Η Περιπέτεια του Σμαραγδένιου Διαδήματος (Έκτο επεισόδιο)

Από τις περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς

«Τι υποθέτετε λοιπόν εσείς;» είπε ο τραπεζίτης με απελπισία. «Αν δεν είχε κακή πρόθεση, γιατί δεν εξηγείται;»

«Εμείς πρέπει να βρούμε την αιτία της σιγής του», απάντησε ο Σέρλοκ Χολμς. «Αν θέλετε, κύριε Χίλντερ, θα πάμε μαζί στο Στρίδαμ και θα εξετάσουμε το μέρος».

Ο φίλος μου επέμεινε να συμμετέχω στην εκδρομή. Ομολογώ ότι η ενοχή του γιου του τραπεζίτη μου φαίνονταν αναμφισβήτητος, αλλά είχα τόση εμπιστοσύνη στη κρίση του Χολμς, ώστε άρχισα να ελπίζω μαζί του. Δεν είπα ούτε λέξη κατά τη διαδρομή. Ο πελάτης μας φάνηκε να ανακτά το θάρρος του. Φτάσαμε μετά από λίγο στο Φέρμπαγκ, την κατοικία του μεγάλου χρηματιστή.

Ήταν μια τετράγωνη οικία, αρκετά μεγάλη, που βρισκόταν σε μια κάποια απόσταση από το δρόμο. Μια διπλή δενδροστοιχία οδηγούσε σε δυο μεγάλες κιγκλίδες. Δεξιά ήταν ένα μικρό ξύλινο περίπτερο, από το οποίο μια στενή ατραπός κλεισμένη από φράχτες οδηγούσε στη θύρα του μαγειρείου. Ήταν η είσοδος της υπηρεσίας. Αριστερά ένας δρομίσκος οδηγούσε στους στάβλους. Αλλά ο δρομίσκος αυτός ήταν έξω από το κτήμα και δημόσιος, αν και με ελάχιστη κίνηση. Ο Χολμς μας άφησε στην είσοδο και έκανε αργά το γύρο του κτιρίου, κατόπιν βγήκε στην οδό, επανήλθε μέσω του μονοπατιού της υπηρεσίας στον κήπο που βρίσκονταν πίσω από την οικία και μέσω των στάβλων έφτασε στο δρομίσκο. Έμεινε έξω τόσο πολύ, ώστε ο κύριος Χίλντερ και εγώ καθίσαμε δίπλα στη φωτιά του μαγειρείου για να περιμένουμε. Βρισκόμασταν εκεί όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μια νεαρή γυναίκα. Ήταν μάλλον ψηλή, λεπτή, με μάτια και μαλλιά μαύρα και λευκότατο δέρμα. Ποτέ μου δεν είχα δει ξανά τέτοια ωχρότητα. Και αυτά τα χείλη της ακόμα ήταν λευκά και τα μάτια της κόκκινα από το κλάμα. Χωρίς να ανησυχήσει από την παρουσία μου, κατευθύνθηκε προς τον θείο της και του χάιδεψε με στοργή το κέφαλι.

Κλικ στην εικόνα για να διαβάστε τα προηγούμενα επεισόδια

«Διατάξατε να αφήσουν ελεύθερο τον Αρθούρο, θείε μου;»

«Όχι, όχι, παιδί μου. Πρέπει η υπόθεση αυτή να διευκρινιστεί.»

«Μα είμαι βέβαιη πως είναι αθώος. Δεν πρόκειται δυστυχώς, παρά ενός γυναικείου ενστίκτου. Αισθάνομαι ότι δεν έκανε κανένα κακό.»

«Γιατί τότε αρνείται να μιλήσει αν είναι αθώος;»

«Ποιος ξέρει; Ίσως διότι θύμωσε που τον υποπτεύεστε.»

«Πώς να μην τον υποπτευτώ, βλέποντας το διάδημα στα χέρια του;»

«Το είχε πάρει απλώς στα χέρια του να το κοιτάξει. Σας παρακαλώ, πιστέψτε ότι είναι αθώος. Είναι τόσο τρομερό να σκέφτεται κανείς ότι ο Αρθούρος είναι στη φυλακή.»

«Δεν θα σταματήσω τις έρευνες μέχρι να βρεθούν τα διαμάντια Μαίρη. Η στοργή σας για τον Αρθούρο σας τυφλώνει. Έφερα από το Λονδίνο έναν κύριο, ο οποίος θα με βοηθήσει να ανακαλύψω την αλήθεια.»

«Είναι ο κύριος εδώ;» ρώτησε στρεφόμενη προς εμένα.

«Όχι, είναι φίλος του. Μας παρακάλεσε να τον περιμένουμε και πήγε στο δρομίσκο των στάβλων.»

«Το δρομίσκο;» είπε εκείνη συσπώντας τα φρύδια της. «Τι ελπίζει να βρει εκεί; Α, να τος  νομίζω. Ελπίζω, κύριε», είπε απευθυνόμενη προς τον εμφανισθέντα Χολμς, «ότι θα κατορθώσετε να αποδείξετε την αθωότητα του ξαδέλφου μου Άρθουρ. Είμαι βέβαιη γι’ αυτή.»

«Συμμερίζομαι απολύτως τη βεβαιότητά σας, δεσποινίς», απάντησε ο Σέρλοκ Χολμς, τινάζοντας στην ψάθα τα χιόνια των παπουτσιών του. «Πιστεύω ότι έχω την τιμή να μιλώ με τη δεσποινίδα Μαίρη Χίλντερ. Μπορώ να σας απευθύνω μερικές ερωτήσεις;»

«Ευχαρίστως, κύριε.»

«Δεν ακούσατε τίποτα κατά τη νύχτα;»

«Τίποτα, μέχρι τη στιγμή που ακούστηκαν οι φωνές του θείου μου. Τον άκουσα και κατέβηκα αμέσως.»

  (Τέλος έκτου επεισοδίου. Την επόμενη Τρίτη η συνέχεια)