίνοντας, προχώρησε προς το βάθος του σαν άνθρωπος που γνώριζε όλα τα τμήματα του καταστήματος και όλες τις γωνίες του!

Πρέπει να σημειώσουμε ότι από νωρίς ο Ντοτόρος, προσποιούμενος ότι ήθελε να προμηθευτεί λίγα φαγώσιμα, είχε εισχωρήσει στο κατάστημα, κατά την ώρα που ήταν γεμάτο από πελατεία, και εξέταζε με την άνεσή του όλα τα είδη που αυτό περιείχε στους πάγκους, τα ράφια και τις προθήκες του ακόμα. 

«Μια που θα γίνει το κόλπο», έλεγε, «πρέπει να γίνει καλά και να μην πάει ο κόπος μου στα χαμένα! Ούτε να πάρω δεύτερο πράμα!»

Έτσι, όταν τρύπωσε μέσα στη  νύχτα στο εδωδιμοπωλείο του Παπαγιαννάκη, ο Ντοτόρος γνώριζε και την παραμικρότερη ακόμα λεπτομέρεια. Πού βρίσκονταν τα καλά σαλάμια και πού τα δεύτερα. Πού το αγνότερο ρωσικό χαβιάρι. Πού οι φρεσκότερες κονσέρβες και τα ιδεώδη χοιρομέρια. Πού τα φουαγκρά και τα πτι πατέ και όλα όσα του χρειάζονταν για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του και να κάνει την καλύτερη επίδειξη στους αριστοκράτες φίλους του…

Μισή ώρα του έφτασε για να συγκεντρώσει στην είσοδο του καταστήματος όλα όσα του χρειάζονταν ανεξαιρέτως,χωρίς να λησμονήσει και αυτό ακόμα το νωπό βούτυρο Ολλανδίας μέσα στα στρογγυλά χαριτωμένα κουτάκια του.

Έπειτα, ατάραχος όπως πάντοτε, ψύχραιμος, χωρίς βεβιασμένες κινήσεις, τα συσκεύασε όλα εκείνα τα πράγματα σε δυο μεγάλα πακέτα, τα κράτησε στα χέρια και τράπηκε προς το διαμέρισμα της οδού Θεμιστοκλέους, το οποίο είχε μεταβληθεί σε αληθινό παράδεισο.

«Ούτε του πουλιού το γάλα δεν μου λείπει τώρα», έλεγε τρίβοντας τα χέρια του, και, υπό το φως μια τεράστιας λάμπας οινοπνεύματος με μωβ αμπαζούρ, κάθισε μόνος του και πήρε το πρώτο σουπέ του με τα εκλεκτότερα κρύα φαγητά και με όλα εκείνα τα προκλητικά εδέσματα.

Την επόμενη Τετάρτη στο red n’ noir: Η αναστάτωση της Αστυνομίας | Η έξαψη του Κοσσονάκου | Η εντολή προς τον Δημήτρη | Ο φον Κολοκοτρώνης επί τα ίχνη του διάσημου λωποδύτη | Η διάρρηξη του καταστήματος «Αγία Σοφία» του Βουγά | Η τύχη της μαγικής ράβδου του Ντοτόρου