Η Περιπέτεια του Σμαραγδένιου Διαδήματος (Τέταρτο επεισόδιο)

Από τις περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς

Κλικ στην εικόνα για να διαβάσετε τα προηγούμενα επεισόδια

«Δεν θα σου δώσω ούτε λεπτό», φώναξα με μεγάλο θυμό, διότι αυτή ήταν η τρίτη φορά που μου ζητούσε χρήματα μέσα στο μήνα.

Όταν έφυγε, άνοιξα το γραφείο μου, για να βεβαιώσω ότι ο θησαυρός μου είναι ασφαλής, και κατόπιν το κλείδωσα και πάλι. Άρχισα ακολούθως την εξέταση του σπιτιού, για να δω αν όλα ήταν κλειστά. Αυτό το καθήκον το εκτελεί συνήθως η Μαίρη, αλλά εκείνη τη νύχτα θέλησα να το κάνω μόνος μου. Καθώς κατέβαινα, διέκρινα τη Μαίρη στο παράθυρο του αντιθαλάμου, το οποίο και έσπευσε να κλείσει μόλις με είδε.

«Για πείτε μου, πατέρα», μου είπε με ύφος που φάνηκε ταραγμένο. «Επιτρέψατε στη Λούσι να βγει σήμερα το βράδυ;»

«Όχι.»

«Την είδα να επιστρέφει τώρα από την πόρτα υπηρεσίας. Πιθανόν να πήγε μέχρι τον περίβολο μόνο για να δει κάποιον, αλλά και αυτό δεν μου φαίνεται ορθό.»

«Μίλησέ της αύριο ή αν θέλεις της το λέω εγώ. Είσαι βέβαιη ότι όλα είναι κλειστά;»

«Εντελώς βέβαιη.»

Τη φίλησα και ανέβηκα στο δωμάτιο, όπου και κοιμήθηκα αμέσως.

Όπως βλέπετε, κύριε Χολμς, εισέρχομαι σε όλες τις λεπτομέρειες. Έρχομαι τώρα στο κύριο σημείο. Δεν κοιμάμαι βαθιά και, καθώς συλλογιζόμουνα, ο ύπνος μου ήταν ελαφρότερος ακόμα. Κατά τις δύο το πρωί, ξύπνησα από έναν κρότο που προερχόταν μέσα από το σπίτι. Ο κρότος είχε παύσει όταν ξύπνησα, αλλά είχα την εντύπωση ότι κάποιο παράθυρο έκλεισε σιγανά. Προσπάθησα να ακούσω. Και ξαφνικά, άκουσα βήματα πνιγμένα στο διπλανό δωμάτιο. Σηκώθηκα και κοίταξα από τη μισανοιγμένη θύρα.

«Αρθούρε!» φώναξα. «Ληστή! Πώς τολμάς να αγγίζεις το διάδημα;»

Υπήρχε φως στο δωμάτιο και ο γιος μου, ντυμένος μόνο με ένα πουκάμισο και παντελόνι, ήταν όρθιος εμπρός στο φως, κρατώντας το διάδημα. Φαινόταν σαν να κατέβαλε όλη του τη δύναμη για να το σπάσει ή να το στραβώσει. Ένα από τα άκρα του έλειπε μαζί με τα τρία διαμάντια.

«Άθλιε», φώναξα, «το έσπασες! Με ατίμασες. Πού είναι οι πέτρες που έκλεψες;»

«Έκλεψα;»

«Ναι, κλέφτη!» του φώναζα τρελός από οργή, αρπάζοντάς τον από τους ώμους.

«Δεν λείπει καμιά, δεν μπορεί να λείπει καμιά.»

«Λείπουν τρεις και γνωρίζεις πού είναι. Ώστε είσαι και κλέφτης και ψεύτης. Δεν σε είδα που προσπαθούσες να σπάσεις το δεύτερο κομμάτι;»

«Αυτό είναι πολύ», μου απάντησε. «Ούτε λέξη πλέον και, αφού θεωρήσατε καλό να με βρίσετε, θα φύγω από το σπίτι σας το πρωί και θα φύγω μόνος μου».

«Θα φύγεις από το σπίτι με τη συνοδεία της αστυνομίας! Θα διελευκανθεί η υπόθεση!»

«Δεν θα μάθετε τίποτα από μένα», φώναξε με συγκίνηση που με εξέπληξε. «Αν θέλετε να φωνάξετε την αστυνομία, η αστυνομία ας ενεργήσει ανάκριση».

Τη στιγμή εκείνη, όλο το σπίτι βρισκόταν επί ποδός, γιατί είχα υψώσει τη φωνή μου. Η Μαίρη έφτασε πρώτη. Από την κατάσταση του διαδήματος και του προσώπου του Αρθούρου κατάλαβε την αλήθεια και με μια κραυγή έπεσε αναίσθητη. Έστειλα να φέρω την αστυνομία. Όταν ο αστυνόμος και η συνοδεία του εισήλθαν, με ρώτησε αν είχα σκοπό να τον κατηγορήσω για κλοπή. Απάντησα ότι δεν πρόκειται πλέον για ιδιωτική υπόθεση, αφού το σπασμένο διάδημα ήταν εθνική περιουσία. Ήμουν αποφασισμένος να καταφύγω στη δικαιοσύνη.

«Τουλάχιστον», είπε ο Αρθούρος, «δεν πρέπει να με παραδώστε αμέσως. Είναι συμφέρον και δικό σας και δικό μου να μου επιτρέψετε να απουσιάσω έστω για πέντε λεπτά μόνο…»

(Τέλος τέταρτου επεισοδίου. Την επόμενη Τρίτη η συνέχεια)