Η Περιπέτεια του Σμαραγδένιου Διαδήματος (Πρώτο επεισόδιο)

Από τις περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς

«Χολμς», είπα ένα πρωί κοιτώντας από το παράθυρο, «να ένας τρελός που περνά τον δρόμο. Πόσο λυπηρό που οι συγγενείς του τον έχουν αφήσει να κυκλοφορεί μόνος!».

Ο φίλος μου σηκώθηκε νωχελικά από την πολυθρόνα του και με τα χέρια στις τσέπες της ρόμπας του πλησίασε για να κοιτάξει και αυτός πάνω από τον ώμο μου. Ήταν ένα ηλιόλουστο και ψυχρό πρωινό του Φεβρουαρίου. Το πυκνό χιόνι της προηγούμενης ημέρας που κάλυπτε ακόμα το έδαφος λαμποκοπούσε στον ωχρό χειμερινό ήλιο. Στο κέντρο της οδού Μπέικερ είχε δημιουργηθεί ένα καφέ μονοπάτι από την κίνηση των πεζών, όμως στα πλάγια το χιόνι παρέμενε όσο λευκό ήταν όταν έπεσε. Το γκρίζο κράσπεδο είχε μεν καθαριστεί και ξυστεί αλλά παρέμενε ολισθηρό και κανείς δεν διακινδύνευε να το διασχίσει. Μόνος διαβάτης από την κατεύθυνση του σταθμού Μετροπόλιταν ήταν ο κύριος του οποίου η εκκεντρική του εμφάνιση  μου είχε τραβήξει την προσοχή.

Ήταν ένας άνθρωπος πενήντα περίπου ετών, ψηλός, ογκώδης και επιβλητικός με αδρά χαρακτηριστικά προσώπου. Η εμφάνισή του ήταν σοβαρή και περιποιημένη. Φορούσε μαύρη ρεντικότα, αψεγάδιαστο καπέλο, σκούρες γκέτες και ένα παντελόνι γκρι γυαλιστερό τελευταίας μόδας. Οι κινήσεις του όμως ήταν σε απόλυτη αντίθεση προς την αξιοπρέπεια της εμφάνισής του, γιατί έτρεχε με όλη του τη δύναμη πηδώντας κάποιες στιγμές σαν άνθρωπος που δεν είναι συνηθισμένος να υποβάλει τα πόδια του σε αυτή τη δοκιμασία. Συγχρόνως χειρονομούσε, κουνούσε το κεφάλι του και έκανε παράξενους μορφασμούς.

«Τι διάολο συμβαίνει με αυτόν;» ρώτησα. «Κοιτάζει τους αριθμούς των σπιτιών.»

«Νομίζω πως έρχεται εδώ», μου είπε ο Χόλμς τρίβοντας τα χέρια του.

«Εδώ;»

«Ναι, μου φαίνεται πως έρχεται να με συμβουλευθεί επαγγελματικά. Νομίζω αναγνωρίζω τα συμπτώματα. Να! Τι σου έλεγα;»

Πράγματι ο άγνωστος βαριανασαίνοντας  έτρεχε κατευθείαν προς την πόρτα μας και χτύπησε το κουδούνι, του οποίου οι ήχοι αντήχησαν σε όλη την κατοικία. Μετά από ένα λεπτό βρισκόταν μέσα στο δωμάτιό μας, φουσκώνοντας και χειρονομώντας συνεχώς και με ένα βλέμμα τέλειας απελπισίας, έτσι ώστε τα χαμόγελά μας σβήστηκαν από τον οίκτο και τον τρόμο που μας προκάλεσε. Για μερικά λεπτά ήταν αδύνατον να μιλήσει. Περιφέρονταν και τραβούσε τα μαλλιά του σαν άνθρωπος που έχασε τα λογικά του…

Ξαφνικά τινάχτηκε όρθιος και χτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο με δύναμη τέτοια, που και οι δυο μας πέσαμε πάνω του τραβώντας τον στο κέντρο του δωματίου. Ο Σέρλοκ Χολμς τον κάθισε σε μια πολυθρόνα, έκατσε δίπλα του και κρατώντας το χέρι του προσπάθησε να τον κάνει να συνέλθει μιλώντας του σε άνετο και καθησυχαστικό τόνο.

«Ήρθατε να μου πείτε την ιστορία σας; Είστε κουρασμένος από τον δρόμο. Περιμένετε να συνέλθετε πρώτα και έπειτα με μεγάλη μου ευχαρίστηση θα μελετήσουμε μαζί το πρόβλημά σας.»

Ο άνδρας κάθισε για ένα λεπτό ή και παραπάνω βαριανασαίνοντας, ενώ πάλευε με τη συναισθηματική του φόρτιση. Τέλος, σκουπίζοντας το μέτωπο του με το μαντίλι του, έσφιξε τα χείλη του και στρέφοντας το πρόσωπό του προς τα εμάς είπε:

«Θα με νομίζετε τρελό…»

«Νομίζω ότι τελείτε υπό το πλήγμα μεγάλης δυστυχίας», απάντησε ο Χολμς.

«Ο Θεός γνωρίζει! Μιας δυστυχίας τόσο αναπάντεχης και τρομερής που θα μπορούσε να με κάνει να τρελαθώ.  Θα μπορούσα να υποφέρω μια δημόσια ατίμωση, αν και είμαι τίμιος άνθρωπος. Θα μπορούσα να υποφέρω ένα οικογενειακό δυστύχημα, αφού αυτή είναι η μοίρα των ανθρώπων. Αλλά και τα δύο μαζί με μια τέτοια μορφή είναι αρκετά για να συντρίψουν τα βάθη της ψυχής μου. Και έπειτα δεν πάσχω μόνο εγώ. Οι σπουδαιότεροι ευγενείς της χώρας θα προσβληθούν αν δεν βρεθεί τρόπος να διορθωθεί η τρομερή αυτή υπόθεση.»

«Συνέλθετε, κύριε», είπε ο Χολμς ,«και εξηγήστε μου λεπτομερώς ποιος είστε και τι σας συμβαίνει».

«Το όνομα μου», απάντησε εκείνος, «σας είναι ίσως γνωστό. Είμαι ο Αλέξανδρος Χόλντερ του τραπεζικού οίκου Χόλντερ και Στίβενσον επί της οδού Θρέντνιντλ».

Το όνομα μας ήταν πράγματι γνωστό. Ήταν ο κύριος  συνέταιρος μιας των μεγαλύτερων ιδιωτικών τραπεζών του Λονδίνου. Τι να συνέβαινε άραγε, ώστε να φέρει σε αυτή την αξιοθρήνητη κατάσταση έναν από τους σημαντικότερους πολίτες της πρωτεύουσας; Περιμέναμε όλο περιέργεια, όταν επιτέλους ο επισκέπτης, καταβάλλοντας μια ακόμα προσπάθεια, συνήλθε και άρχισε να διηγείται τη  ιστορία του:

«Αισθάνομαι ότι ο χρόνος είναι πολύτιμος και γι’ αυτό έσπευσα να έρθω αμέσως, όταν ο αστυνομικός επιθεωρητής μού σύστησε τη συνεργασία μαζί σας. Ήρθα στην οδό Μπέικερ με τον υπόγειο και από εκεί πεζός, γιατί οι άμαξες πηγαίνουν αργά με τέτοιο χιόνι. Εξού και το λαχάνιασμά μου, καθώς είμαι ένας άνθρωπος που δεν ασκείται συχνά. Νιώθω ήδη καλύτερα και θα παραθέσω αμέσως τα γεγονότα με συντομία και σαφήνεια».

 (Τέλος πρώτου επεισοδίου. Την επόμενη Τρίτη η συνέχεια)