Η Περιπέτεια του Σμαραγδένιου Διαδήματος (Έβδομο επεισόδιο)

Από τις περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς

«Εσείς κλείσατε το βράδυ τα παράθυρα και τις πόρτες;»

«Μάλιστα.»

«Τα βρήκατε κλειστά και το πρωί;»

«Μάλιστα.»

«Μία από τις καμαριέρες σας έχει εραστή; Νομίζω ότι είπατε χθες το βράδυ στον θείο σας ότι εξήλθε για να τον συναντήσει.»

«Ναι. Αυτή η ίδια είχε σερβίρει το τσάι στο σαλόνι και πιθανόν να άκουσε τον θείο μου που μιλούσε για το διάδημα.»

«Ωραία. Και φαντάζεστε ότι πιθανόν να εξήλθε για να ειδοποιήσει τον εραστή της, με τον οποίο διοργάνωσαν την κλοπή.»

«Μα τι χρειάζονται όλες αυτές οι ιστορίες», ανέκραξε με ανυπομονησία ο τραπεζίτης, «όταν σας λέω ότι είδα τον Αρθούρο με το διάδημα στα χέρια;»

«Περιμένετε λίγο, κύριε Χίλντερ. Θα επανέλθουμε. Είδατε λοιπόν, δεσποινίς Χίλντερ, την κοπέλα αυτή να εισέρχεται από την πόρτα του μαγειρείου;»

«Μάλιστα, τη στιγμή που πήγα να δω αν η πόρτα ήταν κλειστή για τη νύχτα, την είδα να εισέρχεται. Και διέκρινα και τον εραστή της στο σκοτάδι.»

«Τον γνωρίζετε;»

«Ω, ναι! Είναι ο μανάβης που μας φέρνει τα λαχανικά. Ονομάζεται Φράνσις Πρόσπερ.»

«Στέκονταν», είπε ο Χολμς, «αριστερά και σε μικρή απόσταση από την πόρτα;»

«Ναι, αριστερά.»

«Έχει ξύλινο πόδι;»

«Είστε μάγος λοιπόν; Πώς το γνωρίζετε;»

Ο Χολμς μειδίασε, αλλά το πρόσωπό του έμεινε απαθές.        

«Θα ήθελα τώρα», είπε, «να ανέβω στο πρώτο πάτωμα. Ίσως υπάρξει ανάγκη να ξαναβγώ έξω πριν ανέβω».

Εξέτασε βιαστικά όλα τα παράθυρα και στάθηκε περισσότερο εμπρός στο παράθυρο του διαδρόμου που έβλεπε στο δρομίσκο. Το άνοιξε και εξέτασε προσεκτικά το πεζούλι με το φακό του. «Ας ανέβουμε τώρα», είπε.

Το γραφείο του τραπεζίτη ήταν απλούστατα επιπλωμένο, με ένα γκρίζο χαλί, ένα μεγάλο γραφείο και έναν καθρέφτη. Ο Χολμς πήγε πρώτα στο γραφείο και εξέτασε την κλειδαριά.

«Τι κλειδί χρησιμοποίησαν για να το ανοίξουν;»

«Εκείνο που υπέδειξε ο ίδιος ο γιος μου, το κλειδί του ντουλαπιού της αποθήκης.»

«Το έχετε;»

«Αυτό που είναι πάνω στο τραπέζι.»

Ο Σέρλοκ Χολμς το πήρε και άνοιξε το γραφείο.

«Είναι αθόρυβη κλειδαριά. Δεν είναι περίεργο που δεν σας ξύπνησε ο κρότος της. Αυτή τη θήκη έχει το διάδημα;»

Άνοιξε τη θήκη και βγάζοντας το διάδημα το ακούμπησε στο τραπέζι. Ήταν ένα θαυμάσιο κόσμημα με ωραιότατα διαμάντια. Στη μια άκρη του ήταν στραβωμένο και έλειπε ένα κομμάτι με τρία διαμάντια.

«Ορίστε, κύριε Χίλντερ», είπε ο Σέρλοκ Χολμς, «η αντίθετη άκρη εκείνης που είναι σπασμένη. Σας παρακαλώ να το σπάσετε.»

Ο τραπεζίτης οπισθοχώρησε.

«Ποτέ.»

«Ε, λοιπόν, θα προσπαθήσω εγώ.»

Ο Χολμς έβαλε όλη του τη δύναμη, χωρίς να κατορθώσει να το σπάσει.

«Αισθάνομαι ότι αρχίζει να υποχωρεί», είπε, «αλλά, αν και έχω εξαιρετικά δυνατά δάκτυλα, θα χρειαζόμουν πολλή ώρα για να το σπάσω. Και τι θα συνέβαινε αν το κατόρθωνα; Θα έκανε έναν κρότο σαν πυροβολισμό. Δεν θα ήταν δυνατόν να γίνει αυτό μέσα στο δωμάτιο, χωρίς να το ακούσετε από το κρεβάτι σας». 

«Δεν ξέρω πια τι να υποθέσω. Όλο και σκοτεινότερη γίνεται η υπόθεση αυτή.»

«Όλα όμως θα διαφωτιστούν γρήγορα. Τι φρονείτε, δεσποινίς Χίλντερ;»

«Ομολογώ ότι συμμερίζομαι την απορία του θείου μου.»

 (Τέλος έβδομου επεισοδίου. Την επόμενη Τρίτη η συνέχεια)