Η Περιπέτεια του Σμαραγδένιου Διαδήματος (Τρίτο επεισόδιο)

Από τις περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς

Κλικ στην εικόνα για να διαβάσετε τα προηγούμενα επεισόδια

«Ησύχασα μόνο όταν το έκλεισα μέσα στο γραφείο του δωματίου μου.

Και τώρα μια λέξη για το σπίτι μου, κύριε Χολμς, διότι επιθυμώ να καταλάβετε καλά την κατάσταση. Ο καμαριέρης και ένας μικρός γκρουμ κοιμούνται έξω, ώστε δεν λογαριάζονται. Έχω τρεις υπηρέτριες που είναι μαζί μου εδώ και πολλά χρόνια και είναι απολύτως τίμιες. Μια άλλη, η Λούσι Πω, είναι στην υπηρεσία μου μόνο μερικούς μήνες. Είχε πολύ καλά πιστοποιητικά και δεν μου έδωσε και αφορμή παραπόνων. Είναι μια ωραία κοπέλα, της οποίας οι θαυμαστές πολλές φορές εθεάθησαν γύρω από το σπίτι μου. Αλλά τη θεωρώ και αυτή εντελώς τίμια. Αυτοί είναι οι υπηρέτες μου. Η οικογένεια μου εξάλλου είναι μικρή.

Είμαι χήρος και έχω ένα μόνο παιδί, τον Αρθούρο. Αυτός υπήρξε η απογοήτευσή μου, κύριε Χολμς. Δεν του αρνήθηκα ποτέ τίποτα και αυτό ίσως τον χάλασε. Βγήκε βίαιος και πεισματάρης. Έγινε μέλος μιας αριστοκρατικής λέσχης, όπου συνδέθηκε φιλικά με αρκετούς νέους, που ζούσαν έχοντας μεγάλες περιουσίες και ασωτεύοντας. Άρχισε να παίζει και πολλές φορές αναγκάστηκα να του πληρώσω διάφορα χρέη τιμής. Πολλές φορές πείστηκε να εγκαταλείψει την επικίνδυνη αυτή συντροφιά, αλλά πάντοτε η επιρροή του φίλου του σερ Τζορτζ Μπόρνελ δεν τον άφηνε να το κάνει. Και πράγματι, δεν εκπλήσσομαι για το πώς ένας άνθρωπος σαν τον Τζορτζ Μπόρνελ απέκτησε τέτοια επιρροή πάνω του, διότι ερχόταν συχνά στο σπίτι μου και ομολογώ ότι και εμένα με σαγήνευε. Είναι μεγαλύτερος από τον Αρθούρο και άνθρωπος του κόσμου. Είναι παντού, σχετίζεται με όλη την ανώτατη κοινωνία και είναι συγχρόνως και ωραίος άντρας. Όταν εντούτοις δεν είναι κοντά μου για να με σαγηνεύει, βρίσκω ότι είναι επικίνδυνος άνθρωπος. Αυτή είναι η γνώμη μου και η γνώμη επίσης της Μαίρης της ανεψιάς μου. Όταν ο αδελφός μου πέθανε πριν από πέντε χρόνια, άφησε το κοριτσάκι του, το οποίο υιοθέτησα και το θεωρώ σαν παιδί μου. Είναι η χαρά της ζωής μου, είναι γλυκιά, τρυφερή, χαριτωμένη και ευαίσθητη πολύ. Είναι το δεξί μου χέρι και με αγαπάει πολύ και αυτή. Μόνο σε ένα πράγμα μου έφερε αντίρρηση. Δυο φορές ο γιος μου ζήτησε να την κάνει γυναίκα του και εκείνη αρνήθηκε. Πιστεύω ότι αυτή, μόνη της, θα μπορούσε να τον επαναφέρει στο σωστό δρόμο, αν δέχονταν το γάμο αυτόν. Δυστυχώς όμως, τώρα είναι πολύ αργά.

Τώρα, κύριε Χολμς, γνωρίζετε όλο το προσωπικό του σπιτιού μας και μπορώ να εξακολουθήσω την αφήγησή μου.

Μετά το δείπνο, πίνοντας τον καφέ μου στο σαλόνι, διηγήθηκα στον Αρθούρο και τη Μαίρη το επεισόδιο του διαδήματος, χωρίς να αναφέρω το όνομα του πελάτη. Είμαι βέβαιος ότι η Λούσι Πο, που είχε φέρει τον καφέ, δεν ήταν παρούσα. Δεν ξέρω όμως αν η πόρτα ήταν κλειστή. Η Μαίρη και ο Αρθούρος άκουγαν με πολύ ενδιαφέρον και ήθελαν να δουν το διάδημα, εγώ όμως αρνήθηκα να το δείξω.

«Πού το βάλατε;» ρώτησε ο Αρθούρος.

«Στο γραφείο μου.»

«Εύχομαι να μην μας έρθουν κλέφτες σήμερα το βράδυ», μου απάντησε.

«Το έχω κλειδωμένο.»

«Ω, οποιοδήποτε κλειδί το ανοίγει. Όταν ήμουν μικρός, το άνοιξα με το κλειδί της ντουλάπας των ασπρόρουχων.»

Έλεγε συχνά τέτοιες ανοησίες και δεν τον έπαιρνα υπόψη μου. Όταν αποσύρθηκα να κοιμηθώ, με ακολούθησε στο δωμάτιό μου σοβαρός.

«Άκουσε, μπαμπά», μου είπε. «Μπορείς να μου δώσεις 200 λίρες;»

«Όχι δεν μπορώ», του απαντώ θυμωμένος. «Υπήρξα πολύ επιεικής απέναντι σου ως τώρα».

«Ήσουν πάντα πολύ καλός, το ξέρω. Αλλά έχω ανάγκη πάση θυσία αυτό το ποσό. Διότι αλλιώς δεν μπορώ να πατήσω το πόδι μου στη λέσχη.»

«Τόσο το καλύτερο.»

«Καλά. Αλλά δεν θα ήθελες βεβαίως να φύγω σαν ατιμασμένος άνθρωπος. Έχω ανάγκη από αυτό το ποσό και αν δεν μου το δώσεις, θα το ζητήσω αλλού.»

(Τέλος τρίτου επεισοδίου. Την επόμενη Τρίτη η συνέχεια)