Η Περιπέτεια του Σμαραγδένιου Διαδήματος (Δέκατο επεισόδιο)

Από τις περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς

«Δεν το πιστεύω, δεν το πιστεύω!» φώναξε ο τραπεζίτης.

«Ε λοιπόν, θα σας διηγηθώ τι συνέβη στο σπίτι σας προχθές το βράδυ. Η ανεψιά σας, όταν νόμισε ότι αποσυρθήκατε στον κοιτώνα σας, κατέβηκε σιγά σιγά και πήγε να συνομιλήσει με τον εραστή της στο παράθυρο που βλέπει στο δρομίσκο. Τα ίχνη των ποδιών του έμειναν καθαρά στο χιόνι. Του ανέφερε δε το διάδημα. Εκείνος, του οποίου το πάθος για το χρυσάφι αφυπνίσθηκε, πίεσε την ανεψιά σας να κάνει ό,τι της πει. Υπάρχουν βλέπετε γυναίκες, στις οποίες ο έρωτας κυριαρχεί οποιουδήποτε άλλου καθήκοντος. Μόλις είχε λάβει τις οδηγίες του και σας άκουσε να κατεβαίνετε. Έκλεισε τότε βιαστικά το παράθυρο και σας διηγήθηκε την ιστορία της καμαριέρας που είχε βγει για να συναντήσει τον εραστή της. Ο γιος σας Αρθούρος πήγε να κοιμηθεί, αλλά έμεινε άγρυπνος γιατί συλλογιζόταν το χρέος του. Στο μέσο της νύχτας, άκουσε έναν ελαφρύ θόρυβο μπροστά στην πόρτα του, σηκώθηκε, την άνοιξε και διέκρινε κατάπληκτος την ξαδέλφη του που, βαδίζοντας με προσοχή, έμπαινε στο γραφείο σας. Τρομαγμένος πέρασε ένα ρούχο πάνω του και περίμενε στη σκιά. Η ανεψιά σας βγήκε μετά από λίγο, έχοντας μαζί της το διάδημα. Κατέβηκε τη σκάλα. Εκείνος τρέμοντας την ακολούθησε και τότε έντρομος την είδε να ανοίγει το παράθυρο, να δίνει το κόσμημα σε κάποιον που περίμενε στο δρόμο και να επιστρέφει στο δωμάτιό της.

Μόλις εξαφανίστηκε εκείνη που αγαπούσε ο γιος σας, όρμησε ξυπόλητος καθώς ήταν, πήδηξε στο χιόνι και έτρεξε στο δρομίσκο προς τον άγνωστο, τον οποίο και έφτασε. Ο Σερ Τζορτζ Μπόρνουελ του ζήτησε να φύγει. Ακολούθησε άγρια πάλη, κατά τη διάρκεια της οποίας οι δυο άντρες τραβούσαν μεταξύ τους το διάδημα. Ο Αρθούρος χτύπησε με μια γροθιά τον Σερ Τζορτζ και τον τραυμάτισε στο μάτι. Υποχώρησε τότε, και ο γιος σας, κρατώντας πλέον το διάδημα, έφυγε και ανέβηκε στο γραφείο σας. Τότε μόνο αντιλήφθηκε ότι το κόσμημα είχε στραβώσει και προσπάθησε να το διορθώσει, όταν φτάσατε εσείς.»

«Είναι δυνατόν;» ψιθύρισε ο τραπεζίτης.

«Τον εξοργίσατε βρίζοντάς τον, τη  στιγμή που εκείνος περίμενε συγχαρητήρια. Δεν μπορούσε να πει την αλήθεια χωρίς να ενοχοποιήσει εκείνη που αγαπούσε. Αποφάσισε να φυλάξει το μυστικό του.»

«Και γι’ αυτόν λοιπόν, κατόπιν, άρχισε να κλαίει και λιποθύμησε βλέποντας το διάδημα! Θεέ μου, πώς δεν το κατάλαβα! Και ο γιος μου ζητούσε την άδεια να απουσιάσει για πέντε λεπτά. Θα ήθελε φαίνεται να δει μήπως τα διαμάντια πέσανε κάτω στο χιόνι!»

Κλικ στην εικόνα για να διαβάστε τα προηγούμενα επεισόδια

«Όταν έφτασα στο σπίτι σας, αναζήτησα ίχνη στο χιόνι. Εμπρός στο μαγειρείο, κάποια γυναίκα είχε σταθεί να κουβεντιάσει με έναν άνθρωπο που είχε ξύλινο πόδι. Σκέφτηκα ότι θα ήταν η υπηρέτρια με τον μανάβη. Στο δρομίσκο όμως ανακάλυψα άλλα ίχνη, σοβαρότερα. Υπήρχε διπλή σειρά βημάτων ενός άντρα με παπούτσια και μια άλλη διπλή σειρά ανθρώπου ξυπόλητου. Βεβαιώθηκα ότι ο ξυπόλυτος ήταν ο γιος σας. Παρακολούθησα τα ίχνη αυτά, τα οποία με οδήγησαν στο παράθυρο του διαδρόμου, όπου ο άνθρωπος με τα παπούτσια παρέμεινε φαίνεται πολύ. Κατόπιν, παρακολούθησα τη δεύτερη σειρά των βημάτων του και έφτασα σε απόσταση εκατό περίπου μέτρων στο δρομίσκο. Εκεί, τα παπούτσια είχαν αντιμετωπίσει τον ξυπόλητο άνθρωπο και έγινε πάλη. Το χιόνι ήταν καταπατημένο και υπήρχαν μερικές σταγόνες αίματος. Ο άνθρωπος έτρεξε κατόπιν φεύγοντας, ενώ η συνέχεια των σταγόνων αίματος έδειχνε ότι αυτός είχε πληγωθεί.          

Μπαίνοντας στο σπίτι, εξέτασα με το φακό το παράθυρο. Εκεί, διέκρινα το ίχνος ενός γυμνού ποδιού βρεγμένου. Σχημάτισα λοιπόν αμέσως τη γνώμη μου. Κάποιος είχε σταθεί κάτω από το παράθυρο. Ένας άλλος του έφερε από μέσα το διάδημα. Ο γιος σας, ακούγοντας κρότο και βλέποντας τα συμβαίνοντα, καταδίωξε τον κλέφτη, πάλεψε μαζί του και έτσι το διάδημα έσπασε. Όλα πλέον ήταν καθαρά για μένα. Έμενε τώρα να εξακριβώσω ποιος ήταν ο κλέφτης και ποιος είχε δώσει το διάδημα.»

(Τέλος δέκατου επεισοδίου. Την επόμενη Τρίτη το τελευταίο επεισόδιο)