Η Περιπέτεια του Σμαραγδένιου Διαδήματος (Όγδοο επεισόδιο)

Από τις περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς

«Ο γιος σας δεν φορούσε υποδήματα όταν τον είδατε;»

«Δεν είχε παρά μόνο το πουκάμισο και το παντελόνι.»

«Ευχαριστώ! Με την άδειά σας, κύριε Χίλντερ, θα συνεχίσω τις έρευνές μου έξω.»

Έφυγε και, μετά από μία και πλέον ώρα, επανήλθε με τα πόδια γεμάτα χιόνια.

«Νομίζω πως είδα τώρα ό, τι ήθελα, κύριε Χίλντερ. Τώρα φεύγω, διότι θα σας φανώ περισσότερο χρήσιμος στο σπίτι μου.»

«Αλλά τα διαμάντια, κύριε Χολμς, πού είναι;»

«Δεν μπορώ να σας το πω.»

Ο τραπεζίτης έσφιξε τα χέρια.

«Δεν θα τα ξαναδώ ποτέ πια», φώναξε. «Και ο γιος μου; Μου δίνετε ελπίδες;»

«Η γνώμη μου δεν άλλαξε καθόλου.»

«Τότε, για όνομα του θεού, τι είναι αυτή η φρικώδης τραγωδία που μου συνέβη;»

«Αν θέλετε να έρθετε αύριο στο σπίτι μου το πρωί μεταξύ εννιά και δέκα, θα είμαι ευτυχής να σας τα εξηγήσω όλα. Αν εννόησα καλά, μου δίνεται κάθε ελευθερία για να βρω τα διαμάντια.»

«Θα δώσω όλη μου την περιουσία για τα βρω.»

«Ωραία. Θα εξετάσω την υπόθεση ως αύριο. Εις το επανιδείν. Πιθανόν να γυρίσω εδώ πάλι πριν νυχτώσει.»

Ήταν φανερό για μένα ότι ο φίλος μου είχε ήδη βρει τη λύση. Πολλές φορές κατά την επιστροφή μας προσπάθησα να τον ρωτήσω, αλλά απέφευγε διαρκώς, ώστε αναγκάστηκα να παραιτηθώ από  την προσπάθεια. Η ώρα ήταν τρεις όταν φτάσαμε στο σπίτι. Πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό του, από το οποίο εξήλθε μετά από λίγο ντυμένος ως αλήτης.

«Πιστεύω πως είμαι καλός», είπε, ρίχνοντας ένα βλέμμα στον καθρέπτη. «Θα ήθελα, αν μπορούσες, να έρθεις και εσύ μαζί μου Ουότσον, αλλά φοβάμαι ότι θα βλάψεις την υπόθεση. Δεν ξέρω και εγώ ακόμα αν βρίσκομαι στα ίχνη ή αν απατώμαι. Εν πάση περιπτώσει θα το μάθω γρήγορα. Ελπίζω να επιστρέψω γρήγορα».

Πήγε στον μπουφέ, πήρε ένα σάντουιτς, το έβαλε στην τσέπη του και έφυγε.

Είχα πάρει το τσάι μου στις πέντε, όταν επανήλθε πολύ ευδιάθετος και κρατώντας στα χέρια του ένα παλιό παπούτσι με λάστιχο. Το έριξε σε μια γωνία και πήρε ένα φλιτζάνι τσάι.

«Μπήκα σπίτι περνώντας», είπε, «και θα ξαναφύγω».

«Πού;»

«Στο απέναντι μέρος του Ουέστ Εντ. Θα απουσιάσω ίσως για λίγο καιρό. Μην με περιμένεις.»

«Και πώς πάει η δουλειά;»

«Έτσι κι έτσι. Δεν έχω παράπονα. Γύρισα στο σπίτι του τραπεζίτη, χωρίς να μπω ξανά μέσα. Είναι ένα χαριτωμένο πρόβλημα και είμαι ενθουσιασμένος γιατί το έλυσα. Αλλά δεν έχω καιρό να φλυαρώ. Θα βγάλω αυτά τα ύποπτα ρούχα και θα γίνω πάλι εγώ.»

Έβλεπα από τον τρόπο του ότι ήταν απολύτως ικανοποιημένος. Τα μάτια του έλαμπαν και τα συνήθως ωχρά μάγουλά του ήταν κόκκινα. Ανέβηκε στο δωμάτιο και μετά από λίγα λεπτά επανήλθε με το συνηθισμένο του σακάκι και έφυγε αμέσως.

Τον περίμενα ως τα μεσάνυχτα και βλέποντας ότι δεν έρχεται πήγα να κοιμηθώ. Δεν γνωρίζω τι ώρα επέστρεψε, αλλά όταν το πρωί κατέβηκα για το πρόγευμα τον βρήκα εκεί, ευδιάθετο πολύ, να πίνει καφέ και να διαβάζει εφημερίδα.

 (Τέλος όγδοου επεισοδίου. Την επόμενη Τρίτη η συνέχεια)