Η Μελανή Βίβλος ή τα απομνημονεύματα του διάσημου αστυνομικού φον Κολοκοτρώνη (Δέκατο πέμπτο επεισόδιο)

Η Μελανή Βίβλος ή τα απομνημονεύματα του διάσημου αστυνομικού φον Κολοκοτρώνη – Το τελευταίο επεισόδιο | Ο φον Κολοκοτρώνης στα ίχνη του λωποδύτη | Οι εκπλήξεις του Κοσσονάκου | Η σύλληψη του Ντοτόρου | Φυλακίζεται για μια πενταετία |

Έτσι, με αυτόν τον τρόπο, ο διευθυντής της Αστυνομίας ανέθεσε στον δραστήριο αξιωματικό Δημέρη την παρακολούθηση και τη σύλληψη των διαρρηκτών. Ο Δημέρης υποσχέθηκε ότι θα καταβάλλει κάθε προσπάθεια προς επιτυχία της αποστολής του και αποχώρησε.

Αλλά ο Κοσσονάκος έκρινε καλό ότι δεν έπρεπε να αρκεστεί μόνο στις ενέργειες του Δημέρη και, καλώντας ένα αμάξι, κατευθύνθηκε αμέσως στη διεύθυνση Ασφαλείας, όπου συνάντησε τον φον Κολοκοτρώνη.

«Έχω να σου πω!» του ανακοίνωσε εμπιστευτικώς, κλείνοντας την πόρτα του γραφείου πίσω του.

«Είμαι όλος αυτιά», απάντησε ο Κολοκοτρώνης.

«Πρόκειται για τις διαρρήξεις των τελευταίων ημερών. Είμαι ανάστατος κυριολεκτικώς… Έφτασα μέχρι του σημείου να υποβάλλω την παραίτησή μου.»

«Μα γιατί είστε έτσι λιγόψυχος;» είπε γελώντας ο φον Κολοκοτρώνης.

«Διότι πρέπει να είμαι, όταν έχω τέτοιους συνεργάτες σαν και τους δικούς μου!»

«Μείνε ήσυχος! Όλα θα διορθωθούν… Είμαι στα ίχνη του δράστη!»

Η ανακοίνωση αυτή, την οποία ο φον Κολοκοτρώνης πρόφερε με την πλέον ήρεμη και σταθερή φωνή, κατέπληξε τον Κοσσονάκο και έκανε να πάρει χρώμα το μέχρι εκείνη τη στιγμή ωχρό πρόσωπό του.

«Μίλα καλά!» του είπε. «Μην αστειεύεσαι!»

«Δεν αστειεύομαι καθόλου! Μιλάω σοβαρότατα και σας βεβαιώ ότι, αν όχι απόψε τη νύχτα, αύριο το αργότερο, ο Ντοτόρος θα είναι στις φυλακές!»

«Ποιος Ντοτόρος; Εκείνος που είναι στις φυλακές;»

«Μάλιστα! Μάλιστα! Εκείνος!»

«Και τι σχέση έχει αυτός;»

«Δεν ξέρω τι σχέση έχει… Αλλά σας βεβαιώνω ότι μετά την αυτοψία που έκανα στις σπασμένες κλειδωνιές των καταστημάτων, κανένας άλλος από αυτόν δεν μπορεί να είναι ο δράστης!»

«Μα πού το ξέρεις;»

«Το ξέρω! Αυτός μόνο έχει ένα εργαλείο, κάποιο λοστό, ένα σιδερένιο, τέλος, όργανο, που σπάζει με τρόπο μαγικό και τις δυσκολότερες κλειδαριές!»

Εκείνη τη στιγμή, δύο όργανα της Καταδιώξεως μπήκαν στο γραφείο του φον Κολοκοτρώνη και του ανήγγειλαν ότι ανακάλυψαν τον Ντοτόρο, τον παρακολούθησαν μέχρι ενός δικηγορικού γραφείου στο οποίο εισήλθε, και άφησαν ένα συνάδελφό τους εκεί κοντά κρυμμένο για να μην χάσουν τα ίχνη του. Εντέλει, το ρώτησαν τι νεότερες διαταγές είχε να τους μεταδώσει.

«Μία μόνο», απάντησε ο φον Κολοκοτρώνης με σταθερή φωνή. «Να τον παρακολουθείτε και οι τρεις και κάθε φορά που αλλάζει λημέρι να με ειδοποιείτε! Αλλά να μην έρχεστε δυο μαζί! Ένας μόνο αρκεί. Οι δύο πρέπει να τον φυλάνε πάντοτε, γιατί έχετε να κάνετε με πολύ επιτήδειο άνθρωπο και επικίνδυνο ίσως!»

Ο Κοσσονάκος έφυγε ικανοποιημένος και μετά μιαν ώρα έστειλε και τον Δημέρη προς ενίσχυση των ενεργειών του φον Κολοκοτρώνη. Τοιουτοτρόπως, με σύστημα μεθοδικό και αθόρυβο, τα όργανα της Ασφάλειας παρακολούθησαν από μακριά πάντοτε απόσταση τον Ντοτόρο, μέχρις ότου, μετά την έξοδό του από το θέατρο, τον είδαν να αποχαιρετά τον φίλο του, δήθεν πως θα πήγαινε για ύπνο, και κατόπιν την περιπέτειά του σε ένα ζαχαροπλαστείο και σε ένα καφενείο της Ομόνοιας, μέχρις ότου, περί τις δύο τα μεσάνυχτα, τον είδαν να εισέρχεται στην οδό Αθηνάς και έπειτα στην οδό Ερμού, να πλησιάζει το κατάστημα «Αγία Σοφία» του Βουγά και, με μια κίνηση της ράβδου του, να ανοίγει την πόρτα και να εισέρχεται.

Ο φον Κολοκοτρώνης, που τον παρακολουθεί πλησιέστερα από τα όργανά του, κρύφτηκε στη νότια γωνία της Καπνικαρέας, ο Δημέρης χώθηκε σε ένα φούρνο του αντικρινού μικρού δρομίσκου και σε άλλα σημεία οι υπόλοιποι αστυνομικοί.

Έτσι έμειναν επί κάποια λεπτά της ώρας. Αλλά όταν είδαν ότι ο Ντοτόρος αργούσε να φανεί, με ένα νεύμα του Κολοκοτρώνη, έκαναν άλλη διάταξη και πλησίασαν περισσότερο στην πόρτα του καταστήματος του Βουγά, την οποία είχε διαρρήξει ο Ντοτόρος.

Το σκοτάδι ήταν βαθύ. Ο λωποδύτης, μη υποπτευόμενος καν ότι τον είχαν πάρει μυρουδιά, εξήλθε αμέσως, κρατώντας στα δυο του χέρια ένα πελώριο δέμα κουτιών, πακέτων μεταξωτών υφασμάτων κλπ. Μόλις έκανε όμως δέκα βήματα, δέκα χέρια πέσανε πάνω του και δέκα γροθιές τον έπληξαν στο κεφάλι.

Ο Ντοτόρος τα έχασε. Αλλά στη ζάλη του εκείνη βρήκε τον καιρό να πετάξει τη σιδηρά του ράβδο πάνω στο θόλο της Καπνικαρέας. Οι αστυνόμοι όμως, που ήθελαν να γνωρίσουν από κοντά το περίεργο εκείνο εργαλείο που έκανε τις διαρρήξεις, δεν δίστασαν να ανέβουν στο θόλο του ναού και να πάρουν τη ράβδο.

Το επόμενο πρωί, ο Ντοτόρος, αφού τα ομολόγησε όλα κατά σειρά και χωρίς να κρύψει τίποτα, καταδικάστηκε από τον Κοσσονάκο σε πενταετή ειρκτή και φυλακίστηκε αμέσως. Αυτό ήταν ένα από τα καλύτερα κατορθώματα του διάσημου αστυνομικού φον Κολοκοτρώνη.

ΤΕΛΟΣ